Λιγνίτης: Το κόστος του κάρβουνου

Μια χώρα για να είναι ασφαλής πρέπει να έχει ενεργειακή αυτονομία, δηλαδή να παράγει ένα σημαντικό μέρος της ενέργειας που χρειάζεται από δικά της καύσιμα. Η Ελλάδα έχει τη τύχη να διαθέτει ένα υπέδαφος πλούσιο σε λιγνίτη. Πόσο ακριβά όμως πληρώνει το ρεύμα που παράγεται από αυτόν, προκειμένου να τον αξιοποιήσει; Το μέλλον του λιγνίτη στη χώρα μας είναι αμφίβολο, παρά τις προσπάθειες που γίνονται να κρατηθεί ζωντανός.
Χρόνος ανάγνωσης: 
13
'
Ατμοηλεκτρικός σταθμός Αγ. Δημητρίου. [ΔΕΗ/flickr]

Τις ημέρες των χριστουγεννιάτικων εορτών “ήχησαν” σειρήνες στο ενεργειακό σύστημα της χώρας για την επάρκειά του. Ο συναγερμός έληξε με τη λειτουργία “στο φουλ” όλων των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής της ΔΕΗ (λιγνιτικών, φυσικού αερίου και υδροηλεκτρικών), των ανεξάρτητων παραγωγών (μονάδες φυσικού αερίου) και των παραγωγών ΑΠΕ (Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας).

Η συγκυρία έδωσε την ευκαιρία στους εργαζόμενους στη ΔΕΗ να παρουσιάσουν τις λιγνιτικές μονάδες ως τις μοναδικές «που μπορούν να καλύψουν τη συνολική ζήτηση, αποτρέποντας την κατάρρευση του συστήματος, εξασφαλίζοντας ομαλότητα και ισορροπία όλον το χρόνο, σε όλες τις καιρικές συνθήκες». Βεβαίως, όπως επισημάνθηκε ήδη, η κρίση δεν ξεπεράστηκε μόνο χάρη στον λιγνίτη. Στις 22 Δεκεμβρίου μόνο τα αιολικά πάρκα έδωσαν στο σύστημα ηλεκτρισμού της χώρας περίπου 32.000 μεγαβατώρες, ενέργεια που αντιστοιχεί περίπου στο 30% της συνολικής, ίσως και περισσότερο (ακόμη δεν έχουν εκδοθεί τα στοιχεία Δεκεμβρίου του ΑΔΜΗΕ ώστε να γνωρίζουμε ακριβώς το ποσοστό της συνεισφοράς τους).

Τα ερωτήματα ωστόσο τα οποία κλωθογυρίζουν στη δημόσια σφαίρα αφορούν πλέον στη βιωσιμότητα ενός συστήματος ηλεκτροπαραγωγής βασισμένου στο λιγνίτη και βεβαίως στις προθέσεις της κυβέρνησης για τη συμμόρφωση της χώρας μας με τις ευρωπαϊκές επιταγές και τις υποχρεώσεις μας, βάσει της επικυρωμένης πλέον, και από το ελληνικό κοινοβούλιο, ιστορικής συμφωνίας της 21ης Παγκόσμιας Συνδιάσκεψης για το Κλίμα στο Παρίσι (COP21).

Η νεφελώδης περιβαλλοντική πολιτική της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν ανταποκρίνεται, για την ώρα, στις δεσμεύσεις της Ελλάδας για την αναστροφή της παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής. Είναι αξιοσημείωτο ότι, την ίδια εβδομάδα που κυρώθηκε από την ελληνική Βουλή η συμφωνία της COP21, υπογράφηκε μεταξύ της ΔΕΗ και της κινεζικής εταιρείας CMEC μνημόνιο για την κατασκευή νέας λιγνιτικής μονάδας (Μελίτης ΙΙ), παρουσία του τότε υπουργού Περιβάλλοντος και Ενεργείας κ. Πάνου Σκουρλέτη.

