Οι άνθρωποι πίσω από τους ελληνικούς υπότιτλους

Game of Thrones, Stranger Things, πολλές είναι οι αγαπημένες σειρές και οι ταινίες που απολαμβάνουμε επειδή κάποιοι άνθρωποι έχουν κουραστεί για να τις μεταφράσουν επί (μικρής) αμοιβής.
Χρόνος ανάγνωσης: 
11
'

Είναι γνωστό πως η νέα στοχοπροσήλωση των κλεισμένων στο σπίτι λόγω κρίσης Ελλήνων είναι η ανακάλυψη νέων σειρών (σπανιότερα ταινιών) που «κατεβάζουμε» από το ίντερνετ ή παρακολουθούμε από δορυφορικά κανάλια ή διαδικτυακές πλατφόρμες. Η πλειοψηφία μας δεν θα είχαμε πρόσβαση σε ξένο τηλεοπτικό υλικό χωρίς τους υπότιτλους, είτε γιατί δε γνωρίζουμε τόσο καλά αγγλικά είτε από κάποιο πρόβλημα ακοής.

Γιατί υπότιτλοι και όχι μεταγλώττιση;

Κατά κανόνα, οι μικρές σε πληθυσμό χώρες όπως η Ελλάδα δεν επιλέγουν τη μεταγλώττιση επειδή ο υποτιτλισμός είναι πιο οικονομικός. Η επιλογή της μεταγλώττισης όμως, παρότι ακριβή, είναι ευρεία σε χώρες με μεγάλο πληθυσμό (Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία, Ισπανία, Ιταλία, Τουρκία κ.ά.).

Πέρα από τον οικονομικό παράγοντα, κριτήριο είναι ο ρόλος που η γλώσσα παίζει στη συγκρότηση της συνείδησης του λαού. Για παράδειγμα, η επιλογή της Ιταλίας να μεταγλωττίζει ξεκινά από τη δεκαετία του 1930 όταν το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι ήθελε να μπορούν οι λογοκριτές να παρεμβαίνουν ανενόχλητοι στο πρωτότυπο κείμενο χωρίς να τους παίρνει κανείς είδηση. Το ίδιο ίσχυε και για την Ισπανία και τη Γερμανία. Εξάλλου, τα φασιστικά καθεστώτα της Ευρώπης χρησιμοποίησαν τον κινηματογράφο ως εργαλείο ιδεολογικού ελέγχου –ο ίδιος ο Μουσολίνι ίδρυσε το 1937 την Cinecittà στη Ρώμη.

Η μεταγλώττιση απέκτησε εθνικιστικό ρόλο καθώς ευδοκίμησε σε ένα «κλειστό» σύστημα, το οποίο δεν επέτρεπε τις έξωθεν πολιτικές και πολιτισμικές παρεμβάσεις. Αντίθετα, ο υποτιτλισμός κυριάρχησε σε πιο αδύναμα συστήματα (ή πιο δημοκρατικά), που είναι πιο δεκτικά σε ξένες επιρροές.

Στις μέρες μας, η μεταγλώττιση παραμένει επιλογή σε χώρες όπως η Ιταλία και η Γερμανία κυρίως επειδή πλέον έχει στηθεί μια ολόκληρη αγορά με στούντιο και ηθοποιούς που δανείζουν τη φωνή τους, ενώ οι εταιρείες διανομής δεν θέλουν να ρισκάρουν δοκιμάζοντας το κοινό στη «δύσκολη» μέθοδο του υποτιτλισμού.

«Μια μετάφραση είναι! Πόση ώρα μπορεί να πάρει;»

Συχνά ο υποτιτλισμός θεωρείται κάτι «απλό, εύκολο, σύντομο», ενώ πάντα κανείς εκπλήσσεται όταν μαθαίνει κάποιος πόσο χαμηλές είναι οι αμοιβές ενός υποτιτλιστή στην Ελλάδα.

