Τα βιβλία του 2020

Σε μια χρονιά που στραφήκαμε στις στοίβες με τα αδιάβαστα, τα νέα βιβλία που επιλέξαμε ήταν non fiction, μυθιστορήματα με κοινωνικό μήνυμα και κάποια βιβλία escapism.
Χρόνος ανάγνωσης: 
31
'

Mαζί με τη λίστα με τα 100 βιβλία του 2020 κατά τους New York Times και τα 10 καλύτερα κατά τους βιβλιοκριτικούς τους, του New Yorker, του Guardian, αυτά που προτείνουν στον Guardian συγγραφείς, της Washington Post, του BuzzFeed, του Esquire, του Vulture, του FiveBooks, του Publishers Weekly, του Literary Hub, του !ndigo, του Slate, του BBC, του Book Riot, του Oprah, του Town & Country, τους φιναλίστ για το National Book Award σε επιμέλεια του Vox, του TechCrunch, τα 10 καλύτερα της Wall Street Journal, των Financial Times, του Bloomberg, τα βραβεία του GoodReads, τα 10 καλύτερα μυθιστορήματα κατά το ΤΙΜΕ, τα καλύτερα για μουσική κατά το Rolling Stone, τα καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα κατά το CrimeReads, τα 10 καλύτερα ιστορικά κατά το Smithsonian, τα καλύτερα non fiction του Kirkus Reviews και τα 100 λογοτεχνικά της χρονιάς του Book Press, αυτά είναι όσα επιλέγουν οι συνεργάτες του inside story.

Δημήτρης Αναστασόπουλος

Στίβεν Κινγκ, Το Κοράκι, μετ. Αντώνης Καλοκύρης, Κλειδάριθμος

Ένας άγνωστος ιός ξεφεύγει από μία μυστική στρατιωτική βάση και σαρώνει την Αμερική. Ο ιός προσβάλλει το αναπνευστικό σύστημα, είναι εξαιρετικά μεταδοτικός και θανατηφόρος, ο πληθυσμός εξολοθρεύεται κι απομένουν ελάχιστοι επιζώντες, περίπου το 1% που εμφανίζουν ανοσία. Ο Στίβεν Κινγκ ξεμπερδεύει με τη πανδημία και την εξέλιξη της μέσα στις πρώτες σελίδες. Ο ιός είναι το ορεκτικό αφού το κυρίως γεύμα είναι ο τρόπος με τον οποίον οι επιζώντες θα διαχειριστούν την ανέλπιστη τύχη τους. Τι είδους κοινωνία βασισμένη στην αυτοδιαχείριση θα μπορέσουν να φτιάξουν χωρίς να διαθέτουν την απαραίτητη εκπαίδευση και την ειδίκευση.

Αλλά επειδή είναι ο Κινγκ, αρέσκεται περισσότερο στη πρόκληση του τρόμου παρά στα φιλοσοφικά ερωτήματα. Οπότε στήνει τη δική του εκδοχή μιας αλλόκοτης μεταποκαλυπτικής μάχης ανάμεσα στο καλό και το κακό. Μία ηλικιωμένη μαύρη που παίζει γκόσπελ με τη κιθάρα της συγκεντρώνει γύρω της όσους θέλουν να οικοδομήσουν μία δημοκρατική κοινότητα. Ένας γεννημένος τυχοδιώκτης μαζεύει ένα συρφετό από εγκληματίες και παρανοϊκούς, τους οποίους γοητεύει η απόλαυση της καταστροφής. Η αναπόφευκτη σύγκρουση τους θα κρίνει και την τύχη των επιζώντων.

Ο Κινγκ έγραψε το Κοράκι, αυτό το ογκώδες, κάπου 1.400 σελίδες μυθιστόρημα, το 1979, βασισμένος στις φήμες που υπέβοσκαν για την ύπαρξη μυστικών βιολογικών όπλων στα εργαστήρια του αμερικάνικου στρατού. Δεν τον ενδιέφερε τόσο η ασθένεια όσο οι αλλαγές που θα επέφερε στη κοινωνική οργάνωση. Αν ο Καμί έγραψε τη Πανούκλα για να μιλήσει για τη λαίλαπα του ναζισμού που σάρωσε την Ευρώπη, ο Κινγκ συνέθεσε το πολύπλοκο κολάζ του τρόμου για να διηγηθεί το τέλος των απελευθερωτικών οραμάτων του ’60. Και για να προειδοποιήσει για τον ερχομό ενός νέου, πολύ πιο ύπουλου, ολοκληρωτισμού.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Μαριλένα Αστραπέλλου

Τζόναθαν Κόου, Ο κύριος Γουάιλντερ κι εγώ, μετ. Άλκηστις Τριμπέρη, Πόλις

Άλλη μια καραντίνα μας βρίσκει με περισσότερο χρόνο για ξόδεμα και πρέπει να ομολογήσω ότι παρόλο που εξακολουθώ να διαβάζω βιβλία, όταν η ώρα προχωράει οι πλατφόρμες με κατάληξη παντός είδους -flix κερδίζουν την προσοχή μου και τον χρόνο μου. Το τελευταίο βιβλίο του Τζόναθαν Κόου με έβγαλε από τη συνήθεια των τελευταίων εβδομάδων. Χωρίς να είναι το καλύτερο βιβλίο του πολύ αγαπημένου μου Βρετανού συγγραφέα, δεν παύει να είναι ένα γλυκά εθιστικό ανάγνωσμα το οποίο καθόλου τυχαία θυμίζει ταινία. Όχι επειδή εστιάζει στην ιστορία ενός από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ και τις δυσκολίες της χρηματοδότησης της προτελευταίας του ταινίας Φεντόρα (1978), αλλά επειδή είναι γραμμένο έτσι ώστε όντως να θυμίζει σενάριο – και γιατί όχι να γυριστεί και σε ταινία. Έχει τα locations με τη δράση έτοιμα, έχει και ένα μικρότερο σενάριο μέσα στο μεγαλύτερο που είναι το βιβλίο, στο οποίο ο Αυστροεβραίος σκηνοθέτης (Βίλντερ, κανονικά, όχι Γουάιλντερ) περιγράφει τη λιγότερο γνωστή πτυχή στη ζωή του, την απόδρασή του από τη Γερμανία του Χίτλερ το 1933 και τον χαμό συγγενών του, όπως της μητέρας του, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί.

Το βασικότερο βέβαια είναι ότι το συγκεκριμένο βιβλίο προσφέρει μια ωραία διαφυγή από την πραγματικότητα καθώς ακολουθείς την ελληνικής καταγωγής κεντρική ηρωίδα του, την Καλλιστώ, στα ταξίδια γνωριμίας της με τον Μπίλι Ουάιλντερ, τη σύζυγό του και τον σταθερό συνεργάτη του σεναριογράφο Ι.Α.Λ Ντάιαμοντ σε Αμερική, Γερμανία, Γαλλία και Ελλάδα και μαθαίνεις πόσο δύσκολο ήταν γι’ αυτόν τον μεγάλο σκηνοθέτη ταινιών όπως Μερικοί το προτιμούν καυτό ή Η γκαρσονιέρα να πείσει τα στούντιο του Χόλιγουντ να χρηματοδοτήσουν τη Φεντόρα του, την απέλπιδα προσπάθειά του να συνεχίσει τον κινηματογράφο χαρακτήρων σε μια εποχή όπου σάρωναν τα ταμεία ταινίες όπως Τα σαγόνια του καρχαρία. Η συγκεκριμένη ταινία εξηγεί και την παρουσία της Ελλάδας στην πλοκή, καθώς ο Γουάιλντερ είχε κάνει γυρίσματα για τη Φεντόρα στην Κέρκυρα, τη Λευκάδα και τη Μαδουρή. Όπως και να το κάνεις, είναι ένα μικρό «τυράκι» για εμάς τους Έλληνες αναγνώστες – έστω κι αν δεν ήταν αυτή η πρόθεση του συγγραφέα, να κολακέψσει το ελληνικό κοινό που του δείχνει σταθερά την αδυναμία του.

Γιώργος Βλαβιανός

Τζάρεντ Ντάιαμοντ, Έθνη σε αναταραχή: Πώς αντιμετώπισαν την πιο κρίσιμη περίοδο στην ιστορία τους, μετ. Ρηγούλα Γεωργιάδου, Διόπτρα

Τον Τζάρεντ Ντάιαμοντ το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον γνώρισε από τα περίφημα Κατάρρευση και Όπλα, Μικρόβια κι Ατσάλι. Φέτος διαβάσαμε με ενδιαφέρον τη νέα δουλειά του καθηγητή του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, ένα βιβλίο που έχει πολλά να μας διδάξει. Στα Έθνη σε αναταραχή ο Ντάιαμοντ μας γνωρίζει έθνη-κράτη που έζησαν σοβαρότατες κρίσεις στη σύγχρονη ιστορία τους και τις αντιμετώπισαν – με διαφορετικό τρόπο το καθένα, με βάση τα ήθη, τα έθιμα, το πολιτιστικό υπόβαθρο τους και πολλές θυσίες, όμως τις αντιμετώπισαν.

Στην Ελλάδα ακούστηκε εφέτος ο όρος «φινλανδοποίηση». Διαβάζοντας τον Ντάιαμοντ μαθαίνουμε με ποιο τρόπο μία μικρή χώρα, με πληθυσμό μικρότερο της Ελλάδας, αντιμετώπισε την εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης τις παραμονές και κατά τη διάρκεια του B’ Παγκοσμίου Πολέμου, ποιες ήταν οι θυσίες που αναγκάστηκε να κάνει και πώς εξαναγκάστηκε με το τέλος του πολέμου να προβεί σε λύσεις που θα φαίνονταν αδύνατες σε άλλα έθνη… Ή εντυπωσιαζόμαστε διαβάζοντας για τον μετασχηματισμό της Ιαπωνίας από κράτος φεουδαρχικό με ιδιωτικό στρατό, τους σαμουράι με τα ξίφη τους, σε σύγχρονο δυτικό κράτος μέσα σε μόλις μία εικοσαετία.

