Εννιά μήνες με τον κορονοϊό: Τι μάθαμε, τι άλλαξε και τι ψάχνουμε ακόμη

Εννιά μήνες μετά την πρώτη καταγεγραμμένη μόλυνση του SARS-CoV-2 και έξι μήνες από την επίσημη ανακοίνωση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ότι η ανθρωπότητα είναι αντιμέτωπη με μία πανδημία, η επιστημονική γνώση για τον ιό και την επιδημιολογία του έχει διευρυνθεί και εμπλουτιστεί εντυπωσιακά.
Χρόνος ανάγνωσης: 
13
'

Είναι τόσο εντυπωσιακά άφθονη η γνώση που σωρεύεται για τον νέο κορονοϊό και τη νόσο Covid-19, που ακόμη και εξειδικευμένοι ιατροί, ιολόγοι και επιδημιολόγοι δυσκολεύονται να την επεξεργαστούν εγκαίρως. Ας δούμε τα ερωτήματα που μας «καίνε» και τι νέο μάθαμε έως σήμερα γι' αυτά.

Να κρατάνε τα παιδιά οι γιαγιάδες και οι παππούδες;

Ένα από τα πεδία που έχει προκαλέσει ουκ ολίγες επιστημονικές διχογνωμίες, καθώς οι αρκετές μελέτες που έχουν δημοσιευθεί δεν έχουν καταλήξει σε απολύτως σαφή και ομόθυμα συμπεράσματα, είναι ο ρόλος των παιδιών στη μετάδοση του SARS-CoV-2.

Οι περισσότεροι ειδικοί συγκλίνουν ότι η αρχική αντίληψη πως τα παιδιά δεν μεταδίδουν τον ιό, δεν ευσταθεί. Μία από τις μεγαλύτερες επιδημιολογικές μελέτες διεθνώς (σε δείγμα 65.000 ατόμων στη Νότια Κορέα) καταλήγει ότι τα παιδιά κάτω των 10 ετών μεταδίδουν σε άλλους πολύ σπανιότερα από ό,τι οι ενήλικες, χωρίς όμως ο κίνδυνος να είναι μηδενικός. Από την άλλη, τα παιδιά ηλικίας 10 έως 19 ετών μπορούν να εξαπλώσουν τον ιό στον ίδιο βαθμό με τους ενήλικες.

Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στην έγκυρη επιστημονική επιθεώρηση JAMA Pediatrics, περίπου το 22% των παιδιών που μολύνθηκαν δεν εμφάνισαν καν συμπτώματα, το 20% αρχικά ήταν ασυμπτωματικό αλλά αργότερα ανέπτυξε συμπτώματα, ενώ στο 58% του δείγματος καταγράφηκαν ήπια ή σοβαρότερα συμπτώματα. Αξιοσημείωτο εύρημα της εν λόγω μελέτης είναι ότι παρατηρήθηκαν μεγάλες διαφορές στο χρονικό διάστημα που τα παιδιά παρέμειναν συμπτωματικά: από τρεις ημέρες έως τρεις εβδομάδες. Στο ένα πέμπτο των ασυμπτωματικών ασθενών και περίπου στους μισούς συμπτωματικούς, ο ιός εξακολουθούσε να ανιχνεύεται έως και τρεις εβδομάδες μετά την αρχική λοίμωξη, χωρίς να συνεπάγεται ότι παρέμειναν μεταδοτικοί.

Ο ρόλος των ασυμπτωματικών παιδιών στη μετάδοση του ιού μελετήθηκε σε μία μετα-ανάλυση σχετικών μελετών, από όπου προέκυψε ότι το 17,4% των παιδιών είναι ασυμπτωματικό, ενώ η πιθανότητα βαριάς νόσησης είναι σχεδόν μηδενική.

Από μια άλλη μετά-ανάλυση που μελέτησε τα ευρήματα 29 μελετών με δεδομένα από 4.300 ανήλικους ασθενείς (μέσης ηλικίας 7 ετών), προκύπτει ότι το 18,9% των παιδιών ήταν ασυμπτωματικό, ενώ μόλις το 0,1% των ασθενών εισήχθησαν σε μονάδες εντατικής θεραπείας. Στο δείγμα που μελετήθηκε καταγράφηκαν μόλις τέσσερις θάνατοι, επιβεβαιώνοντας την αντίληψη ότι η βαριά νόσηση στα παιδιά είναι σπάνια, ενώ ακόμη πιο σπάνια (αλλά όχι απίθανη) είναι η προοπτική απώλειας ζωής.