Λίγα χρόνια πριν, το 2013, είχε υπογραφεί μεταξύ του τότε προέδρου της ΔΕΗ κ. Αρθούρου Ζερβού και του διευθύνοντος συμβούλου της ΤΕΡΝΑ κ. Γεώργου Περιστέρη η σύμβαση ανάθεσης για τη μελέτη και κατασκευή της λιγνιτικής μονάδας 5 του Ατμοηλεκτρικού Σταθμού (ΑΗΣ) Πτολεμαΐδας (Πτολεμαΐδα V). Το έργο, με μεγάλη καθυστέρηση, έχει πλέον μπει σε τροχιά κατασκευής καθώς η ΔΕΗ τελικά κατέβαλε τα 400 εκατ. ευρώ της προκαταβολής σε δύο δόσεις στο τέλος του 2015 και τα μέσα του 2016.

Εκσυγχρονισμός της ΔΕΗ ή παλάτια στην άμμο;

Μπορούν άραγε να συμβαδίσουν οι στόχοι για τον περιορισμό των επικίνδυνων για το κλίμα εκπομπών αερίων με την κατασκευή νέων μονάδων, έστω και τεχνολογικά πιο προηγμένων από τις μονάδες που κατασκευάστηκαν στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, στηριζομένων στην παραγωγή ενέργειας από κάρβουνο; Επιπλέον, όσον αφορά στην οικονομική βιωσιμότητα των νέων λιγνιτικών μονάδων, εδώ και καιρό παράγοντες της αγοράς ενέργειας, αλλά και περιβαλλοντικές οργανώσεις (WWF, Greenpeace) προειδοποιούν για το μέλλον των συγκεκριμένων επενδύσεων.

Άλλωστε, τον περασμένο Νοέμβριο στο τελευταίο συνέδριο του Economist στην Αθήνα, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ κ. Μανώλης Παναγιωτάκης παραδέχθηκε ότι θα ήταν προτιμότερο η επιχείρηση να επενδύσει σε μονάδες φυσικού αερίου. Μεταξύ άλλων, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα που του έγινε, ανέφερε: «Αν με ρωτάτε αυστηρά επιχειρηματικά, δεν είναι καθόλου κερδοφόρο να επιδοτούνται τέτοιες επενδύσεις. Αντί να δώσουμε 1,5 δισ. ευρώ για την Πτολεμαϊδα V θα δίναμε τα μισά λεφτά και θα είχαμε ίση, ίσως και περισσότερη ισχύ και πολύ πιο γρήγορα σε μονάδες φυσικού αερίου. Όμως αυτές είναι οι αποφάσεις της πολιτείας, με τις οποίες δεν διαφωνώ. Η ΔΕΗ υποχρεώνεται εκ του ρόλου της να παίζει κι έναν δεύτερο γενικότερο ρόλο και γι΄αυτό θα πρέπει να στηριχθεί και στα πλαίσια αυτά διεκδικούμε και τα δωρεάν πιστοποιητικά».

Με τη φράση «έναν δεύτερο γενικότερο ρόλο», ο κ. Παναγιωτάκης αναφερόταν στο ρόλο της ΔΕΗ ως παράγοντα σταθερότητας και συνέχειας της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας, όπως ο ίδιος έχει πολλές φορές επισημάνει στο παρελθόν. Είναι αλήθεια ότι η ΔΕΗ από το 1950, οπότε ιδρύθηκε, έως και σήμερα, έπαιξε και παίζει καθοριστικό ρόλο στην εθνική οικονομία της χώρας, αξιοποιώντας εγχώριες πηγές όπως ο λιγνίτης και η υδροηλεκτρική ενέργεια. 

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΔΕΗ, η προοπτική μείωσης της λιγνιτικής παραγωγής, όπως είχε επισημάνει σε ομιλία του τον περασμένο Νοέμβριο στο ελληνο-ρωσικό ενεργειακό συνέδριο, είναι ζοφερή όχι μόνο για τη ΔΕΗ αλλά και για την οικονομία της χώρας, της οποίας «η εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και η έκθεση στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών θα αυξηθούν σε βαθμό πολύ δύσκολα διαχειρίσιμο», όπως είπε. Την τελευταία τριετία η ΔΕΗ επένδυσε 2,7 δισ. ευρώ σε έργα παραγωγής, μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας.

