Χριστουγεννιάτικη προσφορά!

Γράψου, χάρισε ή ανανέωσε το inside story για έναν χρόνο με έκπτωση 20€. Δες εδώ

Η ξεχασμένη Αμφίπολη βγαίνει από την αφάνεια [Μέρος Α’]

Ξεκινούν από Σεπτέμβριο οι εργασίες αποκατάστασης στον τύμβο Καστά, ένα σπουδαίο αρχαιολογικό μνημείο, που μετά την υπερπροβολή και τις πολιτικές και επιστημονικές κόντρες που πυροδότησε, εγκαταλείφθηκε για δυόμισι ολόκληρα χρόνια.
Χρόνος ανάγνωσης: 
14
'
Τουρίστες φωτογραφίζονται μπροστά στον Λέοντα της Αμφίπολης τον Αύγουστο του 2014. [Sakis Mitrolidis/AFP]

Η Μεσολακκιά Σερρών είναι για πολλούς ένα άσημο χωριό της ελληνικής υπαίθρου. Μέχρι το 2014, την ύπαρξή του γνώριζαν μόνοι οι ντόπιοι και οι κάτοικοι των γύρω χωριών. Ο μικρός αυτός οικισμός στους πρόποδες του Παγγαίου, έμελλε να γίνει ο ομφαλός του κόσμου για έξι μήνες, καθώς έκρυβε στα σπλάχνα του ένα καλά κρυμμένο μυστικό, που ήταν αντικείμενο αναζήτησης από τη δεκαετία του 1950. Στο καφενείο του χωριού και στη γύρω περιοχή ακουγόταν συχνά ο θρύλος για τον «τάφο της βασίλισσας». Οι ντόπιοι έχουν να πουν ιστορίες για συγχωριανούς τους που βρήκαν αρχαία νομίσματα όταν καλλιεργούσαν τα χωράφια τους, αλλά και για αρκετά κρούσματα αρχαιοκαπηλίας, αφού η ευρύτερη περιοχή αποτελούσε στην αρχαιότητα την αρχαία Αμφίπολη, μία πόλη που ήταν εμπορικό, στρατηγικό, στρατιωτικό και πολιτιστικό κέντρο για όλη τη Μακεδονία.

Με δύο λόγια

Η ανασκαφή της Αμφίπολης, που ξεκίνησε τη δεκαετία του 50, εξήπτε ανέκαθεν τη φαντασία αρχαιολόγων και κατοίκων της περιοχής. Ο Δημήτρης Λαζαρίδης, πρώτος ανασκαφέας του λόφου, βρήκε μεταξύ άλλων σπουδαίων κτισμάτων έναν τοίχο, που θα αποδεικνυόταν – μετά τον θάνατό του – το «κλειδί» του τύμβου Καστά. Αυτοί που τελικά θα «άνοιγαν» με αυτό την είσοδο του εντυπωσιακού ταφικού μνημείου που όλοι πλέον ξέρουμε πως έκρυβε η περιοχή, ήταν ο αρχιτέκτονας Μιχάλης Λεφαντζής μαζί με την αρχαιολόγο Κατερίνα Περιστέρη. Όταν ήρθαν στο φως τα σπουδαία ευρήματα του τύμβου Καστά, άρχισε ένα γαϊτανάκι άνευ προηγουμένου, για το οποίο είχαν ευθύνη τόσο η πολιτική εξουσία όσο και η ίδια η ανασκαφική ομάδα, που συνέβαλαν (ή συγκατάνευσαν) στην υπερπροβολή του μνημείου και στη μετατροπή της ανασκαφής από επιστημονική υπόθεση σε ριάλιτι σόου για τις πεινασμένες κάμερες. Εντωμεταξύ, τα στοιχεία που έδινε στη δημοσιότητα η ανασκαφέας τροφοδοτούσαν τα σενάρια περί πιθανών διάσημων «ενοίκων» του τάφου, η Αμφίπολη έγινε το πρώτο μνημείο που απέκτησε «εκπρόσωπο Τύπου» και κάποια στιγμή η επιστημονική κοινότητα αντέδρασε σε αυτό που πολλοί έβλεπαν ως μία «φιέστα», από την οποία έλειπε η σοβαρότητα και η υπομονή που χρειάζονται σε τέτοιες περιπτώσεις. Οι πρώτες αμφισβητήσεις της προτεινόμενης από την ανασκαφέα χρονολόγησης ήρθαν από δύο καταξιωμένες Ελληνίδες αρχαιολόγους, και θα γίνονταν η αρχή μιας σειράς παράξενων γεγονότων και διαξιφισμών, που θα παρουσιαστούν στο δεύτερο μέρος της έρευνας.

