Η απομόνωση της Τουρκίας χρυσή ευκαιρία για την Ελλάδα

Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε η Τουρκία περισσότερο απομονωμένη διπλωματικά και περισσότερο ανεπιθύμητη. Και ποτέ η ευκαιρία για την Ελλάδα να την στριμώξει δεν ήταν μεγαλύτερη.
Χρόνος ανάγνωσης: 
14
'
Ο Έρντογαν στο 60 περιφερειακό συνέδριο του κόμματος ΑΚ, 20 Ιανουαρίου 2018. [KAYHAN OZER / TURKISH PRESIDENTIAL PRESS SERVICE / AFP]

Μετά από μια δεκαετία και πλέον θαυμασμού προς το πρόσωπό του, ακόμη και η ελληνική κοινή γνώμη πείσθηκε πως ο Ταγίπ Έρντογαν δεν είναι παρά ένας μεγαλομανής τύραννος. Στην όψιμη μεταστροφή της βοήθησαν βέβαια η απρεπής γλώσσα, το αγοραίο στιλ και η επιθετικότητά του απέναντι στην Ελλάδα, χαρακτηριστικά του οικεία σε όλους όσους ζήσαμε στην Τουρκία και καταγράψαμε την μεταχείριση που επιφύλασσε στους πολιτικούς του αντιπάλους. Κορύφωση, βέβαια, ήταν ο εμβολισμός του πλοίου του ελληνικού λιμενικού στα Ίμια.

Με δυο λόγια

Οι ηγέτες της Δύσης, από την ΕΕ ως τις ΗΠΑ και από το Ισραήλ ως την Νότια Αμερική, συγκαταλέγουν πλέον την Τουρκία στα «προβλήματα» της ευρύτερης γεωγραφίας της, όχι στους εταίρους με τους οποίους μπορούν να δουλέψουν προς εξεύρεση λύσεων. Πριν λίγα χρόνια, δυτικοί διπλωμάτες στην Πόλη αστειεύονταν ότι «τίποτε καλό δεν έχει βγει από την Ρωσία τον τελευταίο αιώνα». Το ίδιο λέγεται σήμερα, με μεγαλύτερη συχνότητα και με λιγότερο χιούμορ, για την Τουρκία της τελευταίας 15ετίας. Ο Τούρκος μονοκράτωρ κατόρθωσε να απομακρύνει τη χώρα του από το δυτικό στρατόπεδο και να προκαλέσει ανεπανόρθωτη, ενδεχομένως, βλάβη στις σχέσεις της με την ΕΕ και τις ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, γκρέμισε όλες τις γέφυρες, στον πολιτικό τουλάχιστον τομέα, με την ευρύτερη περιοχή (Συρία, Ισραήλ, Αίγυπτο, Ιράν, Αρμενία). Η ασταθής «λυκοφιλία» με την Ρωσία εξάλλου δεν θα απέτρεπε, όπως φάνηκε ξεκάθαρα στο παρελθόν, μια σοβαρή σύγκρουση των δύο χωρών στην Συρία. Είναι ίσως η καλύτερη εποχή για αντεπίθεση από τη μεριά της Ελλάδας, που σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Μασσαβέτα πρέπει να πιέσει την Τουρκία για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και επίλυση όλων των ανοικτών θεμάτων, αλλά και να πραγματοποιήσει ανοίγματα στις χώρες με τις οποίες η Τουρκία βρίσκεται σε σύγκρουση.

Το τι εστί Έρντογαν το είχε, βέβαια, συλλάβει με σαφήνεια πολύ νωρίτερα η κοινή γνώμη στις φιλελεύθερες δημοκρατίες του δυτικού κόσμου, τις οποίες τόσο αφ’ υψηλού ατενίζει η αυτοαναφορική ελληνική. Μονίμως καθυστερημένη σε πληροφόρηση και αθεράπευτα γοητευμένη από «μεγάλους ηγέτες» (τους Πούτιν, Κάστρο, Αραφάτ, Χομεϊνί και Μαδούρο του κόσμου τούτου) και επαναστάσεις-φιάσκα, η ελληνική κοινή γνώμη άργησε να απομυθοποιήσει τον Ρετζέπ Ταγίπ Έρντογαν και να δει τον δικτατορίσκο της διπλανής αυλής.

Χρησιμοποιώντας την ένταξή της στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα και τον δυτικό κόσμο, η Ελλάδα πλέον πρέπει –στο διπλωματικό πάντοτε πεδίο– να εγκαταλείψει την οκνηρή ενδοτικότητα του «δεν έχουμε διεκδικήσεις έναντι της Τουρκίας», σταθερή παπαγαλία όλων των μεταπολεμικών κυβερνήσεων. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε η Τουρκία περισσότερο απομονωμένη διπλωματικά και περισσότερο ανεπιθύμητη. Και ποτέ η ευκαιρία στην Ελλάδα να την στριμώξει μεγαλύτερη.