Αν και πολλοί θεωρούν ότι ο υποτιτλισμός γίνεται εξ ακοής, συνήθως ο μεταφραστής έχει στη διάθεσή του το σενάριο της ταινίας ή της σειράς και μεταφράζει με βάση αυτό. Κατά μέσο όρο μια ταινία 90 λεπτών και μέσης δυσκολίας, έχει περίπου 800 υπότιτλους. Ένας υποτιτλιστής χρειάζεται περίπου 1 ώρα για να μεταφράσει 100 υπότιτλους, που σημαίνει ότι για μια ταινία θέλει περίπου 8 ώρες –ένα ντοκιμαντέρ συνήθως παίρνει περισσότερη ώρα, καθώς είναι αυξημένης δυσκολίας με ιατρικό, τεχνικό, οικονομικό κ.λπ. λεξιλόγιο.

Στην Ελλάδα, η μέση τιμή πληρωμής για ένα λεπτό τηλεοπτικής προβολής κυμαίνεται από 0,80 έως 1 ευρώ. Η ανάθεση του έργου γίνεται από τους τηλεοπτικούς σταθμούς ή τις εταιρείες διανομής προς τις εταιρείες υποτιτλισμού. Οι μεταφραστές είναι κατά πλειοψηφία ελεύθεροι επαγγελματίες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως προς τις ασφαλιστικές εισφορές που υποχρεώνονται να καταβάλουν.

Ένα ζήτημα που απασχολεί την πλειονότητα των υποτιτλιστών είναι η αντίληψη των τηλεοπτικών σταθμών για τον υποτιτλισμό, όπως και η αντίληψη των νεοεισερχόμενων στον χώρο. Από τη μία βρίσκονται οι εργολήπτριες εταιρείες που θέλουν να μειώσουν το εργατικό κόστος και από την άλλη οι τηλεοπτικοί σταθμοί που θεωρούν τη μετάφραση αναγκαίο κακό. Με τη σειρά τους οι εταιρείες υποτιτλισμού συχνά προσλαμβάνουν ανθρώπους χωρίς ιδιαίτερα κριτήρια, αρκεί να «βγαίνει η δουλειά γρήγορα και φτηνά» και απευθύνονται συνήθως σε νέους που προσπαθούν να βρουν μια δουλειά χωρίς να έχουν δυνατότητα καλύτερης εναλλακτικής.

Παράλληλα, ο υποτιτλισμός δεν γλιτώνει από τη γενικευμένη αντίληψη πως καθένας μπορεί να γίνει μεταφραστής αρκεί απλώς να ξέρει τη γλώσσα και χωρίς την ανάγκη συγκεκριμένων δεξιοτήτων. Ωστόσο το γεγονός ότι κάποιος ξέρει να μαγειρεύει, δεν σημαίνει αυτόματα ότι μπορεί και να γίνει σεφ σ’ ένα ακριβό εστιατόριο.

Κάποιος που ξέρει να μαγειρεύει, δεν σημαίνει ότι μπορεί και να γίνει σεφ σ’ ένα ακριβό εστιατόριο

Όπως μας λένε οι επαγγελματίες στον χώρο του υποτιτλισμού, οι γνώσεις πάνω στη μετάφραση και τη θεωρία της, οι συμβάσεις σε λεξιλογικό και συντακτικό επίπεδο, το επίπεδο λόγου, οι αποδόσεις του χιούμορ και των λογοπαιγνίων, η δυσκολία χειρισμού και η ανάγκη ευελιξίας καθώς στους τηλεοπτικούς σταθμούς δεν επιτρέπονται οι βωμολοχίες λόγω ΕΣΡ, όπως και ο διαθέσιμος χώρος και χρόνος για τη μετάφραση, είναι μερικά απ’ τα στοιχεία που συνθέτουν την εργασιακή πραγματικότητα του υποτιτλιστή. Η εκπαίδευση και, κυρίως, η τριβή και η εμπειρία είναι στοιχεία που διαμορφώνουν τους καλούς υποτιτλιστές.