Παρόλα αυτά, σήμερα η ελληνική κυβέρνηση και η ΔΕΗ βασίζουν τη βιωσιμότητα των επενδύσεων σε νέες λιγνιτικές μονάδες στα δωρεάν πιστοποιητικά (δωρεάν δικαιώματα εκπομπών ρύπων), καθώς διαφορετικά η παραγωγή ρεύματος από λιγνίτη θα ήταν ασύμφορη. Τι είναι όμως αυτά τα δικαιώματα;

Η μάχη για τα δωρεάν δικαιώματα εκπομπών ρύπων

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί από το 2005 το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών σε εφαρμογή του Πρωτοκόλλου του Κυότο, μίας από τις σημαντικότερες διεθνείς νομοθετικές πράξεις για την καταπολέμηση των κλιματικών μεταβολών.

Βάσει του συστήματος εμπορίας εκπομπών, το οποίο αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της πολιτικής της ΕΕ για την κλιματική αλλαγή, κάθε δικαίωμα αντιστοιχεί στην άδεια εκπομπής ενός τόνου διοξειδίου του άνθρακα (ή ισοδύναμης ποσότητας διοξειδίου του άνθρακα) για καθορισμένη περίοδο.

Έτσι, στη λογική του «ο ρυπαίνων πληρώνει», κάθε ρυπογόνος βιομηχανία, μονάδα ηλεκτροπαραγωγής ακόμη και αεροπορική εταιρεία πρέπει να εξαγοράζει δικαιώματα εκπομπών ρύπων μέσω ενός ιδιότυπου χρηματιστηρίου. Μπορεί να λαμβάνει ή να αγοράζει άδειες εκπομπών αερίων, τις οποίες μπορεί να πωλήσει, ή να ανταλλάξει ανάλογα με τις ανάγκες της. Ένα ποσοστό αδειών αποφασίστηκε το 2013 να λαμβάνεται δωρεάν από διάφορες βιομηχανικές εγκαταστάσεις, εξαιρουμένου όμως του τομέα της ηλεκτροπαραγωγής. Εξαίρεση σε αυτό (δωρεάν δικαιώματα και για την ηλεκτροπαραγωγή, δηλαδή) δικαιούνταν κράτη-μέλη με χαμηλά κατά κεφαλήν εισοδήματα και μεγάλη εξάρτηση από ένα ορυκτό καύσιμο.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο (2009/29/ΕΕ) τα κράτη μέλη που δικαιούνται εξαίρεσης για δωρεάν δικαιώματα πρέπει να έχουν κατά κεφαλήν ΑΕΠ κάτω από το 50% του μέσου όρου της ΕΕ και ταυτόχρονα να εξαρτώνται κατά τουλάχιστον 30% από ένα ορυκτό καύσιμο.

Στην αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για αναθεώρηση της οδηγίας 2003/87/ΕΚ που διέπει τη λειτουργία του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών, το κριτήριο εξάρτησης από ένα ορυκτό καύσιμο …εξαφανίστηκε, ενώ το εισοδηματικό όριο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανέβηκε στο 60% του ευρωπαϊκού μέσου όρου κατά το έτος 2013, διευκολύνοντας έτσι τη χορήγηση δωρεάν δικαιωμάτων και σε λιγότερο οικονομικά ασθενή κράτη μέλη. Η Ελλάδα όμως τη χρονιά εκείνη δεν είχε κατά κεφαλήν ΑΕΠ κάτω από το 60% του μέσου όρου της ΕΕ και για το λόγο αυτόν επεδίωξε την περαιτέρω χαλάρωση του εισοδηματικού κριτηρίου, ζητώντας την αλλαγή του έτους βάσης από το 2013 στο 2014, όταν βρισκόταν κάτω από το 60% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ώστε οι λιγνιτικές της μονάδες να αποκτήσουν πρόσβαση στα δωρεάν δικαιώματα εκπομπών.

