Οι μετανάστες θα σώσουν δημογραφικά την Ελλάδα

Την ώρα που η Ελλάδα βιώνει την πρώτη μεταπολεμικά μείωση του πληθυσμού της, η «αναχαίτιση» της φυγής Ελλήνων προς το εξωτερικό και η ενσωμάτωση μεταναστών στην ελληνική κοινωνία φαίνεται να είναι οι μόνοι τρόποι αντιμετώπισης της υπογεννητικότητας στο άμεσο μέλλον.
Χρόνος ανάγνωσης: 
14
'
Παιδιά στο hotspot της Μόριας της Λέσβου. [Soelvi Iren Wessel-Berg/AFP]

Πήγα στην Α’ Δημοτικού το 1998 και αποφοίτησα από το Λύκειο το 2010. Σε αυτά τα 12 χρόνια δεν θυμάμαι να ήμουν σε κάποια τάξη που να μην έχει κάποιον μαθητή με καταγωγή από την Αλβανία, την Πολωνία ή άλλη χώρα του πρώην Ανατολικού Μπλοκ. Αυτό που, αντίθετα, θυμάμαι πολύ καλά είναι οι μειωτικοί και ρατσιστικοί χαρακτηρισμοί σε βάρος των συμμαθητών μου, από το «σκαταλβανός» και το «ρωσοπόντιος» έως το περιβόητο «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ…», φράση που ακολουθούσε οποιαδήποτε εθνικότητα ήρθε στη χώρα μας για να διεκδικήσει ένα καλύτερο μέλλον για την ίδια και τα παιδιά της.

Σήμερα από τις δημογραφικές μελέτες ξέρουμε ότι οι μετανάστες που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, κοινώς οι συμμαθητές μου και οι γονείς τους, είναι αυτοί που κράτησαν τη χώρα δημογραφικά όρθια για 20 ολόκληρα χρόνια.

Με δύο λόγια

Στο πρώτο κείμενο του inside story για το δημογραφικό ζήτημα προσεγγίζουμε τη διαχρονική σημασία των μεταναστευτικών ροών στη διατήρηση και την ανανέωση του πληθυσμού της Ελλάδας. Την ώρα που τα τελευταία χρόνια τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι για πρώτη φορά μεταπολεμικά έχουμε ένα αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων και άρα μείωση του πληθυσμού, ταυτόχρονα παρατηρείται και ένα αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, το οποίο οφείλεται στη φυγή πολλών Ελλήνων και μεταναστών προς το εξωτερικό και την παράλληλη μείωση των εισροών αλλοδαπών εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Αυτές οι παράλληλες τάσεις, σε συνδυασμό με την παραδοσιακά χαμηλή γονιμότητα που παρουσιάζουν εδώ και ενάμιση αιώνα οι γενιές στην Ελλάδα, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ενσωμάτωση μεταναστών και η αναχαίτιση της εκροής Ελλήνων και μεταναστών από τη χώρα αποτελούν τον αμεσότερο και αποτελεσματικότερο τρόπο για την αντιμετώπιση της συρρίκνωσης του πληθυσμού μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες, συρρίκνωση που χωρίς αμφιβολία θα ασκήσει έντονη πίεση στην οικονομία και κυρίως το ασφαλιστικό σύστημα. Η τόνωση των δημογραφικών στοιχείων μέσω ενός θετικού μεταναστευτικού ισοζυγίου δεν θα είναι ιστορικά η πρώτη για την ελληνική κοινωνία, μιας που η διατήρηση και η αύξηση του πληθυσμού κατά την περίοδο 1990-2000 οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην εισροή και εγκατάσταση μεταναστών στην Ελλάδα από χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ, με ανάλογη «ένεση» για το δημογραφικό της χώρας να αποτελεί και η εγκατάσταση 1,2 εκατ. προσφύγων στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922.
Η δημογραφική κατάρρευση της Ελλάδας

