Smart Policing: Θα φέρει η «Έξυπνη Αστυνόμευση» την αναγνώριση προσώπων στην Ελλάδα;

Η Ελληνική Αστυνομία έχει υπογράψει σύμβαση για την προμήθεια συστημάτων «έξυπνης αναγνώρισης» προσώπων. Πόσο εύκολο είναι να λειτουργήσουν πιλοτικά μέχρι το τέλος του έτους, όπως ορίζει το χρονοδιάγραμμα;
Χρόνος ανάγνωσης: 
15
'

Έστω ότι περπατάτε στον δρόμο και για κάποιο λόγο η αστυνομία σας σταματά και ζητά την ταυτότητά σας ή κάποιο επίσημο έγγραφο για εξακρίβωση στοιχείων. Εσείς (κακώς) δεν έχετε μαζί σας κανένα έγγραφο για την ταυτοποίηση. Ο αστυνομικός βγάζει ένα κινητό τηλέφωνο και σας ζητά να κοιτάξετε την κάμερα. «Τραβάει» μια φωτογραφία του προσώπου σας και σε μερικά δευτερόλεπτα έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που χρειάζεται για να σας ταυτοποιήσει. Κάπως έτσι σχεδιάζεται να μπει για πρώτη φορά στην Ελλάδα η τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου, μια αρκετά αμφιλεγόμενη πρακτική που στο εξωτερικό έχει ξεσηκώσει τα τελευταία χρόνια θύελλα αντιδράσεων.

Τα σχέδια για τη νέα εποχή στην ταυτοποίηση προσώπων

Αυτή τη στιγμή η Ελληνική Αστυνομία δεν διαθέτει, όπως υποστηρίζει, καμία τεχνολογία ταυτοποίησης προσώπου (σε αντίθεση με πολλές άλλες χώρες), όμως έχει ήδη υπογραφεί σύμβαση για προμήθεια συστημάτων «έξυπνης αστυνόμευσης» (smart policing), η οποία σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που έχει οριστεί θα ξεκινήσει την πιλοτική της λειτουργία στο τέλος του τρέχοντος έτους.

Η ανάθεση του Έργου
Στις 5 Ιουνίου του 2019, η Intracom Telecom υπέγραψε Σύμβαση με την Ελληνική Αστυνομία για την προμήθεια του είδους και την παροχή υπηρεσιών για το «Smart Policing». Αν και στον ανοικτό διεθνή διαγωνισμό που διενεργήθηκε η εκτιμώμενη αξία του έργου ανερχόταν στα 5.400.000€ περίπου, τελικά η προσφορά της ανάδοχης εταιρείας ανήλθε στα 4.260.706,70€. Το έργο αποτελεί μέρος του ευρωπαϊκού προγράμματος του Internal Security Fund - Police (ISF) - Ευρωπαϊκό Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας / Τομέας Αστυνομικής Συνεργασίας (2014-2020), που στοχεύει στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου ασφαλείας στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η χρηματοδότηση από το ISF θα καλύψει το 75% του κόστους (€3.375.000) και το υπόλοιπο 25% θα καλυφθεί από Εθνική Συμμετοχή.

«Στόχος της δράσης είναι η εφαρμογή σύγχρονων τεχνολογιών έξυπνων φορητών συσκευών σε πεζές και εποχούμενες περιπολίες, που να προσφέρουν λύσεις για τον προσδιορισμό και την επαλήθευση της ταυτότητας των πολιτών που υπόκεινται σε επιτόπιο έλεγχο, προκειμένου να υπάρξει αύξηση του αισθήματος ασφάλειας και μείωση του κινδύνου διαφυγής παραβατών [...]. Βασικός στόχος του έργου είναι η παροχή ενός ενιαίου περιβάλλοντος εργασίας στον τελικό χρήστη της συσκευής smart phone, η οποία θα επιτυγχάνει μέσω ενιαίας εφαρμογής/διεπαφής αναζητήσεων στις υφιστάμενες βάσεις δεδομένων και της λήψης βιομετρικών στοιχείων, τη γρήγορη και ασφαλή – με κρυπτογραφημένο τρόπο – αναζήτηση, εύρεση και ταυτοποίηση οχημάτων και προσώπων [σ.σ.: και αντικειμένων (πχ όπλων), όπως αναφέρεται σε ένα άλλο σημείο]», αναφέρει στο Τεύχος Τεχνικών Προδιαγραφών η ΕΛ.ΑΣ.