Στην απόφαση που τελικά πήρε στα μέσα Δεκεμβρίου η Επιτροπή Περιβάλλοντος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ENVI), η οποία χειρίζεται το φάκελο της αναθεώρησης για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τελικά δεν άλλαξε το έτος βάσης ώστε να δικαιούται η Ελλάδα δωρεάν δικαιώματα εκπομπών τα οποία να μπορούν να αξιοποιήσουν οι λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ για να μειώσουν δραστικά το λειτουργικό τους κόστος και να κάνουν πιο ανταγωνιστικές προσφορές στην καθημερινή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Δόθηκε όμως η δυνατότητα στην Ελλάδα να αξιοποιεί ως και το 40% των εσόδων από τη δημοπράτηση των δικαιωμάτων εκπομπών που θα της κατανεμηθούν την περίοδο 2021-2030 για εκσυγχρονισμό των ενεργειακών της υποδομών. Η απόφαση της ENVI εξαιρεί από αυτές τις δυνητικές επενδύσεις τις επενδύσεις σε λιγνιτικές μονάδες, καθώς έχει θέσει αυστηρό όριο εκπομπών τα 450 γραμμάρια/κιλοβατώρα (η πιο σύγχρονη λιγνιτική μονάδα της ΔΕΗ, η Πτολεμαΐδα V, θα εκπέμπει γύρω στα 1.000 γραμμάρια/κιλοβατώρα).

Χωρίς δωρεάν δικαιώματα, οι επενδύσεις στο λιγνίτη είναι ασύμφορες

Με δεδομένη την αρνητική στάση τόσο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και της Επιτροπής Περιβάλλοντος του Κοινοβουλίου στην “επιδότηση” λιγνιτικών μονάδων με δωρεάν διάθεση δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, το μέλλον κρίνεται δυσοίωνο. Εκτός εάν τελικά οι θέσεις της ENVI δεν υιοθετηθούν από την Ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου τον ερχόμενο μήνα.

Πάντως, σύμφωνα με τη ΔΕΗ, έχει εκπονηθεί μελέτη βιωσιμότητας της Πτολεμαΐδας V στην οποία έχουν εξεταστεί σενάρια με πολύ υψηλές τιμές CO2, έως 20 ευρώ ανά τόνο για το 2020 και άνω των 30 ευρώ ανά τόνο το 2030. Όμως, σύμφωνα με άλλες εκτιμήσεις της εταιρείας, με την τιμή στα 30 ευρώ ανά τόνο η Πτολεμαΐδα V θα εκτοπίζεται από τις μονάδες φυσικού αερίου στην ημερήσια χονδρεμπορική αγορά ενέργειας, όπου συναλλάσσεται το σύνολο της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται, εισάγεται και καταναλώνεται στο διασυνδεδεμένο σύστημα της χώρας.

Αντιστοίχως, μελέτη που εκπονήθηκε για λογαριασμό του WWF Ελλάς το 2013 δείχνει ότι ακόμα και για πολύ μετριοπαθή σενάρια εξέλιξης των τιμών CO2, η οικονομική βιωσιμότητα και των δυο νέων λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ (Πτολεμαΐδα V και Μελίτη II) θα είναι αμφίβολη. Μάλιστα, στη μελέτη δεν ελήφθησαν υπόψη οι πρόσφατες αλλαγές στην λειτουργία του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών, οι οποίες θα οδηγήσουν πιθανώς σε περαιτέρω αύξηση των τιμών CO2.

Από την πλευρά τους, στελέχη της ΔΕΗ προσπαθούν να υποβαθμίσουν την πρόσφατη απόφαση της Επιτροπής Περιβάλλοντος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία εάν τελικά περάσει από την ολομέλεια της Ευρωβουλής το Φεβρουάριο και τις τριμερείς διαπραγματεύσεις Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που θα ακολουθήσουν, μπορεί να φέρει αλυσιδωτές αντιδράσεις στον ενεργειακό τομέα. Κι αυτό διότι αν οι Κινέζοι επενδυτές υπαναχωρήσουν από την επένδυση στον «Μελίτη II», τότε θα πρέπει να βρεθεί ισοδύναμο για τις μνημονιακές πιέσεις που θέλουν πρόσβαση τρίτων στους ελληνικούς λιγνίτες, ενώ η οικονομική βιωσιμότητα της υπό κατασκευή Πτολεμαΐδας V μπορεί να βρεθεί κυριολεκτικά στον αέρα.

Σε κάθε περίπτωση, τοίχο εμπρός στην τελευταία απόφαση της ENVI για τα δικαιώματα εκπομπών ρύπων, εκτός από την Ελλάδα, υψώνουν και άλλα κράτη μέλη όπως η Βουλγαρία, η Κροατία, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Λετονία, η Λιθουανία, και η Ρουμανία.

