Ηλίας Μαγκλίνης: «Στο βάθος είμαστε πολύ καλοί στο να ξεχνάμε. Ή μήπως όχι;»

Τίποτα δεν είναι επινοημένο στο «Είμαι όσα έχω ξεχάσει». Γεγονότα, ονόματα, χρονολογίες, όλα είναι επώδυνα αληθινά. Το βιβλίο του δημοσιογράφου Ηλία Μαγκλίνη εκκινεί από την έρευνα για τη δολοφονία του παππού του στον Εμφύλιο, αλλά εξελίσσεται σε μια υπαρξιακή καταβύθιση στα οικογενειακά μυστικά, που αντί να είναι αυστηρά ιδιωτική, μοιάζει να μας αφορά όλους.
Χρόνος ανάγνωσης: 
12
'
Anselm Kiefer, Die berühmten Orden der Nacht, 1997, Guggenheim Bilbao.

Το τέταρτο βιβλίο του δημοσιογράφου Ηλία Μαγκλίνη έχει ως βάση την τολμηρή αφήγηση μιας αληθινής ιστορίας: Της ιστορίας της οικογένειάς του. Με αφορμή τη δολοφονία του παππού του, Νίκου Μαγκλίνη, από την ΟΠΛΑ τον Ιανουάριο του 1944, ο βραβευμένος συγγραφέας έγραψε ένα πολυεπίπεδο και στιβαρό λογοτεχνικό έργο. Το Είμαι όσα έχω ξεχάσει που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, βασίζεται σε μια σχεδόν εικοσαετή έρευνα, με αναρίθμητες συνεντεύξεις, εκτενή μελέτη αρχείων και εξαντλητική προεργασία.

Συναντάω τον συγγραφέα στο μικρό γραφείο του, σε μια παλιά πολυκατοικία στο Κολωνάκι. Γραφείο απ’ αυτά που συνήθως στεγάζουν δικηγόρους, ιδιωτικούς ντετέκτιβ ή ψυχολόγους. Λες και διαβάζει τη σκέψη μου, μου εξομολογείται ότι προκειμένου να ολοκληρωθεί το βιβλίο, εκτός από την κοπιώδη έρευνα, απαιτήθηκαν και αρκετά χρόνια ψυχανάλυσης.

Πιθανότατα αυτός είναι και ο λόγος που το βιβλίο δεν είναι μια «στεγνή» ιστορική καταγραφή των γεγονότων του εμφυλίου, ούτε ένα κοινότοπο memoir. Ο Μαγκλίνης αξιοποιεί τα ιστορικά γεγονότα ως αφηγηματικό εμβρυουλκό προκειμένου να εκμαιεύσει ανομολόγητα οικογενειακά μυστικά, και κυρίως να εξερευνήσει τη σχέση του δικού του πατέρα με τον δολοφονημένο παππού. Δεν μένει όμως στα ορατά και αόρατα μετεμφυλιακά τραύματα. Παράλληλα, ιχνηλατεί και τους δικούς του δεσμούς με τον «τραυματισμένο» –από την ανεξιχνίαστη δολοφονία– πατέρα του, ο οποίος πέθανε πριν μερικά χρόνια.

«Αν ζούσε ακόμη ο πατέρας μου, θα το είχα γράψει διαφορετικά. Ή μπορεί να μην το είχα γράψει και καθόλου» μου λέει ο Ηλίας Μαγκλίνης με φωνή ήρεμη και σταθερή. Κάθεται οκλαδόν στο πάτωμα απέναντί μου, και παραμένει ψύχραιμος ακόμη κι όταν μιλάει για πολύ προσωπικά ζητήματα. Η ψυχραιμία αυτή είναι διάχυτη και στο βιβλίο του. Πιθανολογώ ότι το συγγραφικό ένστικτο τον οδήγησε στην ορθή απόφαση: να αφήσει το καυτό πρωτογενές υλικό να κρυώσει ώστε να μπορεί να το διαχειριστεί. «Νομίζω ότι κατόρθωσα να ολοκληρώσω το βιβλίο όταν αποστασιοποιήθηκα συναισθηματικά» θα επιβεβαιώσει τη σκέψη μου λίγο αργότερα. «Κατόρθωσα να το προχωρήσω όπως ήθελα, μόνο όταν μας είδα όλους σαν χαρακτήρες μυθιστορήματος. Αντί όμως να γράψω ένα μυθιστόρημα με παραλλαγμένα ονόματα και αλλοιωμένα γεγονότα, αποφάσισα να γράψω μια αληθινή ιστορία: πώς έγιναν τα γεγονότα και κυρίως πώς τα βίωσα».

