Κατέληξε μονότονο το web design;

Με όλες αυτές τις διαθέσιμες πλατφόρμες καθένας μπορεί να φτιάξει ένα σάιτ (οδηγίες εντός). Υπάρχει λοιπόν ακόμη διάθεση και δυνατότητα για πειραματισμό στον σχεδιασμό διαδικτυακού περιεχομένου; Μια συζήτηση με Έλληνες σχεδιαστές για το Bootstrap, τις μικρές οθόνες και το άρθρο Snowfall των New York Times.
Χρόνος ανάγνωσης: 
10
'
Aυτό δεν είναι καθόλου βαρετό! Το dada-data.net, υποψήφιο για Webby 2017 στην κατηγορία Τέχνη.

«Στα πρώτα χρόνια του Διαδικτύου», θυμάται ο Σπύρος Γάγγας της Sinc, «κανείς δεν ενδιαφερόταν για το πώς φαινόταν ή λειτουργούσε κάτι στις ιστοσελίδες οι οποίες σιγά-σιγά διεκδικούσαν το μέρισμα τους στον κυβερνοχώρο. Και μόνο το γεγονός πως μπορούσες να μεταφερθείς ζωντανά και να αντλήσεις πληροφορίες από μια διεύθυνση .com, αρκούσε για να νιώθεις πως είσαι κομμάτι μιας επανάστασης». Όμως σύντομα, με την ανάγκη πειραματισμού από την πλευρά των σχεδιαστών και την έλευση του Flash, το Διαδίκτυο μετατράπηκε σε μέσο έκφρασης δημιουργικότητας.

Σε άρθρο του, το The Next Web αναπολεί τις “τρελές” ιστοσελίδες της εποχής, όπως το θρυλικό σάιτ της ταινίας Space Jam, και διερωτάται πώς έφτασε το web design να είναι σήμερα τόσο βαρετό, ώστε να έχει την αίσθηση κανείς ότι όλες οι σελίδες μοιάζουν μεταξύ τους.

Ως κύρια αιτία, το άρθρο εντοπίζει την εκτεταμένη χρήση του Bootstrap, μια συλλογή εργαλείων ανοιχτού κώδικα για τη δημιουργία ιστοσελίδων και διαδικτυακών εφαρμογών.

ΠΕΣ ΤΟ ΜΟΥ ΑΡΓΑ ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΩ

Το Wordpress είναι ένα CMS (Σύστημα Διαχείρισης Περιεχομένου), όπως το Drupal (ή τα πιο απλά Joomla, Medium, Squarespace, Blogger, Weebly, Typepad, Tumblr), στο οποίο μπορείς να φτιάξεις το δικό σου blog ή και site. Για να το κάνεις αυτό βασίζεσαι σε κάποιο από τα έτοιμα templates που σου προσφέρει –κάποια είναι δωρεάν και κάποια πιο εξειδικευμένα τα αγοράζεις.

To 2011 η Twitter κυκλοφόρησε τη συλλογή εργαλείων ανοιχτού κώδικα (πρακτικά, δωρεάν λογισμικού) Bootstrap. Καθώς αποδείχτηκε πολύ εύχρηστο και με καλή συμπεριφορά σε φορητές συσκευές, φτιάχτηκαν templates στο Wordpress τα οποία βασίζονταν πάνω του ή αξιοποιούσαν κάποια κομμάτια του.

Κι έτσι το Bootstrap, ένα εργαλείο που επιτρέπει στον καθένα σχεδόν να σχεδιάσει μια ιστοσελίδα αρκετά εύκολα, αξιοποιήθηκε και από το Wordpress που έχει το δικό του πολύ μεγάλο κοινό.

Η πανάκεια του Bootstrap

«Στην ουσία το Bootstrap φτιάχνει πάνω σε μια σελίδα στήλες και γραμμές κι εκεί μπορείς να τακτοποιήσεις το περιεχόμενο του site: πού θα πάει το λογότυπο, που θα πάει το μενού» εξηγεί ο Γιάννης Κωνσταντακόπουλος της porcupine colors. «Είναι πολύ βολικό, ειδικά για ανθρώπους που δεν έχουν το web design “στο αίμα τους”. Δεν χρειάζεται να σπάσει κάποιος το κεφάλι του “ρε γαμώτο, πού να χωρέσει η διαφήμιση” ή “να βρούμε χώρο για το κύριο άρθρο και άλλους τέσσερις για τα επόμενα”.