Η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού λιγνίτη

Παράγοντες της ενεργειακής αγοράς εκτιμούν ότι, ακόμη και με τα δωρεάν δικαιώματα και τη λειτουργία των δύο νέων λιγνιτικών μονάδων, το κόστος ηλεκτροπαραγωγής από λιγνίτη στην χώρα μας δεν θα είναι ανταγωνιστικό και το ρεύμα θα παραμείνει ακριβότερο του εισαγόμενου από Βουλγαρία. Σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πηγές, η διαφορά είναι δύσκολο να γεφυρωθεί με τα δωρεάν δικαιώματα, καταρχάς διότι ο ελληνικός λιγνίτης έχει χαμηλότερη θερμογόνο δύναμη σε σχέση με το αντίστοιχο ορυκτό στη Βουλγαρία. Αφετέρου, στη γείτονα χώρα είναι φθηνότερο και το εργατικό δυναμικό. Άρα, όπως διαφαίνεται, τα δωρεάν δικαιώματα στοχεύουν πλέον να καταστήσουν ανταγωνιστικό το λιγνίτη σε σχέση με το φυσικό αέριο στην εγχώρια αγορά ηλεκτρισμού, όταν οι τιμές δικαιωμάτων εκπομπών ανέβουν σε υψηλά επίπεδα την περίοδο 2021-2030.

Ενδιαφέρον έχουν τα αποτελέσματα μελέτης της Booz&Co για το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη σε επτά ευρωπαϊκές χώρες και την Τουρκία, που διενεργήθηκε το 2014 για λογαριασμό της ΔΕΗ. Όπως προέκυψε, «το εξαιρετικά χαμηλό θερμιδικό περιεχόμενο του ελληνικού λιγνίτη οδηγεί αναπόφευκτα σε υψηλότερο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη σε σύγκριση με τις λοιπές χώρες». Η θερμογόνος δύναμη του λιγνίτη (ποσότητα ενέργειας που περιέχει ένας τόνος λιγνίτη) στην Ελλάδα είναι με μεγάλη διαφορά η χαμηλότερη στο σύνολο των οκτώ χωρών.

Το τελικό πλήρες κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη το 2012 στην Ελλάδα ανήλθε σε 59,93 ευρώ ανά μεγαβατώρα (MWh), έναντι εύρους 31,57 ευρώ ανά MWh (Βουλγαρία) έως 54,19 ευρώ ανά MWh (Ρουμανία) στις υπόλοιπες χώρες της μελέτης. Ωστόσο, σύμφωνα με τη ΔΕΗ το κόστος ισορροπείται από το γεγονός ότι το πλήρες κόστος εξόρυξης λιγνίτη (σε ευρώ ανά τόνο) στην Ελλάδα είναι το δεύτερο χαμηλότερο στο σύνολο των οκτώ χωρών που συμπεριέλαβε η μελέτη.

Σε κάθε περίπτωση, μετά την πρόσφατη απόφαση της ENVI φαίνεται πλέον εξαιρετικά πιθανό η ΔΕΗ να έχει την υποχρέωση καταβολής εκατομμυρίων ευρώ κάθε χρόνο για αγορά δικαιωμάτων εκπομπών CO2 από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών, εκτός από την περίοδο 2013-2020, και για την περίοδο 2021-2030. Για το 2017, στελέχη της επιχείρησης εκτιμούν ότι το κόστος για τη ΔΕΗ από τις σχετικές αγοραπωλησίες μπορεί να ανέλθει σε 300 εκατ. ευρώ.

Την προηγούμενη χρονιά, όπως προκύπτει από την εξαμηνιαία οικονομική έκθεση της ΔΕΗ, η σχετική δαπάνη (84,5 εκατ. ευρώ) για το πρώτο εξάμηνο του 2016 ήταν σημαντικά μειωμένη κατά περίπου 20% σε σχέση με το 2015, καθώς λόγω της χαμηλής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη ήταν λιγότερες και οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.