Δεν πρόκειται για ένα ακόμη βιβλίο για τον εμφύλιο

«Είχα αποφασίσει σχετικά νωρίς ότι το Είμαι όσα έχω ξεχάσει δεν θα είναι ένα ιστορικό βιβλίο, ότι δεν θα είναι μια αφήγηση που θα εστιάσει στη μαρτυρία του Εμφυλίου» λέει στο inside story ο Ηλίας Μαγκλίνης. «Βεβαίως, ο εμφύλιος καταλαμβάνει ένα πολύ μεγάλο μέρος του βιβλίου και έχει πολύ μεγάλη σημασία. Γιατί ο φόνος του Νίκου Μαγκλίνη (σ.σ.: του παππού του συγγραφέα) σχετίζεται με τον Εμφύλιο. Απ’ όποιους κι αν έγινε, για όποιους λόγους κι αν έγινε. Αν και είμαι σχεδόν βέβαιος ότι έγινε στο πλαίσιο των εμφυλιακών εκκαθαρίσεων στην περιοχή του Αγρινίου».

Η συνάντησή μας γίνεται ένα βροχερό πρωινό, αμέσως μετά την επιστροφή του συγγραφέα από την πατρίδα του, το Αγρίνιο, όπου βρέθηκε για την παρουσίαση του βιβλίου. Εκεί δέχθηκε λεκτικές επιθέσεις από οργανωμένα μέλη κόμματος της αριστεράς, τα οποία εξέφρασαν (άκομψα) τη διαφωνία τους για το γεγονός ότι ο Μαγκλίνης αποδίδει τον φόνο του παππού του στην ΟΠΛΑ (ένοπλη οργάνωση προσκείμενη στο ΕΑΜ και το ΚΚΕ, που έδρασε ανά την Ελλάδα από το 1943 έως το 1947), παρότι δεν υπάρχουν γραπτές αποδείξεις γι’ αυτό. «Πώς να υπάρξουν αποδείξεις, αφού η ΟΠΛΑ δεν αναλάμβανε την ευθύνη για τις εκτελέσεις ούτε βέβαια έστελνε προκηρύξεις;» αναρωτιέται ο συγγραφέας. «Όταν όμως συνελήφθη αργότερα η θεία μου και κόρη του δολοφονηθέντος, ο αρχηγός της Πολιτοφυλακής τής είπε μπροστά σε κόσμο: “Δεν ξέρω αν κάναμε καλά που σκοτώσαμε τον πατέρα σου. Όταν τελειώσει ο πόλεμος, πάρε ένα πιστόλι και σκότωσε αυτόν που το ’κανε”. Και την αφήνει και φεύγει. Αυτό δεν είναι ικανοποιητική απόδειξη;» συμπληρώνει.

Ο Μαγκλίνης, πάντως, δεν στέκεται αποκλειστικά στη δολοφονία του παππού του, αλλά περιγράφει και τις θηριωδίες της άλλης πλευράς. «Η δράση των ταγματασφαλιτών στο Αγρίνιο είναι γνωστή, και έχουν γραφτεί αρκετά βιβλία και μελέτες» μας λέει, «αλλά δεν μπορούσα να την προσπεράσω».