Η Αμφίπολη μπορεί να μην είναι το Westeros της δημοφιλούς σειράς Game of Thrones, όμως υπάρχουν «φυλές» που έως και σήμερα μάχονται για το πολυσυζητημένο μνημείο που βρέθηκε στην περιοχή το καλοκαίρι του 2014. Επιστημονικές κόντρες, πολιτικά παιχνίδια και μηντιακός κανιβαλισμός συνθέτουν ένα πολύπλοκο παζλ, το οποίο παραμένει έως και σήμερα άλυτο.

Το βέβαιο είναι ότι το μνημείο της Αμφίπολης, από την μεγάλη δόξα που γνώρισε το 2014, πέρασε στην αφάνεια και την εγκατάλειψη μετά το τέλος του 2015. Σήμερα, με αφορμή την επανέναρξη από τον Σεπτέμβριο των εργασιών αποκατάστασης και ανάδειξής του, το inside story επιχειρεί να ξετυλίξει το κουβάρι αυτής της περίπλοκης ιστορίας, σε δύο μέρη.

Το χρονικό των ανασκαφών

Τον Αύγουστο του 2014, ο λόφος Καστά της Μεσολακκιάς του Δήμου Αμφίπολης συγκέντρωσε τα βλέμματα του εγχώριου και διεθνούς Τύπου. Η ομάδα των αρχαιολόγων της Εφορείας Αρχαιοτήτων Σερρών, με επικεφαλής την Κατερίνα Περιστέρη, μετά από δύο χρόνια ανασκαφών είχε φέρει στο φως την είσοδο ενός ταφικού μνημείου, όμοιο του οποίου δεν έχει ανακαλυφθεί ξανά στη Μακεδονία.

Οι ανασκαφές ήταν μια ιστορία που κρατούσε από τη δεκαετία του 1950 και είχε πέσει σε χειμερία νάρκη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Εάν κάποιος μπορεί θα θεωρηθεί «πατέρας» του τύμβου Καστά, αυτός είναι ο αρχαιολόγος Δημήτρης Λαζαρίδης, που ξεκίνησε τις έρευνες στην περιοχή ως επικεφαλής της πάλαι ποτέ ενιαίας Εφορείας Αρχαιοτήτων Καβάλας. Αφορμή για να πάει ο Λαζαρίδης στον λόφο Καστά ήταν μία παράξενη τομή που εντόπισε στο σημείο ο πατέρας του μετέπειτα αρχιφύλακα του αρχαιολογικού μουσείου της Αμφίπολης, Αλέκου Κοχλιαρίδη. Ο Λαζαρίδης ενημερώθηκε για την τομή και έσπευσε στο σημείο. Η ανασκαφή ξεκίνησε το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 από την κορυφή του λόφου και έφερε στο φως περίπου 70 κιβωτιόσχημους και λακκοειδείς τάφους που χρονολογούνταν από την πρώιμη εποχή του σιδήρου έως και την αρχαϊκή εποχή (11ος-7ος αιώνας π.Χ.). Όλη η περιοχή ήταν ένα αρχαίο νεκροταφείο.

Η έρευνα του Λαζαρίδη έγινε εκτενέστερη και μεθοδικότερη, ωστόσο διακόπηκε με το ξέσπασμα της δικτατορίας. Συνέχισε την ανασκαφή από το 1971, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, η αποκατάσταση της δημοκρατίας τον βρίσκει στη θέση του Γενικού Επιθεωρητή Αρχαιοτήτων. Από το πόστο αυτό συνέχισε τις ανασκαφές, τόσο στον λόφο, όσο και στην ευρύτερη περιοχή της Αμφίπολης.

Το 1979 είναι η χρονιά που το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας μας, η Κατερίνα Περιστέρη, γνωρίζει τον Λαζαρίδη και δουλεύει δίπλα του. Έναν χρόνο αργότερα, έρχεται στο φως το αρχαίο γυμνάσιο της Αμφίπολης, ένα σπουδαίο αρχαιολογικό εύρημα για την περιοχή.

Το 1984 ο Λαζαρίδης αρρωσταίνει και έναν χρόνο μετά φεύγει από τη ζωή. Το έργο ζωής που αφήνει στην Αμφίπολη «κληρονομεί» η κόρη του, Πέπη Λαζαρίδου, η οποία ασχολήθηκε κυρίως με το αρχαίο γυμνάσιο. Όσο για τον τύμβο Καστά, η διάδοχος του Λαζαρίδη, Χάιδω Κουκούλη, συνέχισε την ανασκαφή έως το 1989. Έκτοτε, δεν έγινε ποτέ ξανά ανασκαφή στον λόφο.