Ό,τι περνά στο εσωτερικό δεν περνά στην ΕΕ

Από την αρχή της πρωθυπουργίας του (2003-2014), ο Έρντογαν συνήθισε να «περνά το δικό του». Στην αρχή με την πειθώ και πολύτιμους συμμάχους –εξαιτίας της αποστροφής της προς το στράτευμα και τις παραδοσιακές κεμαλικές δυνάμεις, τον εναγκάλισε και συστρατεύθηκε, αφρόνως, μαζί του σχεδόν ολόκληρη η προοδευτική διανόηση. Αργότερα και βαθμιαία, με την βία, εκκαθαρίζοντας την κρατική μηχανή, τα πανεπιστήμια, τον Tύπο από κάθε «αντιφρονούντα».

Με την έλλειψη ουσιαστικής αντιπολίτευσης και την σταδιακή (και σήμερα πλήρη) υποταγή της τουρκικής δικαιοσύνης στα κελεύσματα του καθεστώτος, κανείς δεν μπορεί να σταματήσει την υλοποίηση των, κατ’ ουσίαν, προσταγμάτων του. Αυτά μπορεί να αφορούν από την απαγόρευση μιας μη-τουρκικής λέξης ή της προβολής μιας σειράς στον εθνικό αερομεταφορέα μέχρι την απαγόρευση στα μπαρ, καφέ και εστιατόρια του Πέραν να σερβίρουν στον δρόμο.

Από τον προεδρικό πια θώκο, ο Έρντογαν δεν διστάζει να δηλώσει εμμέσως πως ελέγχει την δικαιοσύνη, που εκδίδει «κατά παραγγελία» αποφάσεις. Χαρακτηριστική, εν προκειμένω, είναι η περίπτωση της δίκης κατά του διευθυντή της αντιπολιτευόμενης Τζουμχουριέτ (Cumhuriyet) Τζιαν Ντυντάρ (Can Dündar). Όταν η εφημερίδα αποκάλυψε ότι νταλίκες (της εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών ΜΙΤ) που μετέφεραν, υποτίθεται, φάρμακα και ανθρωπιστική βοήθεια στην Συρία, στην πραγματικότητα έφεραν οπλισμό για τζιχαντιστικές ομάδες «ανταρτών», ο Έρντογαν αποκάλεσε τον Ντυντάρ «προδότη». Προειδοποίησε πως «θα πληρώσει ακριβά για την προδοσία» και διαβεβαίωσε πως «θα παρακολουθεί στενά την υπόθεση», απειλή απευθυνόμενη περισσότερο στην δικαιοσύνη παρά στον (αυτοεξόριστο σήμερα) δημοσιογράφο.

Αυτό που ο Έρντογαν αδυνατεί –ή δεν θέλει– να καταλάβει είναι πως τα πράγματα δεν λειτουργούν έτσι, τουλάχιστον στις δημοκρατίες της Δύσης. Όταν οι προσταγές του «δεν περνούν», αντιδρά με το γνωστό «αλήτικο» στιλ του Τούρκου «καμπά-νταη», του «σκληρού του δρόμου», απευθύνοντας ύβρεις και απειλές στην άλλη πλευρά. Το στιλ αυτό τον «ανεβάζει» στα μάτια πολλών Τούρκων, που εκτιμούν τόσο την εξουσία και το θράσος όσο και την βία. Τον έχει όμως καταστήσει ανυπόφορα αντιπαθή σε πολλά μήκη και πλάτη του δυτικού –και μη– κόσμου.

Θεωρώντας ότι μπορεί να υπαγορεύει καταστάσεις και αποφάσεις με την ίδια ευκολία στο εξωτερικό, ο Έρντογαν κατέστη αντιπαθής όσο κανείς Τούρκος ηγέτης στο παρελθόν. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Θέλησε να «επιβάλει» στις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ολλανδίας την διεξαγωγή προεκλογικής εκστρατείας, με στόχο τον επηρεασμό των εκεί τουρκικών μειονοτήτων ενόψει του δημοψηφίσματος του 2017 για την συνταγματική αναθεώρηση και αύξηση των προεδρικών εξουσιών. Σημειωτέον ότι στην ίδια την Τουρκία πάσα προεκλογική δραστηριότητα αλλοδαπού κόμματος στο έδαφός της απαγορεύεται αυστηρά.