Ο Ντάιαμοντ έχει ζήσει σε πέντε από τις επτά χώρες που εξετάζει (Χιλή, Ινδονησία, Γερμανία, Αυστραλία, ΗΠΑ) ενώ μιλά όλες τις γλώσσες εκτός από γιαπωνέζικα. Με τη βαθιά του γνώση, εξηγεί και την ψυχολογική διάσταση της αντιμετώπισης μιας δύσκολη περιόδου από τα έθνη, ουσιαστικά με τον ίδιο τρόπο που ένα άτομο ξεπερνά μία προσωπική κρίση: εντοπίζοντας το πρόβλημα, κατανοώντας την ευθύνη του ιδίου και της κοινωνίας στην οποία ζει, ζητώντας βοήθεια από φίλους και συμμάχους (την οποία μπορεί να μη βρει τελικά, όπως έτυχε στη Φινλανδία) ή ακολουθώντας το παράδειγμα ανθρώπων που πέρασαν αντίστοιχες κρίσεις.

Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο με ευρύτατο πεδίο εφαρμογής. Πραγματικά θα το πρότεινα σε κάθε Έλληνα πολιτικό, κυρίως, αλλά και στους διπλωμάτες και τέλος πάντων σε εκείνους που ασχολούνται με τα κοινά ή θέλουν να έχουν άποψη για τα πράγματα. Μόνον η ιστορία και η βαθιά της γνώση μπορεί να μας βοηθήσει να ξεφύγουμε ακόμη και από τη σημερινή κρίση.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Αλεξάνδρα Γκίτση

Σόρεν Σβάιστραπ, Ο καστανάνθρωπος, μετ. Βαγγέλης Γιαννίσης, Διόπτρα

«Σε κάθε αιματοβαμμένο τόπο εγκλήματος αφήνει την «κάρτα» του: έναν καστανάνθρωπο, μια χειροποίητη κούκλα φτιαγμένη από σπίρτα και δύο κάστανα. Εξετάζοντας τις κούκλες, η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών βρίσκεται μπροστά σε μια συγκλονιστική ανακάλυψη: ένα αποτύπωμα το οποίο ανήκει σε ένα κορίτσι, την κόρη μιας υπουργού, που είχε απαχθεί και δολοφονηθεί έναν χρόνο πριν. Τραγική σύμπτωση ή κάτι πολύ πιο διεστραμμένο;»

Το ξεχώρισα γιατί είναι αστυνομικό, κατηγορία που μου αρέσει και γιατί «γυρίστηκε» στην Κοπεγχάγη, μία από τις ομορφότερες πρωτεύουσες της Ευρώπης. Ένα θρίλερ ατμοσφαιρικό, με ταχύτατη πλοκή που σε καθηλώνει. Και όπως λέει και το Library Journal, «ο Σβάιστραπ δημιουργεί μια τόσο λεπτομερή και σφιχτοδεμένη πλοκή, που ακόμα και ο πιο έμπειρος αναγνώστης αστυνομικού δεν θα μπορέσει να μαντέψει το τέλος».

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη

Μπερναντίν Εβαρίστο, Κορίτσι, Γυναίκα, Άλλο, μετ. Ρένα Χατχούτ, Gutenberg

Στο λόκνταουν θες εξόδους κινδύνου για το μυαλό, προς μνήμες καθησυχαστικές: όχι απαραιτήτως όμορφες, μα μνήμες που σου υπενθυμίζουν ότι όλα θα πάνε τελικά καλά.

Αυτές είναι οι μνήμες που έχω από τα φοιτητικά μου χρόνια στην Αγγλία όταν –παρόλες τις δυσκολίες της οικονομικής στένωσης, του αποχωρισμού από τα οικεία πρόσωπα, της ενασχόλησης με κάτι τόσο περίπλοκο όσο η φιλοσοφία σε μια γλώσσα που δε μου ήταν μητρική και της αγωνιώδους αναζήτησης ταυτότητας και αποδοχής– κατέληξα να κατακτήσω (με πολύ κόπο και πόνο, να λέγεται) το πτυχίο μου, την απόλαυσης της μοναξιάς μου και τη χαρά της αποδοχής της σεξουαλικότητάς μου, πρωτίστως από εμένα και δευτερευόντως από τους άλλους.
Αυτά ακριβώς τα χρόνια μού θύμισε το Κορίτσι, Γυναίκα, Άλλο της Μπερναρντίν Εβαρίστο, ένα βιβλίο που φεύγει νεράκι για όσους υποψιάζονται ότι η ταυτότητα των ανθρώπων (φύλου, σεξουαλική, φυλετική, εργασιακή) είναι κάτι το ρευστό, που κατακτιέται με πείσμα κι επιμονή, αλλά είναι ένα τεράστιο χαστούκι και ξύπνημα στην πραγματικότητα για όσους δεν έχουν καν υποψιαστεί ότι τέτοια θέματα βράζουν μέσα στους γύρω τους, ιδιωτικώς και δημοσίως.

Οι χαρακτήρες της Εβαρίστο δε χωράνε σε κουτάκια: γυναίκες που θυμίζουν τις ριζοσπαστικές μαχήτριες από τα κόμικς της Alison Bechdel Dykes To Watch Out For· κορίτσια αφρο-καραϊβικής καταγωγής που θέλουν ν’ αναδειχθούν μέσα από τους μηχανισμούς της λευκής πατριαρχίας· γυναίκες αυταρχικές που συμπεριφέρονται σε άλλες γυναίκες χειρότερα από άνδρες· γυναίκες φιλήδονες που, ακόμα και σε περασμένη τρίτη ηλικία (τέταρτη ίσως;) φαντασιώνονται σεξουαλικές απολαύσεις με τον σύζυγο της κόρης τους· γυναίκες ντροπαλές, γυναίκες δυναμικές, γυναίκες επαναστάτριες, γυναίκες τρανς που είναι non-binary, γυναίκες Μουσουλμάνες, γυναίκες Νιγηριανές, γυναίκες δασκάλες, γυναίκες τραπεζίτες – και άνδρες: στρέιτ, γκέι, λευκοί, μαύροι, καλοί, κακοί, μα πάνω απ’ όλα περίπλοκοι. Το μωσαϊκό της Εβαρίστο μιλάει για την καταπληκτική πανσπερμία του Ηνωμένου Βασιλείου, μιας χώρας που παίζει με τους δικούς της κανόνες κι εν τέλει διαμορφώνει πρωτοποριακές συνειδήσεις ―φτάνει να την αφήσεις να το κάνει. Ένα κεφάτο, πληθωρικό, πολυφωνικό μυθιστόρημα για να διαλύσει τη μαυρίλα και την απομόνωση του λόκνταουν.

Γιάννης Γορανίτης

Μισέλ Φάις, Η ερευνήτρια, Πατάκης

Με την Ερευνήτρια ο Μισέλ Φάις επιστρέφει σε ένα οικείο αφηγηματικό τερέν: Αυτό που ο ίδιος έχει περιγράψει ως «αυτοπροσωπογραφία του άλλου». Ο Φάις διαχρονικά, σε όλα τα μυθιστορήματα, τις νουβέλες, τα διηγήματα και τα θεατρικά του, ακόμη και στις φωτογραφίες του, σκύβει με συνέπεια και πείσμα ερευνητή πάνω από τους ήρωες του.

Το ίδιο πράττει και στο νέο του μυθιστόρημα, στρέφοντας το «ερευνητικό» ενδιαφέρον του στο ομολογημένο συγγραφικό του τοτέμ: τον Φραντς Κάφκα. Ο Κάφκα μπαίνει κάτω από το πολυπρισματικό μικροσκόπιο του Φάις, όπως στο παρελθόν μπήκε ο Τζούλιο Καΐμη (Το μέλι και η στάχτη του Θεού) και ο Βιζυηνός (Ελληνική αϋπνία). Δεν πρόκειται βέβαια για μια τυπική βιογραφία, αλλά για το απόσταγμα μιας πολυετούς και κοπιώδους μελέτης που διήρκεσε δεκαετίες. Δοκιμάζοντας τα όρια της φόρμας, και εναλλάσσοντας στην αφηγηματική του παλέτα τον επιστολικό λόγο, την ημερολογιακή γραφή, τις σημειώσεις, ο συγγραφέας επιτρέπει στον αναγνώστη να ρίξει μια λοξή αλλά διαφωτιστική ματιά στον βίο και το έργο του Τσεχοεβραίου. Κρίνοντας από τη δική μου αναγνωστική εμπειρία, πιθανολογώ ότι οι περισσότεροι κλείνοντας την Ερευνήτρια θα επανέλθουν στα έργα του Κάφκα. Ίσως μάλιστα να τα ξαναδιαβάσουν υπό άλλο πρίσμα, με άλλο βλέμμα – το λοξό που λέγαμε.