Για ένα μικρό site, π.χ. μια μικρή ξενοδοχειακή επιχείρηση, μπορείς να ανεβάσεις όλο το design σε 15 ημέρες ή και λιγότερες. Αν είσαι έμπειρος, αγοράζεις με 60 δολάρια ένα θέμα το οποίο έχει επάνω Bootstrap και σε 10 ημέρες το έχεις σηκώσει. Καλά έκανε και εξαπλώθηκε το Bootstrap, είναι καλό εργαλείο. Αλλά ότι φτάσαμε πια σε ένα σημείο που όλα τα sites μοιάζουνε, ναι, ισχύει».

Το Bootstrap σήμερα χρησιμοποιείται σε περισσότερες από 6 εκατομμύρια ιστοσελίδες, ενώ το Wordpress έχει συμβάλει στην κατασκευή σχεδόν 80 εκατομμυρίων ιστοσελίδων, κατέχοντας σήμερα σχεδόν το 1/3 του Διαδικτύου. To Βοοtstrap χρησιμοποιείται και στις ιστοσελίδες μεγάλων εταιρειών και οργανισμών όπως τoυ NBA, της Walmart, του Bloomberg και του Νetflix.

Aυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει και μειονεκτήματα. Ένα από αυτά συνοψίζεται σε αυτό το τουίτ:

Όπως εξηγεί ο Κωνσταντακόπουλος, «σήμερα υπάρχουν εκατοντάδες άλλα εργαλεία παρόμοια με το Bootstrap, τα οποία έχουν μεγαλύτερες ή μικρότερες διαφοροποιήσεις μεταξύ τους». Εναλλακτικές πλατφόρμες για την κατασκευή ιστοσελίδων, είναι το Foundation, το Skeleton, και το Pure.css, το οποίο αποτελεί την απάντηση της Yahoo. Το πρόγραμμα Muse της Adobe, μεταξύ άλλων, βοηθά γραφίστες να στήσουν σελίδες με την ευκολία που στήνουν το layout για π.χ. ένα περιοδικό και να εξάγουν κώδικα στο τέλος χωρίς τη συμβολή προγραμματιστή.

«Με τα χρόνια», εξηγεί ο Γάγγας, «πλατφόρμες όπως το Bootstrap έχουν δημιουργήσει μια δοκιμασμένη πρακτική δίνοντας σε πελάτη, σχεδιαστή και προγραμματιστή ένα σύστημα εμπειρίας το οποίο γνωρίζουν, και πάνω στο οποίο μπορούν εύκολα να συνεννοηθούν και να δουλέψουν». Το Bootstrap αποτελεί μια πολύ καλή βιβλιοθήκη και η διευρυμένη χρήση του μπορεί να αποδοθεί στην εξοικονόμηση χρόνου, καθώς μπορεί να προσφέρει ένα γρήγορο όσο και τίμιο αποτέλεσμα, ενώ προσφέρεται και για τον responsive σχεδιασμό.

Η παντοδύναμη “εμπειρία χρήστη”

Σκύβοντας πάνω από το τραπέζι στο καφέ όπου καθόμαστε, ο Γιάννης Κωνσταντακόπουλος μου εξηγεί πάνω στην οθόνη του κινητού τι σημαίνει Responsive Web Design. Πληκτρολογεί το όνομα μιας επιχείρησης εστίασης, τα γλυκά της οποίας έχει νωρίτερα εκθειάσει. Ωστόσο, όταν φορτώνει η σελίδα, το responsive της δεν έχει την ποιότητα των γλυκών της. «Για να δω πού είναι τα γλυκά» εξηγεί, «πρέπει να πάω πολύ κοντά, να μεγαλώσω την οθόνη. Αυτό δεν είναι σωστό mobile site».