Οι τουρκικές μειονότητες σε Γερμανία και Ολλανδία είναι ιδιαίτερα συντηρητικών πεποιθήσεων και συντάσσονται με τις πολιτικές του Έρντογαν. Φοβούμενες αντι-συγκεντρώσεις από Κούρδους και από Τούρκους αντιφρονούντες, οι δύο χώρες δεν έδωσαν άδεια στην τουρκική κυβέρνηση για τις συγκεντρώσεις. Η αντίδραση του Έρντογαν υπήρξε λυσσαλέα, και τα αποτελέσματά της ακόμη δεν έχουν ξεπερασθεί. Κατηγόρησε και την Γερμανία και την Ολλανδία για ναζισμό, θίγοντας το πιο ευαίσθητο σημείο της πρώτης και το φιλότιμο της δεύτερης, που πολλά υπέστη κατά την γερμανική κατοχή.

Την στιγμή που η ίδια η Τουρκία αρνείται πεισματικά την Γενοκτονία των Αρμενίων και δαπανά εκατομμύρια σε αποτυχημένες εκστρατείες προπαγάνδας στο εξωτερικό, ο Έρντογαν δεν δίστασε να «υπενθυμίσει» στους Ολλανδούς την «ενοχή» τους για την Γενοκτονία στην Σρεμπρένιτσα. Οι προσβολές και οι φθηνές επιθέσεις μπορεί να έχουν εξοντώσει πολλούς «εχθρούς» του στο εσωτερικό μέτωπο, ωστόσο στις σχέσεις με τις δυτικές χώρες δεν «περνούν». Οι σχέσεις με την Γερμανία βρίσκονται στο σημείο ναδίρ από την άνοιξη του 2017, ενώ η Ολλανδία πρόσφατα αποφάσισε να κλείσει την πρεσβεία της στην Άγκυρα, υποβιβάζοντας τις διπλωματικές σχέσεις με την Τουρκία σε επίπεδο επιτετραμμένου στο προξενείο της στην Πόλη.

Πριν λίγες μέρες οι τουρκο-ολλανδικές σχέσεις επλήγησαν ακόμη περισσότερο, καθώς η κάτω βουλή της χώρας αναγνώρισε την Αρμενική Γενοκτονία. Η αντίδραση του τουρκικού ΥΠΕΞ και του τύπου υπήρξε έντονη, ιδίως κατά των πέντε τουρκικής καταγωγής βουλευτών που υπερψήφισαν την πρόταση. Μετά από αντίστοιχο ψήφισμα της Bundestag, που πέρασε καθ’ ομοφωνία το 2016, ο Έρντογαν αλλόφρων δήλωνε πως οι ένδεκα τουρκικής καταγωγής βουλευτές της «έχουν μολυσμένο αίμα και δεν είναι πραγματικά Τούρκοι», ενώ τους κάλεσε να κάνουν αιματολογική εξέταση(!).

Έτσι δεν αποτελεί έκπληξη ότι ο Έρντογαν απείλησε (πολλάκις και σε υψηλούς τόνους) την ελληνική κυβέρνηση ώστε να αρθεί η ασυλία και να επέλθει η έκδοση των Τούρκων στρατιωτικών που κατέφυγαν στην χώρα μετά το πραξικόπημα-φιάσκο του 2016. Το ότι εξεδόθη απόφαση άρσης της ασυλίας στην περίπτωση ενός εξ αυτών αποδεικνύει πολλά, ανάμεσα σε αυτά και την κατάντια των θεσμών στην Ελλάδα!

Από το «μηδέν πρόβλημα με τους γείτονες» στο «προβλήματα με κάθε γείτονα»

Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών και μετέπειτα πρωθυπουργός της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου έκανε συχνά λόγο για «μηδέν πρόβλημα με τους γείτονες». Ευαγγελιζόταν μια «δημιουργική» εξωτερική πολιτική, όπου η Τουρκία θα καλλιεργούσε σχέσεις με τους γείτονές της βασισμένες στο αμοιβαίο συμφέρον και τις στενότερες εμπορικές σχέσεις. Παράλληλα, ο Νταβούτογλου οραματιζόταν την «επάνοδο» της Τουρκίας στον «φυσικό της χώρο» της Μέσης Ανατολής και του Καυκάσου, όπου έπρεπε να εδραιώσει την παρουσία της μετά από ογδόντα χρόνια απουσίας και μονομερούς προσήλωσης στην Δύση. Σε δεύτερο στάδιο, θα επιδιώκετο η προσέγγιση των χωρών των Βαλκανίων, του Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής πάνω σε ένα νεο-οθωμανικό μοντέλο που θα έδινε στην Τουρκία τις πρωτοβουλίες για επανασύνδεσή τους.