Αυτό που πλέον είναι ξεκάθαρο, είναι ότι τα παιδιά και οι έφηβοι μπορούν να μολύνουν άλλους, ακόμη και αν τα ίδια δεν νοσούν ή νοσούν πολύ ήπια. Από πρόσφατη μελέτη προκύπτει ότι σε ορισμένα παιδιά ανιχνεύεται περισσότερο ιικό φορτίο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλα τα παιδιά είναι super-spreaders – απλώς οι πιθανότητες να κολλήσουν και να μεταδώσουν τον ιό αυξάνονται λόγω των πολλών κοινωνικών επαφών και της μεγαλύτερης κοινωνικής αλληλεπίδρασης συγκριτικά με τους ενήλικες.

Πάντως, παρά τους κινδύνους οι περισσότερες χώρες παίρνουν το ρίσκο της λειτουργίας των σχολείων.

Να συνεχίσουμε να απολυμαίνουμε τα είδη του σούπερ μάρκετ;

Στην πρώτη φάση της πανδημίας, δισεκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο είχαν πειστεί ότι η βασική μορφή άμυνας απέναντι στον ιό ήταν να απολυμαίνουν τα ψώνια του σούπερ-μάρκετ και να αφήνουν στο μπαλκόνι τα πακέτα που έφερναν οι κούριερ. Παρότι δεν υπήρχαν επαρκή επιστημονικά δεδομένα, όλοι μας σπεύδαμε να μοιραστούμε βίντεο με οδηγίες απομάκρυνσης του ιού από τα προϊόντα, κάτι που όπως αποδεικνύεται από νεότερες μελέτες ήταν μάλλον άσκοπο.

Ο ιός κατά πάσα πιθανότητα δεν μεταδίδεται μέσω τροφίμων. Και παρότι είναι δυνατή η μετάδοση μέσω μολυσμένων επιφανειών (ή ακόμη και συσκευασιών), είναι σαφές ότι δεν είναι η πιο συχνή οδός μετάδοσης.

Η οδηγία να πλένουμε με σαπούνι και νερό τα χέρια ή να τα απολυμαίνουμε με αλκοολούχο διάλυμα, αλλά και να μην αγγίζουμε το πρόσωπό μας παραμένει εν ισχύ. Οι ειδικοί όπως ο μικροβιολόγος Ντόναλντ Σάφνερ συνιστούν να απολυμαίνετε τα χέρια σας πριν μπείτε στο κατάστημα και αφού βγείτε από αυτό, και βέβαια πριν την αποθήκευση των ειδών στα ντουλάπια και το ψυγείο, αλλά και πριν το μαγείρεμα και το φαγητό. Ό,τι θα έπρεπε να κάνουμε δηλαδή και πριν την πανδημία.

Όπως σημειώνει ο λοιμωξιολόγος Ντέβιντ Αρονόφ, δεν βλάπτει να απολυμαίνουμε και το χερούλι του καροτσιού στο σούπερ μάρκετ, ενώ για τις σακούλες και τα λοιπά αναλώσιμα συστήνει απλώς αποθήκευση. «Μόλις ο ιός "προσγειωθεί" σε μια επιφάνεια, αρχίζει να χάνει τη μολυσματικότητά του» τονίζει λέγοντας ότι μετά από 24 ώρες μειώνεται αισθητά στις περισσότερες επιφάνειες, ενώ σε 72 ώρες δεν είναι πλέον μολυσματικός.

Πού είναι πιο πιθανό να κολλήσω;

O κίνδυνος μόλυνσης από τον SARS-CoV-2 εξαρτάται από σειρά παραγόντων, όπως η εγγύτητα και η διάρκεια επαφής (το όριο των 15 λεπτών συνεχίζει να αναφέρεται, αν και το ECDC το χαρακτηρίζει σχηματικό), τo αν η επαφή έγινε σε εσωτερικό ή εξωτερικό χώρο (20πλάσιος κίνδυνος σε κλειστούς χώρους), ενώ ρόλο φαίνεται να παίζει η ηλικία αλλά και μια σειρά κοινωνικοοικονομικών παραγόντων.