Aς μπούμε στην ουσία του δημογραφικού προβλήματος: το 2011, για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία του ελληνικού κράτους, ο αριθμός των θανάτων ξεπέρασε αυτόν των γεννήσεων. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους: το 2011 οι θάνατοι ανήλθαν σε 111.099, την ώρα που οι γεννήσεις περιορίστηκαν σε 106.428. Το αρνητικό ισοζύγιο συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια, με την ψαλίδα να ανοίγει ακόμα παραπάνω. Το 2012 οι θάνατοι ανήλθαν σε 116.668 και οι γεννήσεις σε 100.371, το 2015 οι θάνατοι ξεπέρασαν τους 121.212 και οι γεννήσεις περιορίστηκαν σε 91.847, ενώ το 2017 οι θάνατοι έσπασαν ρεκόρ και έφτασαν τους 124.501, με τις γεννήσεις να πέφτουν σε ιστορικό χαμηλό, περιοριζόμενες σε 88.553. Την ίδια περίοδο (2011-2018), ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε κατά 382.000 άτομα, δηλαδή κατά 3,4% και στη μείωση αυτή, εκτός από το αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων συνέβαλε και το επίσης αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο (-234.000). Το πρώτο ήρθε ως αποτέλεσμα της όλο και πιο οξείας υπογεννητικότητας που παρατηρήθηκε από τη δεκαετία του ’80, βάζοντας τέλος στην ταχεία αύξηση του πληθυσμού που σημειώθηκε την περίοδο 1951-1981 (+27%). Αν και η υπογεννητικότητα παρατηρείται στη συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατών, οι παραπάνω αριθμοί δείχνουν ότι το φαινόμενο στην Ελλάδα έχει ήδη λάβει διαστάσεις που θα δοκιμάσουν αναπόφευκτα τις αντοχές της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες.

Η επιδείνωση του δημογραφικού οφείλεται στο ότι μετά το 2010 υπάρχει συνδυασμός δύο αρνητικών ισοζυγίων, του φυσικού και του μεταναστευτικού

Η επιδείνωση των δημογραφικών εξελίξεων μετά το 2010 οφείλεται στο γεγονός ότι για πρώτη φορά στη μεταπολεμική μας ιστορία έχουμε τον συνδυασμό δύο αρνητικών ισοζυγίων, του φυσικού και του μεταναστευτικού, γεγονός που επιτρέπει σε μερικούς να μιλούν για την «δημογραφική κατάρρευση» της χώρας. Η σημασία των μεταναστευτικών ροών στην αύξηση του πληθυσμού τις τελευταίες δεκαετίες δεν πρέπει να υποτιμάται, καθώς το θετικό ισοζύγιο μεταξύ εισόδων και εξόδων από το 1981 μέχρι και τα τέλη του 2000 είχε προφανώς ευεργετικά αποτελέσματα στα δημογραφικά δεδομένα.

 

Κάνουμε λίγα παιδιά εδώ και 150 χρόνια

Η σημασία των μεταναστών στην ανανέωση του πληθυσμού γίνεται ακόμα πιο μεγάλη, αν λάβουμε υπόψη μας ότι η πτώση του αριθμού των παιδιών που φέρνουν στον κόσμο οι γυναίκες των διαδοχικών γενεών έχει αρχίσει στη χώρα μας εδώ και 150 χρόνια, εντεινόμενη τις τελευταίες δεκαετίες με την ταχεία μείωση των γεννήσεων.

«Από μεθοδολογική άποψη θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι γεννήσεις σε μία χώρα εξαρτώνται από το πλήθος των γυναικών που είναι σε θέση να κάνουν παιδιά, από τον αριθμό των παιδιών που θα κάνουν και από το πότε θα τα κάνουν. Επομένως, αυτός είναι και ο λόγος που στην επιστημονική προσέγγιση του δημογραφικού ασχολούμαστε με την αναπαραγωγική συμπεριφορά των γυναικών», αναφέρει στο inside story o Βύρων Κοτζαμάνης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων.