Πώς λειτουργεί η τεχνολογία αναγνώρισης προσώπων;

Η λογική πίσω από την αναγνώριση προσώπων είναι η μετατροπή μιας φωτογραφίας ή ενός στιγμιοτύπου από βίντεο σε αριθμούς, σε κάτι δηλαδή που μπορεί να αντιληφθεί ένας υπολογιστής. Αυτό γίνεται ως εξής: Ο υπολογιστής θα πρέπει να μάθει αρχικά τι είναι ένα πρόσωπο και κάθε φορά που του δίνεται μια φωτογραφία να εντοπίζει το πού βρίσκεται ένα πρόσωπο. Στην συνέχεια το πρόσωπο αυτό ποσοτικοποιείται, δηλαδή μετατρέπεται σε μια αλυσίδα αριθμών που αντιστοιχεί στο μοναδικό αυτό πρόσωπο. Η ποσοτικοποίηση αυτή έχει να κάνει με μοναδικά χαρακτηριστικά όπως για παράδειγμα με τις αποστάσεις που έχουν τα μάτια μεταξύ τους, το στόμα από την μύτη, την θέση των φρυδιών κ.ο.κ. Αυτή η αλυσίδα λοιπόν συγκρίνεται με μια ήδη υπάρχουσα βάση δεδομένων με αλυσίδες αριθμών που αντιστοιχούν σε πρόσωπα και αν υπάρχει «match» (ταίριασμα) με το υπό εξέταση πρόσωπο, εμφανίζει όλα τα δεδομένα που υπάρχουν αποθηκευμένα στη βάση δεδομένων για το συγκεκριμένο πρόσωπο. Γι’ αυτό και όσο μεγαλύτερη η βάση δεδομένων, τόσο περισσότερα και καλύτερα τα αποτελέσματα.

Μέσα από το Τεύχος των Τεχνικών Προδιαγραφών που εξέδωσε η ΕΛΑΣ για την «Έξυπνη Αστυνόμευση» μπορεί κανείς να κατανοήσει ποιο είναι το σχέδιο για το έργο, που εκτός από εξοπλισμό απαιτεί έτοιμο λογισμικό (αντίστοιχες άδειες για τη χρήση τους από την Ελληνική Αστυνομία) καθώς και ασφαλείς διασυνδέσεις.

Το βασικότερο, το οποίο είναι και αυτό που θα αντιληφθούν οι πολίτες, είναι ότι σχεδιάζεται να μοιραστούν στις υπηρεσίες όλης της χώρας τουλάχιστον 1.000 φορητές συσκευές (smart phones), των οποίων ορισμένες δυνατότητες θα είναι:

  1. Η ανάγνωση επίσημων εγγράφων ταυτοπροσωπίας (όπως είναι για παράδειγμα Διαβατήρια - ‘Άδειες ικανότητας οδήγησης - Άδειες Διαμονής Ενιαίου Τύπου - Ταξιδιωτικά Έγγραφα (T.D.V.) Δικαιούχων ή Αιτούντων Διεθνούς Προστασίας - Ταυτότητες νέου τύπου)
  2. Η λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων (θα γίνεται από το ίδιο το smartphone ή άλλη πρόσθετη συσκευή) που παράλληλα, αφού παραμετροποιηθούν, θα συγκρίνονται με τα αντίστοιχα δεδομένα δακτυλικών αποτυπωμάτων στο εθνικό σύστημα AFIS (Automated Fingerprint Identification Systems).
  3. Η λήψη φωτογραφιών προσώπων, οι οποίες σε συνδυασμό με δεδομένα όπως η γεωγραφική θέση και ο χρόνος όπου γίνεται ο έλεγχος, θα συγκρίνονται μέσω του ειδικού υλικού και λογισμικού με υφιστάμενα ψηφιακά αρχεία φωτογραφιών του Φορέα για να δοθεί μια συνοπτική απάντηση επιχειρησιακού ενδιαφέροντος. Επίσης θα υπάρχει η δυνατότητα οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων, από ληφθείσες φωτογραφίες στοιχείων/δεδομένων (πχ αριθμός ταυτότητας ή πινακίδας αυτοκινήτου).
  4. Η πληκτρολόγηση-εισαγωγή δεδομένων από τον αστυνομικό περιπολίας σε κατάλληλη εφαρμογή στο smart phone.