Η Δρ Κατερίνα Γουλέτη, που διδάσκει στον τομέα Μετάφρασης και Διαπολιτισμικών Σπουδών του Τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο ΑΠΘ, μας περιγράφει την παρουσία του υποτιτλισμού στον εκπαιδευτικό χώρο: «Σε ακαδημαϊκό επίπεδο το μάθημα της Οπτικοακουστικής Μετάφρασης μετρά λίγα χρόνια παρουσίας. Σε προπτυχιακό επίπεδο το μάθημα προσφέρεται στο τμήμα μας ανελλιπώς την τελευταία 15ετία. Αντίστοιχα μαθήματα προσφέρονται και από άλλα τμήματα (Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο από το 2015-2016, Τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας του ΑΠΘ από το 2007-2008). Τα τελευταία χρόνια με την ολοένα αυξανόμενη ζήτηση επαγγελματιών υποτιτλιστών, προσφέρονται μαθήματα και από ιδιωτικούς φορείς είτε δια ζώσης είτε εξ αποστάσεως».

Όπως αναφέρει, το γνωστικό αντικείμενο του υποτιτλισμού ανέκαθεν κέντριζε το ενδιαφέρον των φοιτητών καθώς συνδύαζε το λόγο με το κινηματογραφικό υλικό και τις νέες τεχνολογίες. «Η προσπάθεια που καταβάλλουμε τα τελευταία χρόνια είναι να υπάρξει ένας συγκερασμός μίας παρουσίασης των θεωρητικών πτυχών του υποτιτλισμού και του πρακτικού σκέλους της παραγωγής του (μετάφραση, χρονισμός, επιμέλεια, εκμάθηση προγραμμάτων)». Ως προς την επαγγελματική προοπτική, τονίζει πως «τα παιδιά που τελικά ασχολήθηκαν επαγγελματικά ήταν εκείνα που έψαξαν τη διαδικασία και σε ατομικό επίπεδο, επιμορφώνοντας περαιτέρω τον εαυτό τους μέσω της συνεχούς πρακτικής άσκησης και απόκτησης δεξιοτήτων».

Οι βασικοί παίκτες της αγοράς

Εσωτερικά τμήματα υποτιτλισμού διαθέτουν η Nova και η ΕΡΤ, ενώ στις μεγαλύτερες εταιρείες υποτιτλισμού στην Ελλάδα συγκαταλέγονται η Omikron Group, η Authorwave, η Power Media (πρώην Audio Visual), η Good Brothers, η Abfab, η Sierra. Αυτές αναλαμβάνουν τη μετάφραση και τον υποτιτλισμό για τηλεοπτικούς σταθμούς όπως το Star, o ΣΚΑΪ, ο ΑΝΤ1, αλλά και δορυφορικά συνδρομητικά κανάλια.

Στον χώρο των κινηματογραφικών φεστιβάλ, όπως τα Φεστιβάλ Κινηματογράφου και Ντοκιμαντέρ στη Θεσσαλονίκη, το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους, το Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, οι Νύχτες Πρεμιέρας κ. ά. συναντάμε το Νεανικό Πλάνο και την Project Titling (Ιωάννης Παπαδάκης). Σημειώνεται πάντως ότι στην περίπτωση των φεστιβάλ, πολύ συχνά απαιτείται η φυσική παρουσία υποτιτλιστών και τεχνικών υποτιτλισμού, πράγμα που σημαίνει ότι στο κόστος συμπεριλαμβάνονται επιπλέον ωρομίσθια, έξοδα μεταφοράς, ξενοδοχεία και η διατροφή των εργαζομένων.

Σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, ο συνολικός τζίρος της αγοράς υποτιτλισμού ανέρχεται σε 1 με 1,5 εκατομμύριο ευρώ, ενώ το σύνολο των μεταφραστών που ασχολούνται επαγγελματικά με τον υποτιτλισμό, δηλαδή βιοπορίζονται από αυτόν, δεν ξεπερνούν τους 120 σε όλη τη χώρα.