Σχετικά με την πορεία της αναπαραγωγής στην Ελλάδα, ο κ. Κοτζαμάνης αναφέρει: «Στην Ελλάδα μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της αναπαραγωγικής συμπεριφοράς των γυναικών που γεννήθηκαν από το 1935 και μετέπειτα. Ειδικότερα για τις γενιές 1935-1975 γνωρίζουμε πόσα παιδιά έχουν φέρει στον κόσμο και σε ποια ηλικία κατά μέσο όρο. Ξεκινάμε από την γενιά του 1935, γιατί για τις παλαιότερες δεν διαθέτουμε αξιόπιστα στοιχεία, και φτάνουμε έως το 1975, επειδή ξέρουμε ότι οι γυναίκες που γεννήθηκαν την χρονιά αυτή έχουν σχεδόν “κλείσει” τον αναπαραγωγικό τους κύκλο, καθώς σήμερα είναι 44 ετών. Ένα βασικό δεδομένο από τη μελέτη αυτής της περιόδου είναι ότι, λαμβανομένης υπόψη και της θνησιμότητας, καμία γενιά δεν εξασφάλισε την αναπαραγωγή της, δηλαδή δεν έκανε όσα παιδιά χρειαζόταν για την αναπλήρωση του πληθυσμού. Για να το πούμε απλά, σε καμία γενιά μια μητέρα δεν αντικαταστάθηκε πλήρως από μια κόρη. Έτσι φτάνουμε σε ένα απλό συμπέρασμα: στη χώρα μας η γονιμότητα των γυναικών που γεννήθηκαν μετά το 1935 –δηλαδή ο αριθμός των παιδιών που έκαναν– υπολείπεται του ορίου αναπαραγωγής, δηλαδή του ελάχιστου αριθμού που χρειάζεται για την ανανέωση του πληθυσμού. Λαμβάνοντας υπόψη και τη θνησιμότητα, το όριο αναπαραγωγής ήταν 2,20 παιδιά ανά γυναίκα για εκείνες που γεννήθηκαν το 1935 και 2,07 παιδιά ανά γυναίκα για εκείνες που γεννήθηκαν το 1975. Το όριο αυτό θα εξασφάλιζε προφανώς μεσο-μακροπρόθεσμα τη μη μείωση του πληθυσμού της χώρας μας στην περίπτωση που το μεταναστευτικό ισοζύγιο είναι μηδενικό».

«...πέραν της περιόδου 1960-1980, ο ετήσιος δείκτης γονιμότητας βρίσκεται σταθερά κάτω από το όριο αντικατάστασης γενεών των 2,1 παιδιών ανά γυναίκα»
Βύρων Κοτζαμάνης, δ/ντής Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων

Αν η υπογεννητικότητα όμως είναι ένα φαινόμενο που ακολουθεί μεγάλες ιστορικές περιόδους της Ελλάδας, σήμερα φαίνεται ότι λαμβάνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις. Στην έκθεσή της για τον αντίκτυπο της υπογεννητικότητας στην οικονομική ανάπτυξη, η HOPEgenesis, μία οργάνωση που στηρίζει σε απομακρυσμένες περιοχές και απομονωμένα νησιά γυναίκες που είτε κυοφορούν, είτε επιθυμούν να μείνουν έγκυες, αναφέρει ότι «η συνεχώς γηράσκουσα ελληνική κοινωνία δεν έχει στηριχθεί διαχρονικά από την πορεία της γονιμότητας, αφού πέραν της περιόδου 1960-1980 (θετικά επηρεασμένης από τον μεγάλο αριθμό γεννήσεων), ο ετήσιος δείκτης γονιμότητας βρίσκεται σταθερά κάτω από το όριο αντικατάστασης γενεών των 2,1 παιδιών ανά γυναίκα».

Ο κ. Κοτζαμάνης σημειώνει ότι «ο ετήσιος δείκτης γονιμότητας είναι ένα δείκτης ευμετάβλητος που δεν δύναται να αποτυπώσει το αν σε μια χώρα έχουν γίνει όσα παιδιά απαιτούνται για αποφευχθεί η μείωση του πληθυσμού της. Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, για την εικοσαετία ’60-’80, όπου οι ετήσιοι δείκτες γονιμότητας ήταν πάνω από το όριο αναπαραγωγής και ταυτόχρονα καμία από τις διαδοχικές γενεές γυναικών που έκαναν την περίοδο αυτή τα παιδιά τους δεν έφερε στον κόσμο περισσότερα από τα απαιτούμενα 2,1 παιδιά για να αναπαραχθεί πλήρως. Οι υψηλές τιμές των ετήσιων δεικτών της περιόδου αυτή οφείλονταν στην μείωση της μέσης ηλικίας στην τεκνογονία των γυναικών που γεννήθηκαν μετά το 1935 και όχι στην αύξηση του αριθμού των παιδιών που έφεραν στον κόσμο».