Μέσω του Smart Policing η αστυνομία θα έχει την δυνατότητα να μεταδώσει δεδομένα και αρχεία, τόσο κεντρικά όσο και μεταξύ των χρηστών, καθώς και να καταγράφει τα «περιστατικά» ελέγχου. Επειδή ακριβώς θα υπάρχει ένα κεντρικό σύστημα, αυτό θα επιτρέπει τις πολλαπλές και παράλληλες συγκρίσεις-αναζητήσεις, σε εθνικές και διεθνείς βάσεις δεδομένων (όπως των: Interpol, SIS II, VIS και EUCARIS) που θα εκκινούνται βάσει των πρωτογενών δεδομένων αναζήτησης από τις συσκευές smart phones.

 

 

Οι αντιδράσεις στην Ελλάδα

Φυσικά, η ανακοίνωση του σχεδίου δεν θα μπορούσε να μην προκαλέσει ορισμένες αντιδράσεις, αν και στη χώρα μας είναι αρκετά περιορισμένες. Τον Μάρτιο του 2020 η Homo Digitalis, μια ΜΚΟ που έχει ως στόχο την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ψηφιακή εποχή, απέστειλε στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) αίτημα για γνωμοδότηση σχετικά με την εν λόγω σύμβαση για την «Έξυπνη αστυνόμευση».

Τα δικαιώματα των πολιτών ως προς την προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζονται από τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (ΓΚΠΔ), το γνωστό GDPR. Πιο συγκεκριμένα, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές υπάρχει η επονομαζόμενη «αστυνομική» ευρωπαϊκή οδηγία 680 του 2016.

Όπως μας ενημερώνει ο Γεώργιος Ρουσόπουλος, ειδικός επιστήμονας-ελεγκτής της ΑΠΔΠΧ και Δρ Μηχανικός Η/Υ και Πληροφορικής, το συγκεκριμένο εργαλείο της Αστυνομίας βρίσκεται αυτή τη στιγμή υπό εξέταση από την Αρχή: «Ένα μοντέλο ενός βιομετρικού συστήματος με κεντρική βάση δεδομένων, με φωτογραφίες και αναγνώριση προσώπων με βάση τις φωτογραφίες, θεωρείται γενικά πάρα πολύ επεμβατικό. [...] Το αν εφαρμοστεί ή όχι αυτό το έργο εξετάζεται γιατί από ό,τι φαίνεται λείπει το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο για να μπορέσει να υπάρξει εφαρμογή στην Ελλάδα. [...] Δεν μπορώ να πω με ένα ναι ή όχι αν (σ.σ.: αυτό το εργαλείο) είναι νόμιμο. Αλλά σίγουρα σαν βασική αρχή (σ.σ.: για να λειτουργήσει ένα τέτοιο εργαλείο) θα έπρεπε να υπάρχει μια νομοθετική διάταξη η οποία να δίνει τη δυνατότητα στην αστυνομία να μπορεί να κάνει χρήση τέτοιων συστημάτων ακόμα και σε έναν πρώτο βαθμό, δηλαδή για έρευνα. Δεν μπορώ να σας πω με ευχέρεια αν υπάρχει τέτοια διάταξη για την αστυνομία ή όχι, οπότε κρατάω μια επιφύλαξη για τη νομιμότητα αυτού του ζητήματος».

Η ΑΠΔΠΧ έχει τη δυνατότητα, αν κρίνει ότι δεν είναι νόμιμη η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, να «παγώσει» το έργο και να διατάξει τη διακοπή της επεξεργασίας των δεδομένων. «Αν έχει προχωρήσει το πρόγραμμα και δεν υπάρχει η γνώμη της ΑΠΔΠΧ είναι απόλυτα προβληματικό. Αν δεν υπάρχει θεσμικό πλαίσιο ή αν η ΑΠΔΠΧ έρθει και πει ότι το πρόγραμμα αντίκειται στην νομοθεσία, στην ουσία αυτό που θα συμβεί είναι ότι θα έχουν σπαταληθεί δημόσιοι πόροι για ένα πρόγραμμα το οποίο δεν θα μπορεί να εφαρμοστεί. Γι’ αυτό και στην αίτησή μας για γνωμοδότηση προς την ΑΠΔΠΧ, κοινοποιώντας την και στον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη, είχαμε ζητήσει να σταματήσει προσωρινά η ανάπτυξη του συγκεκριμένου εργαλείου, για τον πολύ απλό λόγο ότι αν συνεχίσει να αναπτύσσεται με έναν τρόπο ο οποίος μεταγενέστερα θα κριθεί από την αρχή προστασίας δεδομένων ότι δεν πληροί τις προδιαγραφές που θα έπρεπε, το μόνο το οποίο θα έχει επιτευχθεί θα είναι ότι θα έχουν σπαταληθεί ανθρωποώρες και μεγάλοι οικονομικοί πόροι», μας αναφέρει ο Κωνσταντίνος Κακαβούλης, δικηγόρος και μέλος του ΔΣ των Homo Digitalis.