Από τις περισσότερες σχετικές έρευνες προκύπτει το συμπέρασμα ότι συνήθως απαιτείται στενή και παρατεταμένη επαφή για μετάδοση, ενώ ο κίνδυνος είναι σαφώς υψηλότερος σε κλειστούς χώρους. Από αυτούς οι πλέον επικίνδυνοι μετά τα σπίτια και τα γραφεία, είναι οι δημόσιες συγκοινωνίες και οι χώροι εστίασης και ψυχαγωγίας, ενώ τα υψηλότερα ποσοστά παρατηρούνται σε κλειστές δομές και καταφύγια αστέγων ή μεταναστών και εγκαταστάσεις μακροχρόνιας φροντίδας, λόγω των συνθηκών που συνήθως επικρατούν.

Οι οικογενειακές και φιλικές συναντήσεις παραμένουν ο βασικός «μοχλός» διάδοσης του ιού στην κοινότητα, ενώ οι εκκλησίες συνεχίζουν να διαδραματίζουν διεθνώς πρωτεύοντα ρόλο στην εξάπλωσή του. Στις εκκλησίες και τα κλαμπ άλλωστε συμβαίνουν συχνότερα τα συμβάντα υπερμετάδοσης.

Φαίνεται πάντως ότι οι βραχυχρόνιες αλληλεπιδράσεις ακόμη και σε κλειστούς χώρους δεν είναι εξίσου πιθανό να οδηγήσουν σε λοίμωξη, ειδικά αν τηρούνται οι αποστάσεις και τα μέτρα υγιεινής.

Αν και απαιτούνται πρόσθετες μελέτες, πιθανολογείται ότι η ευαισθησία σε μολύνσεις αυξάνεται με την ηλικία (για τους άνω των 60 ετών), ενώ όπως προείπαμε, οι περισσότερες μελέτες συγκλίνουν στο ότι τα παιδιά είναι λιγότερο ευαίσθητα στη λοίμωξη. Όπως πάντως επισημαίνουν ερευνητές στις ΗΠΑ, η μειωμένη συμβολή των παιδιών στις αλυσίδες μετάδοσης ενδέχεται να συνδέεται και με συμπεριφορικές αιτίες.

Να συνεχίσω να αποφεύγω τις χειραψίες;

Ναι.

Μήπως υπάρχει περίπτωση να κολλήσω ξανά;

Αρκετά δημοσιεύματα τους τελευταίους μήνες αναδεικνύουν την πιθανότητα επαναμόλυνσης από SARS-CoV-2. Παρότι αρκετοί ειδικοί επιστήμονες παραμένουν επιφυλακτικοί σχετικά με το ενδεχόμενο, η πιστοποιημένη επαναμόλυνση ενός 33χρονου άντρα από το Χονγκ Κονγκ ανησύχησε πολλούς. Ο άντρας είχε νοσήσει και νοσηλευτεί στα μέσα Μαρτίου, και βρέθηκε ξανά θετικός στον ιό σε τυχαίο έλεγχο, καθώς δεν είχε καν συμπτώματα, κατά την επιστροφή του από ταξίδι στην Ισπανία. Το γεγονός που πιστοποιεί ότι πρόκειται για δεύτερη διακριτή λοίμωξη και όχι για «υπολείμματα» της πρώτης, είναι ο γενετικός έλεγχος που υπέδειξε ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά στελέχη.

H φαινομενικά απαισιόδοξη είδηση ενδέχεται να αποδειχθεί αισιόδοξη. Κι αυτό γιατί η ασυμπτωματική λοίμωξη του 33χρονου (ίσως) υποδεικνύει τη «μνήμη» του οργανισμού έναντι του ιού. Για να το υπεραπλουστεύσουμε θα λέγαμε ότι η άμυνα του οργανισμού ενεργοποιείται όχι για να εμποδίσει τη μόλυνση από τον ιό, αλλά για να αποτρέψει τη λοίμωξη. Αυτό που δεν έχει διευκρινιστεί είναι αν ο ασυμπτωματικός φορέας παραμένει μεταδοτικός.

Αν αυτό ισχύει, συνεπάγεται ότι η ιδέα της ανοσίας της αγέλης θα είναι πρακτικά ανεφάρμοστη, τουλάχιστον έως ότου κυκλοφορήσουν εμβόλια που να προστατεύουν μακροπρόθεσμα.