Το baby boom δεν ήρθε στην Ελλάδα

Εδώ υπάρχει ένα ακόμη ενδιαφέρον δεδομένο στα δημογραφικά στοιχεία, το οποίο μάλιστα διαφοροποιεί την Ελλάδα από άλλα ευρωπαϊκά κράτη: δεν ζήσαμε το baby boom, δηλαδή τη ραγδαία αύξηση των γεννήσεων μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. «Το ότι η χώρα δεν έζησε ένα φαινόμενο σαν το baby boom οφείλεται στις διαφορετικές συνθήκες που επικράτησαν εκείνη την περίοδο στην Ελλάδα και τις άλλες ανεπτυγμένες χώρες. Μετά το τέλος του πολέμου οι περισσότεροι λαοί στην Ευρώπη μπήκαν σε μία φάση ταχύτατης οικονομικής ανάπτυξης, η οποία με τη σειρά της έφερε μία γενικότερη αισιοδοξία ότι τα πράγματα θα πήγαιναν όλο και καλύτερα. Η ευημερία και το “ρόδινο” μέλλον που ανοιγόταν με τη λήξη του πολέμου, την ήττα του φασισμού, την εμπέδωση της ειρήνης, αλλά και την ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας, ώθησαν τα νέα ζευγάρια να είναι ιδιαίτερα αισιόδοξα και να κάνουν περισσότερα παιδιά από τους γονείς τους. Αυτή η αισιοδοξία δεν έφτασε ποτέ στην Ελλάδα, όπου μετά την Κατοχή ήρθε ο Εμφύλιος, και μετά η αργή ανασυγκρότηση της χώρας μας και ένα σχεδόν ανύπαρκτο κράτος πρόνοιας. Αυτοί οι παράγοντες δεν επέτρεψαν στους ανθρώπους να πιστέψουν ότι το μέλλον τους θα είναι καλύτερο».

Η σημασία των μεταναστών στην ανανέωση του πληθυσμού

Μέχρι εδώ έχουμε δύο βασικά δεδομένα: πρώτον, με εξαίρεση περίοδο 1955-1980, έχουμε ετήσιους δείκτες γονιμότητας που είναι κάτω από το όριο αναπαραγωγής και, δεύτερον, δεν ζήσαμε το baby boom. Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει ένα απλό ερώτημα: πώς γίνεται ο πληθυσμός μας να αυξάνεται σταθερά όλα τα χρόνια, με την πρώτη μείωση να έρχεται μόλις την τρέχουσα δεκαετία; Μεγάλο μέρος της απάντησης βρίσκεται σε δύο λέξεις: μετανάστευση και νεανικότητα του πληθυσμού. Συγκεκριμένα, μετά το 1975 και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 2000, οι είσοδοι στην χώρα μας ήταν πολύ περισσότερες από τις εξόδους, ενώ μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’70 ο πληθυσμός μας ήταν σχετικά νεανικός, αφού οι 65 και άνω ήταν λιγότεροι από το 12% του συνόλου, σε αντίθεση με σήμερα που αγγίζουν το 23%. Ως εκ τούτου οι θάνατοι ήταν σχετικά λίγοι, καθώς κυμαίνονταν μεταξύ 60.000 και 80.000, ξεπερνώντας τους 100.000 μετά το 1995 και τους 124.000 το 2017. Μετανάστευση και νεανικότητα πληθυσμού είχαν ως αποτέλεσμα ένα θετικό φυσικό ισοζύγιο που έφερε ραγδαία αύξηση του πληθυσμού.

Τα μεταναστευτικά ρεύματα ήταν ο βασικός λόγος χάρη στον οποίον η χώρα κατάφερε τις δεκαετίες 1990-2000 να αποφύγει τη συρρίκνωση του πληθυσμού που βιώνει σήμερα

«Είναι αλήθεια ότι μεταπολεμικά ο πληθυσμός της χώρας αυξήθηκε σημαντικά, από 7,6 εκατ. το 1951 σε 11,2 εκατ. το 2011», είπε στο inside story o κ. Κοτζαμάνης. «Ωστόσο, αυτή η αύξηση δεν οφείλεται τόσο στις πολλές γεννήσεις, όσο στον ιδιαίτερα νεανικό πληθυσμό μας τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, τη συνεχή αύξηση του προσδόκιμου ζωής και, μετά το 1975, κυρίως στα θετικά μεταναστευτικά ισοζύγια, ιδιαίτερα δε μετά το 1990, περίοδο κατά την οποία ο πληθυσμός των αλλοδαπών σχεδόν τετραπλασιάστηκε μεταξύ των απογραφών του 1991 και του 2011».