Από το Seven X του 1989 στους fansubs του 2018

Οι πρώτοι υπότιτλοι στην ελληνική τηλεόραση εμφανίστηκαν στην συχνότητα της ΕΡΤ στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Το 1982 η Audio Visual ξεκίνησε τον υποτιτλισμό ταινιών που κυκλοφορούσαν σε βιντεοκασέτες. Όταν το 1989, ξεκίνησε η ιδιωτική τηλεόραση μέσα από τη συχνότητα του MEGA και του ANT1 και στη συνέχεια του Seven X, η Audio Visual πραγματοποιούσε τον υποτιτλισμό των προγραμμάτων τους.

Από τους πρώτους μεταφραστές στα ιδιωτικά κανάλια ήταν ο Γιώργος Μακρίδης, η Νατάσα Συρεγγέλα, η Αλεξάνδρα Καρανικολού, η Αριστέα Μετζητάκου, ενώ στις κινηματογραφικές αίθουσες κυριαρχούσε το όνομα του Γιώργου Λυκούδη.

Η Νατάσα Συρεγγέλα μας μίλησε για τη λειτουργία των πρώτων ιδιωτικών καναλιών: «Αρχικά η μετάφραση γινόταν σε ένα φύλλο χαρτί Α4, χωρισμένο σε ειδικά διαμορφωμένα κουτάκια, όπου οι μεταφραστές συμπλήρωναν τα κενά, γράφοντας με το χέρι, βάσει του σεναρίου που τους είχε δοθεί. Πολύ συχνά δεν υπήρχε σενάριο, άλλες φορές δεν υπήρχε το βίντεο, καθώς ακόμα η διαδικασία του υποτιτλισμού βρισκόταν σε ημι-ερασιτεχνικό στάδιο. Ακολουθούσε η δακτυλογράφηση του κειμένου, το οποίο ήταν χωρισμένο πλέον σε υπότιτλους και μετά ο συγχρονισμός του με το βίντεο της ταινίας. Τα αρχεία τότε αποθηκεύονταν σε δισκέτες». Πολύ μεγάλη σημασία είχε η άνθιση του διαδικτύου, καθώς «από εκεί που είχαμε βιβλιοθήκες γεμάτες με λεξικά, πια το διαδίκτυο μάς έχει λύσει κυριολεκτικά τα χέρια. Αυτό είναι και το θετικό της ενασχόλησης με τον υποτιτλισμό/μετάφραση: η διαρκής απόκτηση γνώσης».

Σύμφωνα με την ίδια, οι πρώτοι μεταφραστές είχαν μεν εμπειρία και γνώση στη μετάφραση, όμως δεν είχαν την αντίστοιχη εμπειρία στον υποτιτλισμό. Η παραγωγή υποτίτλων βασιζόταν στην εμπειρία τους ως θεατές του κινηματογράφου και της δημόσιας τηλεόρασης της εποχής. Σημασία είχε να αποδοθεί το νόημα, ή αλλιώς το επιδιωκόμενο επικοινωνιακό μήνυμα, ενώ σε σχέση με τη χρονική διάρκεια του υποτίτλου, στόχος ήταν «να μπορεί να τον διαβάσει ένα μικρό παιδί αλλά κι ένας ηλικιωμένος». Όπως εξηγεί, «στη μετάφραση το πρόβλημα δεν είναι να μην ξέρεις κάτι, αλλά το να μην το ψάχνεις». Στο επαγγελματικό πεδίο, θεωρεί πως είναι σημαντικό να εκπαιδεύονται οι μεταφραστές με επάρκεια και να μην αντιμετωπίζουν το επάγγελμα σαν κάτι συμπληρωματικό που λειτουργεί σαν χόμπι παρά σαν κανονική εργασία.