Η παρακαταθήκη που άφησε ο Λαζαρίδης ήταν σπουδαία. Τα ευρήματά του εκτίθενται έως και σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αμφίπολης. Στη διάρκεια των ανασκαφών, σκάβοντας από την κορυφή του λόφου προς τα κάτω, ο Λαζαρίδης βρήκε, εκτός από τους αρχαϊκούς τάφους, ένα τετράγωνο κτίσμα στην κορυφή του λόφου που έμοιαζε με βάση, διαστάσεων 10,15 x 10,15 μ., με σωζόμενο ύψος 3 μέτρων περίπου, καθώς και ένα εύρημα που, όπως αποδείχθηκε λίγες δεκαετίες μετά, ήταν το «κλειδί» του τύμβου. Επρόκειτο για έναν χωμάτινο τοίχο από πωρόλιθο, ύψους 80 εκατοστών, ο οποίος σύμφωνα με τις προσωπικές του σημειώσεις υπήρχε εκεί ως εσωτερικός δακτύλιος, που απλώς συγκρατούσε τα χώματα. Την ερμηνεία του σπουδαίου αυτού αρχαιολόγου ότι ήταν ένας απλός δακτύλιος στήριξης των χωμάτων δεν είχε αμφισβητήσει μέχρι το 2012 κανένας. Εκτός από έναν άνθρωπο. Τον Μιχάλη Λεφαντζή.

Πώς βρέθηκε το ταφικό μνημείο

Ο Λεφαντζής είναι αρχιτέκτονας στο υπουργείο Πολιτισμού και εργαζόταν για χρόνια στην Εφορεία Ακροπόλεως, όπου συνέδραμε καθοριστικά στην αναστήλωση της Στοάς του Ευμένους. Σύμφωνα με τον ίδιο, το κομμάτι της Στοάς που σώζεται είναι μερος ενός αρχαίου γυμνασίου, το οποίο λείπει από τον «αρχαιολογικό χάρτη» της Αθήνας. Το αρχαίο γυμνάσιο της Αμφίπολης, που ήταν άλλωστε αθηναϊκή αποικία, ήταν γι' αυτόν μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να κάνει αυτό στο οποίο ειδικευόταν: την ταύτιση μαρμάρων.

Ο τοίχος από πωρόλιθο 80 εκατοστών δεν ήταν απλά μέσο συγκράτησης των χωμάτων, όπως πίστευε ο Λαζαρίδης, αλλά κάτι πολύ περισσότερο, όπως ανακάλυψε ο Λεφαντζής

Το 2011, ο Λεφαντζής έχει την ευκαιρία να δουλέψει επάνω στα ευρήματα του αρχαίου γυμνασίου της Αμφίπολης. Αυτή ήταν και η αφορμή για τη γνωριμία του με την Κατερίνα Περιστέρη, με την οποία ένα χρόνο αργότερα συνεργάστηκε στο πλαίσιο μιας σωστικής ανασκαφής στον λόφο Καστά, στο ίδιο σημείο που έσκαψε ο Λαζαρίδης δεκαετίες νωρίτερα. Πριν την επανέναρξη των ανασκαφών, ο Λεφαντζής είχε κάνει εκτενή έρευνα στο αρχείο του Λαζαρίδη και είχε εντοπίσει πως ο χωμάτινος περίβολος που είχε βρει και είχε ξανακαλύψει με χώμα ο Λαζαρίδης ήταν ένα «γκρίζο» σημείο. Η νέα ανασκαφή το έφερε ξανά στο φως και ο Λεφαντζής, εντυπωσιασμένος από το πάχος του τοίχου, διατύπωσε την άποψη πως επρόκειτο για ένα «αντίθημα», δηλαδή έναν εσωτερικό τοίχο στήριξης. Μάλιστα, πίστευε από την πρώτη στιγμή πως ήταν πολύ ψηλότερος από τους 80 πόντους που φαίνονταν, με το σκεπτικό ότι ο τοίχος είχε πάχος 1,5 μέτρο και άρα ήταν απίθανο να είχε τόσο μικρό ύψος. Παρά τις όποιες αντιρρήσεις εξέφρασαν οι αρχαιολόγοι που βρίσκονταν στο σημείο, η επιμονή του Λεφαντζή οδήγησε σε μία πολύ σημαντική αποκάλυψη: Ο τοίχος ήταν τελικά σχεδόν 3,5 μέτρα. Ο Λεφαντζής είχε ανατρέψει την ερμηνεία του Λαζαρίδη.