Ο ευεργετικός ρόλος των μεταναστευτικών ροών στην ανανέωση και την αύξηση του πληθυσμού της χώρας δεν είναι φαινόμενο μόνο των τελευταίων δεκαετιών. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της ανταλλαγής των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, όταν και εγκαταστάθηκαν στη χώρα 1,2 εκατ. χριστιανοί, την ώρα που αποχώρησαν περίπου 400.000 μουσουλμάνοι. Επρόκειτο για μία σημαντική δημογραφική «ένεση» με οικονομικά και αναπαραγωγικά ενεργό πληθυσμό, ανάλογη με εκείνη που ακολούθησε την περίοδο 1990-2000, όταν και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ελλάδα 900.000 αλλοδαποί.

«Στη μαζική προσέλκυση αλλοδαπών αποδίδεται σχεδόν αποκλειστικά η αύξηση κατά 0,8 εκατ. του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας την εικοσαετία 1990-2000»
Έκθεση ακαδημαϊκών προς τη Διακομματική Επιτροπή της Βουλής για το Δημογραφικό

Ειδικά όσον αφορά στα μεταναστευτικά ρεύματα που έφτασαν στην Eλλάδα κατά τη μετάβαση από τον 20ό στον 21ο αιώνα, φαίνεται πως ήταν ο βασικός λόγος χάρη στον οποίον η χώρα κατάφερε για δύο δεκαετίες να αποφύγει τη συρρίκνωση του πληθυσμού που βιώνει σήμερα, διατηρώντας ένα θετικό ισοζύγιο μεταναστευτικών ροών. Σύμφωνα με την έκθεση που υπέβαλαν τον περασμένο Οκτώβριο μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας στη Διακομματική Επιτροπή της Βουλής για το Δημογραφικό –ανάμεσα στα οποία ήταν και ο κ. Κοτζαμάνης– τις δεκαετίες 1990-2000 «η πτώση των γεννήσεων ανακόπτεται προσωρινά και οι γεννήσεις σταθεροποιούνται γύρω στις 100.000 τη δεκαετία του 1990 και αυξάνονται ελαφρώς την επόμενη οκταετία, φτάνοντας τις 118.000 το 2008-09 [...] Ταυτόχρονα η χώρα μετατρέπεται σε χώρα εισροής αλλοδαπών: ο αριθμός τους τετραπλασιάζεται σχεδόν, ενώ αλλάζει ριζικά και η σύνθεσή τους, καθώς το ειδικό βάρος των προερχομένων από τις πλέον ανεπτυγμένες χώρες του πλανήτη μειώνεται σημαντικά. Στη μαζική αυτή προσέλκυση αλλοδαπών αποδίδεται έτσι σχεδόν αποκλειστικά η αύξηση κατά 0,8 εκατ. του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας την εικοσαετία αυτή [...] Η συρρίκνωση των φυσικών ισοζυγίων της περιόδου 1980-2010 αναπληρώθηκε από τα θετικά μεταναστευτικά ισοζύγια, με αποτέλεσμα τη συνέχιση της αύξησης του πληθυσμού μέχρι και τα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Την τελευταία επταετία όμως (2011-2017) ο πληθυσμός μας μειώνεται, γεγονός που οφείλεται στο ότι για πρώτη φορά στην μεταπολεμική δημογραφική ιστορία της χώρας, τόσο το φυσικό όσο και το μεταναστευτικό ισοζύγιο είναι αρνητικά».

Στην ίδια κατεύθυνση, η έκθεση της HOPEgenesis αναφέρει ότι από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990 η κατάσταση στο δημογραφικό αντιστράφηκε σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, καθώς είχαμε μείωση των γεννήσεων, με ταυτόχρονη ωστόσο μεταστροφή του αρνητικού μεταναστευτικού ισοζυγίου σε θετικό: «Η αύξηση του πληθυσμού “φρέναρε”, με τις γεννήσεις να μειώνονται κατά 0,3% κατά μέσο όρο κάθε χρόνο και τους μετανάστες στην χώρα να αυξάνονται κατά 6%. Η εισροή των μεταναστών, σε συνδυασμό με την υψηλότερη γονιμότητά τους σε σχέση με αυτή των Ελληνίδων, συνέβαλε αρχικά στην ανακοπή της πτωτικής τάσης της γεννητικότητας στη χώρα μας, την περίοδο 1991-2000, και εν συνεχεία στην αύξηση της, με αποτέλεσμα να καταγράφονται κατά μέσο όρο 108.000 γεννήσεις την πενταετία 2002-2007 έναντι 102.000 γεννήσεων τη δεκαετία 1991-2000».