Αυτή τη στιγμή δεν γνωρίζουμε σε ποια φάση βρίσκεται το έργο. Έχουμε απευθύνει σχετική ερώτηση στην ΕΛ.ΑΣ, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχουμε λάβει απάντηση.

UPDATE 12 Αυγούστου 2020 – Η απάντηση της ΕΛ.ΑΣ.

Σε απάντηση ανωτέρω αιτήματός σας, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

Το Τεύχος Τεχνικών προδιαγραφών που αφορά το εν λόγω έργο αποτελεί παράρτημα της υλοποιούμενης και υπογραφείσας Σύμβασης. Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της Πιλοτικής λειτουργίας θα ακολουθήσουν οι διαδικασίες οριστικής παραλαβής του έργου. Κατά την υποβολή του αιτήματος χρηματοδότησης και προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η εν λόγω δράση από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας, το σύνολο της δράσης, ελέγχθηκε για την νομική της επάρκεια από το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας.

Η εμπιστευτικότητα των πληροφοριών και η προστασία στην διαχείριση των προσωπικών δεδομένων εξασφαλίζεται από σύγχρονες τεχνολογίες κρυπτογράφησης δεδομένων σε συνδυασμό με την εφαρμογή της πολιτικής ασφαλείας πληροφοριών και πληροφοριακών συστημάτων της Ελληνικής Αστυνομίας. Ο Ανάδοχος δε διαχειρίζεται και δεν αποθηκεύει προσωπικά δεδομένα, παρέχει υπηρεσίες συντήρησης και ανάπτυξης του εν λόγω έργου.

Σημειώνεται ότι το σύνολο των υποδομών του έργου θα λειτουργούν και θα εγκατασταθούν σε πληροφοριακό κέντρο της Ελληνικής Αστυνομίας. Η πρόσβαση, με τη χρήση σύγχρονων τεχνολογιών έξυπνων φορητών συσκευών, θα δοθεί στο επιχειρησιακό αστυνομικό προσωπικό όπου εκτελεί πεζές και εποχούμενες περιπολίες σε όλη τη χώρα και κυρίως στα αστικά κέντρα και τα νησιά σύμφωνα με τις επιχειρησιακές ανάγκες.

Όπως τονίζει ο κ. Κακαβούλης, το βασικό πρόβλημα με το εν λόγω έργο «δεν είναι η υπογραφή της σύμβασης. Πρέπει να ρυθμιστεί ο τρόπος με τον οποίο θα αναπτυχθεί και εφαρμοστεί». Αυτό όπως μας ενημερώνει, μπορεί να γίνει με την δημιουργία ενός νόμου «ο οποίος θα αναθεωρεί τον νόμο 3917/2011, που βασίζεται στην ευρωπαϊκή οδηγία 24/2006 που έχει κριθεί άκυρη από το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα πρέπει να γίνει ένας νέος νόμος ο οποίος από την μία θα κρατήσει ό,τι μπορεί από τον παλιό νόμο, και τα υπόλοιπα θα τα αναθεωρεί με βάση και τις νέες απαιτήσεις. Διότι σκεφτείτε ότι αυτά που ενσωμάτωσε ο νόμος αυτός είναι του 2006, που συντάχθηκαν το 2005. Το 2005 δεν μπορούσαμε καν να φανταστούμε όχι φορητές συσκευές αναγνώρισης προσώπου, ούτε ότι θα είχαμε smartphones. Επομένως, μπορεί χρονικά μπορεί να έχουν περάσει μόλις 15 χρόνια, όμως η ανάπτυξη της τεχνολογίας και η διείσδυσή της στην καθημερινότητά μας και στην αστυνόμευση είναι τόσο μεγάλη, που απαιτείται η νομοθεσία να αναθεωρείται διαρκώς έτσι ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες».