To responsiveness μιας σελίδας, δηλαδή η δυνατότητα της να προσαρμόζεται σε όλες τις οθόνες (κινητού και tablet) είναι μία από τις βασικές παραμέτρους που κρίνουν την επιτυχία της. Τα βραβεία Awwwards για παράδειγμα, βαθμολογούν τα sites ανάλογα με το ντιζάιν, την εμπειρία χρήστη, τη δημιουργικότητα και το περιεχόμενο. Πριν μιλήσουμε για ντιζάιν και δημιουργικότητα, θα πρέπει να έχουμε λύσει το θέμα της εμπειρίας χρήστη.

Όταν μπαίνουμε στους New York Times από το κινητό, παρατηρούμε πως το περιεχόμενο έχει ταξινομηθεί αλλιώς από αυτό που βλέπουμε όταν μπαίνουμε μέσω υπολογιστή, οι στήλες έχουν “τακτοποιηθεί” προκειμένου να μπορεί κανείς να διαβάσει καλύτερα τα άρθρα.

«Παλαιότερα, όσο μεγαλύτερη οθόνη είχε ο υπολογιστής κάποιου, τόσο πιο δυνατή ήταν η εμπειρία του», εξηγεί ο Γάγγας, «όμως σήμερα η εμπειρία σου κρίνεται από το πόση αποδοτικότητα έχει η χρήση σε πολύ μικρές οθόνες». Στο διάστημα Δεκεμβρίου 2013-Δεκεμβρίου 2015, η χρήση του Διαδικτύου από κινητά και tablets αυξήθηκε κατά 78% και 30% αντίστοιχα. Πλέον στις φορητές συσκευές αντιστοιχούν τα 2 από κάθε 3 λεπτά που περνιούνται στο Διαδίκτυο, με τα έξυπνα κινητά να αποτελούν τη συνηθέστερη επιλογή των νεότερων. Σήμερα οι εταιρείες εστιάζουν όλο και περισσότερο στη βελτιστοποίηση της προβολής του περιεχομένου τους στις μικρές οθόνες, κάτι που παλιότερα δύσκολα θα αποτελούσε προτεραιότητα.

Η μετάβαση από τη μεγάλη οθόνη στις μικρές αποτελεί μια διαδικασία που μετασχηματίζει και τις στρατηγικές προτεραιότητες πολλών επαγγελματικών τομέων, όπως π.χ. των Μέσων Επικοινωνίας.

«Τα χρόνια που το Διαδίκτυο ήταν για τον σχεδιαστή-προγραμματιστή μια παιδική χαρά έκφρασης έχουν περάσει» εξηγεί ο Σπύρος Γάγγας. «Πλέον, ένας σχεδιαστής καλείται να σχεδιάσει ένα προϊόν, μια εμπειρία, μια ιστορία και όχι μια εικαστική άποψη πάνω σε αυτά. Εξάλλου, με το web design να έχει εξελιχθεί σε μια σπουδή στη λειτουργικότητα και τη χρηστικότητα, πια και ο ίδιος ο χρήστης εντυπωσιάζεται πολύ περισσότερο με την αποτελεσματικότητα, παρά με την εικαστική έκπληξη». Και η νοσταλγία για τη χαμένη δημιουργικότητα, τη φαντασία, την έκφραση;

«Το web design δεν είναι τέχνη», απαντά ο Κωνσταντακόπουλος. «Η τέχνη απευθύνεται στις αισθήσεις σου. Βλέπεις έναν Ρέμπραντ και λες “τι σκιές έχει βάλει ο άνθρωπος;”. Αλλά το ντιζάιν είναι για να χρησιμοποιείται. Αν αυτή η καρέκλα που καθόμαστε είχε ένα πόδι πιο κοντό, όσο όμορφη κι αν ήταν, θα ήταν κακοσχεδιασμένη. Χρειάζεται η αισθητική, αλλά πρωτίστως είναι η χρήση. Σήμερα, ένας σημαντικός παράγοντας για να σχεδιαστεί μια ιστοσελίδα είναι η εμπειρία του χρήστη, και όχι τόσο ο σχεδιαστικός πειραματισμός».