Όπως πάντως επισημαίνει το ECDC, κανένας από τους έξι ασθενείς οι οποίοι διαπιστωμένα επαναμολύνθηκαν δεν μόλυνε άλλον, ενώ μόνος ο ένας εξ αυτών είχε συμπτώματα κατά τη δεύτερη λοίμωξη.

Κι αν κολλήσω θα αναπτύξω αντισώματα;

Προς το παρόν παραμένει αβέβαιο αν η απλή επιμόλυνση δημιουργεί απόκριση του ανοσοποιητικού σε όλους. Όπως βάσιμα εικάζουν οι ειδικοί, ενδέχεται μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού που μολύνεται από τον ιό, να μην αναπτύσσει καν αντισώματα. Γι’ αυτό και θεωρούν ότι τα πραγματικά κρούσματα απέχουν παρασάγγας από τα επίσημα καταγεγραμμένα. Όπως μάλιστα εκτιμούν, οι πραγματικές μολύνσεις ενδέχεται να ξεπερνούσαν τα 600 εκατομμύρια παγκοσμίως έως τα μέσα Σεπτεμβρίου, όταν τα επίσημα καταγεγραμμένα έφταναν τα μόλις 30 εκατ.

Πόσοι έχουν κολλήσει συνολικά;

Ουδείς είναι ακόμη σε θέση να απαντήσει με απόλυτη σιγουριά στην πάνδημη απορία πόσοι συνάνθρωποί μας μολύνθηκαν μέχρι σήμερα από τον SARS-CoV-2. Και πιθανότατα δεν θα απαντηθεί ποτέ.

Στις ΗΠΑ, μία από τις χώρες που χτυπήθηκε με σφοδρότητα, λιγότερο από το 10% των ατόμων φέρεται να έχει μολυνθεί. Ή για να είμαστε ακριβείς, από τα δεδομένα που αναλύθηκαν από δείγματα αίματος 28.000 ασθενών στις ΗΠΑ οι οποίοι υποβλήθηκαν σε αιμοκάθαρση, προέκυψε ότι μόλις το 10% των ατόμων που μολύνθηκαν ανέπτυξε αντισώματα έναντι του SARS-CoV. Αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι λιγότερο από το 10% του 10% που είχε αναπτύξει αντισώματα είχε στην πραγματικότητα διαγνωστεί θετικό στον ιό μέσω μοριακής εξέτασης PCR ή τεστ αντιγόνου. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτή η ομάδα ασθενών ήταν ιδανική για να αντιπροσωπεύσει την κατάσταση στις ΗΠΑ, καθώς υπόκεινται σε μηνιαίες αιμοληψίες και στις τάξεις τους υπάρχουν τόσο ηλικιωμένοι όσο και μέλη υποεκπροσωπούμενων φυλετικών ομάδων. Συμπέραναν μάλιστα ότι όσοι ζουν σε γειτονιές με εντονότερη πληθυσμιακή παρουσία έγχρωμων ή ισπανόφωνων είχαν έως και τετραπλάσιες πιθανότητες μόλυνσης συγκριτικά με όσους κατοικούν σε περιοχές με πλειοψηφία λευκών.

Από άλλες ορολογικές μελέτες στις ΗΠΑ, προκύπτει ότι το ποσοστό του πληθυσμού που έχει αναπτύξει αντισώματα ποικίλλει μεταξύ 0,3% και 29%, ανάλογα με την πολιτεία και την πόλη. Σύμφωνα με το SeroTracker, ακόμη και στις ευρωπαϊκές χώρες που δοκιμάστηκαν κατά το πρώτο κύμα της πανδημίας, πολύ μικρό ποσοστό του πληθυσμού ανέπτυξε αντισώματα. Στη Γαλλία για παράδειγμα αντισώματα έχει αναπτύξει το 1,32-4,3% του πληθυσμού, στο Ην. Βασίλειο από 0,3-15,7%, ενώ στην Ισπανία από τις έρευνες προκύπτει ότι αντισώματα έναντι του ιού διαθέτει μόλις ένας στους είκοσι κατοίκους.