Πιθανολογώ επίσης ότι οι, αρμοδιότεροι εμού, κριτικοί λογοτεχνίας θα χαρακτηρίσουν την Ερευνήτρια ως το πιο ώριμο έργο του εμβληματικού συγγραφέα. Και μάλλον έτσι είναι. Εγώ όμως το προσλαμβάνω ως το πιο προσωπικό και εξομολογητικό έργο του. Γιατί εκτός από το ερευνητικό μικροσκόπιο επιστρατεύει και τον καθρέφτη, ή μάλλον το είδωλο (με τη διττή έννοια της λέξης). Σε αυτόν άλλωστε καθρεφτίζεται τόσο ο ίδιος ο συγγραφέας, όσο και ο αναγνώστης του, ακόμη κι αν δεν μπορούσε καν να το διανοηθεί προτού ξεκινήσει την ανάγνωση. Όπως άλλωστε είχε πει κάποτε ο Κάφκα, «πολλά βιβλία μοιάζουν με κλειδί για άγνωστους θαλάμους μέσα στο κάστρο του εαυτού μας». Η Ερευνήτρια είναι ένα από τα κλειδιά αυτά.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Νασίμ Νίκολας Ταλέμπ, Τι φοβάσαι να χάσεις, μετ. Δάφνη Παπαδούδη, Κλειδάριθμος

Ένας από τους πλέον τολμηρούς, ριζοσπαστικούς και μάλλον αμφιλεγόμενους διανοητές της εποχής μας, επιστρέφει με ένα τολμηρό, ριζοσπαστικό και μάλλον αμφιλεγόμενο βιβλίο. Ο ελληνορθόδοξος Λιβανέζος που ζει μόνιμα στη Νέα Υόρκη εκθέτει για ακόμη μια φορά τον πλούτο των ιδεών του αναφορικά με το ζήτημα της του προσωπικού διακυβεύματος (ελληνική απόδοση του «skin in the game») σε όλες τις πτυχές της ζωής μας. Πυκνογραμμένο και αναλυτικό, το νέο του πόνημα με τίτλο Τι φοβάσαι να χάσεις: Ρίσκα και ασυμμετρίες στην κανονική ζωή αποδεικνύεται πιο προσιτό απ’ ό,τι ενδεχομένως θεωρεί ο μέσος αναγνώστης. O Ταλέμπ, κατά την προσφιλή του τακτική, προκαλεί τον αναγνώστη, αλλά δεν τον τρομάζει.

Είναι πολλοί, αναρίθμητοι οι συλλογισμοί που ξεχωρίζουν από αυτό το βιβλίο. Στο κεφάλαιο, για παράδειγμα, με τίτλο «Οι ήρωες δεν ήταν βιβλιοφάγοι», ο Ταλέμπ προτείνει: «Αν θέλετε να μελετήσετε κλασικές αξίες, όπως το θάρρος, μην ανατρέξετε οπωσδήποτε στους κλασικιστές […] Γιατί η μελέτη του θάρρους από ακαδημαϊκά συγγράμματα κάνει κάποιον τόσο θαρραλέο όσο τον κάνει μοσχάρι η κατανάλωση μοσχαρίσιου κρέατος».

Εξάλλου, είναι ουκ ολίγες οι καινοφανείς έννοιες που (επιχειρεί να) εισάγει. Για παράδειγμα, η «μετριοχώρα» (η διαδικασία όπου επικρατούν οι μέτριοι, με ελάχιστες ακραίες επιτυχίες ή αποτυχίες – π.χ. το εισόδημα ενός οδοντίατρου) ή η «εξτρεμοχώρα» (η διαδικασία όπου μια μεμονωμένη παρατήρηση μπορεί πιθανώς να έχει σημαντικό αντίκτυπο στο σύνολο – π.χ. το εισόδημα ενός συγγραφέα). Εκτίμησα επίσης τον «χρυσό κανόνα» του Ταλέμπ (ή συμμετρία), ο οποίος έγκειται στο να φέρεστε στους άλλους όπως θέλετε να σας φέρονται, αλλά και τον «αργυρό κανόνα»: μη φέρεστε όπως δεν θέλετε να σας φέρονται. Κλείνοντας κανείς το βιβλίο του, θα μπορούσε να αποφανθεί ότι ο συγγραφέας τους τηρεί αμφότερους. Κι αυτό αν μη τι άλλο συνοψίζει την «πλάνη της πράσινης ξυλείας», αλλά για να κατανοήσετε αυτή την έννοια θα πρέπει να διαβάσετε το βιβλίο.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Μαρία Θερμού

Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα, Μπάιρον, μετ. Δήμητρα Δότση, Αιώρα

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, με την ιταλική αριστοκρατία να αριθμεί πλέον ελάχιστους εκπροσώπους ως «δείγματα» ενός κόσμου που είχε τελειώσει προ πολλού, ένας γνήσιος πρίγκιπας, που τιμά μ’ έναν ιδιαίτερο αλλά πάντα αυθεντικό τρόπο τον τίτλο του, αποφασίζει να ασχοληθεί με έναν άλλο αριστοκράτη, παλαιότερο κατά ενάμιση αιώνα. Ο Σικελός Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα ή αλλιώς 12ος Δούκας της Πάλμα και 11ος πρίγκιπας της Λαμπεντούζα (ακολουθούν και άλλοι τίτλοι), παθιασμένος αναγνώστης αλλά και μελετητής της αγγλικής και γαλλικής λογοτεχνίας, κριτικός και δοκιμιογράφος, οργανώνει διαλέξεις για εκλεκτό κοινό. Μία από αυτές αναφέρεται σε ένα από τα πλέον γοητευτικά πρόσωπα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Τον Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον, απόγονο του βασιλιά Εδουάρδου Γ’ από την πλευρά της μητέρας του και κληρονόμο, από τον αδελφό του παππού του, του τίτλου του 6ου Βαρόνου Μπάιρον.

Άγνωστο αν αυτή η «συγγένεια» των τίτλων έσπρωξε τον Λαμπεντούζα να σκύψει πάνω από τον Άγγλο ποιητή που ενσάρκωσε τον ρομαντισμό του 19ου αιώνα και δημιούργησε ένα ολόκληρο κίνημα στη λογοτεχνία, τον «βυρωνισμό», το σίγουρο όμως είναι ότι σ’ αυτή τη μικρή –από πλευράς έκτασης– βιογραφία του Μπάιρον έχει ένα στόχο. Να αναζητήσει τον ποιητή πίσω από την ταραχώδη ζωή, που τον έκανε διάσημο ήδη από τα νεανικά του χρόνια.

Γιατί, αν για τους Έλληνες ο λόρδος Βύρωνας έχει περάσει στην Ιστορία μας ως ενθουσιώδης φιλέλληνας, που έδωσε και τη ζωή του για την Επανάσταση, μια μυθοποιημένη μορφή που παρελαύνει μαζί με τους άλλους αγωνιστές του ’21, για όλους τους άλλους, τι ήταν;

Αυτό ανιχνεύει ο Λαμπεντούζα μέσα από το κείμενο, ψάχνοντας τις απαρχές της διαμόρφωσης της προσωπικότητας του Μπάιρον στους προβληματικούς συγγενείς, στα παιδικά του χρόνια, στο εκ γενετής ελάττωμα του ποδιού του, αλλά ταυτόχρονα τη θαυμαστή ομορφιά του και την εξαιρετική ευφυΐα του, και αργότερα στον ατίθασο, προκλητικό, τυχοδιωκτικό χαρακτήρα του, στο πάθος του να γευτεί τη ζωή μέσα από τις επαναστάσεις και τον έρωτα (νόμιμο ή παράνομο χωρίς διάκριση, του ομοφυλοφιλικού μη αποκλειόμενου). Ένας «καταραμένος» ποιητής εν τέλει ήταν ο Μπάιρον, που δημιούργησε όμως στη σύντομη ζωή του, σπουδαίο έργο. Με τον Δον Ζουάν (αν και μη ολοκληρωμένο λόγω του θανάτου του) και το Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ, εμπνευσμένο από την πρώτη μεγάλη περιπέτειά του στην Ανατολή, το περίφημο Grand Tour των ευγενών της εποχής του, να θεωρούνται τα καλύτερα και από τον Λαμπεντούζα.

Ο ίδιος κάνει μία πολύ ελκυστική προσέγγιση στον Μπάιρον και το αποτέλεσμα φθάνει ως εμάς σήμερα σαν μια συνάντηση δύο μεγάλων μορφών της λογοτεχνίας. Τηρουμένων των αποστάσεων και των αναλογιών βέβαια, αλλά με την ίδια γοητεία, αν ανατρέξει κανείς στον περίφημο Γατόπαρδο του Ιταλού συγγραφέα, με τον δικό του ήρωα να ζει στο μεταίχμιο δύο κόσμων, της γερασμένης αριστοκρατίας και της νέας αστικής τάξης... Είναι περίεργο πάντως που αυτό το έργο του Λαμπεντούζα μεταφράζεται τώρα για πρώτη φορά στα ελληνικά, παρά το υποτιθέμενο ενδιαφέρον για ό,τι αφορά τον Μπάιρον. Ίσως μία απάντηση μπορεί να βρίσκεται στο γεγονός ότι και το έργο του Μπάιρον δεν έχει τύχει, πλην ελαχίστου, σύγχρονης μετάφρασης.

Tατιάνα Καραπαναγιώτη

Ντάνιελ Σνάιντερμαν, Βερολίνο, 1933. Η στάση του διεθνούς Τύπου μπροστά στον Χίτλερ, μετ. Γιώργος Καράμπελας, Πόλις

Έχουμε κάνει ατέλειωτες συζητήσεις για τον πολιτισμό και τα απολυταρχικά καθεστώτα, για την τέχνη και τη χιτλερική Γερμανία. Αυτό που ελάχιστα έχουμε συζητήσει είναι ο ρόλος των δημοσιογράφων του 1930. Στη Γερμανία τότε ήταν διαπιστευμένοι 200 δημοσιογράφοι από όλες τις χώρες. Για να παράξουν είδηση και ρεπορτάζ μιλάνε με όλους τους πολίτες και εφόσον το αντικείμενο τους είναι η εξουσία συνομιλούν και μ’ αυτήν. Από το 1933 έως το 1941 καταγράφουν, μαθαίνουν πολλά, γράφουν λιγότερα. Ίσως είναι η οικειότητα του αντικειμένου έχοντας μεγαλώσει ανάμεσα σε δημοσιογράφους, ίσως και η συναρπαστική εποχή με την οποία καταπιάνεται και καταγράφει με έναν αλλιώτικο τρόπο, που με έκανε να ξεχωρίσω αυτή τη ζωντανή έρευνα που μας ταξιδεύει στην εποχή του Μεσοπολέμου μέσα από δρόμους που ακολούθησαν δημοσιογράφοι. Άλλοι με ακεραιότητας, άλλοι με έντονο το αίσθημα της διορατικότητας. Και άλλοι με το όπλο κάθε δημοσιογράφου: την ανεξαρτησία.