Υπάρχει το παράδειγμα της ιστοσελίδας της Amazon, η οποία δεν διακρίνεται για την αισθητική της. Πριν μερικά χρόνια ο Τζεφ Μπέζος προσπάθησε να την ανασχεδιάσει, όμως οι χρήστες ξαφνιάστηκαν από την αλλαγή, πλοηγούνταν σε ένα περιβάλλον που δεν τους απέπνεε την οικειότητα στην οποία είχαν συνηθίσει. Η πρωτοβουλία είχε τελικά το αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα που αποτυπώθηκε και στην πτώση των πωλήσεων. Έτσι, αποφασίστηκε οι αλλαγές να γίνονται σταδιακά, ανά μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα, ούτως ώστε οι τροποποιήσεις να είναι ανεπαίσθητες στον επισκέπτη. Γιατί μία ιστοσελίδα πρέπει πρωτίστως να διατηρεί την ταυτότητά της. Κάτι που πολύ αποτελεσματικά καταφέρνει π.χ. η Swiss με τον φιλόδοξο και διαδραστικό σχεδιασμό της σελίδας της. Ή «υπάρχει περίπτωση να μπεις στον Guardian και να μην καταλάβεις πού βρίσκεσαι;», ρωτάει ο Κωνσταντακόπουλος.

Σε δεύτερο επίπεδο, σκοπός είναι και η διευκόλυνση της πλοήγησης του χρήστη για την παροχή της καλύτερης δυνατής εμπειρίας. «Από την στιγμή που ο χρήστης κάνει κλικ και η ζωή του γίνεται δύσκολη, είναι πολύ εύκολο να φύγει από την σελίδα. Μπορεί να καθυστερεί να φορτώσει το site ή να εμφανίζεται το κείμενο, αλλά να αργούν οι εικόνες ή το κείμενο να είναι κρυμμένο πίσω από 37 διαφημίσεις. Όλα αυτά δυσκολεύουν την εμπειρία του χρήστη, ενώ όλα γίνονται και θα έπρεπε να γίνονται για εκείνον».

Οι δυνατότητες που προσφέρουν οι μετρήσεις

Μία πολύ ουσιαστική υποστήριξη για τον αποτελεσματικότερο σχεδιασμό ενός ιστότοπου προσφέρου οι μετρήσεις των δεδομένων σχετικά με τη λειτουργία του. «Υπάρχει πλέον η δυνατότητα να μετρήσεις την αποδοτικότητα, την αντίδραση, ακόμα και τη συμπεριφορά του χρήστη μιας ιστοσελίδας», εξηγεί ο Σπύρος Γάγγας. Με βάση τα ευρήματα, προκύπτει και η αναζήτηση νέων λύσεων για εμπειρίες προσαρμοσμένες στη συσκευή που χρησιμοποιεί και την περίσταση. «Άλλο πράγμα π.χ. θέλει να διαβάσει στο κινητό του το πρωί πηγαίνοντας στη δουλειά, άλλο στον υπολογιστή την ώρα που δουλεύει, άλλο στο κινητό επιστρέφοντας σπίτι και άλλο στο κρεβάτι πριν κοιμηθεί».

«Βλέπεις ότι ο κόσμος που μπαίνει στο site σου από υπολογιστή κάθεται κατά μέσο όρο 2,5 λεπτά στην σελίδα» δίνει ένα παράδειγμα ο Κωνσταντακόπουλος. «Ο χρόνος αυτός μπορεί να φαίνεται κακός, αλλά δεν είναι. Ο κόσμος όμως που μπαίνει στο site μέσω tablet, κάθεται 5,5 λεπτά, υπερδιπλάσιο χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι η έκδοση του tablet είναι πιο βολική στα μάτια του. Άρα, κάτι πρέπει να διορθώσεις για τον χρήστη του υπολογιστή».

Πολύτιμο εργαλείο αποτελεί το A/B testing που αφορά στις δοκιμές που γίνονται πάνω στο περιεχόμενο του site. «Ας πούμε πως υπάρχουν 1.000 επισκέπτες και στους μισούς παρουσιάζεται η μία έκδοση της τάδε σελίδας, ενώ στους υπόλοιπους η ίδια ακριβώς έκδοση, αλλά με ένα κουμπάκι να είναι κίτρινο αντί για μπλε», εξηγεί ο Κωνσταντακόπουλος. «Μετριέται η συμπεριφορά των χρηστών: είναι μεγάλη η διαφορά μεταξύ εκείνων που πάτησαν το μπλε ή το κίτρινο κουμπί; Αν ναι, επιλέγεται το επικρατέστερο».