Η τεχνολογία αναγνώρισης προσώπων απαιτεί επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων (όπως για παράδειγμα χαρακτηριστικά του προσώπου, δακτυλικά αποτυπώματα, ανάλυση κόρης του ματιού κλπ) τα οποία συγκαταλέγονται από την ευρωπαϊκή οδηγία 680/2016 σε ειδικές κατηγορίες προσωπικών δεδομένων, καθιστώντας τα ιδιαίτερα ευαίσθητα και με μεγάλες συνέπειες από τη λάθος χρήση τους για τους ανθρώπους. Γι’ αυτό χρειάζεται ένα πολύ συγκεκριμένο ρυθμιστικό πλαίσιο: «Αρχικά, είναι πάρα πολύ σημαντικό να καθοριστεί για ποιους σκοπούς θα χρησιμοποιείται το Smart policing,» αναφέρει ο κ. Κακαβούλης, «δηλαδή, είναι κατανοητό ότι το Smart policing μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξιχνίαση ενός κακουργήματος. Όμως δεν είναι το ίδιο εύκολα κατανοητό το Smart policing να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μια απλή παράβαση του ΚΟΚ. Επίσης, είναι πάρα πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε ποια όργανα της ελληνικής αστυνομίας και με ποια κριτήρια θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν αυτά τα εργαλεία. Αν δοθεί πρόσβαση σε όλα τα όργανα της ΕΛΑΣ στην βάση δεδομένων που θα έχει η αστυνομία, στην οποία περιλαμβάνονται πιθανότατα τα βιομετρικά δεδομένα όλων των Ελλήνων πολιτών που διαθέτουν διαβατήριο, τότε αυτό είναι κάτι το οποίο μπορεί να έχει πάρα πολλά αρνητικά αποτελέσματα για τον πολίτη. Αυτό το λέω με την έννοια ότι θα μπορεί στην πράξη οποιοσδήποτε αστυνομικός ανεξαρτήτου βαθμίδας και καθηκόντων να έχει πρόσβαση σε πολύ ευαίσθητα δεδομένα για όλους μας. Ακόμη ένα σημαντικό σημείο είναι να διασφαλιστεί για τα δεδομένα που θα διατηρούνται το πού θα αποθηκεύονται, με ποιον τρόπο και ποιος θα μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτά Πρέπει να υπάρχει μια σαφής ενημέρωση για όλους τους πολίτες για το τι δικαιώματα έχουν και κάθε φορά να προβλέπεται ότι θα γίνεται μια στάθμιση από την αστυνομία ανάμεσα στις εκάστοτε χρήσεις των μέσων του smart policing και στα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με μία αρχή πολύ συγκεκριμένη, με την εκτίμηση αντικτύπου για τα δικαιώματα των πολιτών. Σίγουρα όποια ρύθμιση και να υπάρξει θα πρέπει να σέβονται τα δικαιώματα των πολιτών τα οποία κατοχυρώνονται στην οδηγία 680/2016».

Τα προσωπικά δεδομένα στην οδηγία 680/2016

Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή οδηγία οδηγία 680/2016, τα βιομετρικά δεδομένα ορίζονται ως εξής: δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία προκύπτουν από ειδική τεχνική επεξεργασία συνδεόμενη με φυσικά, βιολογικά ή συμπεριφορικά χαρακτηριστικά φυσικού προσώπου, και τα οποία επιτρέπουν ή επιβεβαιώνουν την αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση του εν λόγω φυσικού προσώπου, όπως εικόνες προσώπου ή δακτυλοσκοπικά δεδομένα.

Σύμφωνα με το Άρθρο 10 της ίδιας οδηγίας που αναφέρεται στην επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα: Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομετρικών δεδομένων για την αποκλειστική ταυτοποίηση ενός φυσικού προσώπου ή δεδομένων που αφορούν στην υγεία ή τη σεξουαλική ζωή ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό επιτρέπονται μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαίες, με την επιφύλαξη των κατάλληλων διασφαλίσεων για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων και εφόσον:

  1. επιτρέπονται από το δίκαιο της Ένωσης ή των κρατών μελών·
  2. επιβάλλονται για την προστασία των ζωτικών συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου φυσικού προσώπου· ή
  3. η επεξεργασία αυτή αφορά σε δεδομένα τα οποία έχουν προδήλως δημοσιοποιηθεί από το υποκείμενο των δεδομένων.

Στο ίδιο πνεύμα βρίσκονται και όσα μας ανέφερε ο κ. Ρουσόπουλος από την ΑΠΔΠΧ σχετικά με όσα πρέπει να γίνουν για το νομοθετικό πλαίσιο: «Μια βασική αρχή του Συντάγματός μας είναι η αρχή της αναλογικότητας. Άρα θα πρέπει πρώτα να είσαι σίγουρος ότι δεν μπορείς να πετύχεις τον ίδιο σκοπό με άλλον τρόπο. [...] Γενικώς όλες οι ευρωπαϊκές ΑΠΔΠΧ θεωρούμε ότι για να μπορείς να χρησιμοποιήσεις μια τεχνολογία που έχει αναγνώριση προσώπων σε τόσο μεγάλο βαθμό πρέπει να έχεις έναν πολύ καλό λόγο, θα πρέπει να είναι πάρα πολύ σοβαρός ο σκοπός που επιδιώκεται, να υπάρχει ένας πολύ μεγάλος κίνδυνος για να επιτραπεί η αναγνώριση προσώπων. Δεν ξέρω πόσο εύκολα μπορεί αυτή η τεχνολογία να τεκμηριωθεί. Αυτό πρέπει να το δούμε. Από όσο ξέρω δεν νομίζω ότι υπάρχει σε κάποιο ευρωπαϊκό κράτος τέτοια διάταξη που να δίνει τη δυνατότητα στην αστυνομία να κυκλοφορεί και να κάνει φωτογράφιση για να κάνει αυτόματα την ταυτοποίηση. Είναι κάτι αρκετά προβληματικό».