Τζόναθαν Κόου, Ο κύριος Γουάιλντερ κι εγώ, μετ. Άλκηστις Τριμπέρη, Πόλις

Ως εικονογράφος τα χρόνια μου στο Λονδίνο, ένας από τους πρώτους συγγραφείς που μου ανατέθηκε εξώφυλλο του ήταν ο Τζόναθαν Κόου. Δουλειά μου ήταν να διαβάσω το βιβλίο και να σκεφτώ μια εικόνα (φωτογραφία, δηλαδή, καθότι είμαι φωτογράφος), η οποία να αποπνέει τα όσα διάβασα, να μπορέσει να συμπληρώσει τον τίτλο αντιστοίχως και να είναι θελκτική για τον αγοραστή. Μέσα από αυτό το πρίσμα έμαθα να διαβάζω τα βιβλία που μου ανέθετε ο εκάστοτε εκδοτικός οίκος. Άλλοτε με μάγευαν, άλλοτε βαριόμουν, φυσικό σε μια δουλειά δεν σ’ αρέσουν τα πάντα. Με τον Κόου στάθηκα τυχερή. Η γραφή του κυλούσε, οι εικόνες έντονες, οι περιγραφές εμπεριείχαν μια εσωτερικότητα. Όλα με βοηθούσαν να καταλήξω σχετικά αβίαστα σε δυο-τρεις εικόνες. Μετά σταμάτησα αυτό το επάγγελμα, αλλά ο συγγραφέας μου έμεινε. Έτσι, όταν βγήκε το καινούργιο του βιβλίο, το διάβασα σχετικά άμεσα.

Με έκπληξη βρέθηκα μπρος σ’ ένα ελληνικό σκηνικό, στα γυρίσματα της αγαπημένης μου ταινίας, Φεντόρα, στα τέλη του ’70, μαζί με τον σκηνοθέτη Μπίλι Γουάιλντερ. Και δεν φτάνει το πρώτο ξάφνιασμα, ακολουθεί και δεύτερο, όταν η ηρωίδα χρησιμοποιεί το σκηνικό και την πλοκή των γυρισμάτων για να μας διηγηθεί ένα ταξίδι. Ο τρόπος που ο Κόου διαχειρίζεται τόσο τον σκηνοθέτη, όσο και τον κόσμο του κινηματογράφου σαν μια μικρογραφία μέσα από τα μάτια της ηρωίδας μού έβγαλε μια έντονη νοσταλγία και τρυφερότητα. Δεν ξέρω πόσο αντικειμενική μπορώ να είμαι, καθώς η οικειότητα του τοπίου και του συγγραφέα με έκαναν να το διαβάσω σε δύο μέρες. Και να ζηλέψω φρικτά που δεν είχα κάνει εγώ το εξώφυλλο.

Σκηνή από την ταινία Φεντόρα που γυρίστηκε στη νήσο Μαδουρή.

Kατερίνα Λομβαρδέα

Maggie O'Farrell, Hamnet, Headline Publishing Group

Όταν ήταν 11 χρονών, το 1596, ο γιος του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Άμνετ (ίδιο όνομα με το Άμλετ), πέθανε από άγνωστη στους ιστορικούς αιτία. Η συγγραφέας Μάγκι Ο’Φάρελ, που πήρε το βραβείο γυναικείας λογοτεχνίας (Women's Prize for Fiction) για το ομώνυμο βιβλίο, τον φαντάστηκε να πεθαίνει από τον «μαύρο θάνατο», την πανούκλα που τα χρόνια εκείνα ήταν ό,τι πιο τρομακτικό μπορούσε να μπει στα σπίτια των ανθρώπων και γινόταν συχνά αιτία για τοπικά λόκνταουν, όπως –σε μια τυχαία σύμπτωση– αυτά που ζούμε σήμερα, ειδικά σε μεγάλες πόλεις όπως το Λονδίνο, όπου έκλειναν τα θέατρα και απαγορεύονταν οι συναθροίσεις.

Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του παιδιού, γύρω στο 1600, ο πατέρας του ολοκληρώνει την τραγωδία που φέρει το όνομά του. Σε αυτήν, ο Άμνετ είναι ζωντανός και περπατά στη σκηνή, ενώ το φάντασμα του πατέρα του εμφανίζεται και του ζητά να πει την ιστορία του και να τον θυμάται. «Καθώς το φάντασμα μιλάει, [η μητέρα του Άμνετ, που παρακολουθεί την παράσταση] βλέπει ότι ο άντρας της, γράφοντάς το, παίρνοντας τον ρόλο του φαντάσματος, άλλαξε θέση με τον γιο του. Πήρε τον θάνατο του γιου του και τον έκανε δικό του, παραδόθηκε στο τρομερό άρπαγμα του θανάτου, ανασταίνοντας το αγόρι στη θέση του [...] Έκανε, όπως βλέπει τώρα η Άγκνες, αυτό που κάθε πατέρας θα επιθυμούσε να κάνει, να ανταλλάξει τα δεινά του παιδιού του με τα δικά του», γράφει η συγγραφέας, που παίρνει δύο ιστορικά γεγονότα και πλάθει με τη φαντασία της τα υπόλοιπα, με υλικό τις βασικές ανθρώπινες σχέσεις: μάνα, παιδιά, πατέρας, σύζυγοι.

Παρότι το Hamnet θεωρείται κυρίως μια ιστορία για τη θλίψη που προκαλεί ο χαμός ενός παιδιού, εξίσου εντυπωσιακή είναι η ανθρωπογνωστική ικανότητα της συγγραφέως όταν χειρίζεται θέματα όπως αυτά των έμφυλων ρόλων, της απιστίας, της δημιουργικότητας, της ιδιωτικότητας, της μητρότητας, των σχέσεων μεταξύ συζύγων, αδελφών, παιδιών και γονιών. Παρότι το μυθιστόρημα της Ο’Φάρελ δεν μου έκοψε την ανάσα, το ευχαριστήθηκα πολύ, γιατί η εξαντλητική έρευνα της συγγραφέως, που παραθέτει εντυπωσιακές λεπτομέρειες για τη ζωή στον 16ο αιώνα στην Αγγλία, κατάφερε να με μεταφέρει στο Στράτφορντ της εποχής, στις μυρωδιές και τα χρώματα, στους ήχους, στις ζωές των ανθρώπων μέσα στα σπίτια και έξω στους δρόμους, δίνοντάς μου στην πορεία μερικές πολύ συγκινητικές στιγμές.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Δανάη Μαραγκουδάκη

Μαρία Αλιόχινα, Riot Days, μετ. Νίκη Καραγεώργου, Red n' noir

Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις δράσεις των Pussy Riot, δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί ότι η ματιά μιας ακτιβίστριας όπως η Μαρία Αλιόχινα αποτελεί σημαντική μαρτυρία για τη ρωσική πραγματικότητα. Η καλλιτέχνιδα και μέλος των Pussy Riot αφότου τραγούδησε την «πανκ προσευχή» σε εκκλησία της Μόσχας το 2012, καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών και μεταφέρθηκε στο σωφρονιστικό κατάστημα του Περμ στα Ουράλια, μία από τις πιο σκληρές φυλακές του κόσμου.

Το Riot Days, σε μετάφραση από τα ρώσικα της Νίκης Καραγεώργου, είναι μια «πανκ» αφήγηση αυτών των γεγονότων, αλλά και ένα ντοκουμέντο για τη ζωή των κρατουμένων στις γυναικείες φυλακές της Ρωσίας. Άμεση και προφορική γραφή, ένα κείμενο που διαβάζεται γρήγορα καθώς η γλώσσα είναι απλή αλλά την ίδια στιγμή αρκετά σκληρή, με ωμές περιγραφές που αποτυπώνουν τη ζωή στις φυλακές. Πρόκειται για το βαθιά προσωπικό ημερολόγιο μιας νεαρής κοπέλας που αμφισβήτησε την εξουσία του Πούτιν, τον οποίο μάλιστα αποκαλεί «μικρό γκρίζο πράκτορα της Τσεκά», της πρώτης Υπηρεσίας Ασφάλειας της Σοβιετικής Ένωσης.

Η κριτική που ασκεί η συγγραφέας απέναντι στον ολοκληρωτισμό και τα σκοτάδια του ρωσικού κράτους αποτελούν αυτό που περιγράφεται ως «ρωσική αντιπολίτευση». Αν και αυτή η αντιπολίτευση είναι συχνά αντιφατική και μη συμπαγής, συνήθως συντιθέμενη από ταυτόχρονα προοδευτικά, κοινωνικά και οικονομικά φιλελεύθερα, φιλοδυτικά και εθνικιστικά στοιχεία, το βιβλίο δεν χάνει καθόλου από την αξία του, καθώς μην ξεχνάμε ότι τα βιβλία είναι ενδιαφέροντα όταν καταφέρνουν να ανοίγουν συζητήσεις κι όχι όταν αποσπούν βαρετές και αυτονόητες συμφωνίες. Το Riot Days αποτελεί ένα μωσαϊκό που θα φανεί χρήσιμο σε όσους ενδιαφέρονται να μάθουν κάποια πράγματα για τη ρωσική κοινωνία σήμερα.