Στην εμπειρία του, για τους πελάτες η συγκεκριμένη μορφή αξιολόγησης θεωρείται μάλλον πολυτέλεια. «Συνήθως, δεν υπάρχει άνθρωπος να γράψει τον τίτλο, πόσο μάλλον άνθρωπος που θα γράψει δύο τίτλους για να δούμε ποιος λειτουργεί καλύτερα». Κι εκείνοι που το βλέπουν πιο σοβαρά, συχνά δεν έχουν χρήματα. Για τον Γάγγα, «λίγοι πελάτες έχουν τη θέληση, αλλά και το ανάλογο τμήμα marketing που γνωρίζει και θα μπει σε μια τέτοια διαδικασία. Τα περισσότερα τέτοια τμήματα περιορίζονται στις πωλήσεις banners».

Ο Κωνσταντακόπουλος μιλάει για τα personas, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κοινού, στο οποίο απευθύνεται κάθε ιστοσελίδα. «Έξω το αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρά αυτό το κομμάτι. Λένε, φτιάχνω ένα site για μια ταινία περιπέτειας. Το κοινό μου είναι πιτσιρικάδες και νέοι έως 22 ετών. Τι χαρακτηριστικά έχουν; Έχουν π.χ. εύκολη διάσπαση, δεν μπορούν να μείνουν πολλή ώρα συγκεντρωμένοι, εντυπωσιάζονται από φωτεινά χρώματα, και τον ζητάνε τον εντυπωσιασμό». Κατασκευάζοντας την ιστοσελίδα με βάση αυτά τα κριτήρια, το τελικό αποτέλεσμα είναι πολύ πιο ολοκληρωμένο.

«Δες αυτό το site και κάνε μου το ίδιο»

Στην πλειοψηφία τους, οι Έλληνες πελάτες δεν επιζητούν τόσο το διαφορετικό, όσο το γρήγορο και το σίγουρο. Σύμφωνα με τον Σπύρο Γάγγα «αυτό που επικρατεί, ευτυχώς λιγότερο από παλιότερα, είναι το “δες αυτό το site και κάνε μου το ίδιο”. Ωστόσο, όλο και περισσότεροι πελάτες είναι εξοικειωμένοι με το Διαδίκτυο και σε θέση να κατανοήσουν τη διαφορά ανάμεσα στη χρήση μιας καλά εφαρμοσμένης πρακτικής και την απλή αντιγραφή. Σε γενικές γραμμές, τόσο ο πελάτης όσο και ο σχεδιαστής έχουν εξελιχθεί σε σχέση με το παρελθόν».

Ο Κωνσταντακόπουλος επισημαίνει την “ανόητη πίεση”: «Όλοι θέλουν να βγει γρήγορα το site τους, αλλά δεν ξέρουν γιατί. Είσαι ξενοδοχείο στη Σαντορίνη, ξέρεις ότι θα έχεις κόσμο από Ιούνιο έως Σεπτέμβρη. Είναι Οκτώβρης της προηγούμενης χρονιάς. Γιατί επιμένεις ότι θέλεις το site έτοιμο τον Δεκέμβριο; Γιατί τότε; Δεν μπορείς να απαντήσεις, αλλά το θέλεις τότε. Σου εξηγώ ότι αν το πάμε Φεβρουάριο, θα έχεις πολλαπλά οφέλη. Θα σου έχω βελτιστοποιήσει τον κώδικα, θα κατεβαίνει καλύτερα το site, θα έχεις χρόνο να βγάλεις καλύτερες φωτογραφίες, να δουλέψεις τα κείμενά σου. Όχι, το θέλεις Δεκέμβριο. Θα το έχεις, λοιπόν, το Δεκέμβριο».