Καμία χώρα εκτός ίσως από το Ιράν, όπου εκτιμάται ότι προσβλήθηκε από τον ιό περίπου το 22% των κατοίκων, δεν δικαιούται να πει ότι βρίσκεται κοντά στην περιβόητη ανοσία της κοινότητας (ή της αγέλης). Ακόμη και στη Σουηδία, όπου οι εμπνευστές της στρατηγικής αντιμετώπισης της επιδημίας είχαν προβλέψει ότι το ποσοστό του πληθυσμού με αντισώματα θα είχε ξεπεράσει το 40% μέσα στο καλοκαίρι, αυτό μετά βίας έφτασε το 15%.

Στη χώρα μας, όπως είναι ευνόητο, ο αριθμός των ατόμων που έχουν αναπτύξει αντισώματα έναντι του ιού είναι πολύ μικρός. Σύμφωνα με τις οροεπιδημιολογικές μελέτες που έχουν διενεργηθεί, ο επιπολασμός αντισωμάτων εκτιμάται μεταξύ 0,5-1,5%. Ο χαμηλός επιπολασμός πιστοποιήθηκε και μέσω νέας μελέτης του ΕΚΠΑ σε σύνολο 5.000 εθελοντών. Από τα 1.300 πρώτα δείγματα που αναλύθηκαν, έχουν ταυτοποιηθεί μόλις 13 θετικά δείγματα – παρεμπιπτόντως, όλοι τους ασυμπτωματικοί ή συμπτωματικοί με ήπια συμπτώματα που παραπέμπουν σε κοινό κρυολόγημα και δεν απαίτησαν νοσηλεία.

Πόσοι είναι οι ασυμπτωματικοί;

Σε αντίθεση με άλλους ιούς, ακόμη και της οικογένειας των κορονοϊών, ο SARS-CoV-2 μολύνει ανθρώπους που δεν εκδηλώνουν συμπτώματα. Αυτοί οι τυχεροί και φαινομενικά υγιείς άνθρωποι όμως, ενδέχεται να μεταδώσουν τον ιό σε άλλους κι αυτή η παράμετρος είναι ίσως η πλέον καθοριστική για την τόσο εκτεταμένη και ανεξέλεγκτη διάδοσή του.

Από μια νέα μελέτη στη Νότια Κορέα, που δημοσιεύθηκε στο JAMA Internal Medicine, προκύπτει ότι οι ασυμπτωματικοί μεταφέρουν εξίσου ισχυρό ιικό φορτίο με τους συμπτωματικούς φορείς στη μύτη, το λαιμό και τους πνεύμονες, για αντίστοιχο χρονικό διάστημα. Πολλές ακόμη μελέτες συγκλίνουν σε αντίστοιχα συμπεράσματα αν και ορισμένοι επιστήμονες συμπεραίνουν ότι η ανοσολογική απόκριση των ασυμπτωματικώνδεν είναι εξίσου ισχυρή, οπότε ενδέχεται να μην αναπτύσσουν αρκετά αντισώματα έναντι του ιού.

Ασαφές παραμένει το ποσοστό των πραγματικά ασυμπτωματικών φορέων του ιού, το οποίο εκτιμάται από 16% έως 40%. Αυτό που δεν διευκρινίζεται στις περισσότερες σχετικές μελέτες είναι εάν οι φορείς παραμένουν πράγματι ασυμπτωματικοί, ή αν αργότερα έχουν ήπια έστω συμπτώματα. Σε έναν οίκο ευγηρίας για παράδειγμα, όπου περίπου οι μισοί ένοικοι καταγράφηκαν ως ασυμπτωματικοί στους αρχικούς ελέγχους, μόλις το 8% παρέμεινε ασυμπτωματικό ώσπου να πάψει ο ιός να ανιχνεύεται στον οργανισμό τους (πιθανότατα γιατί όλοι τους ήταν μεγάλης ηλικίας). Από την άλλη, σε νεότερης ηλικίας γυναίκες που διαγνώστηκαν θετικές για τον ιό όταν εισήχθησαν στο μαιευτήριο για να γεννήσουν, μόλις το 10% ανέπτυξε συμπτώματα αργότερα. Οι υπόλοιπες παρέμειναν ασυμπτωματικές καθ’ όλη τη διάρκεια της μολυσματικής περιόδου.

Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, πιθανόν να μη μάθουμε ποτέ το πραγματικό ποσοστό, προφανώς γιατί είναι αδύνατος ο διαγνωστικός έλεγχος όλου του πληθυσμού καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας.