Μετά την αποκάλυψη, η ανασκαφή συνεχίστηκε κατά μήκος του αντιθήματος. Με ένα budget περίπου 80.000 ευρώ για τα μηχανήματα, μέσα σε λίγους μήνες η Περιστέρη και ο Λεφαντζής είχαν φέρει στο φως έναν τεράστιο περίβολο, ο οποίος είχε περίμετρο 497 μέτρα, στοιχείο που είχε άλλωστε σημειώσει και ο Λαζαρίδης. Μάλιστα η ανασκαφική ομάδα ανακάλυψε πως το αντίθημα ήταν επενδυμένο με μάρμαρο Θάσου και μάλιστα 70 μέτρα της περιμέτρου του βρέθηκαν σε εξαιρετική κατάσταση και σε πλήρη διάταξη.

Ωστόσο, ο Λεφαντζής δεν σταμάτησε εκεί. Η πολύχρονη πείρα του στην ταύτιση και απόδοση μαρμάρων ήταν εκείνη που τον βοήθησε να διατυπώσει την άποψη πως τα σκόρπια μάρμαρα που βρίσκονταν λίγα χιλιόμετρα μακριά από το μνημείο, δίπλα στο σημείο που βρίσκεται το λιοντάρι της Αμφίπολης, ήταν κομμάτια του περιβόλου που είχε ανακαλύψει. Ήταν μια υπόθεση, που όπως θα δούμε αργότερα, σήκωσε πολλή «σκόνη» και έντονες αντιδράσεις από την επιστημονική κοινότητα.

Η επιμονή του Λεφαντζή είχε δώσει το κλειδί για το ταφικό μνημείο που βρέθηκε αργότερα. Οι αρχαιολόγοι, βλέποντας πως το αντίθημα ήταν μέρος ενός μεγαλεπήβολου μαρμάρινου περιβόλου, βεβαιώθηκαν πως «κάτι» θα έβρισκαν. Αυτό το κάτι ήρθε στο φως στα τέλη Νοεμβρίου του 2013. Ήταν το επάνω μέρος μιας καμάρας, η οποία αποκαλύφθηκε με τις αποχωματώσεις. Η αρχαιολογική ομάδα αποφάσισε να αναβάλει την ανασκαφή για το καλοκαίρι, ξέροντας πως ο βαρύς χειμώνας που ερχόταν δεν θα επέτρεπε να γίνει σωστή δουλειά.

«Θεοί» για λίγους μήνες

Η ανασκαφή ξεκίνησε πάλι τον Ιούνιο του 2014. Οι αποχωματώσεις δεν άργησαν να φέρουν στο φως τα πλαϊνά τοιχώματα της εισόδου του τύμβου, καθώς και τα πρώτα σκαλοπάτια. Στις 6 Αυγούστου του 2014, δύο επιβλητικά γλυπτά, οι γνωστές σε όλους Σφίγγες, έκαναν την εμφάνισή τους. Η Κατερίνα Περιστέρη ήταν σίγουρη πλέον πως κάτι σπουδαίο κρυβόταν πίσω από αυτές και ενημέρωσε άμεσα το υπουργείο Πολιτισμού.

Ήδη από την αποκάλυψη του μαρμάρινου περιβόλου το 2012, η Περιστέρη μιλούσε δημόσια για «μακεδονικό μνημείο», ρίχνοντας σιγά σιγά νερό στον μύλο της υπερπροβολής, από τα πρώτα κιόλας στάδια της ανασκαφής.

Με αφορμή την παρουσία στο μνημείο του τότε Πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, άρχισαν οι πολιτικές και επιστημονικές «αψιμαχίες»

Οι επόμενες σκηνές εκτυλίχθηκαν μπροστά στον φακό των ελληνικών και ξένων media. Η επίσκεψη του Αντώνη Σαμαρά και οι δηλώσεις του με φόντο τις Σφίγγες ως έπαθλο στις 12 Αυγούστου 2014, ήταν η αρχή ενός πολιτικού παιχνιδιού εντυπώσεων γύρω από το μνημείο, το οποίο κρατάει έως σήμερα.

 

 

Η απόφαση των στελεχών του υπουργείου και της κυβέρνησης να δώσουν δημοσιότητα στο ζήτημα, θεωρήθηκε ως προσπάθεια αποπροσανατολισμού από ΜΜΕ φιλικά προς τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και από στελέχη της τότε αντιπολίτευσης, τα οποία άφησαν αιχμές για πολιτική εκμετάλλευση του μνημείου. Η προσπάθεια της κυβέρνησης άλλωστε να καρπωθεί πολιτικά την ανακάλυψη του μνημείου ήταν εμφανής: Ο Σαμαράς, από την πρώτη στιγμή μίλησε για έναν μεγαλεπήβολο «μακεδονικό τάφο», χωρίς καν να έχει ξεκινήσει η ανασκαφή και χωρίς η επιστημονική κοινότητα να έχει τελεσιδικήσει για τη χρονολόγηση του μνημείου. Όπως θα δούμε και στη συνέχεια, ξεκινούσε ένα πολιτικό γαϊτανάκι άνευ προηγουμένου από όλες τις πλευρές, με μόνο ζημιωμένο το ίδιο το μνημείο. Για «φιέστα» του Σαμαρά στην Αμφίπολη μίλησε αρκετό καιρό αργότερα, το 2017, και ο πρώην υφυπουργός Πολιτισμού Κώστας Τζαβάρας, στον ραδιοφωνικό σταθμό RealFM.