Πώς το αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο έφερε μείωση του πληθυσμού

Το θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο άλλαξε στα χρόνια της κρίσης, όταν η ύφεση της ελληνικής οικονομίας και η αυξανόμενη ανεργία αφενός περιόρισαν τους οικονομικούς μετανάστες που έφτασαν στην Ελλάδα για να βρουν δουλειά, αφετέρου οδήγησαν Έλληνες και αλλοδαπούς κατοίκους στο να αναζητήσουν καλύτερες συνθήκες εργασίας στο εξωτερικό ή και πίσω στις πατρίδες τους. Η «διαρροή» κατοίκων της χώρας από το 2008 μέχρι σήμερα ανέρχεται σε περίπου 427.000 άτομα, με την Ελλάδα να έρχεται στην τρίτη θέση μετά την Κύπρο και την Ισπανία στο ποσοστό των νέων που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους για λόγους ανεργίας και οικονομικής ανασφάλειας. Μάλιστα, πρόκειται για οικονομικά και αναπαραγωγικά ενεργό πληθυσμό, δηλαδή ανθρώπους που συνεισφέρουν στην αγορά εργασίας και μπορούν να κάνουν παιδιά. Το αποτέλεσμα των παραπάνω δύο τάσεων –μείωση εισόδων μεταναστών, σημαντική αύξηση των εξόδων μονίμων Ελλήνων και αλλοδαπών κατοίκων– ήταν ένα αρνητικό ισοζύγιο την τελευταία επταετία κατά περίπου 235.000 ανθρώπους, την ώρα που παράλληλα ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε κατά περίπου 370.000 άτομα.

Η μεταστροφή του ισοζυγίου μεταναστευτικών ροών συνδυάστηκε και με την αυξημένη γήρανση που παρατηρείται στον πληθυσμό της χώρας. Μετά το 1975 οι ρυθμοί γήρανσης επιταχύνθηκαν, καθώς το ποσοστό των άνω των 65 ετών διπλασιάστηκε σχεδόν σε μια 45ετία, συνοδευόμενο και από την αύξηση της μέσης ηλικίας κατά 10 έτη. Πρόκειται για ένα δεδομένο με μεγάλη δημογραφική και οικονομική σημασία, αφού σχετίζεται και με τις αυξομειώσεις της οικονομικά ενεργής βάσης (δηλαδή των ηλικιών μεταξύ 15 και 64), η οποία ουσιαστικά συντηρεί τις υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες (τους κάτω των 15 ετών και τους συνταξιούχους, δηλαδή τους άνω των 65 ετών). Οι μειούμενες μετά το 1980 γεννήσεις περιόρισαν αναπόφευκτα και την τροφοδότηση του εν δυνάμει οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Έτσι, ενώ το 1951 μόλις το 7% του πληθυσμού μας ήταν ηλικίας άνω των 65 ετών και το 29% ηλικίας κάτω των 15, το 2018 η σύνθεση του πληθυσμού είναι εντελώς διαφορετική, με το 22% να είναι άνω των 65 ετών, και μόλις το 14,5% κάτω των 15 ετών. Την ίδια περίοδο δε η μέση ηλικία ήταν κάτω από 30 έτη, σήμερα φτάνει τα ξεπερνάει τα 44 έτη και αναμένεται να αυξηθεί κατά 5-8 έτη έως το 2050.