Πόσοι πέθαναν από (και με) τη νόσο Covid-19;

Ενδέχεται να μη μάθουμε ποτέ πόσοι πραγματικά κόλλησαν τον ιό, αλλά ασφαλώς θα μάθουμε πόσοι πέθαναν εξαιτίας της μόλυνσης. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε. Παρότι ο επίσημος απολογισμός των θυμάτων της νόσου Covid-19 πρόσφατα ξεπέρασε το ένα εκατομμύριο, οι ειδικοί εκτιμούν ότι υπάρχει υποεκτίμηση και στην καταγραφή των νεκρών. Θεωρούν δηλαδή ότι τα πραγματικά θύματα είναι σαφώς περισσότερα – ίσως και διπλάσια.

Και μόνο οι υπερβάλλοντες θάνατοι (όσοι υπερέβησαν τον μηνιαίο ή εβδομαδιαίο μέσο όρο) αρκούν για να υποστηρίξουν τον ισχυρισμό. Στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ισπανία περίπου το 25% και το 35%, αντίστοιχα, του αριθμού των υπερβαλλόντων θανάτων δεν αντικατοπτρίζονται στα επίσημα στατιστικά στοιχεία θανάτου από Covid-19. Υψηλά ήταν τα ποσοστά και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Πατώντας στον διαδραστικό χάρτη, διαπιστώνετε το ποσοστό κατά το οποίο οι καταγεγραμμένοι θάνατοι στην επιλεγμένη περιοχή διαφέρουν από τον αναμενόμενο μέσο όρο.

Η υψηλότερη καταγραμμένη υπέρβαση του εβδομαδιαίου μέσου όρου θανάτων σημειώθηκε στην πόλη Μπέργκαμο από τις 13-20 Μαρτίου (847,7%), ενώ και οι 10 περιοχές με τις υψηλότερες αποκλίσεις βρίσκονταν είτε στη Βόρεια Ιταλία είτε στην Κεντρική Ισπανία (Κρεμόνα, Ιταλία ─ 617,7% από 13-20 Μαρτίου, Σεγκόβια, Ισπανία ─ 600,6%, από 20-27 Μαρτίου, Θιουδάδ Ρεάλ, Ισπανία ─ 532,3% από 20-27 Μαρτίου).

Η αναντιστοιχία είναι υψηλή και εκτός Ευρώπης, σε χώρες όπως η Βραζιλία, το Ιράν ή το Περού, όπου το 74% των περισσότερων θανάτων σε σχέση με τον μέσο όρο δεν συνδέθηκε με θανάτους από Covid-19.

Υπάρχουν βέβαια και λιγοστές χώρες ανά τον κόσμο, όπου οι θάνατοι φέτος κινήθηκαν κάτω του μέσου όρου. Το γεγονός ότι λιγότεροι άνθρωποι από το αναμενόμενο πέθαναν φέτος, αναδεικνύει τη χαμηλή παρουσία του ιού στην κοινότητα, αλλά και τη μείωση θανάτων από άλλες αιτίες (τροχαία, καρδιαγγειακά κ.ά.).

Σκοτώνει η ζέστη τον ιό;

Αντίθετα με όσα ελπίζαμε στην Ελλάδα και τις υπόλοιπες μεσογειακές χώρες, ο ιός δεν «αυτοκτονεί» λόγω ζέστης. Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, οι υψηλές θερμοκρασίες σκοτώνουν πράγματι τον SARS-CoV-2. Αρκεί να μείνει στους 58 βαθμούς Κελσίου για τουλάχιστον 15 λεπτά, όπως και οι άλλοι κορονοϊοί.

Σε χαμηλότερες θερμοκρασίες όμως αντέχει. Όπως αποδείχθηκε σε όλες τις χώρες του βόρειου ημισφαιρίου που βίωσαν φέτος ένα ιδιαίτερα ζεστό θέρος, ο ιός συνέχισε να μεταδίδεται. Κι αν η κατάσταση δεν «ξέφυγε», αυτό πιθανότατα δεν οφείλεται στις υψηλές θερμοκρασίες, αλλά στο ότι κινούμαστε περισσότερο σε ανοιχτούς χώρους.