Μαργαρίτα Μιχελάκου

Μπαράκ Ομπάμα, Γη της Επαγγελίας, Αθens Bookstore Publications

Eίμαι Ομπαμικιά έως το κόκαλο. Eπί τέσσερα χρόνια βούρκωνα κάθε φορά που έβλεπα παλιές φωτογραφίες του Πιτ Σούζα, κλιπ από ομιλίες, μια φορά που διάβασε ένα παραμύθι το άκουσα τρεις φορές σερί. Ο Ομπάμα σου θυμίζει ότι μπορείς να κυβερνήσεις με σοβαρότητα και συγχρόνως ανθρωπιά, κομψότητα, απαράμιλλη ευγένεια. Κακά τα ψέμματα, έχει επικοινωνιακό χάρισμα και συνεργάτες που ξέρουν από lifestyle (εξού και οι προσεκτικά μελετημένες ετήσιες προτάσεις του για βιβλία, ταινίες και μουσικές δεν απογοητεύουν ούτε τους mainstream ούτε τους προχωρημένους) και εγώ ζω για κάτι τέτοια. Ναι, ξέρω για τα drones, για τον αποκλεισμό των δημοσιογράφων στη διάρκεια της θητείας του, για τις διαψευσμένες προσδοκίες, έχω για όλα απάντηση. Εν ολίγοις, θα ήμουν ευχαριστημένη και από ένα βιβλίο που συνήθως γράφουν βιαστικά άνθρωποι της επικαιρότητας που ξέρουν ότι θα πουλήσει έτσι κι αλλιώς.

Αυτός είναι ο (μεγαλύτερος από ό,τι περιμέναμε) πρώτος από δύο τόμους απομνημονευμάτων του (σταματά όταν γνωρίζει τους πεζοναύτες που σκότωσαν τον Οσάμα μπιν Λάντεν) και άργησε να τον ολοκληρώσει (σχεδόν τέσσερα χρόνια), δεν ξέρουμε αν τον έπιασε οίστρος ή χτένισαν το χειρόγραφο πολλάκις οι καλύτεροι κειμενογράφοι της Γης. Αν δεν συνέβη το τελευταίο, ο Ομπάμα είναι μεγάλος λογοτέχνης. Το βιβλίο ρέει, υποκλίνομαι στο μεγαλείο της παραστατικής του διήγησης, των παρομοιώσεών του, του σασπένς που χτίζει σε κάποιες αφηγήσεις, και παρόλο που θεωρείται πολιτικό, έχει δυνατές προσωπικές/οικογενειακές στιγμές και πολλή ευαισθησία. Είναι ένα βιβλίο που ενθουσιάζει τους θαυμαστές του και δεν απογοητεύει όσους θέλουν να μάθουν το backstory μιας ιστορικής προεδρίας.

Δημήτρης Μπούτσικος

Παναγιώτης Περιβολάρης, Ιστορίες μεταναστών, Πόλις

Κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2020 και έκτοτε έχει κερδίσει με τις ιστορίες και τις ωμές περιγραφές του την πλέον περίοπτη θέση στη λίστα με τα αγαπημένα μου βιβλία. Όχι μόνο για το παράξενο έτος που φεύγει. Γενικά. Ο Παναγιώτης Περιβολάρης χρειάστηκε μόλις 124 σελίδες για να μετατρέψει μία κατά τα φαινόμενα συνηθισμένη συλλογή διηγημάτων σε ένα κειμήλιο κατανόησης, θαλπωρής και αγάπης προς τους μετανάστες. Άνθρωποι που έπαιξαν τη ζωή τους κορώνα-γράμματα μέχρι να φτάσουν στην Ελλάδα, που κοίταξαν στα μάτια το τέρας της Χρυσής Αυγής και έκλεισαν τα αυτιά τους στα υποτιμητικά σχόλια, τις καθημερινές απειλές και τις αναίτιες προκλήσεις δικαιώνονται πανηγυρικά στο τέλος κάθε (μικρού) κεφαλαίου. Μία σπουδαία νίκη της μυθοπλασίας απέναντι στην ίδια τη ζωή και την πολλές φορές αποτρόπαια πραγματικότητα.

Κατερίνα Οικονομάκου

Γκρέγκορ φον Ρετσόρι, Αναμνήσεις ενός αντισημίτη, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Δώμα

«…Την ίδια εποχή πληροφορήθηκα ότι είχαμε διαπράξει μεγάλη αδικία εις βάρος του κυρίου Μάλικ αποκαλώντας τον Εβραίο. Αντιθέτως, επρόκειτο για άνθρωπο αμέμπτου ηθικής….» Είναι ένα από τα πολλά σημεία του βιβλίου που πιάνει κανείς τον εαυτό να βάζει τα γέλια. Ας το ομολογήσουμε: Υπάρχουν εκφράσεις του αντισημιτισμού –της μισαλλοδοξίας και του ρατσισμού, επίσης– που προκαλούν γέλιο. Το στοιχείο του παραλόγου τρέφει την κωμωδία. Με αυτό δεν θέλω να πω ότι «Οι αναμνήσεις ενός αντισημίτη» είναι κωμωδία –κάθε άλλο– ωστόσο ναι, οι πέντε ιστορίες που το απαρτίζουν είναι σε πολλά σημεία διασκεδαστικές.

Γιατί άραγε άργησε τόσο πολύ να μεταφραστεί στη γλώσσα μας το αριστουργηματικό αυτό έργο του Γκέγκορ φον Ρετσόρι; Γιατί αργήσαμε τόσο πολύ να συναντηθούμε με τον ήρωά του, αυτόν τον λίγο ελαφρύ, αλλά εξαιρετικά παρατηρητικό άντρα που μας αφηγείται με χάρη και αφοπλιστική ειλικρίνεια την καθημερινότητά του; Παιδί του μεσοπολέμου, μεγαλωμένος να νοσταλγεί μια αυτοκρατορία που ο ίδιος έζησε μόνο στην παρακμή της, κληρονόμος οικογενειακής πικρίας κι ανοησίας, δημιούργημα και έρμαιο της εποχής του, ο αφηγητής γίνεται για χάρη μας ο μάρτυρας ενός κόσμου που χάθηκε. Ο ίδιος δεν γνωρίζει –δεν θα μπορούσε να το γνωρίζει– ότι στην πραγματικότητα είναι ο χρονικογράφος μιας πορείας προς την άβυσσο.

Για τον αφηγητή, ο αντισημιτισμός δεν είναι κάτι μεμπτό. Πρόκειται για μια απόλυτα φυσική, κληρονομημένη στάση ζωής, που δεν τον εμποδίζει να σχετίζεται με Εβραίους – γιατί μόνο σε αντιδιαστολή με τους Εβραίους έχει μάθει να αυτοπροσδιορίζεται. Μόνο έτσι μπορεί να διεκδικήσει μια ταυτότητα, να τοποθετήσει τον εαυτό του στον τόπο και την ιστορική στιγμή. Δεν είναι μόνος, όπως διαπιστώνει κανείς διαβάζοντας αυτές τις πέντε ιστορίες. Κάθε άλλο, ο αφηγητής μας είναι ένας απόλυτα συνηθισμένος τύπος, είναι αυτός που θα ονομάζαμε «ο μέσος όρος». Ο αντισημιτισμός δηλώνεται ανοιχτά κι εκδηλώνεται απροκάλυπτα ακριβώς διότι δεν πρόκειται για κάτι αξιοσημείωτο. Από την οπτική γωνία του 21ου αιώνα, είναι πολλά τα επεισόδια όπου ο αντισημιτισμός του ήρωά μας μοιάζει απλώς γελοίος. Σήμερα, έναν τέτοιο τύπο, θα τον αποκαλούσαμε μεταξύ μας γραφικό. Τι να σημαίνει αυτό, άραγε, για εμάς;

Έπειτα από μια έντονη λογομαχία με έναν Εβραίο που τον εξαπάτησε και τον ταπείνωσε μπροστά στα μάτια της πληρωμένης ερωμένης του, ο νεαρός αφηγητής φαντασιώνει ότι πυροβολεί τον άλλο άντρα στην κοιλιά και στο στομάχι, ότι τον βλέπει «να καταρρέει, να ψοφάει καταγής». Κι έπειτα, τι θα γινόταν; «Μπορεί να μαζεύονταν οι ομόθρησκοί του για να με πιάσουν και να με λιντσάρουν, ή μπορεί οι Ρουμάνοι της περιοχής γύρω από την Κάλα Γκριβιτσιέι να ξεσπούσαν επιτέλους ενάντια σ’ αυτά τα αποβράσματα που τους έπιναν τόσα χρόνια το αίμα και να ξεσηκώνονταν και να τους ξέκαναν όλους μαζί, και τότε να ξεκινούσε πογκρόμ σε ολόκληρη τη χώρα…ναι, ήταν ωραία να το φαντάζομαι: τις γυναίκες και τα παιδιά τους να ολολύζουν, τις γριές με τα κρεμασμένα βυζιά να σφίγγουν τα χέρια τους φωνάζοντας «Βέι!» την ώρα που οι στρατιώτες θα τρυπάνε με τις λόγχες τους γιους τους…»

Ο νους δεν ενοχοποιείται ακόμη και για την πιο αποτρόπαιη φαντασίωση. Ο νεαρός άντρας, αυτός ο κληρονομικά, αστόχαστα αντισημίτης, αφήνει τη σκέψη του να φλογιστεί από το πάθος της εκδίκησης, αλλά παραμένει στην πραγματικότητα άπραγος. Καταπίνει την ταπείνωση και τα νεύρα του και προχωράει παρακάτω. Ο κεντροευρωπαϊκός πολιτισμός στέκεται ακόμη στα πήλινα ποδαράκια του.