Αρχικά, τα ανοίγματα της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή έφεραν θεαματικά αποτελέσματα. Ξεκίνησε μία προσπάθεια προσέγγισης με την Αρμενία. Η Τουρκία αποκατέστησε τις σχέσεις της με το Ιράκ και ακόμη περισσότερο με την Συρία, που είχαν διαταραχθεί λόγω της στήριξής τους προς το ΡΚΚ. Ξεκίνησε μάλιστα ένα love affair μεταξύ Έρντογαν και Μπασάρ Αλ Άσαντ, ενώ ο Έρντογαν βάλθηκε να μεσολαβήσει για την ειρήνευση μεταξύ Συρίας και Ισραήλ. Προσπαθώντας να τηρήσει ίσες αποστάσεις στα διμερή προβλήματα, φιλοδοξούσε να γίνει ο κατεξοχήν μεσολαβητής για την ειρήνη και την συνεργασία. Ήταν αποφασισμένος να χρησιμοποιήσει το νεοαποκτηθέν soft power της Τουρκίας για να διεκδικήσει ηγεμονικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή. Ως τα μέσα της δεκαετίας του 2000, ο Νταβούτογλου και η πολιτική του δέχονταν συνεχείς επαίνους σε ανατολή και δύση και η Τουρκία πρόβαλλε ως το ανερχόμενο αστέρι της περιοχής.

Σήμερα όλα αυτά αντηχούν σαν κακόγουστο αστείο. Ο ίδιος ο Έρντογαν τορπίλισε τα πάντα, σε βαθμό ώστε σήμερα η Τουρκία να μην διατηρεί αγαστές σχέσεις με καμία γειτονική της χώρα! Δεδομένων των παν-ισλαμικών (παν-σουνιτικών) αναφορών της ιδεολογίας του, αργά η γρήγορα θα ερχόταν σε ρήξη με το Ισραήλ. Θυμίζουμε εδώ ότι την δεκαετία του 1990 οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις, αυτενεργώντας και παρά την θέληση της πολιτικής εξουσίας (πόσω μάλλον της τουρκικής κοινής γνώμης), υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας με το Ισραήλ (ιδιαίτερα επιζήμιο για τα ελληνικά συμφέροντα). Ο τουρκο-ισραηλινός άξονας θεωρήθηκε, για σχεδόν δύο δεκαετίες, ο βασικός πυλώνας σταθερότητας και η «προέκταση» της Δύσης στην περιοχή.

Όμως οι συνεχείς φραστικές επιθέσεις και προσβολές που ο Έρντογαν εκτόξευσε κατά του Ισραήλ άλλαξαν ριζικά την καλή εικόνα της χώρας στην ισραηλινή κοινή γνώμη, που φορτίσθηκε ιδιαίτερα (και παραμένει ιδιαίτερα αρνητικά φορτισμένη) απέναντι στην Τουρκία. Προφανώς, ο Έρντογαν χρησιμοποιεί τις συνεχείς επιθέσεις κατά του Ισραήλ για να κερδίζει πόντους μεταξύ των ισλαμιστικής ιδεολογίας ψηφοφόρων του και, διεθνώς, μεταξύ των Αράβων. Δεδομένου, ωστόσο, του ιδιαίτερα βεβαρημένου παρελθόντος της Τουρκίας, τόσο στην Γενοκτονία των Αρμενίων όσο και πρόσφατα στην τυφλή καταστολή στις κουρδικές επαρχίες, το να κατηγορεί ο Έρντογαν το Ισραήλ για «γενοκτονία» των Παλαιστινίων φαντάζει ξεδιάντροπο και προκλητικό.

Το ναδίρ των διμερών σχέσεων με το Ισραήλ αποτέλεσε βέβαια η αποστολή του πλοίου Mavi Marmara στην Γάζα, γεμάτου με ακτιβιστές της τζιχαντικών πεποιθήσεων οργάνωσης ΙΗΗ (που χρηματοδοτεί και εξοπλίζει τζιχαντιστές σε όλη την Μέση Ανατολή). Η επέμβαση των Ισραηλινών κομμάντος, που σταμάτησε την πορεία του Mavi Marmara προς την Γάζα και οδήγησε στον θάνατο ακτιβιστών, επέφερε ρήξη των σχέσεων που παραμένει, παρότι εν μέρει επουλώθηκε σε επίσημο επίπεδο χάρη στην μεσολάβηση των ΗΠΑ.

Βίντεο των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων που απεικονίζει τη στιγμή της επέμβαση των κομμάντος στο πλοίο Mavi Marmara.