Ενεργειακή ασφάλεια και σχέδια για ΑΠΕ

Στους στόχους της ΔΕΗ, όπως έχει πολλάκις διατυπωθεί δημοσίως από τον πρόεδρό της κ. Παναγιωτάκη, είναι το 30% με 35% του μίγματος ηλεκτρικής ενέργειας που διακινείται στην εγχώρια αγορά ηλεκτρισμού να παράγεται από λιγνίτη. Σύμφωνα με τον ίδιο, ένα τέτοιο ποσοστό συμμετοχής της λιγνιτικής παραγωγής στο σύνολο της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας στο διασυνδεδεμένο σύστημα «είναι εντελώς απαραίτητο για λόγους ασφάλειας εφοδιασμού, λαμβάνοντας υπόψη τη γεωγραφική θέση της χώρας μας, και για τη θωράκιση της οικονομίας μας έναντι των διακυμάνσεων των διεθνών τιμών πετρελαίου (και φυσικού αερίου)».

Άλλωστε, όπως επεσήμανε ο διευθυντής Διαχείρισης Ενέργειας της ΔΕΗ κ. Ανδρέας Μηταφίδης, απαντώντας τον περασμένο Νοέμβριο σε δημοσίευμα της εφημερίδας Guardian το οποίο μιλούσε για καταχρηστική εξαίρεση στην κατασκευή νέων λιγνιτικών μονάδων στην Ελλάδα με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, η ΔΕΗ έχει μειώσει το μερίδιο του λιγνίτη στη συνολική ηλεκτροπαραγωγή, καθώς αυτό πριν από μια δεκαετία βρισκόταν στο 60% και στο 75% πριν από μία εικοσαετία. Σύμφωνα με τον κ. Μηταφίδη, η υπό κατασκευή μονάδα Πτολεμαΐδα V δεν θα χρηματοδοτηθεί με τα δωρεάν δικαιώματα, τα οποία θα προωθηθούν (αν τελικά ληφθούν) σε νέα έργα μετά το 2021.

Το διάστημα Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2016, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του ΑΔΜΗΕ (Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας), τα μερίδια στην παραγωγή ενέργειας καταλάμβαναν: η λιγνιτική παραγωγή με 29%, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) με 30% (10% από παραγωγή στο δίκτυο, 9% από μεγάλα υδροηλεκτρικά και 11% από αιολικά και φωτοβολταϊκά στην υψηλή τάση) και το φυσικό αέριο με 23%.

Όπως αναφέρουν παράγοντες της ΔΕΗ, η επιχείρηση επιδιώκει να κατασκευάσει εκτός από τις δύο νέες λιγνιτικές μονάδες σε Πτολεμαΐδα και Φλώρινα, δύο νέα υδροηλεκτρικά και επιπλέον μονάδες ΑΠΕ. Άλλωστε, σύμφωνα με αναφορά του κ. Παναγιωτάκη, στρατηγικός στόχος για τη χώρα μας πρέπει να είναι η μετάβαση από το ένα εγχώριο καύσιμο, το λιγνίτη, στο άλλο, δηλαδή τις ΑΠΕ, με ελαχιστοποίηση της ανάγκης εισαγόμενης ενέργειας και καυσίμων.

Σύμφωνα με μελέτη του ΑΔΜΗΕ, το μείγμα ηλεκτροπαραγωγικής ισχύος το 2023 αναμένεται ότι θα περιλαμβάνει 56% ΑΠΕ και 14% λιγνίτη. Ο ενεργειακός σχεδιασμός της χώρας με ορίζοντα το 2030 στοχεύει στη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 55% έναντι του 2005 (περιλαμβάνοντας 62% μείωση των εκπομπών από καύση λιγνίτη).

Παράταση ζωής σε παλιές ρυπογόνες λιγνιτικές μονάδες

Την ίδια ώρα, που στην Ανατολή η Κίνα προχωρά στην απεξάρτηση από τον άνθρακα και στη Δύση η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες (επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα) έχουν θέσει στόχους για μείωση της χρήσης άνθρακα στην ηλεκτροπαραγωγή, η Ελλάδα ακόμη παλεύει να “διασώσει” παλιές λιγνιτικές μονάδες.