Σύμφωνα με την HOPEgenesis, οι παραπάνω αλλαγές θα ασκήσουν τεράστια οικονομική πίεση στους εργαζομένους της χώρας, καθώς «η χώρα [...] γερνά και σε λίγα χρόνια, ο εργασιακά ενεργός πληθυσμός θα δυσκολεύεται να συντηρήσει τον ανενεργό». Και αυτό σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην μειωμένη εισροή μεταναστών, αφού «η δημογραφική κρίση ουσιαστικά απετράπη λόγω της μεγάλης μεταναστευτικής ροής μεταξύ των δεκαετιών ’80-’90 η οποία όχι μόνο σταθεροποίησε την πορεία του δείκτη γονιμότητας, αλλά κατάφερε να τον επαναφέρει σε θετική τροχιά στις αρχές του 2000. Όμως, η πορεία της ελληνικής δημογραφίας ανακόπηκε απότομα μετά το ξέσπασμα της μεγάλης οικονομικής ύφεσης του 2008 η οποία βύθισε τη χώρα σε οικονομική και κοινωνική εσωστρέφεια. Η μετανάστευση δεν ήταν πλέον ικανή να συγκαλύψει το μεγάλο πρόβλημα υπογεννητικότητας αφού τα μεταναστευτικά κύματα του παρελθόντος μειώθηκαν ενώ σημαντικό τμήμα της ελληνικής νεολαίας διέρρευσε προς το εξωτερικό “παίρνοντας” μαζί του και τις γεννήσεις που θα παρήγαγε. Η οικονομική ύφεση ήταν ο καταλύτης που εξέθεσε το μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής υπογεννητικότητας εγκλωβίζοντας τον πληθυσμό σε ένα καθοδικό σπιράλ μεγάλων κοινωνικών αλλαγών».

Ο ρόλος των μεταναστών στην άμεση αντιμετώπιση του δημογραφικού

Η μέχρι σήμερα πορεία των δημογραφικών εξελίξεων στην Ελλάδα αναδεικνύει τη σημασία των μεταναστών και των προσφύγων στην ανανέωση του πληθυσμού ή, τουλάχιστον, στην άμβλυνση των συνεπειών από την υπογεννητικότητα. Ο μοναδικός δρόμος για την αντιμετώπιση των δημογραφικών προβλημάτων μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες φαίνεται πως θα είναι η προσπάθεια διαμόρφωσης ενός θετικού μεταναστευτικού ισοζυγίου, αφενός με την «αναχαίτιση» κυρίως όσων βρίσκονται κοντά στην απόφαση να φύγουν από τη χώρα, αφετέρου με την ενσωμάτωση πληθυσμών που φτάνουν στη χώρα για να βρουν καλύτερες συνθήκες εργασίας από αυτές που επικρατούν στις πατρίδες τους. Ο ρόλος των μεταναστευτικών ροών στην άμεση αντιμετώπιση των συνεπειών του δημογραφικού γίνεται πιο κατανοητός, αν λάβουμε υπόψη μας ότι εξαιτίας της αδράνειας των δημογραφικών δομών και συμπεριφορών, όποια μέτρα πολιτικής ανόρθωσης της γονιμότητας κι αν παρθούν, έστω και σε άμεσο χρόνο, από το κράτος, θα αποδώσουν μέσο-μακροπρόθεσμα και όχι μέσα στα επόμενα χρόνια.

«Η σωστή αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος απαιτεί μία οργανωμένη προσπάθεια απορρόφησης ξένων πληθυσμών. Είναι αναγκαίο μέρος της λύσης»
Δρ. Στέφανος Χανδακάς, μαιευτήρας και ιδρυτής της HOPEgenesis