Η κατά βάση παν-σουνιτική ατζέντα του Έρντογαν υπαγορεύει και το όραμά του για μία Μέση Ανατολή υπό την εξουσία των Αδελφών Μουσουλμάνων, όραμα που αποκαλύφθηκε κατά την λεγόμενη «αραβική άνοιξη». Χαρακτηριστικά, η Τουρκία τήρησε σιγήν ιχθύος κατά τον ξεσηκωμό στο Ιράν το 2009, με αφορμή την εκλογική νοθεία του καθεστώτος. Το σιϊτικό Ιράν δεν ενδιαφέρει, εξαρχής «χαμένο» για το όραμα του σουνιτικού πανισλαμισμού. Όταν, ωστόσο, ξεκίνησαν οι εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο στα τέλη του 2010, η Τουρκία γρήγορα στήριξε τις κατά τόπους αντιπολιτεύσεις, που γρήγορα απέκτησαν ισλαμική απόχρωση.

Η ανάδειξη του Μοχάμαντ Μόρσι και των Αδελφών Μουσουλμάνων στην εξουσία στην Αίγυπτο θεωρήθηκε θρίαμβος για τον Έρντογαν –για πρώτη φορά το κίνημα καταλάμβανε την εξουσία. Όταν, έναν μόλις χρόνο αργότερα, ξεκίνησαν μαζικές διαδηλώσεις εναντίον του Μόρσι και της πολιτικής εξισλαμισμού των Αδελφών Μουσουλμάνων, η Τουρκία αγνόησε επιδεικτικά τα τεκταινόμενα. Η επέμβαση του στρατεύματος που καθαίρεσε τον Μόρσι προκάλεσε ένταση με την Άγκυρα, που δεν δέχθηκε την διάδοχο κατάσταση, με αποτέλεσμα την διακοπή των διπλωματικών σχέσεων Τουρκίας και Αιγύπτου που διαρκεί μέχρι σήμερα. Ένταση προκλήθηκε και στις σχέσεις της Τουρκίας με την Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα, καθώς δεν επιθυμούν καμία στήριξη στους Αδελφούς Μουσουλμάνους. Η Τουρκία απομένει η μόνη χώρα στην ευρύτερη περιοχή, μαζί με το Σουδάν και τον θύλακα της Γάζας, φιλική προς το κίνημα.

Αλλά το σοβαρότερο λάθος ο Έρντογαν το διέπραξε στην Συρία. Βλέποντας στην εξέγερση (που αμέσως «καπελώθηκε» από ακραία ισλαμικά στοιχεία) την δυνατότητα εγκατάστασης ενός ισλαμικών αναφορών καθεστώτος, τερμάτισε την περίφημη φιλία με τον Άσαντ. Θεωρώντας πως οι μέρες του ήταν μετρημένες, ο Έρντογαν ενέπλεξε την Τουρκία ενεργά στον συριακό εμφύλιο εκπαιδεύοντας, εξοπλίζοντας και χρηματοδοτώντας τους «αντάρτες» του «Ελεύθερου Συριακού Στρατού». Καθώς η απομάκρυνση του Άσαντ του έγινε εμμονή, το τουρκικό καθεστώς δεν δίστασε να εξοπλίσει τζιχαντικές οργανώσεις και να «κάνει τα στραβά μάτια» στην διείσδυση και στρατολόγηση Τούρκων τζιχαντιστών.

Κάποτε η Δύση έβλεπε την Τουρκία ως έμπιστο εταίρο και απαραίτητη γέφυρα προς τον μουσουλμανικό κόσμο και το χάος της Μέσης Ανατολής. Σήμερα, η χώρα μόνο γέφυρα δεν μπορεί να αποτελέσει, καθώς οι σχέσεις της με όλες σχεδόν τις κυβερνήσεις της περιοχής είναι κάκιστες. Σαν να μην έφθανε αυτό, η συμπόρευσή της με σκιώδεις τζιχαντικές οργανώσεις έχει τρομάξει τους δυτικούς συμμάχους της.

Ο «έμπορος χαλιών», οι εκβιασμοί και το χάος της Συρίας

Η αδυναμία συνεννόησης των Ευρωπαίων με τον Έρντογαν ανάγεται ήδη στην εποχή της πρώτης πρωθυπουργίας του (2002-2007). Χαρακτηριστικά, την δυσαρέσκεια των ηγετών της ΕΕ προκάλεσε η –παράλληλη με την έναρξη των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Τουρκίας– κατηγορηματική άρνηση του Έρντογαν να αναγνωρίσει ένα από τα μέλη της, την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο τότε ΥΠΕΞ του Λουξεμβούργου Ζαν Άσελμπορν είχε πει μάλιστα, έντονα ενοχλημένος, «εδώ στην Ευρώπη δεν είμαστε έμποροι χαλιών» –αναφερόμενος στα διαβόητα παζάρια των τελευταίων.