Ο Σαμαράς μίλησε για μακεδονικό τάφο πριν να εκτιμηθεί η χρονική περίοδος του μνημείου

Παρά την «σκόνη» που είχε σηκώσει το ζήτημα, η ανασκαφή συνεχίστηκε κανονικά, ωστόσο πάντα υπό το άγρυπνο βλέμμα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τα οποία αναζητούσαν λυσσωδώς νέες αποκαλύψεις ακόμα και όταν αυτές δεν υπήρχαν. Τα μέλη της ανασκαφικής ομάδας έγιναν περιζήτητα στα τηλεοπτικά παράθυρα, ενώ αρχαιολόγοι που δεν είχαν καμία εμπλοκή στην ανασκαφή, παρήλαυναν στα τηλεοπτικά panels για αναλύσεις από μακριά. Πριν το μνημείο δώσει στο φως όλα του τα ευρήματα, η φημολογία έδινε κι έπαιρνε (ακόμα και από τα μέλη της ανασκαφικής ομάδας) σε σχέση με τους «ενοίκους» του τάφου. Από τον Μεγαλέξανδρο μέχρι τη Ρωξάνη και από τον γιο του Μεγάλου Αλέξανδρου, Αλέξανδρο τον 4ο, μέχρι τον Ηφαιστίωνα, τα μέσα ενημέρωσης καλλιέργησαν εντελώς αβάσιμες επιστημονικά προσδοκίες, που αργότερα έγιναν και αυτές ελεύθερο πεδίο πολιτικής, αλλά κυρίως επιστημονικής κόντρας.

Οι θησαυροί του μνημείου και τα προβλήματα

Πίσω από τα φλας των φακών και τις εντυπωσιακές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο των media, κρυβόταν ένα μεγάλο πρόβλημα. Όπως περιγράφει ο Λεφαντζής, όσο προχωρούσε η ανασκαφή και η αποχωμάτωση του τύμβου, τόσο μεγαλύτερες ήταν οι δυσκολίες σε επίπεδο στατικότητας. Oι πιέσεις που ασκούσαν τα χωμάτινα πρανή ήταν απίστευτες και το παραμικρό λάθος στις αποχωματώσεις θα κόστιζε ακριβά. Πρωταρχικό μέλημα της ανασκαφικής ομάδας ήταν η ευστάθεια του μνημείου, το οποίο ήταν κρυμμένο κάτω από χώματα χιλιάδων ετών και κάθε φτυαριά που έβγαινε έπρεπε να αντικατασταθεί από αντιστήριξη. Στην ουσία, οι σκαλωσιές που στήθηκαν κατά μήκος ως προσωρινά μέτρα αντιστήριξης του μνημείου, το ξεγελάνε: Το μνημείο νομίζει πως έχει ακόμα μέσα του χώμα, νιώθοντας τις ίδιες πιέσεις απέναντι στα χώματα που το πιέζουν προς την κατάρρευση, όπως μας εξήγησε ο Λεφαντζής.

Η ανασκαφή είχε τεράστια προβλήματα στατικότητας, ενώ οι τρεις θάλαμοι που ανακαλύφθηκαν δεν ήταν κάτι συνηθισμένο για μακεδονικό τάφο

Μέχρι το τέλος Νοεμβρίου του 2014, οπότε και μπήκε άνω τελεία στην ανασκαφή, τα ευρήματα ήταν πολλά και εντυπωσιακά. Το ταφικό μνημείο είχε τρεις θαλάμους, κάτι που δεν ήταν συνηθισμένο – σύμφωνα με αρκετούς ειδικούς – για μακεδονικό τάφο. Η είσοδος αποτελούνταν από σκαλοπάτια που οδηγούσαν σε έναν διαφραγματικό τοίχο σφράγισης, που πιθανότατα είχε κατασκευαστεί για να προστατεύσει την είσοδο του μνημείου. Πίσω του βρισκόταν η κύρια είσοδος, στην κορυφή της οποίας βρίσκονταν οι δύο Σφίγγες, των οποίων τα κεφάλια βρέθηκαν αργότερα, ενώ απομακρύνονταν τα χώματα από τους επόμενους θαλάμους.