Η Νατάσα θίγει και αυτό που πολύ συχνά συζητάμε όλοι και αφορά στην απόκλιση που καμιά φορά υπάρχει ανάμεσα σε διαλόγους που ακούμε στην ταινία αλλά δεν βλέπουμε στους υπότιτλους. Η μονολεκτική απάντηση για το ζήτημα έχει τρία γράμματα: ΕΣΡ. Βέβαια, πολύ συχνά και οι ίδιοι οι τηλεοπτικοί σταθμοί «αυτολογοκρίνονται», συνήθως για να προβάλουν μια ταινία σε διαφορετική τηλεοπτική ζώνη από την επιτρεπόμενη. «Πρόκειται για ιταμή παρέμβαση στο έργο των δημιουργών, σεναριογράφων, σκηνοθετών, ηθοποιών κ.λπ., καθώς πρόκειται για μια διαδικασία αποστείρωσης των κειμένων. Δεν γίνεται να αποδοθούν με το ίδιο ύφος οι χαρακτήρες του Ταραντίνο με εκείνους της Τζέιν Όστεν. Όταν πέφτουν κατακλυσμός τα μπινελίκια, δεν γίνεται εμείς να περιοριζόμαστε στα εξής ολίγα: “Διάολε”, “Κόπανε”, “Να πάρει!” ή στην περίπτωση πρόθεσης αυνανισμού, “απόψε, θα βρω τη χαρά μόνη/ος μου”».

Ελεύθεροι να μεταφράσουν κατά το δοκούν είναι οι fansubers, δηλαδή μια ερασιτεχνική ομάδα θαυμαστών (fans) ενός σκηνοθέτη ή μιας σειράς που αναλαμβάνουν να φτιάξουν υπότιτλους για τις σειρές που κατεβάζουμε από το διαδίκτυο. Ενώ πολύ συχνά είναι χάρη σε αυτούς που μπορούμε να δούμε την αγαπημένη μας σειρά, επειδή δεν υπάρχει κανένας έλεγχος ή μεταφραστικός κανόνας, συχνά βλέπουμε στις οθόνες μας μαργαριτάρια σαν κι αυτά:

Αλλά κι αυτά:

Oι fansubers είναι μεγάλο θέμα από μόνοι τους. Υπάρχουν πια πολλές ομάδες στο ίντερνετ κι έτσι μεταφράζεται όλο και περισσότερο υλικό, ωστόσο μερικά κανάλια εκμεταλλεύονται αυτή την «έτοιμη» δουλειά. Παίρνουν –είτε αγοράζοντάς τους είτε όχι– τους υπότιτλους από το διαδίκτυο, τους περνάνε μια γρήγορη επιμέλεια και τους βγάζουν στον αέρα. Όπως οι ίδιοι οι fansubers έχουν καταγγείλει, «έχουμε δει αρκετές φορές δικούς μας υπότιτλους να παίζουν στα εγχώρια τηλεοπτικά κανάλια».

Σίγουρα η συμβολή των fansubers είναι μεγάλη, ωστόσο στον χώρο του υποτιτλισμού δεν έχει θετικό αντίκτυπο. Σύμφωνα με τους επαγγελματίες υποτιτλιστές, όταν μια υπηρεσία προσφέρεται δωρεάν, πλήττει την αξία της υπηρεσίας που παρέχεται επί πληρωμή.

Netflix, Amazon, Hulu δείχνουν το μέλλον

Η βιομηχανία των γλωσσικών υπηρεσιών βρήκε πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης στις νέες συνδρομητικές πλατφόρμες όπως το Netflix, καθώς εδώ και δύο χρόνια σημειώνεται τεράστια αύξηση στην παραγωγή και κατανάλωση ψηφιακού περιεχομένου. Πάνω από 62% των χρηστών του ίντερνετ παρακολουθούν βίντεο online, τη στιγμή που ο διαδικτυακός πληθυσμός άγγιξε τα 3,5 δισ. στα τέλη του 2017.

Όσο αυξάνεται, λοιπόν, η κατανάλωση ψηφιακού περιεχομένου, τόσο αυξάνεται και η ανάγκη για προσαρμογή του περιεχομένου στον τοπικό χαρακτήρα (localization). Σύμφωνα με το Slator, η βιομηχανία του video localization για την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική θα αγγίξει τα 2,5 δισ. δολάρια έως το 2020.