Ο Έρντογαν συμπεριφέρεται ως έμπορος χαλιών, ζητώντας πολλά για να πετύχει ό,τι μπορέσει, όπως αρκετοί προκάτοχοί του. Η διαφορά είναι ότι προχωρά πολύ παραπέρα, προσφεύγοντας σε απειλές με ανησυχητική συχνότητα και επεμβαίνοντας άκομψα στα εσωτερικά των ευρωπαϊκών χωρών. Η εικόνα που επικρατεί στην Ευρώπη για τον Τούρκο ηγέτη είναι εκείνη του bully. Η δυσαρέσκεια της γερμανικής και πολλών άλλων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων με την απειλή πως η Τουρκία θα σταματήσει π.χ. τις επαναπροωθήσεις μεταναστών αν δεν ικανοποιηθεί κάποιο αίτημά της, δύσκολα κρύβεται. Οι ανακοινώσεις της ΕΕ που αφορούν στην Τουρκία προδίδουν ολοένα και μεγαλύτερο εκνευρισμό. Η προσεκτικά διατυπωμένη οργή υπήρξε ολοφάνερη στις ανακοινώσεις για τον επιθετικό εμβολισμό στα Ίμια.

Η κοινή γνώμη στην ΕΕ έχει εξοργισθεί με τον συνεχή εμπρηστικό λόγο του Έρντογαν κατά της Ευρώπης και του δυτικού (βλ. χριστιανικού) κόσμου. Άλλοτε τον κατηγορεί για «σταυροφορία» κατά του Ισλάμ, άλλοτε για υποκίνηση «δολιοφθορών» κατά της κυβέρνησής του (σε «σκοτεινές δυνάμεις» της Δύσης, και όχι στην λαϊκή δυσαρέσκεια, απέδωσε τα «γεγονότα του Γκεζί» το 2013). Την ίδια στιγμή, πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις φοβούνται πως το καθεστώς Έρντογαν χρησιμοποιεί τις κατά τόπους τουρκικές παροικίες ως παράγοντα εκβιασμού σε τοπικό επίπεδο, υποκινώντας διαδηλώσεις αλλά και «κυνήγι μαγισσών» κατά Τούρκων αντιφρονούντων.

Η σοβαρότερη, όμως, πηγή έντασης είναι το χάος που επικρατεί στην Συρία. Παρά τις λυκοφιλίες με τον Πούτιν, τα εκεί συμφέροντα της Ρωσίας (που στηρίζει το καθεστώς Άσαντ) και της Τουρκίας (που στηρίζει τους «μετριοπαθώς» ισλαμιστές «αντάρτες») είναι εκ διαμέτρου αντίθετα. Η πιθανότητα απευθείας σύγκρουσης των δύο χωρών δεν είναι μακρινό ενδεχόμενο: αρκεί κανείς να θυμηθεί την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους από την Τουρκία το 2015. Προφανώς θα ήταν σχεδόν αυτοκτονικό για την Τουρκία να τα βάλει με την Ρωσία. Ο Έρντογαν έχει, ωστόσο, τόσο ξεφύγει από το μέτρο της λογικής και βυθιστεί στην έπαρση, που τίποτε δεν αποκλείεται.

Ακόμη πιο επικίνδυνη είναι η ένταση με τις ΗΠΑ, που επέλεξαν ως στρατηγικό εταίρο στον αγώνα τους κατά του «Ισλαμικού Κράτους» την κουρδική πολιτοφυλακή YPG. Οι ΗΠΑ και η ΕΕ κατηγορούν την Τουρκία, όχι αβάσιμα, πως ευθύς εξαρχής υποβάθμισε τον αγώνα κατά του «Ισλαμικού Κράτους», πολεμώντας πρώτα και κύρια την YPG (την οποία εξισώνει με το ΡΚΚ). Οι πρόσφατοι λεονταρισμοί της Τουρκίας στην Αφρίν μπορεί να είχαν μέχρι σήμερα μηδαμινό στρατιωτικό αποτέλεσμα, καταρράκωσαν όμως ακόμη περισσότερο το κύρος της χώρας. Οι απειλές προς τις αμερικανικές δυνάμεις που σταθμεύουν στις κοντινές κουρδικές περιοχές είναι τόσο άφρονες όσο και επικίνδυνες.