Αρχικά η ΔΕΗ, σε συμμόρφωση με την ευρωπαϊκή οδηγία για τις βιομηχανικές εκπομπές (2010/75/ΕΚ), αναγκάστηκε να θέσει έξι λιγνιτικές μονάδες 1.850 μεγαβάτ (MW) σε καθεστώς παρέκκλισης περιορισμένης διάρκειας λειτουργίας (παρέκκλιση άρθρου 33 της οδηγίας 2010/75/ΕΚ), με αποτέλεσμα την οκταετία 2016-2023 να λειτουργούν περίπου στο 1/3 του χρόνου που λειτουργούσαν ως το τέλος του 2015. Οι μονάδες πρέπει να αποσυρθούν πλήρως το αργότερο ως το 2023.

Η ΔΕΗ έχει ζητήσει επιπλέον εξαίρεση της εξαίρεσης για τις μονάδες σε Καρδιά και Αμύνταιο, προκειμένου να λειτουργήσουν περισσότερες ώρες έως το 2023 –από 17.500 ώρες λειτουργίας σήμερα, σε 32.000 ώρες.

Συνολικά, από τον Ιούνιο του 2010 έως σήμερα, υπό την πίεση της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας, έχουν σταματήσει να λειτουργούν οκτώ λιγνιτικές μονάδες συνολικής ισχύος 913 MW.

Εκτός όμως από την απόσυρση παλαιών ρυπογόνων μονάδων (βάσει της παρέκκλισης του άρθρου 33), εξαίρεση έχει αποκτήσει η Ελλάδα (βάσει της παρέκκλισης του άρθρου 32 της ίδιας οδηγίας) ως τα μέσα του 2020 από τα νέα αυστηρότερα όρια εκπομπών διοξειδίου του θείου (SO2), οξειδίων του αζώτου (NOx) και σκόνης και για τις υπόλοιπες οκτώ εν λειτουργία λιγνιτικές της μονάδες, για τις οποίες προγραμματίζεται αναβάθμιση στα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Ειδικότερα, στην Ελλάδα σήμερα λειτουργούν έξι ατμοηλεκτρικοί σταθμοί της ΔΕΗ, οι οποίοι περιλαμβάνουν 14 λιγνιτικές μονάδες, εκ των οποίων οι οκτώ, συνολικής ισχύος 2.525 MW, έχουν ενταχθεί στο λεγόμενο Μεταβατικό Εθνικό Σχέδιο Μείωσης Εκπομπών ή ΜΕΣΜΕ. Με απλά λόγια, οι συγκεκριμένες μονάδες πρέπει να αναβαθμιστούν έως το 2020 προκειμένου να συμμορφωθούν με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, με σαφές χρονοδιάγραμμα και ετήσιο έλεγχο προόδου ως προς τη μείωση των εξαιρετικά επικίνδυνων για τη δημόσια υγεία εκπομπών διοξειδίου του θείου, οξειδίων του αζώτου και αιωρούμενων σωματιδίων. Παρόλα αυτά, σήμερα σημαντικά έργα αναβαθμίσεων στις μονάδες που έχουν ενταχθεί στο ΜΕΣΜΕ βρίσκονται εκτός χρονοδιαγράμματος.