Το μέλλον

Οι αλλαγές και οι τάσεις, πάντως, προκύπτουν συνήθως μετά από μεμονωμένες εφαρμογές που συνήθως γίνονται από τους μεγάλους οργανισμούς. Στο κομμάτι της αφήγησης, ο Γάγγας εξηγεί ότι όλα άλλαξαν με το longform άρθρο Snow Fall του 2013 των New York Times που εξιστορούσε την περιπέτεια μιας παρέας σκιέρ σε μια χιονοστιβάδα τo 2012 στην Ουάσιγκτον.

Eίχε εκπληκτικά βίντεο, κινούμενα γραφιστικά και slideshows. Kέρδισε Peabody και ο δημοσιογράφος Pulitzer.

«Για αυτό το άρθρο δημιούργησαν ένα ολόκληρο toolkit στο Wordpress, με το οποίο μπορεί κανείς πολύ εύκολα να δημιουργήσει αντίστοιχα άρθρα. Μια δουλειά έξι μηνών, μπορεί πλέον να γίνει σε 3 ημέρες», λέει ο Γάγγας.

To Wordpress plugin Snowball και πολλά ακόμη templates είναι εμπνευσμένα από αυτό το άρθρο.

Οι New York Times σταθερά έχουν άρθρα με ευρηματική αφήγηση, όπως ένα για έναν πρωταθλητή σκιέρ σλάλομ που σε κάνει να πάθεις ζαλάδα;

Το παράδειγμα τους ακολούθησαν κι άλλοι: Tο διαδραστικό ρεπορτάζ του CNN για μια ενέδρα του ΙSIS στη μάχη της Μοσούλης αποτελεί εντυπωσιακό και καινοτόμο τρόπο αφήγησης. Ένα καλοδουλεμένο άρθρο των Tampa Bay Times σου επιτρέπει πολύ έξυπνα να συγκρίνεις τα γραφικά στο μαύρο φόντο. H World Street Journal έδειξε πώς μπορείς να χειριστείς τα data.

Πολλές φορές η ιστορία είναι interactive, όπως στο άρθρο «What is code?» του Bloomberg.

Yπάρχουν πια πολλά εργαλεία για να πεις μια ιστορία με mutlimedia. Το BBC και η Guardian χρησιμοποιούν το Shorthand, η Deutsche Welle και το France24 το Klynt, η ολλανδική εφημερίδα de Volkskrant το Scrollytelling (βραβείο καλύτερου ονόματος).

Όμως υπάρχουν και δωρεάν πλατφόρμες για freelancers, όπως το Creative του Atavist. Το Aesop Story Engine είναι ένα δωρεάν plugin για το Wordpress που προσφέρει και 13 θέματα προς 120 δολάρια το ένα: το Novella για γοητευτική αφήγηση, το Kerouac μάλλον για φωτογράφους, το Andersen για μπλόγκερς κ.ά.

Κατά γενική ομολογία οι Έλληνες σχεδιαστές δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από τους συναδέλφους τους του εξωτερικού. Ο Κωνσταντακόπουλος, έχοντας συμμετάσχει στην κριτική επιτροπή των βραβείων ΕΒΓΕ 2016, επισημαίνει την εξαιρετική δουλειά που έχει γίνει σε ιστοσελίδες όπως του Αρκτούρου (Netvolution/Isobar), του ΠΑΟΚ (Stonewave/Δημήτρης Παπάζογλου), της ταινίας Worlds Apart (Kommigraphics/Lab21) του Παπακαλιάτη.

Είναι αβέβαιο το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στο μέλλον και το τι ανησυχίες ή εκρήξεις νοσταλγίας θα διαβάζουμε στα άρθρα τα επόμενα χρόνια. Το Διαδίκτυο, όπως σχολιάζει ο Σπύρος Γάγγας, «είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται μαζί μας καθημερινά και προσαρμόζεται στις ανάγκες μας. Μπορει να μην είναι τόσο δημιουργικό όσο παλιά, αλλά δεν είναι βαρετό».

Γεννήθηκε το 1992. Σπούδασε Επικοινωνία και Πολιτισμό στο Πάντειο, όπου συνέχισε με μεταπτυχιακό στις Σπουδές Φύλου και την Ανθρωπολογία. Έχει εργαστεί στην ελληνική έκδοση της The Huffington Post και το Κανάλι Ένα 90,4 FM. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα Μέσα.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus
1

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.