Ακόμη και αν αποφευχθούν «τα χειρότερα» μίας απευθείας σύρραξης ΗΠΑ-Τουρκίας στην Συρία, η εικόνα της χώρας έχει αλλάξει ριζικά για την αμερικανική διπλωματία: η Τουρκία σήμερα οράται ως απρόβλεπτη, ασταθής, πηγή αστάθειας στην περιοχή, «ευκαιριακός φίλος» και μη έμπιστη. Η στάση του καλοπιάσματος και του «χαϊδέματος» της Τουρκίας με το επιχείρημα του «απαραίτητου στρατηγικού εταίρου» αποτελεί παρελθόν. Παράλληλα, οι ερωτοτροπίες του Έρντογαν με τον Πούτιν, που αναμφίβολα αποτελεί το πολιτικό του ίνδαλμα, έχουν προκαλέσει έντονη ανησυχία στο ΝΑΤΟ. Διπλωματικές πηγές φθάνουν να χαρακτηρίσουν την Τουρκία «Δούρειο Ίππο» της Ρωσίας στην βορειοατλαντική συμμαχία, ενώ αμφιβάλλουν για την σκοπιμότητα παραμονής της σε αυτήν, δεδομένων των σοβαρότατων αποκλίσεων στην αντίληψη περί ασφάλειας.

Η Ελλάδα διπλωματικά στην ισχυρότερη θέση της

Η στάση της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο έχει γίνει τελευταία πολύ πιο επιθετική. Η επιθετικότητα θα συνεχίσει και θα κορυφωθεί καθώς, με γνώμονα τις «διπλές» προεδρικές και βουλευτικές εκλογές του 2019, ο Έρντογαν καταφεύγει ολοένα και περισσότερο στην εθνικιστική ρητορεία. Πρόσφατα μάλιστα συμφωνήθηκε συνεργασία μεταξύ του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) του Έρντογαν και του Κινήματος Εθνικής Σωτηρίας (ΜΗΡ).

Με την συμφωνία, το ΜΗΡ αγωνίζεται να παραμείνει στην Εθνοσυνέλευση. Η απόφαση του ηγέτη του Ντεβλέτ Μπαχτσελί να στηρίξει τον Έρντογαν στο τελευταίο συνταγματικό δημοψήφισμα (2017) δημιούργησε μεγάλη κρίση στο ΜΗΡ. Οδήγησε στην απόσχιση πολλών στελεχών και την δημιουργία του κόμματος ΙΥΙ από την Μεράλ Άκσενερ, που απειλεί να «κλέψει» πολλές ψήφους από το πρώην κόμμα της. Η εκπροσώπηση του ΜΗΡ στην Εθνοσυνέλευση στις επόμενες εκλογές (όπου εκπροσωπούνται μονάχα όσα κόμματα ξεπερνούν το 10% των ψήφων στην επικράτεια) έμοιαζε δύσκολη.

Ο Έρντογαν, πάλι, επιδιώκει να «μπαλώσει» τις διαρροές που υπέστη κατά το δημοψήφισμα του 2017· φιλοδοξία της συμμαχίας είναι να αποσπάσει ένα ποσοστό 55% τουλάχιστον στην Εθνοσυνέλευση. Το βέβαιο είναι πως η συνεργασία θα οδηγήσει σε περαιτέρω σκλήρυνση του εθνικιστικού λόγου του Έρντογαν και περαιτέρω επιθετικότητα προς την ΕΕ, τις ΗΠΑ, τις όμορες χώρες και, φυσικά, την Ελλάδα και την Κύπρο.

Όταν ακόμη η προοπτική της ευρωπαϊκής ένταξης της Τουρκίας φάνταζε κάπως ρεαλιστική, η Ελλάδα και η Κύπρος μπορούσαν να «εκβιάζουν» διπλωματικά την Τουρκία ως κλειδοκράτορες της ΕΕ. Σήμερα, κάθε αναφορά σε δήθεν ευρωπαϊκή ένταξη της Τουρκίας προκαλεί τον γέλωτα στην Ευρώπη. Και όμως, παρά την ζημία που προκαλεί στο διεθνές κύρος της Ελλάδας η κατ’ ουσία χρεοκοπία της χώρας, η ίδια βρίσκεται σε ισχυρότερη διπλωματική θέση έναντι μιας Τουρκίας που ποτέ δεν υπήρξε τόσο απομονωμένη διπλωματικά.

Με τους Ευρωπαίους ηγέτες και τους διπλωμάτες των ΗΠΑ να χάνουν πια την υπομονή τους με τα επιχειρήματα και τα παζάρια της Τουρκίας, η Ελλάδα βρίσκεται διπλωματικά σε υπεροχή. Παρά την ταπείνωση της χρεοκοπίας, παραμένει στο δυτικό στρατόπεδο, ενώ πολιτικά αποτελεί την πλέον σταθερή και ευνομούμενη από όλες τις χώρες της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων-Μέσης Ανατολής (ενίοτε τα πράγματα είναι απλώς... συγκριτικά!).