Τι γίνεται με αυτούς που συνεχίζουν να έχουν συμπτώματα μετά την ανάρρωση;

Πολλοί ασθενείς, ακόμη και μετά την ανάρρωσή τους υποφέρουν από συμπτώματα που συχνά διαφέρουν από αυτά που αντιμετώπιζαν κατά τη διάρκεια της λοίμωξης. Οι λεγόμενοι και long-haulers υποφέρουν από ήπια ή και πιο σοβαρά συμπτώματα για εβδομάδες ή και μήνες μετά την ανάρρωση (ή ορθότερα, την αρνητική διάγνωση). Από μελέτη στο Ην. Βασίλειο, προκύπτει ότι το 10% των ασθενών από Covid-19 εμφανίζουν παρατεταμένα συμπτώματα.

Από μια πρόσφατη δημοσίευση στο JAMA, αναδεικνύεται ότι 125 από 143 Ιταλούς ασθενείς ηλικίας από 19 έως 84 ετών που νοσηλεύτηκαν, εξακολουθούσαν να βιώνουν συμπτώματα που σχετίζονται με την Covid-19 (επιβεβαιωμένα από τον ιατρό τους) κατά μέσο όρο δύο μήνες μετά την εμφάνιση του πρώτου τους συμπτώματος. Αξιοσημείωτο είναι ότι μόλις το 20% του δείγματος είχαν διασωληνωθεί κατά τη νοσηλεία τους.

Μια μελέτη που παρακολούθησε 128 ασθενείς και προσωπικό από στο Νοσοκομείο St James της Ιρλανδίας, διαπίστωσε ότι το 52% ανέφερε επίμονη κόπωση σε διάστημα κατά μέσο όρο 10 εβδομάδες μετά την «κλινική ανάρρωση» από τη μόλυνση, ανεξάρτητα από το πόσο σοβαρή ήταν η αρχική τους λοίμωξη ή αν νοσηλεύθηκαν.

Εξάλλου, αρκετοί ειδικοί ανησυχούν όχι μόνο για τα συμπτώματα, αλλά και για τις μακροχρόνιες επιπτώσεις της λοίμωξης σε διάφορα όργανα. Αν και είναι προφανώς αδύνατο να μελετηθούν προς το παρόν, είναι σαφές ότι σε ορισμένους φορείς (ακόμη και ασυμπτωματικούς) ο SARS-CoV-2 ενδέχεται να αφήσει «σημάδια» στους πνεύμονες, στην καρδιά και άλλα όργανα. Τα καλά νέα μέσα σε τόσα άσχημα, είναι ότι οι περισσότερες από τις βλάβες είναι αναστρέψιμες.

Είναι η προϋπάρχουσα ανοσία ελπίδα ή τροχοπέδη;

Ένα από τα μυστήρια γύρω από τον ιό, είναι γιατί κάποιοι νοσούν ηπιότερα. Σύμφωνα με νεότερες μελέτες, η απάντηση ενδέχεται να βρίσκεται στη «διασταυρούμενη ανοσοπροστασία» που συνδέεται με ανθρώπους που έχουν αναπτύξει αντισώματα από παλαιότερες μολύνσεις από άλλους κορονοϊούς (που προκαλούν το κοινό κρυολόγημα).

Ακόμη κι αν η απόκριση των κυττάρων Τ ισχύει, μένει να αποδειχθεί πόσο διαρκεί και βέβαια γιατί δεν αποδεικνύεται αρκετά προστατευτική για όλους.

Πετάει ο ιός;

Ίσως η πλέον αποθαρρυντική ανατροπή των επιστημονικών δεδομένων ήρθε όταν μάθαμε ότι ο κορονοϊός μεταφέρεται και μέσω αερολυμάτων. Αρχικά επιστήμονες εστίαζαν την προσοχή τους στα αεροσταγονίδια που εκλύονται όταν κάποιος βήχει ή φτερνίζεται, και τα οποία λόγω βάρους πέφτουν στο έδαφος μετά από ελάχιστο χρόνο.

Στην πορεία όμως οι ειδικοί πιστοποίησαν ότι ο ιός μεταφέρεται και με αερολύματα (πολύ μικρά σταγονίδια), τα οποία έχουν την ικανότητα να αιωρούνται για αρκετή ώρα. Αυτό καθιστά πιθανή μια επιμόλυνση από τον ιό, ειδικά σε εσωτερικούς χώρους που δεν αερίζονται επαρκώς.

Σε αυτό το άρθρο συνοψίζονται όσα γνωρίζει η επιστημονική κοινότητα για το ζήτημα, αλλά και όσα πρέπει να μάθουν όσοι λαμβάνουν τις αποφάσεις.

