Ο Ήλιος Ανατέλλει Ξανά

Ο Χέμινγουεϊ εμπνεύστηκε το πρώτο του μυθιστόρημα από τις αληθινές ερωτικές περιπέτειες μιας παρέας Aμερικανών αυτοεξόριστων του Μεσοπολέμου σε μια εκδρομή στην Παμπλόνα τον Ιούλιο του 1925, ανάμεσα σε μεθύσια, ταυρομαχίες και γροθιές.
Χρόνος ανάγνωσης: 
7
'
To διαβατήριο του Χέμινγουεϊ, με ημερομηνία έκδοσης 20 Δεκεμβρίου 1923. [
The Ernest Hemingway Collection/John F. Kennedy Library]

«Η νυχτερινή ζωή δεν είναι απλά μία λίστα από καφέ μπαρ. Είναι μία παράξενη ασθένεια πάντα υπαρκτή η οποία ξαναφούντωσε μετά τον πόλεμο. Η φλόγα της καίει μία ολόκληρη γενιά». Αυτή είναι η εισαγωγή του άρθρου «Ευρωπαϊκή Νυχτερινή Ζωή: Μία ασθένεια» που δημοσιεύτηκε στην Toronto Star Weekly τον Δεκέμβριο του 1923. Ήταν μία ανταπόκριση από το Παρίσι υπογεγραμμένη από τον 24χρονο Έρνεστ Χέμινγουεϊ.

Ο νομπελίστας συγγραφέας είναι ανταποκριτής της εφημερίδας του Καναδά και προσπαθεί να βρει έμπνευση για να γράψει το πρώτο του μυθιστόρημα. Ζει στην οδό Νοτρ Νταμ μαζί με την πρώτη του σύζυγο, Χέντλεϊ Ρίτσαρντσον, και τον δίχρονο γιo τους, Τζακ. Έχει μόλις επιστρέψει από το μέτωπο, έχοντας καλύψει ως πολεμικός ανταποκριτής τον ελληνοτουρκικό πόλεμο και την καταστροφή της Σμύρνης για την ίδια εφημερίδα. Τώρα όμως γράφει άρθρα όπου συγκρίνει τις νυχτερινές περιπέτειες του στο Παρίσι με αυτές στο «άθλιο παρηκμασμένο Βερολίνο», τη «βαρετή Μαδρίτη», αλλά και «τη συναρπαστική και πάντα σε πυρετώδη κατάσταση Κωνσταντινούπολη».

Από το 1921 βάση του είναι η γαλλική πρωτεύουσα, όπου η νυχτερινή ζωή «είναι τόσο πολιτισμένη που σε έναν ξένο δεν φαίνεται συναρπαστική». Μόλις όμως η πόλη πάει για ύπνο, όταν «βρυχάται ο τελευταίος σταθμός του μετρό», ο Χέμινγουεϊ περιπλανιέται στα καφέ του Καρτιέ Λατέν όπου «πίνουν και ακούνε τζαζ» ή στα κλαμπ της Μονμάρτης –όχι φυσικά «στις τουριστικές παγίδες» αλλά στα αυθεντικά καμπαρέ που ανοίγουν τις πόρτες τους μετά τις δύο τα μεσάνυχτα. Έχει ήδη γνωρίσει τα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, έχει περιπλανηθεί στους νυχτερινούς δρόμους των ευρωπαϊκών μητροπόλεων, έχει ακούσει με τα ίδια του τα αυτιά τη Γερτρούδη Στάιν να τους ονομάζει «Χαμένη Γενιά», έχει δείξει τα πρωτόλεια χειρόγραφα του στον Έζρα Πάουντ όταν ταξίδευαν μαζί στην Ιταλία, έχει καθίσει στο ίδιο στασίδι με τον Χουάν Μιρό για να παρακολουθήσει ταυρομαχία.