Σχετικά με το μεταναστευτικό και την αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας στις προσεχείς δύο δεκαετίες, ο κ. Κοτζαμάνης είπε στο inside story: «Το πώς θα εξελιχθεί η γεννητικότητα και η θνησιμότητα μέσα στις επόμενες δεκαετίες είναι σχετικά προβλέψιμο. Και αυτό γιατί γνωρίζουμε με ακρίβεια πόσες γυναίκες θα είναι σε αναπαραγωγικές ηλικίες τα επόμενα 20 χρόνια, αφού έχουν ήδη γεννηθεί και μπορούμε ταυτόχρονα να κάνουμε κάποιες βάσιμες υποθέσεις τόσο για την τελική τους γονιμότητα, δηλαδή το πόσα παιδιά θα κάνουν μέχρι το τέλος της αναπαραγωγικής τους ζωής, όσο και για την ηλικία στην οποία θα κάνουν παιδιά. Ακόμη, γνωρίζουμε με σχετική ακρίβεια πόσοι θα αποβιώσουν τα επόμενα έτη, καθώς και πόσοι θα περάσουν από τη “μέση” στην “τρίτη” και την “τέταρτη” ηλικία. Άρα, είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε και την μελλοντική ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού της χώρας, ηλικιακή σύνθεση που είναι σε μεγάλο βαθμό προκαθορισμένη από το σήμερα. Ειδικότερα, με βάση τα προαναφερθέντα εκτιμούμε ότι ο μέσος ετήσιος αριθμός των θανάτων την επόμενη εικοσαετία θα είναι της τάξης των 130-135.000, ο δε αντίστοιχος των γεννήσεων 85.000-90.000. Άρα, αναπόφευκτα θα έχουμε ένα αρνητικό φυσικό ισοζύγιο της τάξης των 50.000 ετησίως. Κατ’ επέκταση, η μόνη παράμετρος που θα μπορούσε, από δημογραφική σκοπιά, να περιορίσει την αναπόφευκτη μείωση του πληθυσμού μας κατά ένα εκατομμύριο περίπου στα τέλη της τρίτης δεκαετίας του αιώνα είναι το μεταναστευτικό ισοζύγιο. Αν αυτό παραμείνει αρνητικό, η μείωση του πληθυσμού μας θα υπερβεί το ένα εκατομμύριο. Αν, αντιθέτως, γίνει θετικό, η μείωση θα είναι μικρότερη».

«Το πρώτο νησί στο οποίο δραστηριοποιηθήκαμε ως οργάνωση ήταν οι Φούρνοι Ικαρίας», είπε στο inside story o Δρ. Στέφανος Χανδακάς, μαιευτήρας και ιδρυτής της HOPEgenesis. «Παρότι δεν πρόκειται για ιδιαίτερα μικρό νησί –έχει πάνω από 1.300 κατοίκους– ο δήμαρχος εκεί μας είπε ότι ξαφνικά τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε το φαινόμενο των μηδενικών γεννήσεων. Από εκεί που γεννιούνταν εννέα με δέκα παιδιά ετησίως, ξαφνικά δεν γεννιόταν ούτε ένα. Σε αυτές τις περιπτώσεις εμφανίζεται αναπόφευκτα μία σειρά από αλυσιδωτές αρνητικές συνέπειες. Θα κλείσουν τα σχολεία, θα σταματήσει το δρομολόγιο του πλοίου, θα μαραζώσει η τοπική οικονομία. Εμείς προσπαθούμε να στηρίξουμε σε απομακρυσμένες περιοχές γυναίκες που κυοφορούν ή θέλουν να κυοφορήσουν, προσφέροντας δωρεάν γιατρούς, νοσοκομεία και μεταφορές, μιας που το κόστος για την κυοφορία και τη γέννα ενός παιδιού σε απομονωμένες περιοχές είναι υψηλότερο από ό,τι για τις γυναίκες στα αστικά κέντρα, ανερχόμενο σε περίπου 10.000 ευρώ. Ωστόσο, πέρα από την όποια βοήθεια προσφέρεται, είτε από οργανώσεις, είτε από το κράτος, η αναγκαιότητα ενσωμάτωσης μεταναστών στην ελληνική κοινωνία μέσα στις επόμενες δεκαετίες για την αντιμετώπιση του δημογραφικού πρέπει να θεωρείται δεδομένα αναγκαία. Το ίδιο έκανε η Γαλλία με την εισροή μεταναστών από τη Βόρεια Αφρική μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το ίδιο κάνει τώρα και η Γερμανία με την ενσωμάτωση προσφύγων και την προγραμματισμένη εισδοχή μεταναστών. Στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε λανθασμένα το μεταναστευτικό ως ένα μεταβατικό στάδιο, δηλαδή ως μία διαδικασία κατά την οποία οι μετανάστες μόνο προσωρινά μένουν στην Ελλάδα. Όμως η σωστή αντιμετώπιση του οξυμένου δημογραφικού προβλήματος απαιτεί μία πιο οργανωμένη προσπάθεια απορρόφησης ξένων πληθυσμών. Είναι αναγκαίο μέρος της λύσης».

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πήρε το δημοσιογραφικό βάπτισμα του πυρός στην Popaganda. Εργάστηκε στο γερμανικό κανάλι Offener Kanal και το Vice και συνεργάζεται ως fixer/producer με διεθνή ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ. Έχει ασχοληθεί με το βίντεο και τη φωτογραφία.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus
1

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.