Εμείς, όμως, ξέρουμε τι θα συμβεί. Η ταραχή που νιώθει κανείς την ώρα που διαβάζει αυτές τις γραμμές γίνεται πιο έντονη όταν συνειδητοποιεί με τρόμο την απόλυτη αθωότητα του αφηγητή. Δεν έχει διαπράξει κάποιο έγκλημα – και δεν θα μάθουμε ποτέ τι θα κάνει τελικά αυτός ο νεαρός άντρας όταν ο ζόφος καταπιεί τον κόσμο του. Αναπόφευκτα, ίσως, είμαστε όλοι υπνοβάτες. Ο «αντισημίτης» του Γκρέγκορ φον Ρετσόρι, αυτός ο γοητευτικός αφηγητής που μας διηγείται τις μικρές καθημερινές του περιπέτειες και περιγράφει τον κόσμο που τον περιβάλλει με τόση γλαφυρότητα, προσφέροντας μας σπάνια αναγνωστική απόλαυση, δεν μας αφήνει ούτε στιγμή να διαβάσουμε τις αναμνήσεις του από θέση ηθικής ανωτερότητας.

Γιώργος Παναγιωτάκης

Κόλσον Γουάιτχεντ, Τα αγόρια του Νίκελ, μετ. Μυρσίνη Γκανά, Ίκαρος

Ένα αναμορφωτήριο στη Φλόριντα της δεκαετίας του 1960. Δύο κατηγορίες αγοριών: Τα λευκά και τα μαύρα. Ένα μυστικό νεκροταφείο πίσω από το κρατητήριο. Παιδιά που εξαφανίζονται μυστηριωδώς, δίχως κανείς να τα αναζητήσει. Ένα άτυχο αγόρι με μεγάλα όνειρα που η ιστορία του γίνεται ένα από τα πολλά θαμμένα μυστικά που αφορούν το φυλετικό και (όχι μόνο αυτό) παρελθόν των ΗΠΑ. Γραφή διεισδυτική που δίχως να πέφτει στην παγίδα της στείρας καταγγελίας ή του συναισθηματισμού, αναζητά αιτίες, θέτει ερωτήματα και ταρακουνάει τον αναγνώστη ενεργοποιώντας τα ανθρωπιστικά αντανακλαστικά του. Αυτά είναι μερικά από τα υλικά που χτίζουν το έξοχο αυτό μυθιστόρημα το οποίο, ξεκινώντας από πραγματικά γεγονότα, καταφέρνει να μιλήσει όχι τόσο για την Αμερική του χτες όσο για εκείνη του σήμερα. Συγγραφέας του ο γεννημένος το 1969 Κόλσον Γουάιτχεντ, ένας από τους πιο δυναμικούς εκπροσώπους της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας – τον γνωρίσαμε στην Ελλάδα με το, βραβευμένο με Pulitzer και US National Book Award Υπόγειος Σιδηρόδρομος, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Λένα Παπαδημητρίου

Aθηνά Κακούρη, 1821:Τhe Founding of Modern Greece, Πατάκης

Το βιβλίο που επιλέγω για το 2020 δεν ανήκει ακριβώς σε αυτήν τη χρονιά. Πρόκειται για την αγγλική απόδοση ενός παλαιότερου βιβλίου (του 2013) της Αθηνάς Κακούρη: 1821, Η Αρχή πού δεν ολοκληρώθηκε. Φέρει απλά τις αλλαγές και προσθαφαιρέσεις που κρίθηκαν απαραίτητες για την προσαρμογή του σε ένα ξενόγλωσσο κοινό. Το κοινό αυτό μπορεί να είναι, υποθέτω, φίλοι, συγγενείς ή και όσοι δικοί μας χάθηκαν σε παλαιότερα και νεότερα brain drain, άνθρωποι που ζουν στο Λονδίνο, στη Μελβούρνη ή στη Νέα Υόρκη και επιθυμούν να «συναισθανθούν» τι σημαίνει η Επανάσταση του ’21 «με όλη τη δόξα, τις κακομοιριές και το αθάνατο μεγαλείο της».

Το πρώτο βιβλίο, η ελληνική βερσιόν δηλαδή, γράφτηκε από απλή αγανάκτηση. Η Κακούρη απαύδησε από τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται το '21 από τα σχολικά βιβλία. Και αποφάσισε να το ξαναγράψει «με δικά της λόγια». Για να εξηγούμαστε. Το βιβλίο απευθύνεται στους «νεότερους» (από 12 ετών) αλλά και σε ενήλικες που επιθυμούν να ξαναγνωρίσουν από το μηδέν το ’21, σε αδρές γραμμές, από νέες οπτικές γωνίες και μακριά από τα συνήθη μπαγκάζ: ιδεοληψίες, μύθους και κυρίαρχα αφηγήματα. Και φυσικά μακριά από μια άγνοια και μια πόλωση μεγατόνων. Θυμίζω ότι, σύμφωνα με δημοσκόπηση που εκπόνησε το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών - Μάρκος Δραγούμης (με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων), μόνο ένας στους δέκα πιστεύει ότι ο μέσος Έλληνας γνωρίζει τι εστί 1821.

Για κάποιο λόγο, διαβάζοντας αυτή τη συνοπτική, χορταστική (αλλά ούτε «εύκολη», ούτε μονοδιάστατη) ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης και της ίδρυσης του ελληνικού κράτους, πήρα μια ανάσα παρηγοριάς αυτό το καταραμένο έτος της πανδημίας. Η ίδια η 92χρονη συγγραφέας, στην οποία το εμπιστεύθηκα, δεν έδειξε την παραμικρή έκπληξη αφού: «Eίναι στην πραγματικότητα μια θαυμαστή υπόθεση σθένους και επιμονής».

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Δημήτρης Παπακυριακού

Μπετίνα Ντάβου, Μικρά Ψυχολογικά, Εκδόσεις Παπαζήση

Κατά το τρίτο έτος των σπουδών μου, είχα την τύχη να έχω για καθηγήτρια τη συγγραφέα, σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον και πλούσιο μάθημα Γνωστικής Ψυχολογίας. Ως εκ τούτου, πίστευα (και επιβεβαιώθηκα) ότι το βιβλίο της θα με αποζημιώσει και με το παραπάνω. Τα Μικρά Ψυχολογικά είναι εξαιρετικά, ευχάριστα και άκρως ευανάγνωστα (μόλις 150 σελίδες), με την Μπετίνα Ντάβου να συνδυάζει αριστοτεχνικά τη λογοτεχνική γραφή με την επιστημονική τεκμηρίωση, τον εκλαϊκευμένο λόγο με το κύρος του κοινωνικού επιστήμονα. Όπως γλαφυρά γράφει, «είναι μια συλλογή από μικρά κείμενα γιατί αυτό είναι η ζωή: μικρές-μικρές στιγμές που μόνον αν τις ανοίξουμε αναδύεται ο ψυχικός τους πλούτος».

Τα κείμενα αυτά καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων και προβλημάτων της καθημερινής ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων: βιώνουμε, άραγε, το «άχρονο μεγαλείο της στιγμής»; Τι πληγές κουβαλούν ο θύτης και το θύμα του bullying; Γιατί όλοι (και, κυρίως, οι άνδρες) δεν πρέπει να απαρνιόμαστε το κλάμα και τα αρνητικά μας συναισθήματα; Γιατί, συχνά, «οι μέρες μας χάνουν τα ονειροπολήματά τους»; Είναι το dating κάτι σαν το zapping και το scrolling; Και γιατί, στην εποχή των social media, η πληροφόρηση δεν ισοδυναμεί κατ’ ανάγκη με ουσιαστική γνώση; Αυτά και πολλά ακόμη διδάγματα θα αντλήσει ο αναγνώστης.

Για το τέλος, θα ήθελα να απομονώσω ένα χωρίο που, αν και διαχρονικό, κουμπώνει άψογα με τη δύσκολη περίοδο που βιώνουμε τελευταία: «Πού πάνε αυτές οι λεπτές αλλά τόσο έντονες συναισθηματικές αποχρώσεις στις συντετμημένες διαδικτυακές μας συνομιλίες; Πόσο φτωχαίνει η επαφή μας με τους άλλους, μέσα στην τόση έμφαση στα λόγια […] την ίδια στιγμή που απορούμε για τη σύγχρονη “κρίση” στις σχέσεις των ανθρώπων; Μήπως ν’ ακονίζαμε ξανά τη φυσική ανθρώπινη ροπή μας να ρυθμιζόμαστε και να συντονιζόμαστε με τις αισθήσεις μας, με τα συναισθήματα (τα δικά μας και του άλλου), μέσα απ’ τα βλέμματα, τ’ αγγίγματα, τη χροιά της φωνής; Δεν θά ’ταν τότε πιο βαθιές οι σχέσεις μας και πιο έγκυρη η κατανόηση του ενός για τον άλλο;».

Γιώργος Σκαφιδάς

Ντέιβ Πίλκι, Dog Man, Ψυχογιός

Μισός άνθρωπος-μισός σκύλος, ο κυνοκέφαλος Ντόγκμαν συγκρούεται με τον σατανικό γάτο Πίτι. Δεν πρόκειται όμως για έναν τυπικό σκυλο-γατοκαβγά. Ο Πίτι έχει, βλέπετε, εν τω μεταξύ εξαφανίσει με το «λεξαφανιζόλ» πιστόλι του τις λέξεις από όλα τα βιβλία της Γης, μετατρέποντας έτσι όλους τους ανθρώπους σε κουτορνίθια. Κι αυτό, προτού δώσει ζωή σε μια στρατιά από σατανικά χοτ ντογκ που θα βαλθούν να κυριεύσουν την υφήλιο, αφού όμως προηγουμένως την κάνουν στάχτη με τα σπίρτα τους.