Τι συμβαίνει στο εξωτερικό;

Η συγκεκριμένη τεχνολογία, αν και αμφιλεγόμενη, δεν είναι κάτι καινούριο στο εξωτερικό. Στην Αγγλία, παρά τις σφοδρές αντιδράσεις η αστυνομία κάνει χρήση του Live Facial Recognition (LFR), με την οποία μπορεί να σκανάρει σε πραγματικό χρόνο δημόσιους χώρους ώστε οι αρχές να εντοπίσουν και να «προσέξουν» άτομα που αναζητούνται ή θεωρούνται επικίνδυνα.

Στην Κίνα του «Μεγάλου Αδελφού» Σι Τζιπίνγκ, με πάνω από 200 χιλιάδες κάμερες παρακολούθησης στους δρόμους, οι αστυνομικές αρχές κατέχουν τη μεγαλύτερη εθνική βάση προσώπων στον κόσμο. Ανάμεσα σε πολλές ακόμα χρήσεις αυτής της τεχνολογίας, οι κινεζικές αρχές στο όνομα της εθνικής ασφάλειας έχουν φτάσει στο σημείο να παρακολουθούν τις κινήσεις της μειονότητας Ουιγούρ και να ελέγχουν το πόσο μακριά βρίσκονται τα μέλη της από τα σπίτια τους.

Η λίστα των χωρών στις οποίες γίνεται χρήση της αναγνώρισης προσώπων από την αστυνομία (και ευρύτερα το κράτος) είναι πολύ μεγάλη και μάλιστα τα τελευταία χρόνια η Κίνα, ο μεγάλος παίκτης στην αγορά, έχει στρέψει την προσοχή της σε χώρες της Αφικής και της Λατινικής Αμερικής, συμβάλλοντας στην εξαγωγή κατάλληλου υλικού παρακολούθησης και τεχνητής νοημοσύνης. Αξιοσημείωτη όμως είναι και η περίπτωση της Ρωσίας, που φαίνεται να ακολουθεί τα βήματα της Κίνας και να έχει ένα ισχυρό σύστημα παρακολούθησης των πολιτών μέσω αναγνώρισης προσώπου, το οποίο ενίσχυσε το τελευταίο διάστημα βρίσκοντας ως αφορμή τον κορονοϊό και την προσπάθεια του κράτους να ελέγξει αυτούς που θα έπρεπε να βρίσκονται σε καραντίνα.

Τα τελευταία 20 χρόνια, αστυνομικά τμήματα της Αμερικής χρησιμοποιούν εσωτερικές βάσεις δεδομένων (που προέρχονται από φωτογραφίες διπλωμάτων οδήγησης ή συλλήψεων κ.ο.κ) για την αναγνώριση προσώπων παραβατών που εμφανίζονται σε φωτογραφίες και στιγμιότυπα από κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης. Όμως τα τελευταία χρόνια την είσοδό τους στην αγορά έχουν κάνει πληθώρα εταιρειών που προσφέρουν μια μεγαλύτερη βάση δεδομένων, τόσο σε ιδιωτικές εταιρείες όσο και σε αρχές επιβολής του νόμου (η βιομηχανία αναγνώρισης προσώπου εκτιμάται ότι για το 2019 έφτασε τα 3,4 δισεκατομμύρια δολάρια). Η πιο διαβόητη όλων είναι η Clearview AI.