Στο τέλος του πρώτου θαλάμου βρέθηκε ένας δεύτερος διαφραγματικός-προστατευτικός τοίχος σφράγισης, πίσω από τον οποίο κρύβονταν δύο απαράμιλλης ομορφιάς Καρυάτιδες, των οποίων τα χρώματα σώζονται έως και σήμερα. Ακολουθούσε ο δεύτερος θάλαμος. Εκεί, τα ευρήματα ήταν περισσότερα και πιο χαρακτηριστικά: Βρέθηκε το – γνωστό σε όλον τον πλανήτη πλέον – εντυπωσιακό ψηφιδωτό που απεικόνιζε την αρπαγή της Περσεφόνης και τον ψυχοπομπό Ερμή και που κάλυπτε όλο το δάπεδο του θαλάμου.

Και αυτά ήταν μόνο η αρχή. Στο τέλος του δεύτερου θαλάμου, κι ενώ το ψηφιδωτό είχε αποκαλυφθεί πλήρως, η ανασκαφική ομάδα εντόπισε είσοδο σε νέο δωμάτιο, το οποίο, όπως αποδείχθηκε ήταν και ο κύριος ταφικός θάλαμος. Εκεί, βρέθηκαν τα κομμάτια μιας τεράστιας πόρτας, το κάθε φύλο της οποίας ζύγιζε περί τον 1,5 τόνο, ενώ στο τέλος της αποχωμάτωσης αποκαλύφθηκε πως στο δάπεδο του θαλάμου υπήρχε ένα όρυγμα, που φιλοξενούσε έναν κιβωτιόσχημο τάφο, καλυμμένο με μάρμαρα. Εντός του τάφου, αλλά και διάσπαρτα σε άλλα σημεία του τρίτου θαλάμου, βρέθηκαν 550 κομμάτια οστών από 5 σκελετούς. Σύμφωνα με την πρώτη μακροσκοπική μελέτη που έγινε στα οστά, αποδείχθηκε πως ανήκαν σε δύο άνδρες άνω των 30 ετών, σε μία γυναίκα άνω των 60 ετών, σε ένα βρέφος και σε έναν αγνώστου φύλου σκελετό που είχε υποστεί τη διαδικασία της καύσης.

Στα μάτια ενός απλού πολίτη, όσα είδαν το φως της δημοσιότητας και όσες φήμες είχαν διαρρεύσει σκόπιμα ή μη για το ταφικό μνημείο, έδιναν την εντύπωση πως επρόκειτο για έναν σπουδαίο μακεδονικό τάφο. Το «κερασάκι στην τούρτα» ήταν ότι για πρώτη φορά στα αρχαιολογικά χρονικά, ένα ταφικό μνημείο αποκτούσε «εκπρόσωπο Τύπου»: την Άννα Παναγιωταρέα. Ωστόσο, τα πράγματα ήταν πιο περίπλοκα από όσο έδειχναν.

Το βαρύ τίμημα της υπερπροβολής

Η στρατηγική υπερπροβολής του υπουργείου είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις τόσο στην αντιπολίτευση, όσο και στις τάξεις των αρχαιολόγων, από την πρώτη κιόλας στιγμή. Το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ που ήταν τότε στην αντιπολίτευση κρατούσε επίσημα μια μετριοπαθή στάση απέναντι στην ανακάλυψη, ωστόσο το αινιγματικό tweet του ευρωβουλευτή Δημήτρη Παπαδημούλη περί πολιτικής εκμετάλλευσης του ευρήματος, αλλά και δημοσίευμα της Αυγής, της κομματικής εφημερίδας του ΣΥΡΙΖΑ, με το χαρακτηριστικό απόσπασμα «ο Σαμαράς εναποθέτει τις ελπίδες του στον... Μεγαλέξαντρο» ήταν χαρακτηριστικά των όσων θα ακολουθούσαν. Όσο για την αρχαιολογική κοινότητα, το «σκληρό rock 'n' roll» είχε μόλις ξεκινήσει.

Αν και οι αρχικές αιτιάσεις της αρχαιολογικής κοινότητας κινούνταν γύρω από την υπερπροβολή του ταφικού μνημείου στα media, δεν άργησε και η πρώτη αμφισβήτηση για τα ίδια τα ευρήματα. Η Κατερίνα Περιστέρη, ήδη από την αποκάλυψη του μαρμάρινου περιβόλου το 2012, είχε επικοινωνήσει στα μέσα μαζικής ενημέρωσης πληροφορίες σχετικά με τη χρονολόγηση του ταφικού μνημείου, αλλά και για τη δομή του. Η επικεφαλής της ανασκαφής τόνιζε πως επρόκειτο για έναν ασύλητο μακεδονικό τάφο που χρονολογούνταν μεταξύ 325 και 300 π.Χ., στην κορυφή του οποίου – και μάλιστα επάνω στη βάση που είχε φέρει στο φως η ανασκαφή Λαζαρίδη – βρισκόταν το γνωστό «λιοντάρι της Αμφίπολης», που βρίσκεται σήμερα λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, δίπλα στην παλιά σιδερένια γέφυρα του Στρυμόνα.