Το Netflix, το οποίο λάνσαρε τη συνδρομητική υπηρεσία τον Ιανουάριο του 2016, πλέον έχει φτάσει τους 104 εκατ. συνδρομητές σε 190 χώρες και υποστηρίζει 24 γλώσσες, ενώ η Amazon παρέχει την υπηρεσία Prime Video σε πάνω από 200 χώρες. Σύμφωνα με την Κατερίνα Γουλέτη, «βρισκόμαστε μόλις στην αρχή της νέας αυτής πραγματικότητας. Η απαίτηση για συνεχή παροχή on demand περιεχομένου θα φέρει ακόμη περισσότερες αλλαγές όσο θα εισέρχονται και νέοι παίκτες στην αγορά».

Στην Ελλάδα ξεκίνησε σχεδόν πριν ένα χρόνο η μετάφραση προγραμμάτων για το Netflix, προκαλώντας αναστάτωση στον κόσμο του υποτιτλισμού, καθώς η αμερικάνικη εταιρεία έφερε μαζί της κι έναν «αέρα εξωτερικού» ως προς τις αμοιβές. Η υπηρεσία streaming τον Ιανουάριο του 2017 δεν είχε πείσει ακόμα πολλούς συνδρομητές στην Ελλάδα, καθώς το περιεχόμενό της δεν διέθετε ελληνικούς υπότιτλους. Τότε, μέσω του προγράμματος Hermes, το Netflix άρχισε να ψάχνει για ενδιαφερόμενους, που αφού περνούσαν από ένα τεστ υποτιτλιστικών γνώσεων, μπορούσαν να ξεκινήσουν να συνεργάζονται. Στην Ελλάδα το Netflix χρησιμοποίησε μεσάζοντες (vendors), αμείβοντας το λεπτό προβολής με $7,75. Η αμοιβή από τον μεσάζοντα για τον υποτιτλιστή ήταν στα $3.

Σε έναν πίνακα το Netflix παρουσιάζει τις αμοιβές ανά λεπτό προβολής, από τα αγγλικά προς την εκάστοτε γλώσσα. Σε σύνολο 64 γλωσσικών συνδυασμών, η μετάφραση από τα αγγλικά προς τα ελληνικά έχει τη χαμηλότερη αμοιβή (με εξαίρεση τη μεταφορά αγγλικής γλώσσας σε αγγλικούς υπότιτλους, καθώς δεν απαιτείται μετάφραση).

Η διαφορά αμοιβής που προσφέρει το Netflix στην Ελλάδα σε σύγκριση με άλλες χώρες είναι ενδεικτική της τεράστιας απόκλισης τιμών που επικρατεί στο σύνολο του κλάδου του υποτιτλισμού στη χώρα μας. Στην ιστοσελίδα proz.com με αγγελίες επαγγελματιών μεταφραστών καταγράφεται η διαφορά τιμής που χρεώνει ένας υποτιτλιστής στην Ισπανία, στη Ρουμανία, στην Πολωνία με αυτή που χρεώνει ένας στην Ελλάδα.

«Οι πιο άτυχοι υποτιτλιστές του κόσμου»

Σύμφωνα με έμπειρο στέλεχος της αγοράς, «είναι συχνό φαινόμενο κάποιες εταιρείες υποτιτλισμού να δίνουν εξευτελιστικές αμοιβές, αλλά ευθύνες έχουν και τα κανάλια, τα οποία πληρώνουν έως και 5.000 ευρώ για τα δικαιώματα μιας ταινίας, ενώ θεωρούν υψηλό κόστος τα 100 ευρώ για μία μετάφραση». Πολύ συχνά αυτό οδηγεί σε κακές μεταφράσεις, καθώς η πίεση για να βγει γρήγορα η δουλειά δεν αφήνει χρόνο για τη σωστή επιμέλεια. Και αυτό δεν είναι ασήμαντο. Η Κατερίνα Γουλέτη επισημαίνει πως «η σημασία της προβολής ποιοτικού υποτιτλισμού σε όλα τα μέσα έχει προεκτάσεις όχι μόνο στην ψυχαγωγία μας, αλλά και στη γλωσσική μας πραγματικότητα ως κοινωνία».