Clearview AI

Η startup Clearview AI ισχυρίζεται ότι έχει δημιουργήσει μια βάση δεδομένων που συμπεριλαμβάνει περισσότερες από 3 δισεκατομμύρια φωτογραφίες που «μάζεψε» (με scraping) από όλο το διαδίκτυo συμπεριλαμβανομένων των social media όπως Facebook, Instagram και Youtube και μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα μπορεί να εντοπίσει με μια φωτογραφία (που δεν χρειάζεται να είναι και τόσο «καθαρή») τα στοιχεία οποιουδήποτε προσώπου. Μάλιστα ακόμα και αν το προφίλ κάποιου είναι «κλειδωμένο», η Clearview μπορεί παρόλα αυτά να μαζέψει φωτογραφίες. «Λειτουργεί σαν το Google αλλά αντί για λέξεις βάζεις πρόσωπα» αναφέρει ο ιδρυτής Hoan Ton-Tha σε συνέντευξή του.

Οι γίγαντες της τεχνολογίας, όπως Facebook, Twitter, YouTube και LinkedIn, απαίτησαν από την Clearview να σταματήσει να συγκεντρώνει πληροφορίες και φωτογραφίες από τις πλατφόρμες τους καθώς είναι αντίθετο με την πολιτική χρήσης τους. Παρόλα αυτά η εταιρεία εξακολουθεί να το κάνει.

Έρευνα του Buzzfeed αποκάλυψε ότι οι πελάτες της startup είναι από το Αστυνομικό τμήμα της Φλόριντα μέχρι το NBA και ότι τουλάχιστον 2,228 θεσμοί επιβολής του νόμου σε πάνω από 26 χώρες έχουν δημιουργήσει λογαριασμό και συνολικά έχουν πραγματοποιήσει 500.000 αναζητήσεις στο Clearview. Μάλιστα, παρόλο που ο Hoan Ton-That, έχει αναφέρει σε συνέντευξη του ότι δε θα πουλούσε ποτέ το λογισμικό σε χώρες αντίθετες προς τις Η.Π.Α όπως για παράδειγμα η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα, εστιάζοντας την αγορά του στην Αμερική και στον Καναδά, τα έγγραφα του Buzzfeed αναφέρουν ότι στη Σαουδική Αραβία (όπου εντοπίζονται σημαντικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων) έχει δοθεί πρόσβαση σε ένα ερευνητικό κέντρο που έχει πελάτες ακόμα και το Υπουργείο Επενδύσεων της χώρας. Έπειτα από μηνύσεις η εταιρεία αναφέρει ότι πλέον δεν θα προσφέρει το λογισμικό σε ιδιώτες και ιδιωτικές εταιρείες.

Μάλιστα το Buzzfeed αναφέρει ότι μεταξύ άλλων η εταιρεία σκέφτονταν να επεκταθεί και σε άλλες χώρες συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας όμως η ΕΛ.ΑΣ. σε ερώτημα που τέθηκε από την ΜΚΟ Homo Digitalis διέψευσε την χρήση του λογισμικού.

Η συζήτηση γύρω από την τεχνολογία αναγνώρισης προσώπου το τελευταίο διάστημα έχει αναζωπυρωθεί αρκετά, κυρίως λόγω των μεγάλων διαδηλώσεων για το «Black Lives Matter». Ακτιβιστές και διαδηλωτές ζητούσαν από τα ΜΜΕ να κρύβουν τα πρόσωπά τους στις φωτογραφίες που δημοσίευαν, καθώς φοβούνταν μην τους εντοπίσει η Αστυνομία. Δεν είναι άλλωστε κάτι καινούριο, αφού έχει αποκαλυφθεί ότι σε αντίστοιχες διαδηλώσεις του 2015 στη Βαλτιμόρη η αστυνομία χρησιμοποίησε φωτογραφίες και βίντεο που κυκλοφορούσαν ώστε να εντοπίσει μέσω social media διαδηλωτές και να τους συλλάβει.

Στον απόηχο όλων αυτών, μεγάλες εταιρείες όπως η IBM, η Amazon, και η Microsoft ανακοίνωσαν ότι δεν θα προσφέρουν το λογισμικό αναγνώρισης προσώπου που κατέχουν, στις αρχές επιβολής του νόμου (αστυνομία, FBI κλπ) εάν δεν υπάρξουν ρυθμίσεις για το πότε και το πώς θα γίνεται η χρήση του. Βέβαια κάποιοι το βλέπουν περισσότερο ως μια μανούβρα που στόχο έχει την δημιουργία της καλής «εικόνας» των εταιρειών αυτών, παρά το ενδιαφέρον για τους διαδηλωτές.

Και σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται η ουσία. Οι τεχνολογίες αυτές είναι ένα πανίσχυρο εργαλείο που δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται χωρίς τις κατάλληλες ρυθμίσεις για την προστασία των πολιτών. Κάποια βήματα έχουν γίνει, ίσως όμως δεν είναι ακόμα αρκετά για να διασφαλιστεί σε κάθε χώρα η προστασία των προσωπικών δεδομένων των πολιτών.