Όμως τον Χέμινγουεϊ δεν τον ελκύουν μόνο η σαμπάνια και το αψέντι τα οποία καταναλώνει σε ποσότητες, η τζαζ, το τζιν, οι εξαίσιοι συμπότες του, όπως οι διάσημοι ήδη συγγραφείς Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ και Τζον Ντος Πάσος. Πέρα από τα διονυσιακά μεθύσια και τα παράτολμα ταξίδια, ξέρει ότι πρέπει να γράψει ένα μυθιστόρημα το οποίο «να βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά, τα οποία ο συγγραφέας διυλίζει μέσα από την προσωπική του εμπειρία «ώστε η γραφή να καταλήγει πιο αληθινή από την ανάμνηση τους». Υπερβολικά φιλόδοξο σχέδιο για έναν δημοσιογράφο που οι δύο προηγούμενες απόπειρές του με συλλογές διηγημάτων και ποιημάτων είχαν πουλήσει μόνο μερικές δεκάδες αντίτυπα, στις ΗΠΑ. Το 1925 είναι έτοιμος να «γράψει την πιο αληθινή πρόταση που μπορεί». Θέλει να κάνει περήφανη τη μέντορά του, Γερτρούδη Στάιν, θέλει να μην διαψεύσει την εμπιστοσύνη που του δείχνει ο Φιτζέραλντ, ο οποίος έχει πίσω του την επιτυχία του Αυτή η Πλευρά του Παραδείσου. Ο Χέμινγουεϊ αναζητά το απαραίτητο καύσιμο.

Tο παρθενικό του ταξίδι το 1923 στην Παμπλόνα, μια πόλη στη βόρειο Ισπανία που ακόμα δεν έχουν ανακαλύψει οι τουρίστες, τον έχει σαγηνεύσει. Έχει γράψει για την Toronto Star ανταποκρίσεις γεμάτες ενθουσιασμό για το αιματηρό έθιμο σύμφωνα με το οποίο οι ταύροι διασχίζουν μαινόμενοι το κατάμεστο από κόσμο κέντρο της πόλης πριν την ταυρομαχία και για τη γατίσια ευλυγισία του ταύρου καθώς έρχεται αντιμέτωπος με την επιδεξιότητα του ματαδόρ στην ηλιόλουστη σκονισμένη αρένα. Το Παρίσι είναι η πόλη όπου ο Χέμινγουεϊ συναντά όλη την προοδευτική διανόηση της εποχής του, από τον Πικάσο έως τον Τζόις, μια πόλη «σαν ερωμένη που δεν γερνάει και ψάχνει νέους εραστές». Στην Παμπλόνα, όμως, αναζητά διαρκώς να νοιώσει τη μεθυστική αίσθηση που αφήνει μία οργιαστική γιορτή γεμάτη μουσική, κρασί και πυροτεχνήματα όταν σβήνει λουσμένη στο αίμα των ταύρων.

Mε την παρέα του αποφασίζουν τον Ιούλιο του 1925 να κάνουν όλοι μαζί μια εκδρομή για μια εβδομάδα στην ισπανική πόλη για τη γιορτή του Σαν Φερμίν. Πρόκειται για μια συντροφιά μποέμ Αμερικανών και Βρετανών που έχουν καταφύγει στο Παρίσι, αφενός επειδή είναι φτηνή πόλη για όσους διαθέτουν δολάρια, αφετέρου επειδή τα μηνύματα από τις ΗΠΑ όπου λογοκρίνονται ως πορνογραφικά βιβλία όπως o Οδυσσέας του Τζέιμς Τζόις, δεν είναι ευοίωνα για τα ελεύθερα πνεύματα.

Σε μια ιστορική φωτογραφία που τραβήχτηκε στη διάρκεια της εκδρομής, απαθανατίζονται όλοι εκείνοι που δύο μήνες αργότερα θα πρωταγωνιστήσουν στο πρώτο μυθιστόρημα του Χέμινγουεϊ.

Πρώτος από αριστερά, γεμάτος αυτοπεποίθηση, ο συγγραφέας. Δίπλα του, με γυαλιά, ο λογοτέχνης και πρώην μποξέρ Χάρολντ Λόουμπ, που τυγχάνει και πάμπλουτος ξάδελφος της Πέγκι Γκούγκενχαϊμ. Στα δεξιά της φωτογραφίας, μόλις που διακρίνεται ο Ντόναλντ Όγκντεν που στο μέλλον θα κάνει καριέρα σεναριογράφου, ανάμεσα στις ταινίες που θα υπογράψει βρίσκεται το The Philadelphia Story. Δίπλα του, ο Πάτρικ Γκάθρι, αλκοολικός που ζει με τα χρήματα που του στέλνει η οικογένειά του στη Σκωτία και επίσημος συνοδός της λαίδης Νταφ. Στο κέντρο της φωτογραφίας, χαμογελά πλατιά η σύζυγος του Χέμινγουεϊ, Χέντλεϊ Ρίτσαρντσον. Ο συγγραφέας αφιέρωσε το Ο Ήλιος Ανατέλλει Ξανά σε εκείνη, όμως ο χαρακτήρας της δεν υπάρχει στην πλοκή. Γιατί δίπλα στον Χέμινγουεϊ κάθεται εκείνη που πραγματικά δεσπόζει στο βιβλίο. Η κοσμική λαίδη Νταφ Τουίσντεν το 1925 είναι στη διαδικασία διαζυγίου από τον δεύτερο σύζυγό της, σερ Ρότζερ Τουίσντεν, με τον οποίο έχει έναν εφτάχρονο γιο. Υποτίθεται ότι είναι αρραβωνιασμένη με τον Γκάθρι, όμως λίγο αργότερα θα παντρευτεί έναν Αμερικανό καλλιτέχνη και θα μετακομίσει στις ΗΠΑ. Ο Χέμινγουεϊ είναι συνεπαρμένος μαζί της, το ίδιο και ο Λόουμπ.