Είναι ίσως η καλύτερη εποχή για αντεπίθεση, ενδεχομένως με συνεχείς και συντονισμένες (με την ΕΕ) πιέσεις προς την Τουρκία για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, είτε για την υπόθεση των Ιμίων και των «γκρίζων ζωνών» (αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας), είτε για την συνολική επίλυση των διαφορών στο Αιγαίο (η εικόνα μιας χώρας-bully αναπόφευκτα θα βαρύνει στην εκτίμηση των όποιων επιχειρημάτων της). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως η Τουρκία θα δεχόταν μια τέτοια προσφυγή (και αν δεν συμφωνήσει με την προσφυγή, το δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία σχετικά). Η άλλη λύση, που παραδοσιακά υιοθετείται, είναι εκείνη της υπομονής, βάσει της (σωστής) πεποίθησης πως οι επιθέσεις γίνονται για εσωτερική, προεκλογική κατανάλωση χωρίς ουσιαστικά βούληση κλιμάκωσης της έντασης.

Το σημαντικότερο για την Ελλάδα είναι να πραγματοποιήσει ανοίγματα προς όλες τις χώρες με τις οποίες η Τουρκία έχει τεταμένες σχέσεις –όπως πολύ επιτυχημένα έκανε με το Ισραήλ. Πρέπει να μεριμνήσει το συντομότερο για την αποκατάσταση των σχέσεων με το καθεστώς της Δαμασκού, που αναδεικνύεται νικητής του ανούσιου αυτού πολέμου, και να συσφίξει σχέσεις με την Αίγυπτο και το Ιράν. Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να επιδιώξει να υφαρπάξει για τον εαυτό της το soft power που η Τουρκία άλλοτε διέθετε στην περιοχή (και έχει χάσει ολωσδιόλου). Καθώς διατηρεί αγαστές σχέσεις και με το Ισραήλ και με τα αραβικά κράτη, είναι –πολύ περισσότερο από την Τουρκία– σε θέση να παρέχει υπηρεσίες καλής θελήσεως για την επίλυση/εκτόνωση των μεταξύ τους διαφορών. Αυτά επιβάλλει το συμφέρον της χώρας και οι χώρες, ως γνωστόν, έχουν μόνο συμφέροντα.

Σε κάθε περίπτωση, η βλακώδης θέση «δεν διεκδικούμε τίποτε έναντι της Τουρκίας» πρέπει να θαφτεί το συντομότερο. Δεν κάθεσαι στο τραπέζι με έναν έμπορο χαλιών λέγοντας πως δεν έχεις καμία διεκδίκηση απέναντί του, γιατί θα δεχθείς το μπαράζ των δικών του διεκδικήσεων (και, εν προκειμένω, απειλών). Η προβολή μιας σειράς ελληνικών διεκδικήσεων (όσον αφορά την ομογένεια της Πόλης, το Πατριαρχείο, τις κατεσχημένες περιουσίες, την επαναφορά της υπηκοότητας σε αυτούς από τους οποίους παράτυπα αφαιρέθηκε, το καταργηθέν ειδικό καθεστώς της Ίμβρου και της Τενέδου κ.ο.κ) με συνεχή πίεση για διεθνή δικαστική τους επίλυση, είναι η μόνη σώφρων στάση. Δεν σημαίνει ότι θα οδηγήσει σε οποιαδήποτε λύση, απλώς ενοχλεί την άλλη πλευρά, της κλέβει χρόνο και προσπάθεια και εγείρει αντίβαρο στις δικές της συνεχείς διεκδικήσεις...

Όσο για τον αγώνα κατά του Έρντογαν σε άλλα μέτωπα, αυτός φαίνεται πως αργά η γρήγορα θα «πέσει» στις πλάτες των ΗΠΑ ή/και των Ρώσων. Το κολαστήριο της Συρίας δεν αποκλείεται να φέρει το τέλος του Έρντογαν, αλλά και της Τουρκίας όπως την γνωρίζουμε. Η Ελλάδα δεν έχει παρά να περιμένει, αμέτοχη και ήρεμη. Οψόμεθα.

Σπούδασε νομικά σε Αθήνα και Cambridge. Έζησε νομαδικά με βάση του την Πόλη (2003-2015). Εκεί έγραψε δύο βιβλία για την Κωνσταντινούπολη και ένα για την Μικρά Ασία, ενώ συνεργάσθηκε με ελληνικά και ξένα έντυπα. Σήμερα συνεχίζει την νομαδική του ύπαρξη, με βάση την Αθήνα.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus
 

Γίναμε τριών!

Η δημοσιογραφία απαιτεί χρόνο, δουλειά και χρήματα.
Γίνε κι εσύ συνδρομητής και εξασφάλισε ότι θα συνεχίσουμε. Γράψου τώρα

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.