H Κομισιόν σύμφωνα με δημοσιεύματα είχε σκεφτεί την απαγόρευση της χρήσης τεχνολογιών αναγνώρισης προσώπων σε δημόσιους χώρους μέχρι και για πέντε χρόνια για τα κράτη-μέλη της. Όμως, όπως αναφέρει σε ρεπορτάζ του το Quartz, ενώ στα αρχικά drafts του εγγράφου –όπου παρουσιαζόταν γενικότερα το όραμα που έχει ΕΕ και οι περιορισμοί που θα πρέπει να τεθούν για την τεχνητή νοημοσύνη– υπήρχαν σκληρές γραμμές για το θέμα της τεχνολογίας αναγνώρισης προσώπων, στο τελικό κείμενο αποσύρθηκε η απαγόρευση που αρχικά είχε αναφερθεί. Σύμφωνα με τους FT, αυτό οφείλεται στον φόβο ότι με αυτόν τον τρόπο θα καταπνιγεί η καινοτομία και θα διακινδυνεύσει η εθνική ασφάλεια. Έχουν υπάρξει και οργανωμένες αντιδράσεις από ευρωπαϊκές οργανώσεις και ΜΚΟ που ασχολούνται με τα ψηφιακά δικαιώματα των πολιτών ως προς το τελικό white paper που εξέδωσε η Κομισιόν. Μάλιστα το ίδιο δίκτυο οργανώσεων έχει εκφράσει ξεκάθαρα τις ανησυχίες του ως προς την χρήση των τεχνολογιών αναγνώρισης προσώπου από ευρωπαϊκές χώρες και έχει προτείνει την άμεση καθολική απαγόρευση της τεχνολογίας από την Ευρώπη.

Όπως μας αναφέρουν όμως οι συνεντευξιαζόμενοι, από όσο γνωρίζουν τα περισσότερα από τα προγράμματα που εφαρμόζονται στην Ευρώπη είναι ερευνητικά. Σύμφωνα με τον κ. Κακαβούλη από το Homo digitalis: «Υπάρχουν στην Ευρώπη αυτή την στιγμή διάφορα προγράμματα σε επίπεδο Ηorizon 2020 τα οποία είναι πιλοτικά και προσπαθούν να αναπτύξουν νέες εφαρμογές οι οποίες επιδιώκουν αντίστοιχες πρακτικές smart policing, οι οποίες θα σέβονται όσο το δυνατόν περισσότερο την ιδιωτικότητα των πολιτών. Κάποια από αυτά τα προγράμματα πράγματι σέβονται και προσπαθούν να λαμβάνουν υπόψη τους την ιδιωτικότητα, όπως για παράδειγμα το Persona Project. Κάποια άλλα όμως, τα οποία είναι και περισσότερα, είναι πιο κοντά στην αποτροπή του εγκλήματος με κάθε κόστος, χωρίς να διασφαλίζουν τα δικαιώματα των πολιτών». Και ο κ. Ρουσόπουλος από την ΑΠΔΠΧ τονίζει ότι «δεν πρέπει να δαιμονοποιούμε την τεχνολογία αναγνώρισης προσώπων, διότι σε κάποιες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα όταν χρησιμοποιείται ερευνητικά από πανεπιστήμια, μπορεί να είναι χρήσιμη. Αλλά σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να είναι υπερβολική. [...] Υπάρχουν προτάσεις από τις ευρωπαϊκές Αρχές προστασίας Δεδομένων για την καθολική απαγόρευση της τεχνολογίας αναγνώρισης προσώπου. Δεν είναι εύκολο να σκεφτεί κανείς μια εφαρμογή που να κάνει απαραίτητη την χρήση αναγνώρισης προσώπου σε μεγάλο/μερικό βαθμό. Ας μην είμαστε απόλυτοι όμως στο ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, είναι κάτι που θα μπορούσε να συζητηθεί σε κάποιες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα για την προστασία κρίσιμων υποδομών. Αλλά και πάλι, υπάρχουν τόσες πολλές εναλλακτικές μέθοδοι για να κάνεις την ταυτοποίηση που η αναγνώριση προσώπων δεν είναι πάντα θεμιτή».

Γεννήθηκε στο Μπαρκισιμέτο της Βενεζουέλας το 1996. Είναι απόφοιτη του τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης στο ΕΚΠΑ όπου εισήχθη με την ελπίδα να μάθει τι εστί δημοσιογραφία. Ασχολείται κατά καιρούς με το βίντεο και την φωτογραφία.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.