Άλλωστε, με τα σημαντικά προβλήματα ρευστότητας της ΔΕΗ δεν είναι εύκολο να προχωρήσουν οι ιδιαιτέρως δαπανηρές αναβαθμίσεις που απαιτούνται, κυρίως για την αποθείωση, την απομάκρυνση δηλαδή από τον λιγνίτη των θειούχων προσμείξεων, οι οποίες κατά την καύση δημιουργούν τα ρυπογόνα οξείδια του θείου (SΟx).Το κόστος μόνο για την υγρή αποθείωση της μονάδας «Αγ. Δημητρίου 5», σύμφωνα με την προκήρυξη του έργου το 2012, ήταν 79 εκατ. ευρώ, χωρίς ΦΠΑ. Για τις υπόλοιπες τέσσερις μονάδες του Αγίου Δημητρίου η ΔΕΗ επιδιώκει να πετύχει τους στόχους με ξηρή αποθείωση, η οποία είναι φθηνότερη αλλά όχι σύμφωνη με τις υφιστάμενες Βέλτιστες Διαθέσιμες Τεχνικές που ισχύουν εδώ και παραπάνω από μία δεκαετία. Όσο για τον περιορισμό των εκπομπών οξειδίων του αζώτου, έχουν προκηρυχθεί έργα για τον «Αγ. Δημήτριο 5» με κόστος εννέα εκατ. ευρώ και για τους «Άγιο Δημήτριο Ι» και «ΙΙ» κόστους 29,5 εκατ. ευρώ.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι λιγνιτικοί σταθμοί του Αγίου Δημητρίου και του Αμύνταιου υπερβαίνουν συστηματικά το ευρωπαϊκό όριο εκπομπών SO2, ενώ σύμφωνα με έκθεση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος δύο ελληνικοί λιγνιτικοί σταθμοί (Άγιος Δημήτριος και Μεγαλόπολη) συμπεριλαμβάνονται ανάμεσα σε αυτούς που προκαλούν τη μεγαλύτερη ζημιά στη δημόσια υγεία και το περιβάλλον από τις εκπομπές τους. Το κόστος των επιπτώσεων εκτιμάται στα 3,4 με 8,2 δισ. ευρώ την πενταετία 2008-2012. Όπως επισημαίνει η έκθεση, αν η Ελλάδα εφάρμοζε τις Βέλτιστες Διαθέσιμες Τεχνικές στις λιγνιτικές μονάδες για μείωση των εκπομπών SO2 και NOx, θα μπορούσε να εξοικονομήσει 800 εκατ. έως 2,3 δισ. ευρώ ετησίως.

Είναι αξιοσημείωτο παρόλα αυτά ότι, σύμφωνα με την αξιολόγηση του Climate Change Performance Index 2017 της οργάνωσης Germanwatch, σε συνεργασία με το δίκτυο οργανώσεων Climate Actiοn Network στο οποίο συμμετέχουν το WWF και η Greenpeace, η θέση της Ελλάδας ανάμεσα σε 58 χώρες βελτιώθηκε. Την περσινή χρονιά κατέλαβε την 25η θέση, ενώ το 2015 κατείχε την 33η. Όπως μάλιστα υποστηρίζει ο κ. Μηταφίδης στην επιστολή του προς την εφημερίδα Guardian, επικαλούμενος έκθεση της Κομισιόν για το 2015, η Ελλάδα είναι από τις χώρες με τις καλύτερες επιδόσεις ως προς τη μείωση των ρύπων. Όπως αναφέρει, την περίοδο 2005-2015 η Ελλάδα μείωσε τις εκπομπές ρύπων κατά 31% (έναντι στόχου 6,5%) και τη χρήση λιγνίτη κατά 40%, ενώ αύξησε το μερίδιο των ΑΠΕ κατά 400%, φθάνοντας τις 10.000 GWh (γιγαβατώρες).

Η βελτίωση ωστόσο δεν οφείλεται στη λήψη μέτρων για την μείωση της ρύπανσης από τη χρήση ορυκτών καυσίμων. Στα στοιχεία που παραθέτει, το WWF απαντά ότι οι επιδόσεις της Ελλάδας όσον αφορά τη μείωση των εκπομπών οφείλονται στην επιβράδυνση της οικονομίας της χώρας σε μεγάλο βαθμό καθώς, από το 2005, το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 19,2% και η παραγωγή ενέργειας κατά 15%. Ακόμα, αιτία για τη μείωση της ρύπανσης είναι η πτώση της ανταγωνιστικότητας του λιγνίτη. Το κάρβουνο χάνει διαρκώς έδαφος από τις ΑΠΕ και το φυσικό αέριο, παίρνοντας τελικά το 2016 το ρόλο του “κομπάρσου”.

Εργάζεται στο Βήμα από το 1993, όπου καλύπτει θέματα για το περιβάλλον, τη χωροταξία και την πολεοδομία, την ενέργεια και την αγροτική ανάπτυξη. Έχει ταξιδέψει για ρεπορτάζ σε Ευρώπη, Αμερική και Ασία. Έχει εργαστεί σε τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς, και περιοδικά.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus
2
 

Γίναμε ενός!

Μετράμε ήδη περίπου 1.500 συνδρομητές, χρειαζόμαστε όμως περισσότερους. Γίνε κι εσύ μέλος της κοινότητάς μας. Γίνε Συνδρομητής

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.