Στο βιβλίο ο ήρεμος και αποστασιοποιημένος αφηγητής Τζέικ Μπαρνς είναι το alter ego του συγγραφέα, o βετεράνος Μάικ Κάμπελ είναι ο Πατ Γκάθρι, ο πρωταθλητής πυγμαχίας από το Πρίνστον, Ρόμπερτ Κον, είναι ο Χάρολντ Λόουμπ, ενώ η αλκοολική ερωμένη του, Μπρετ Άσλεϊ, για την εύνοια της οποίας οι ήρωες γρονθοκοπιούνται, είναι φυσικά η λαίδη Νταφ. «Δεν ήθελα να διηγηθώ την ιστορία σε πρώτο πρόσωπο» γράφει στις σημειώσεις του για το Ο Ήλιος Ανατέλλει Ξανά o Χέμινγουεϊ, «αλλά συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να το κάνω. Ήθελα να κρατήσω αποστάσεις από αυτήν την ιστορία ώστε να μην με αγγίξει κατά οιονδήποτε τρόπο και να χειριστώ όλους αυτούς τους χαρακτήρες με την ειρωνεία και τη συμπόνια που είναι αναγκαία σε ένα καλό μυθιστόρημα».

Ο Λέσλι Εμ Εμ Μπλουμ που εξέδωσε πρόσφατα το βιβλίο Everybody Behaves Badly: The True Story Behind Hemingway’s Masterpiece The Sun Also Rises, διηγείται πως ο Χέμινγουεϊ και η λαίδη Τουίσντεν τα έπιναν συχνά παρέα στα μπαρ του Καρτιέ Λατέν. Όταν ο Χάρολντ Λόουμπ γοητεύτηκε με τη σειρά του από τη «θεσπέσια κυρία» και ξεκίνησε μια μυστική ερωτική περιπέτεια μαζί της, έγινε για τον Χέμινγουεϊ αντίζηλος. Σύμφωνα με όσα έγραψε το 1959 ο Λόουμπ στα απομνημονεύματά του, The Way It Was, στην Παμπλόνα η ένταση ανάμεσα στο αλλόκοτο αυτό τρίο κορυφώθηκε. Ο Λόουμπ αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιδέξιος στις τουριστικές ταυρομαχίες για ερασιτέχνες που ήθελαν να δοκιμάσουν την αγωνία του ταυρομάχου στην αρένα χωρίς όμως να κινδυνεύσουν από τα κέρατα των ταύρων καθώς προστατεύονταν από έφιππους πικαντόρες, κάτι που έκανε τον Χέμινγουεϊ να ζηλέψει. Ένα βράδυ, όταν ο Χέμινγουεϊ με τον Λόουμπ λογομάχησαν σχετικά με τη βαρβαρότητα των ταυρομαχιών, βγήκαν από το μπαρ στη σκοτεινή πλατεία, έβγαλαν τα σακάκια τους, στάθηκαν αντικριστά με υψωμένες τις γροθιές και κοιτάχτηκαν για ώρα ώσπου ο Λόουμπ άρχισε να ανησυχεί για τα γυαλιά του. «Αν σπάσουν, εδώ που είμαστε δεν μπορώ να τα επισκευάσω». Ο Χέμινγουεϊ χαμογέλασε. Του πρότεινε να του κρατάει το σακάκι. Ο Λόουμπ τότε πρότεινε να του κρατήσει κι αυτός το δικό του. Οι δύο άνδρες ξαναφόρεσαν τα σακάκια τους και έφυγαν. Το επόμενο πρωί, όταν πια είχαν συνέλθει από το μεθύσι, ακολούθησαν οι απαραίτητες αμοιβαίες συγγνώμες.