Η ίδια η κυρία Περιστέρη είχε δώσει από την πρώτη στιγμή στη δημοσιότητα στοιχεία, που φούντωναν τα σενάρια σχετικά με τους πιθανούς «ενοίκους» του ταφικού συγκροτήματος. Η περίοδος στην οποία χρονολογούσε τον τάφο, ήταν η εποχή που η σύζυγος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Ρωξάνη, και ο γιος του, Αλέξανδρος ο τέταρτος, μετακόμισαν στην Αμφίπολη, όπου και δολοφονήθηκαν από τον Κάσσανδρο.

Η αρχαιολογική κοινότητα αντέδρασε στη σιγουριά για τα χαρακτηριστικά του μνημείου και την προβολή τους, αφού δεν είχε ολοκληρωθεί ούτε η ανασκαφή, ούτε η μελέτη

Η αρχαιολογική κοινότητα δεν έμεινε απαθής. Πέρα από τις αντιδράσεις της αρχαιολογικής εταιρείας για την υπερπροβολή του μνημείου στα media, υπήρχε και μία εύλογη ερώτηση από αρκετούς έγκριτους επιστήμονες: Πώς είμαστε τόσο σίγουροι για κάτι που δεν έχει ανασκαφεί και μελετηθεί επαρκώς;

Η αρχαιολογική μελέτη δεν είναι μια διαδικασία εύκολη και γρήγορη. Αντίθετα, απαιτούνται χρόνια ερευνών για να δοθεί με σχετική ασφάλεια κάποιο πόρισμα για τη χρονολόγηση και τις λεπτομέρειες των ευρημάτων, κάτι που δεν έγινε σε καμία περίπτωση στην Αμφίπολη. Η καθηγήτρια αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Όλγα Παλαγγιά, ήταν αυτή που πρώτη αμφισβήτησε τη χρονολόγηση της Κατερίνας Περιστέρη.

Πρώτη αμφισβήτηση για τη χρονολογία του μνημείου: Όλγα Παλαγγιά

Η γνωστή καθηγήτρια αρχαιολογίας σε τηλεοπτικές της εμφανίσεις χρονολογούσε το μνημείο στον 2ο π.Χ. αιώνα, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια της Περιστέρη, που δεν δίστασε να την εκφράσει και δημόσια αναφέροντας πως «η κυρία Παλαγγιά διαδίδει πως το μνημείο είναι ρωμαϊκό χωρίς να έχει καμία επαφή με αυτό». Πράγματι, η γνωστή καθηγήτρια αρχαιολογίας, σύμφωνα με άνθρωπο που βρισκόταν στις ανασκαφές, δεν είχε δει ποτέ το μνημείο από κοντά.

Με φόντο την Αμφίπολη, είχε ξεκινήσει μια σύγκρουση δύο κοσμοθεωριών: Η πρώτη ήταν αυτή της κυρίας Περιστέρη, που είχε δηλώσει on camera πως η ανασκαφή πρέπει να είναι κοντά στους πολίτες και όχι απομακρυσμένη από αυτούς, με έρευνες δεκαετιών σε υπόγεια. Ωστόσο μια μεγάλη μερίδα συναδέλφων της ήταν στην αντίπερα όχθη, όχι μόνο στηρίζοντας με επιστολή την κυρία Παλαγγιά, αλλά ζητώντας «περισσότερη ησυχία» στον τύμβο Καστά. Όπως ανέφερε στο inside story o καθηγητής αρχαίας ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου Θεόδωρος Μαυρογιάννης, «αυτό που συνέβη στην Αμφίπολη είναι πρωτόγνωρο», συμπληρώνοντας πως «δεν άφησαν το μνημείο σε ησυχία».

Όσο ο χρόνος περνούσε και η ανασκαφή προχωρούσε, οι δημόσιες αυτές συγκρούσεις συνεχίστηκαν, άλλοτε με μικρότερη και άλλοτε με μεγαλύτερη ένταση. Ο τύμβος συνέχισε να δίνει εντυπωσιακά ευρήματα. Η ανασκαφή ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 2014.