Η κατάσταση είναι απελπιστική μόνο στην Ελλάδα, μας αναφέρει το ίδιο στέλεχος, καθώς ακόμα και σε αγορές με χαμηλότερους μισθούς, όπως στην Κίνα, τη Ρωσία, την Κροατία, οι αμοιβές των υποτιτλιστών είναι υψηλότερες. Όπως τονίζει, οι μεταφραστές θα έπρεπε να αμείβονται με τα διπλάσια χρήματα και παράλληλα να υπάρχει κατώτατη τιμή εκκίνησης όταν κάποια εταιρεία καταθέτει προσφορά για κάποιο τηλεοπτικό πακέτο. Προς αυτήν την κατεύθυνση, ο Σύλλογος Μεταφραστών Επιμελητών Διορθωτών έχει φτιάξει έναν οδηγό επιβίωσης για νέους υποτιτλιστές, όπου αναφέρει ότι η κατώτατη αμοιβή για ένα λεπτό προβολής θα έπρεπε να καθοριστεί στα 2 ευρώ.

«Χασάπη, γράμματα!», ο υποτιτλισμός στη μεγάλη οθόνη


Η Κατερίνα Ζαμπέλη, υπεύθυνη του Μεταφραστικού Τμήματος του Νεανικού Πλάνου, που μεταξύ άλλων έχει αναλάβει τη μετάφραση και των υποτιτλισμό ταινιών για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, εξηγεί τις δυσκολίες που συναντούν οι υποτιτλιστές στα φεστιβάλ: «Υποτιτλισμός σε Φεστιβάλ Κινηματογράφου σημαίνει ότι συγχρονίζεις τους υπότιτλους μέσα στην αίθουσα, την ώρα της προβολής, δηλαδή είσαι δίπλα στον αποδέκτη του έργου σου. Κάπως όπως οι ηθοποιοί του θεάτρου».

Η φυσική παρουσία των υποτιτλιστών είναι απαραίτητη στα διεθνή φεστιβάλ καθώς οι ταινίες πρέπει να έχουν υπότιτλους τόσο στα αγγλικά όσο και στα ελληνικά. Αυτό σημαίνει ότι στην οθόνη δεν χωράει επιπλέον υπότιτλος πέρα από τον αγγλικό, οπότε ο ελληνικός τοποθετείται σε ένα δεύτερο πανί κάτω από την κινηματογραφική οθόνη. Έτσι ο υποτιτλιστής αναλαμβάνει να «ρίχνει» τους ελληνικούς υπότιτλους κατά τη διάρκεια της προβολής.

«Νομίζω ότι αυτή η αλληλεπίδραση ενισχύει το αίσθημα ευθύνης του υποτιτλιστή, τόσο απέναντι στον δημιουργό της ταινίας όσο και απέναντι στους θεατές, οι οποίοι, σε ένα φεστιβάλ κινηματογράφου, έχουν συνήθως οξυμένα αντανακλαστικά. Τα κεφάλια γυρίζουν στο μεταφραστικό λάθος, στο τεχνικό πρόβλημα, ακόμη και στην εντυπωσιακή μετάφραση», λέει η Κατερίνα Ζαμπέλη. Κατά την ίδια, «ο καλός υποτιτλισμός είναι εκείνος που περνάει απαρατήρητος. Όταν ο θεατής βγαίνει από την αίθουσα με την ψευδαίσθηση ότι είδε την ταινία χωρίς να χρειαστεί να διαβάσει υπότιτλους, ξέρεις ότι έχεις κάνει καλή δουλειά. Και καμιά φορά έχουμε την τύχη να είμαστε εκεί».

Στο κάτω κάτω, οι καλοί υπότιτλοι δεν μπορούν σώσουν μια κακή ταινία, όμως οι κακοί υπότιτλοι μπορούν να καταστρέψουν μια καλή ταινία.

Εικόνα maragoudaki
Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακό στη μετάφραση στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Από το 2015 εργάζεται στον ηλεκτρονικό Τύπο ως δημοσιογράφος. Μιλάει αγγλικά, ιταλικά και γερμανικά και δεν της αρέσει να μιλάει για τον εαυτό της σε τρίτο πρόσωπο.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
5

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.