Η ίδια σκηνή περιγράφεται στο μυθιστόρημα, μόνο που στη φαντασία του Χέμινγουεϊ ο Τζέικ σωριάζεται κάτω από τις γρήγορες και εύστοχες γροθιές του Ρόμπερτ Κον. Κάτι που πιθανότατα θα συνέβαινε καθώς ο Χέμινγουεϊ ήταν πιο βαρύς και πιο αργός από τον κάποτε πρωταθλητή πυγμαχίας.

Όλα αυτά εκτυλίσσονται στους δρόμους του Παρισιού και της Παμπλόνας με πρωταγωνιστές ανθρώπους που σημαδεύτηκαν από τη φρίκη του πολέμου και πλέον δεν θέλουν να υποταχθούν σε καμία κοινωνική σύμβαση. Ακολουθώντας τη συμβουλή του Φιτζέραλντ, ο Χέμινγουεϊ στο βιβλίο ανέπτυξε ένα λακωνικό και σύγχρονο τρόπο γραφής που έβαλε το δικό του σημάδι στη λογοτεχνία.

Αρχικά ο Χέμινγουεϊ ονόμασε το μυθιστόρημα «Χαμένη Γενιά» θέλοντας να δώσει έμφαση στο γεγονός ότι όλοι αυτοί οι αυτοκαταστροφικοί ήρωες είχαν περάσει από τις φλόγες ενός πολύνεκρου πολέμου. Ύστερα προτίμησε το λακωνικό «Φιέστα», με αυτόν τον τίτλο κυκλοφόρησε το βιβλίο στη Βρετανία. Οι σημειώσεις του αποκαλύπτουν ότι άλλοι πιθανοί τίτλοι ήταν το «Two Lie Together» και η (καθόλου εμπορική) φράση από τον Εκκλησιαστή «For in much wisdom is much grief and he that increases knowledge increases sorrow». Τελικά κατέληξε στο «Ο Ήλιος Ανατέλλει Ξανά», έναν άλλο στίχο από τον Εκκλησιαστή που δηλώνει το μάταιο της ύπαρξης. Είναι ένα πονηρό κλείσιμο του ματιού στον φίλο του που έγινε αντίζηλος, καθώς ο Λόουμπ ήταν εκείνος που δυσανασχετούσε στα θεωρεία της αρένας βλέποντας τους ταύρους να σφαγιάζονται. «Γνωρίζω το αναπόφευκτο του θανάτου, δεν θέλω όμως να το σκέφτομαι πάνω από δύο φορές τη μέρα» έλεγε όταν έβλεπε τον ταυρομάχο να ξεφεύγει από μία ακόμα επίθεση του ταύρου.

«Δεν ξέρω πραγματικά γιατί τα διηγήθηκα όλα αυτά, τις συνήθειες μας, τον τρόπο ζωής μας που στην ουσία μπερδεύουν την πλοκή» γράφει ο Χέμινγουεϊ στα σημειωματάρια του. «Ίσως γιατί ήθελα να δείξω πόσο υπέροχη συμμορία ήμαστε τότε». Kαι τελικά τα κατάφερε να γράψει την πιο αληθινή πρόταση που μπορούσε. Όταν η Μπρετ Άσλεϊ λέει στον Τζέικ, «Oh Jake...we could have had such a damned good time together», εκείνος απαντά: «Isn’t it pretty to think so?»

 

Η ιστορία της συγγραφής του βιβλίου ζωντανεύει στην έκθεση «Ernest Hemingway-Between Two Wars» στο John F Kennedy Presidential Library and Museum που διαρκεί έως το τέλος του 2016.

To παιδικό λεύκωμα του Χέμινγουεϊ

H Γκρέις Χιλ Χέμινγουεϊ δημιούργησε έξι λευκώματα με τα πρώτα 18 χρόνια του γιου της πολύ πριν υποψιαστεί ότι κάποτε θα γινόταν Νομπελίστας συγγραφέας. Aποδεικνύουν ότι το ταλέντο είναι κληρονομημένο.
Γράφει κυρίως για μουσική, βιβλία και κοινωνικά κινήματα, μέχρι πρότινος στην Ελευθεροτυπία.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus
 

Γίναμε τριών!

Η δημοσιογραφία απαιτεί χρόνο, δουλειά και χρήματα.
Γίνε κι εσύ συνδρομητής και εξασφάλισε ότι θα συνεχίσουμε. Γράψου τώρα

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.