Όπως εξηγεί βέβαια, η αντικειμενική ιστορική καταγραφή δεν ήταν το βασικό μέλημά του: «Σε κάθε περίπτωση, η δολοφονία σφραγίζει τον πατέρα μου και σταδιακά σφραγίζει και την υπόλοιπη οικογένεια. Αυτό που ήθελα να κάνω ήταν να εξερευνήσω κατά πόσο το βίαιο αυτό γεγονός σχετίζεται με την αδυναμία του πατέρα μου να συνδεθεί με τους άλλους, αλλά και με το γεγονός ότι απέκτησε μια πολύ κακή σχέση με τα συναισθήματά του». Κάτι όμως, που όπως αναγνωρίζει ο συγγραφέας, θα μπορούσε να συμβεί σε κάθε οικογένεια ακόμη κι αν δεν είχε μεσολαβήσει ένας φόνος. «Αυτή η πανανθρώπινη, οικουμενική διάσταση ήταν αυτή που μ’ ενδιέφερε. Γι’ αυτό και το βιβλίο άγγιξε περισσότερο κόσμο».

Οι αδέσποτες σφαίρες που δεν έριξε

Τον ρωτάω αν έβαλε όρια σε όσα αποτύπωσε, ή αν η έρευνα κάποια στιγμή έγινε επιλεκτική. Χωρίς πολλή σκέψη, απαντάει αρνητικά. «Έβαλα όριο μόνο όταν συνειδητοποίησα ότι έπρεπε κάπου να σταματήσω την ιστορική έρευνα, γιατί αυτό που κατά βάθος με ενδιέφερε ήταν το υπαρξιακό σκέλος, το ψυχολογικό και συναισθηματικό. Οι δεσμοί αίματος δηλαδή, του πατέρα με το παιδί του». Όπως μάλιστα μας αποκαλύπτει, από την τελική, σελιδοποιημένη έκδοση του βιβλίου, αφαίρεσε περισσότερες από 40 σελίδες. «Ευλογώ τον εαυτό μου που τις έκοψα. Ήταν μάλλον περιττές φλυαρίες για τα ιστορικά και πολιτικά πράγματα της εποχής». Αναγνωρίζει πάντως και μια «αποτυχία» της έρευνας, καθώς δεν κατάφερε να εντοπίσει με βεβαιότητα αυτόν που τράβηξε τη σκανδάλη. «Όχι για λόγους εκδικητικότητας» όπως μου λέει, «ούτε βέβαια για να το βγάλω στη φόρα μετά από τόσα χρόνια. Σε ένα αφηγηματικό επίπεδο όμως με συνάρπαζε η ιδέα να μάθω την ιστορία του δολοφόνου, πώς γεννήθηκε, πώς μεγάλωσε, πώς οδηγήθηκε μέχρι εκεί, αλλά κυρίως πώς ένιωσε, και βέβαια πώς κατέληξε». Φοβήθηκε όμως μήπως αδικήσει κάποιον; «Συνειδητά επέλεξα να μην συμπεριλάβω στο βιβλίο αναφορές σε ονόματα που προέκυψαν κατά την έρευνα, επειδή δεν υπήρχαν επαρκείς αποδείξεις» μας λέει ο Ηλίας Μαγκλίνης. «Θα ήταν σαν να ρίχνω αδέσποτες σφαίρες στον αέρα στοχεύοντας αυτόν που μου υπέδειξαν ως ένοχο της δολοφονίας. Οι σφαίρες όμως θα πετύχαιναν τα παιδιά ή τα εγγόνια του μετά από τόσες δεκαετίες, και αυτό είναι κάτι που δεν ήθελα σε καμία περίπτωση».