Τι σημαίνουν οι μεταλλάξεις του ιού;

Από την εμφάνιση του νέου κορονοϊού οι επιστήμονες δήλωναν βέβαιοι ότι θα μεταλλασσόταν. Αυτό που δεν γνώριζαν (και εν πολλοίς δεν γνωρίζουν ακόμη) είναι πόσο σημαντικές θα είναι οι μεταλλάξεις. Όλες οι γενετικές ακολουθίες Sars-CoV-2 κατατίθενται στο GISAID προκειμένου να καταγράφονται έγκαιρα τυχόν αλλαγές στον ιικό γενετικό κώδικα.

Προσώρας, οι επιστήμονες που μελετούν τις γονιδιακές αλληλουχίσεις του ιού συμφωνούν ότι εξελίσσεται, αλλά όχι με την ταχύτητα άλλων ιών, και σίγουρα βραδύτερα από τον ιό που προκαλεί την εποχική γρίπη. Αυτό είναι μια αναμφίβολα θετική εξέλιξη στον αγώνα για την ανάπτυξη εμβολίων και φαρμακευτικών θεραπειών. Πρέπει βέβαια να αναμένουμε για να δούμε πώς θα εξελιχθεί στη συνέχεια. Ο λόγος που οι επιστήμονες παραμένουν επιφυλακτικοί είναι ότι ίσως γίνει περισσότερο (ή και λιγότερο) επιθετικός και μεταδοτικός.

Είναι ενδεικτικό ότι η μετάλλαξη D614G που τείνει να επικρατήσει παγκοσμίως έχει καταστήσει τον ιό πιο μεταδοτικό, αλλά όχι περισσότερο ή λιγότερο επικίνδυνο.

Προστατεύουν τελικά οι μάσκες;

Αν δεν έχετε 20 λεπτά να (ξανα)διαβάσετε την αναλυτική έρευνά μας, ας συνοψίσουμε σε λίγες λέξεις: Ναι, οι μάσκες σώζουν ζωές. Δεν αρκούν για να νικηθεί ο ιός, όπως αφελώς διατείνονται κάποιοι, αλλά είναι ένα από τα βασικότερα όπλα της ανθρωπότητας, αρκεί βέβαια να συνδυάζεται με τα άλλα μέτρα: αποστάσεις, υγιεινή, εγρήγορση.

Μια νεότερη μετα-ανάλυση 172 μελετών σε 16 χώρες και 44 συγκριτικών μελετών σε χώρους υγειονομικής περίθαλψης και μη, διαπίστωσε ότι η μεταδοτικότητα των ιών εξαρτάται άμεσα από τα μέτρα. Όπως συμπεραίνουν οι ερευνητές, η χρήση μάσκας προσώπου μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλη μείωση του κινδύνου μόλυνσης. Οι πλέον αποτελεσματικές είναι κατά σειρά οι επαγγελματικές μάσκες N95, οι χειρουργικές μάσκες μίας χρήσης, και οι επαναχρησιμοποιήσιμες υφασμάτινες. Η προστασία των ματιών με ειδικά γυαλιά ή προσωπίδες συσχετίστηκε επίσης με χαμηλότερες πιθανότητες μόλυνσης. Από την ίδια μελέτη προκύπτει ότι η τήρηση αποστάσεων (τουλάχιστον ενός μέτρου) ανεξαρτήτως χρήσης μάσκας μειώνει αισθητά τον κίνδυνο επιμόλυνσης.

Μάσκες λοιπόν, αποστάσεις και καθαρά χέρια. Α, και αισιοδοξία. Όπως έγραψε και η Ρόζμαρι Γκόρινγκ: «Η αισιοδοξία είναι εξίσου απαραίτητη με ένα απολυμαντικό. Μαζί με την παρακεταμόλη και τους αναπνευστήρες, είναι ένα ζωτικό όπλο σε αυτήν την παγκόσμια μάχη».

Γράφει για τεχνολογία, επιστήμη και ψηφιακή κουλτούρα σε περιοδικά, εφημερίδες και websites. Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ και πρόσφατα ξεκίνησε ένα εντελώς άσχετο μεταπτυχιακό. Η συλλογή διηγημάτων «24» (Εκδόσεις Πατάκη) είναι το πρώτο του βιβλίο.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.