Το ξεκίνημα της νέας χρονιάς βρήκε την ανασκαφική ομάδα αντιμέτωπη με ένα μεγάλο ερώτημα: Τι θα γίνει με το μνημείο;

Η ανασκαφή είχε τελειώσει, ωστόσο το μνημείο και τα ευρήματα που βρέθηκαν σε αυτό έπρεπε να διασωθούν. Άρχισαν να γίνονται όλες οι απαραίτητες ενέργειες προκειμένου τα πράγματα να μπουν σε μια σειρά. Ο Μιχάλης Λεφαντζής αποσπάσθηκε στη Διεύθυνση Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού, προκειμένου να έχει πλήρη εικόνα των απαραίτητων σωστικών ενεργειών, ενώ στην αυλαία της κυβέρνησης Σαμαρά, 12 ημέρες πριν τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, η τότε γενική διευθύντρια Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Έλενα Κόρκα (είχε αντικαταστήσει τη Μαρία Βλαζάκη τον Οκτώβριο του 2014) και ο γενικός διευθυντής Οικονομικών Γιώργος Λιόντας, υπέγραψαν την προγραμματική σύμβαση ύψους 236.000 ευρώ, που προορίζονταν για την ανθρωπολογική μελέτη των οστών που βρέθηκαν στην Αμφίπολη, προκειμένου η έρευνα να δείξει τους «ενοίκους» του ταφικού μνημείου.

Δεύτερη αμφισβήτηση: Αγγελική Κοτταρίδη

Το προηγούμενο βράδυ, ωστόσο, συνέβη κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Εκτός από την κυρία Παλαγγιά, στον «χορό» της αμφισβήτησης των ευρημάτων της Αμφίπολης μπήκε ακόμα μια σημαντική αρχαιολόγος: Η Αγγελική Κοτταρίδη. Η Κοτταρίδη είναι μια από τις πιο σημαντικές αρχαιολόγους που διαθέτει στο ενεργητικό του το υπουργείο Πολιτισμού. Από το 2010, είναι διευθύντρια της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ημαθίας. Υπήρξε συνεργάτης του Μανόλη Ανδρόνικου στις ανασκαφές της Βεργίνας και έχει πλήθος επιστημονικών δημοσιεύσεων στον τομέα της αρχαιολογίας.

Σε μία εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στον ΙΑΝΟ το βράδυ της 12ης Ιανουαρίου 2015, η κυρία Κοτταρίδη άφησε αιχμές για τα ευρήματα αλλά και για τις υποθέσεις των μελών της ανασκαφικής ομάδας. Ανέφερε πως στην περίπτωση της Αμφίπολης έγινε «λήψη ζητουμένου», εξηγώντας πως «ο ευσεβής πόθος των ανασκαφέων για ανακάλυψη ενός βασιλικού τάφου μετατράπηκε σε δεδομένο». Αμφισβήτησε έντονα την υπόθεση της Περιστέρη για το ασύλητο του τάφου, ενώ άφησε αιχμές και κατά του Λεφαντζή για την υπόθεση ύπαρξης του λέοντα στην κορυφή του τύμβου, αναφέροντας πως «είναι απλά μια υπόθεση και δεν μπορεί να την αποδείξει».

«Ο ευσεβής πόθος των ανασκαφέων για ανακάλυψη ενός βασιλικού τάφου μετατράπηκε σε δεδομένο»
Αγγελική Κοτταρίδη

Δεν έμεινε ασχολίαστη και η υπερπροβολή της ανασκαφής. Οι απόψεις της Κοτταρίδη δεν είναι αβάσιμες και υπάρχει πλήθος στοιχείων που μπορούν να στηρίξουν τουλάχιστον κάποιες από αυτές, όπως η τρύπα που υπάρχει στον δεύτερο τοίχο του ταφικού μνημείου (σε σχέση με το ασύλητο του τάφου).

Το inside story επικοινώνησε με την κυρία Κοτταρίδη για να τη ρωτήσει σχετικά με το μνημείο, αλλά αρνήθηκε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτησή μας, σημειώνοντας μόνο πως κατά την προσωπική της άποψη το μνημείο χρονολογείται στον 2ο π.Χ. αιώνα, και όχι στον 4ο, άρα είναι ρωμαϊκό και όχι μακεδονικό.

Αυτή ήταν και η αρχή μιας σειράς παράξενων γεγονότων και διαξιφισμών, που παρουσιάζονται στο επόμενο μέρος της έρευνας.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1991. Σπούδασε πολιτική επιστήμη στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει δουλέψει σε διάφορα digital ΜΜΕ στην Ελλάδα, ενώ τα τελευταία τρία χρόνια εργάζεται στον ερευνητικό οργανισμό "διαΝΕΟσις".

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.