Όπως βέβαια μου εξομολογείται, κάποια στιγμή κατά τη συγγραφή του βιβλίου αποφάσισε ότι δεν είναι απαραίτητο να μαθαίνουμε τα πάντα. Σωστά. Δεν χρειάζεται να θυμόμαστε τα πάντα. «Λίγη λήθη μας προστατεύει από την τρέλα» γράφει σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματα του βιβλίου. «Μονάχα θραύσματα θυμόμαστε είτε από έναν εμφύλιο πόλεμο είτε από έναν ανολοκλήρωτο έρωτα. Νησιά μνήμης η ζωή μας. Στο βάθος είμαστε πολύ καλοί στο να ξεχνάμε. Ή μήπως όχι;»

Ο δικός μας Α’ Παγκόσμιος
Εκτός από το εμφυλιακό κομμάτι, ο Μαγκλίνης επεκτάθηκε και στο μικρασιατικό, καθώς ο παππούς του πολέμησε εκεί επί τέσσερα χρόνια. «Η εμπειρία του απλού Έλληνα στρατιώτη στο μικρασιατικό μέτωπο μ’ ενδιέφερε ιδιαίτερα, γιατί θεωρώ ότι ήταν ο δικός μας Α’ Παγκόσμιος» μου λέει. Στην πορεία, πάντως, απομακρύνθηκε από την ιδέα της συνδυαστικής αφήγησης των δύο ιστορικών περιόδων, και στο βιβλίο επικεντρώθηκε σε κομβικές στιγμές της έρευνας για το μικρασιατικό, όπως οι θηριωδίες των Ελλήνων στρατιωτών. Ίσως, μας αποκαλύπτει, το υλικό που έχει στα χέρια του να αποτελέσει το πρόπλασμα για ένα επόμενο βιβλίο.
«Αφού αποφάσισα να τους εκθέσω, θα μας εκθέσω όλους»

Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν οι αναφορές στην οικογένειά του. «Ένιωσα ότι τους εκθέτω. Κι εφόσον εκθέτω αυτούς, εκθέτω και τον εαυτό μου. Σε ορισμένα σημεία αναφέρομαι πολύ εξομολογητικά στον εαυτό μου. Γράφω για τον αποτυχημένο πρώτο γάμο, για τις δυσκολίες σύνδεσης που έχω κι εγώ όπως κι ο πατέρας μου, για δικές μου ενοχές και τύψεις. Είμαστε σε μια κοινωνία που επαναλαμβάνει διαρκώς το “μην το λες δεν κάνει” ή “τι θα πει ο κόσμος” και αυτό ήθελα συνειδητά με αυτό το βιβλίο να το χτυπήσω».

Και καταλήγει: «Αφού αποφάσισα να τους εκθέσω, θα μας εκθέσω όλους». Μου θυμίζει τη ρήση του νομπελίστα Τσέζλαφ Μίλος: «Από τη στιγμή που γεννιέται ένας συγγραφέας στην οικογένεια, ξεχάστε την οικογένεια», ενώ συμφωνώντας με τον Φίλιπ Ροθ που έλεγε ότι οι συγγραφείς είναι σαν τα βαμπίρ που μπορεί να πιουν το αίμα ακόμη και των δικών τους ανθρώπων, τονίζει: «Οι αφηγήσεις για την οικογένεια έχουν το στοιχείο της αδιακρισίας αλλά και της αναξιοπρέπειας. Χρειάζονται όμως λεπτές ισορροπίες ώστε να μην ξεφτιλίσεις ούτε να αδικήσεις κάποιον».

Μεταξύ Νέας Δημοσιογραφίας, non-fiction και αυτοβιογραφίας

Επιστρέφοντας στη συζήτηση για την παρουσίαση του Αγρινίου, ο Ηλίας Μαγκλίνης μας λέει ότι σχεδόν όλοι οι παρευρισκόμενοι απομόνωσαν όσους εξέφραζαν τις μάλλον αστήρικτες αντιρρήσεις τους στο περιεχόμενο του βιβλίου, και η εκδήλωση συνεχίστηκε χωρίς πρόβλημα. Προτού όμως αποχωρήσουν, ένας από αυτούς, προφανώς για να πικάρει τον συγγραφέα, του είπε: «Αυτό είναι μυθιστόρημα, κύριε», πιθανότατα χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι ο Μαγκλίνης θα δεχθεί το σχόλιο όχι ως μομφή, αλλά ως εγκώμιο. «Με κολακεύει να θεωρούν ότι είναι μυθιστόρημα, παρότι δεν πρόκειται γι’ αυτό».