Οι περιπέτειες του Ντόγκμαν είναι υπό μια έννοια τόσο εξωφρενικές όσο και ο κεντρικός πρωταγωνιστής τους: αυτός ο υψηλής ευφυΐας σκυλάνθρωπος αστυνομικός που δεν μιλάει παρά μόνο γαβγίζει (αν και ξέρει να διαβάζει). Απευθύνονται μεν σε παιδιά αλλά μπορούν να τις απολαύσουν και οι μεγάλοι, ή τουλάχιστον όσοι από τους μεγάλους θα θεωρούσαν διασκεδαστική την εικόνα ενός ομιλούντος χοτ ντογκ που θέλει «να καταστρέψει τα πάντα» μέσα σε «μια πύρινη κόλαση θανάτου» ως άλλος «γκάνγκστερ» προτού τελικώς φαγωθεί στο επόμενο καρέ από έναν τυχαίο σκύλο (όχι τον Ντόγκμαν, κάποιον άλλο).

Οι περιπέτειες του Ντόγκμαν δια χειρός Ντέιβ Πίλκι (πρόκειται για τον δημιουργό της σειράς «Ο Καπετάν Βράκας») είναι υπό μια έννοια ακραίες, πλην όμως όχι τόσο ακραίες όσο η χρονιά που φεύγει. Τα παιδιά γελούν όταν τους τις διαβάζεις. Για τους «μεγάλους» δεν ξέρω. Ο γράφων πάντως το καταφχαριστήθηκε. Τον έκανε να χαμογελάσει μέσα στη μαυρίλα της χρονιάς που μας αποχαιρετά. Ενδεχομένως επειδή «misery loves comedy» όπως έλεγε και ο Ιβάν Μπρουνέτι.

Ξεφυλλίστε το εδώ.

Τάσος Τέλλογλου

Στράτος Δορδανάς, Βάιος Καλογρηάς, Οι Ζωές των άλλων: Η Στάζι και οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Γερμανία (1949-1989), Επίκεντρο

Οι δύο ιστορικοί είχαν μια περίφημη ιδέα: Να συλλέξουν και να επεξεργαστούν φακέλους πολιτικών προσφύγων που διατηρούσε η Στάζι. Η ιστορία αρχίζει με την εγκατάσταση του δημοσιογράφου Θανάση Γεωργίου στην Ανατολική Γερμανία στις 25 Ιανουαρίου 1949 μετά από εντολή του μέλους του ΠΓ του ΚΚΕ Πέτρου Ρούσου. Ο «Θανάσης ο Βόρειος» ήταν κατά τους Ανατολικογερμανούς τσαπατσούλης και «απρόσεκτος στις σχέσεις του με τις γυναίκες». Ο Γεωργίου γρήγορα συγκρούστηκε με τον επόμενο ηγέτη των προσφύγων κομμουνιστών στη ΛΔ της Γερμανίας και αφέθηκε απερίσπαστος στα δημοσιογραφικά του καθήκοντα.

Οι πρώτες 109 σελίδες του βιβλίου αφορούν την περιγραφή του κομματικού πλαισίου σε μια έκταση δυσανάλογη με τη συνολική έκταση της εργασίας Δορδανά-Καλογρηά. Πρώτος στόχος της Στάζι τα γραφεία της ελληνικής στρατιωτικής αποστολής στο Δυτικό Βερολίνο αλλά και μια σειρά υπαλλήλων του ελληνικού προξενείου. Η εισβολή των σοβιετικών τανκ στην Τσεχοσλοβακία οδήγησε σε διώξεις Έλληνες πρόσφυγες που διαφωνούσαν με αυτήν απο το καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας : Ένας γιατρός που δούλευε στη Charite, το μεγάλο νοσοκομείο του Ανατολικού Βερολίνου, φεύγει στη Σουηδία επειδή του στερείται η άδεια παραμονής. Μια παιδαγωγός που δίδασκε τα παιδιά των προσφύγων και του παιδομαζώματος σε όλη την Ανατολική Ευρώπη και τον καιρό της Κατοχής ήταν κρατούμενη στο Χαϊδάρι αντιμετώπισε πρόβλημα ένταξης στο Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας επειδή είχε ταχθεί με τους «διασπαστές» (ΚΚΕ Εσωτερικού αργότερα) στη 13η ολομέλεια του ΚΚΕ και επιπλέον ήταν συγγενής του γιατρού της Charite. Μία άλλη ιστορικός κρίθηκε «ανεπαρκής» καθώς ο πληροφοριοδότης της Στάζι που την είχε χρεωθεί, είχε αναλάβει το καθήκον της απόλυσης της επειδή η οικογένειά της ανήκε σε μια «εχθρική προς το κόμμα» ομάδα Ελλήνων της ΓΛΔ. Ο γιατρός της Charite είχε και έναν φίλο μαοϊκό «που επισκεπτόταν συχνά την κινέζικη πρεσβεία» και είχε διαγραφεί τόσο από το ΚΚΕ όσο και από το ανατολικογερμανικό κυβερνητικό κόμμα ΕΣΚΓ μετά την εισβολή των Ρώσων στην Τσεχοσλοβακία. Η Στάζι του άνοιξε τουλάχιστον 120 επιστολές χωρίς να βρει στις περισσότερες αναφορές σε πολιτικά ζητήματα . Τελικά το 1971 τον συνέλαβε και τον ανέκρινε. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ο ύποπτος παραδέχτηκε ότι έβλεπε προγράμματα της δυτικογερμανικής τηλεόρασης...

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο σε 11 φακέλους, τους σημαντικότερους σύμφωνα με όσα είπαν οι δύο συγγραφείς στο γράφοντα, που αφορούν τη δραστηριότητα διαφόρων «πληροφοριοδοτών» της Στάζι. Οι περιπτώσεις τους είναι ανόμοιες. Κάποιοι είναι «παιδιά του εμφυλίου», όπως ο Θ.Ν. (κωδική ονομασία Anton) που δεν διστάζει να καταδώσει ανθρώπους που θέλουν να διαφύγουν στην ΟΠΔ Γερμανίας αλλά και πολλούς διάσημους Ανατολικογερμανούς συγγραφείς της εποχής (Στέφαν Χάιμ, Ράινερ Κούντσε, Φόλκερ Μπράουν). Μείγμα αριβίστα και ιδεοληπτικού, ο Θ.Ν. κάνει ζημιά στις ζωές πολλών ανθρώπων. Οι αλλοι δέκα είναι άνισες περιπτώσεις. Κάποιοι είναι άνθρωποι που απέτυχαν στη Δυτική Γερμανία και έρχονται στην Ανατολική για να αποτύχουν και εκεί, ενώ οι περισσότεροι ελέγχονται απο τις αρχές για –πραγματικά ή αυθαίρετα– παραπτώματα που βοηθούν την εξουσία να τους χρησιμοποιεί.

Το βιβλίο αυτό δεν ήταν εύκολο να εκδοθεί. Σύμφωνα με πληροφορίες του inside story, τρεις μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι της Αθήνας, αν και είχαν πάρει το χειρόγραφο, αρνήθηκαν να το βγάλουν όταν ανακάλυψαν ότι η 11η περίπτωση πληροφοριοδότη, που αργότερα έγινε θύμα της ΣΤΑΖΙ, αφορούσε τον γνωστό επιχειρηματία Σ.Κ. Ό,τι γράφεται στο βιβλίο για αυτόν τον φάκελο είναι γνωστό από δεκαετίες, επομένως ο φόβος των εκδοτών είναι ανεξήγητος και η επιμονή των συγγραφέων σημαντική απόδειξη της επιστημονικής τους ακεραιότητας αλλά και της εκδοτικής ακεραιότητας του Επικέντρου.
Ελίζα Τριανταφύλλου

Θανάσης Καμπαγιάννης, Με τις μέλισσες ή με τους λύκους, Αντίποδες

Παπαδάκης Kώστας, Το «άλλο άκρο» στο εδώλιο: δικαιοσύνη ή ατιμωρησία ξανά;, Τόπος

Χρύσα Παπαδοπούλου, Όρθιος, σε δημόσια θέα, Πόλις

Η δίκη της Χρυσής Αυγής, Σύγχρονη Εποχή

Τέσσερα βιβλία που συνδυαστικά αποτυπώνουν ένα ιστορικό τεκμήριο για ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά γεγονότα των τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα. Πρόκειται για τις αγορεύσεις των δικηγόρων της Πολιτικής Αγωγής στην υπόθεση δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, την επίθεση κατά των Αιγύπτιων αλιεργατών και τις επιθέσεις κατά των συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ στο Πέραμα. Μια μικρή –σε σχέση με τη νίκη της– ομάδα ανθρώπων κατάφερε να σηκώσει στους ώμους της τη μεγάλη ευθύνη του να αποδείξει ότι κίνητρο της εγκληματικής δράσης της Χρυσής Αυγής ήταν η ναζιστική ιδεολογία της. Να αναδείξει τα εκατοντάδες εγκλήματα, να βρει και να αξιολογήσει το αποδεικτικό υλικό, να επιλέξει μάρτυρες. Συνοπτικά, αν δεν υπήρχε πολιτική αγωγή, δεν θα υπήρχε δίκη.

Ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει τόσο τα νομικά επιχειρήματα που καταδεικνύουν ότι η Χρυσή Αυγή συνιστά εγκληματική οργάνωση σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, όσο και το χρονικό των επιθέσεων που έχει εξαιρετικό νομικό, πολιτικό και κοινωνικό ενδιαφέρον. Πρόκειται για ένα απόσταγμα επιστημονικής και πνευματικής δουλειάς που κατάφερε να σφραγίσει νομικά και κοινωνικά το αυταπόδεικτο. Για όσους δεν κατάφεραν να βρεθούν στο δικαστήριο για να ακούσουν τις συγκλονιστικές αγορεύσεις των συνηγόρων, τα κείμενα μεταφέρουν αυτή τη δύναμη και πολλές φορές συγκίνηση στο χαρτί. Πέρα από την ορθολογική μεθοδολογία και τη δικανική σκέψη, που απευθύνονται ειδικά σε νέους δικηγόρους, περιλαμβάνονται σε σημεία έντονα στοιχεία που συναντά κανείς σε μια φιλοσοφική πραγματεία ή και σε ένα λογοτεχνικό κείμενο που κρατάνε συνεχώς το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Σ' αυτά τα βιβλία περιγράφεται η δουλειά ανθρώπων που ποτέ δεν έφτασε να έχει τη δημοσιότητα που της αρμόζει, καθώς η δημοσιογραφική κάλυψη (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) εξαντλήθηκε σε μερικά στιγμιότυπα τις πρώτες μέρες της δίκης την άνοιξη του 2015 και λίγο πριν την ανακοίνωση της απόφασης. Οι μέλισσες της δικαστικής αίθουσας τα έβαλαν με τους λύκους και κέρδισαν. Όπως γράφει η Μάγδα Φύσσα στον πρόλογο του βιβλίου της Χρύσας Παπαδοπούλου, «η Χρύσα όπως και ο Παύλος σκότωσαν τον φόβο. Αυτό είναι το πρώτο βήμα για να αντιμετωπίσεις τον ναζισμό».

Ελευθερία Τσαλίκη

Το Κουλούρι, Ήταν να μη γίνει η αρχή: Η δεκαετία 2011-2020, Αίολος

Ένα βιβλίο σαν ένα απαλό αεράκι που σου χαϊδεύει το πρόσωπο γλυκά κάποιο Δεκαπενταύγουστο στην Αθήνα καθώς περπατάς ιδρωμένος τη Βασιλίσσης Σοφίας στους 40 βαθμούς. Είναι το καλύτερο δώρο που μπορείς να κάνεις στο εαυτό σου σε αυτήν την τελευταία καραντίνα της χρονιάς, για εκείνες τις στιγμές που στεναχωριέσαι και θέλεις την παλιά σου ζωή με τραπέζια, με φίλους, βόλτες και συναυλίες. Γιατί να κάνεις απολογισμό για το 2020 και να σκεφτείς όλα τα άσχημα που έφερε στη ζωή σου, όταν μπορείς να θυμηθείς όλες τις συμφορές του ελληνικού έθνους την τελευταία δεκαετία; Πόσο μάλλον όταν την ιστορία αυτή τη γράφει η γνωστή στο ελληνικό ίντερνετ διαδικτυακή σατιρική ιστοσελίδα Το Κουλούρι.

Το μαγευτικό ταξίδι ξεκινάει από το 2011, τότε που οι λέξεις ΓΑΠ, μνημόνιο και Τρόικα βρίσκονταν στο καθημερινό μας λεξιλόγιο και τότε που προβάλλονταν το Contagion στους κινηματογράφους ως μια ταινία επιστημονικής φαντασίας (αποκλειστικά στο Κουλούρι»: «Εφιάλτες έβλεπε ο Σωτήρης Τσιόδρας μετά την προβολή του»). Το Κουλούρι μας υπενθυμίζει με γλαφυρό τρόπο τους αγανακτισμένους, ξεχασμένα πολιτικά πρόσωπα, την άνοδο της Χρυσής Αυγής, τα μαγαζιά με frozen yogurt, τις απεργίες, σκάνδαλα, το χαράτσι και τις αμέτρητες εκλογικές αναμετρήσεις από τις οποίες πέρασε η χώρα. Παρουσιάζονται μέσα από άρθρα για «γεγονότα» που δεν συνέβησαν ποτέ, αλλά ξεγέλασαν πολλούς («Τέταρτο πόδι στη Χαλκιδική κατασκεύαζε η Eldorado Gold», «Με ξεκλείδωτες τις πόρτες κοιμόταν ο Άρης Πορτοσάλτε όταν ήταν στη χώρα οι θεσμοί», «Αυτόματα διαθέσιμα για υιοθεσία τα παιδιά γονιών που είναι ενάντια στον εμβολιασμό») και «άρθρα γνώμης» («Δεν καταλαβαίνω γιατί καταργήθηκε ο λιθοβολισμός», από τον Κυριάκο Βελόπουλο). Το ιδιαίτερο χιούμορ που χαρακτηρίζει την ιστοσελίδα, η ευστροφία των συγγραφέων και η ευστοχία των λέξεων χαρίζουν απολαυστικές στιγμές γέλιου, κάτι που τόσο χρειαζόμαστε αυτές τις μέρες.

Όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο, για το βιβλίο είπαν:

Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν: «Με βοήθησε πολύ να κατανοήσω σε βάθος τη γειτονική μας χώρα».

Κώστας Καραμανλής: «Θεσπέσιο, το έκανα μια χαψιά».

Τον πρόλογο φυσικά έγραψε ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης.

Σοφία Χριστοφορίδου

Γιάννης Μπουτάρης σε συνεργασία με τη Μαρία Μαυρικάκη, 60 χρόνια τρύγος..., Πατάκης

Ο Γιάννης Μπουτάρης είναι ίσως ένα από τα πιο προβεβλημένα πρόσωπα στην Ελλάδα. Ξεχωριστή προσωπικότητα, στους περισσότερους προκαλεί έντονα συναισθήματα, που κυμαίνονται από τη λατρεία μέχρι το μίσος. Στα εννέα χρόνια που διετέλεσε δήμαρχος Θεσσαλονίκης έδωσε τόσες συνεντεύξεις στα ελληνικά και ξένα ΜΜΕ –δεν πρέπει να έχει υπάρξει άλλος αυτοδιοικητικός που να τράβηξε τόσο την προσοχή του διεθνούς Τύπου– που μπορούν να γεμίσουν τόμους. Δεν στρογγύλεψε ποτέ τις απόψεις του, έκανε άνοιγμα προς τη βαλκανική μας γειτονιά, μίλησε για το εβραϊκό και οθωμανικό παρελθόν της πόλης, προκάλεσε, ακούσια ή εσκεμμένα, τους κάθε λογής εθνικιστές και πατριδοκάπηλους. Άρα, τι άλλο μένει να μάθουμε για τη ζωή και τις απόψεις του;

Έχοντας συνεργαστεί μαζί του για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, και παρακολουθώντας εκ των πραγμάτων την πορεία του ως δημάρχου Θεσσαλονίκης είχα την αίσθηση ότι δεν θα διαβάσω κάτι καινούριο. Κι όμως, τελικά ο κυρ Γιάννης είναι σαν τη φουστανέλα, με τις πολλές πτυχώσεις, που η μία είναι απέναντι στην άλλη. Κυρίαρχη ανάμεσα στις πολλές και διαφορετικές ταυτότητές του –επιχειρηματίας, δήμαρχος, πρώην αλκοολικός, ιδρυτής του Αρκτούρου και πολλά πολλά άλλα– είναι αυτή του οινοποιού, ή όπως λέει ο ίδιος, του «κρασά». Στα 30 αυτοτελή κεφάλαια, που συνοδεύονται από 120 φωτογραφίες, υπάρχουν ιστορίες από τις επιχειρήσεις και τα γλέντια, από το κτήμα στη Νάουσα και το Νυμφαίο, ιστορίες που περιγράφουν τη σχέση με τον πατέρα και τον αδελφό του, τη γυναίκα της ζωής του Αθηνά, τα παιδιά και τα εγγόνια του. Ιστορίες από τον αλκοολισμό, από την περίοδο της δημαρχίας Θεσσαλονίκης, τον Αρκτούρο και την ομάδα μπάσκετ του Άρη.

Όλα αυτά όμως είναι το περιτύλιγμα γύρω από ένα μπουκάλι κρασί. «Σε όλη μου τη ζωή το πιο συναρπαστικό ήταν να κάνω κρασί» λέει ο ίδιος. Όχι μόνο τα δικά του κρασιά. Του άρεσε να ανακαλύπτει μικρά οινοποιία στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια, να ανασυστήνει αμπέλια, να κάνει κρασί με άλλους οινοποιούς. Επί χρόνια κατέβαλε προσπάθειες να κατοχυρωθεί η ξεχωριστή οινική ταυτότητα κάθε περιοχής, κι αν κάτι μένει από το βιβλίο είναι το «γαμώτο» του γιατί η Ελλάδα δεν έχει πολιτική για τον οίνο. Άοκνος και αιώνιος έφηβος ακόμη και τώρα που διανύει την όγδοη δεκαετία της ζωής του, ο κυρ-Γιάννης έχει βάλει ως στόχο να δημιουργήσει την «Κιβωτό του Ελληνικού Αμπελώνα» στο Τατόι. Κι έτσι πεισματάρης Βλάχος που είναι, μάλλον θα τα καταφέρει.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

 

Kαι τα πέντε που επιλέγει ο Μπιλ Γκέιτς για να διαβάσουμε στις γιορτές.

Εικόνα michelakou_margarita
Αρχισυντάκτρια του inside story. Εργάζεται στα περιοδικά εδώ και 25 χρόνια. Ήταν στην αρχική ομάδα της Athens Voice και διευθύντρια του Marie Claire. Τα τελευταία χρόνια δούλεψε κυρίως σε apps και περιοδικά για τους ξένους επισκέπτες της χώρας. Ένα ήταν στα κινέζικα.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.