Με αφορμή το περιστατικό, τον ρωτάω σε ποιο είδος εντάσσεται το Είμαι όσα έχω ξεχάσει. Η αλήθεια είναι ότι σε αρκετά βιβλιοπωλεία το συναντούμε στα ράφια των μυθιστορημάτων. Η εγχώρια κριτική, πάντως, έσπευσε να το ταξινομήσει ως non-fiction.

Ο Μαγκλίνης αναγνωρίζει ότι το βιβλίο του δύσκολα ταξινομείται, καθώς έχει στοιχεία ιστορικά, δημοσιογραφικά αλλά και δοκιμιακά, στιγμές εξομολόγησης, θραύσματα αναμνήσεων, υλικά βιογραφίας – κατ’ επέκταση και αυτοβιογραφίας. «Δεν ξέρω πώς να το κατονομάσω και για να σας πω την αλήθεια δεν με πολυενδιαφέρει», λέει, αλλά αποδέχεται ότι είναι ένα υβριδικό κείμενο που έχει ρίζες στο είδος που αποκαλείται «Νέα Δημοσιογραφία». Όπως λέει, το δίπολο fiction-non-fiction τον απασχολούσε ανέκαθεν. «Παρακολουθούσα πώς δουλεύουν, πώς ερευνούν, πώς γράφουν».

Η επόμενη ερώτηση προκύπτει αβίαστα: «Θα μπορούσατε να έχετε γράψει αυτό το βιβλίο αν δεν ήσασταν δημοσιογράφος;» «Αν δεν ήμουν δημοσιογράφος, δεν θα το είχα γράψει με αυτό τον τρόπο» απαντάει. «Θα ήταν ένα εντελώς διαφορετικό βιβλίο. Δεν ξέρω αν θα είχα βρει το κουράγιο να το γράψω. Η δημοσιογραφία με βοήθησε λόγω της τριβής με τη γραφή και την πρακτική εξάσκηση στις συνεντεύξεις και την έρευνα παρότι ουδέποτε ήμουν ερευνητικός ρεπόρτερ. Ίσως επίσης να μην άνοιγαν τόσο εύκολα οι πόρτες κάποιων οργανισμών αν δεν έλεγα ότι είμαι από την Καθημερινή».

Ο ακούσιος διάλογος με τον προπάτορα της Νέας Δημοσιογραφίας

Αναζητώντας τις λογοτεχνικές επιρροές του, ο Μαγκλίνης μας υπενθυμίζει ότι η λογοτεχνία δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκη με τη μυθοπλασία, και αναφέρει ενδεικτικά τα «Ημερολόγια» του Κάφκα ή τα «Σημειωματάρια» του Καμύ. Μνημονεύει επίσης τα έργα του Τoμ Γουλφ, της Τζόαν Ντίντιον, του Γκέι Ταλίζ.

Κατά σύμπτωση [;] ενώ προετοίμαζα τις ερωτήσεις μου γι’ αυτή τη συνέντευξη, εντόπισα στο ΥouΤube μια σύντομη ομιλία του Ταλίζ, ο οποίος θεωρείται ο προπάτορας του είδους της «Νέας Δημοσιογραφίας». Ο ίδιος βέβαια ουδέποτε αποδέχτηκε πλήρως τον όρο. «Πρώτον γιατί δεν θεωρώ ότι ήταν κάτι νέο, και δεύτερον γιατί δεν πιστεύω ότι είναι δημοσιογραφία». Όπως χαρακτηριστικά λέει, θεωρεί ότι πρόκειται για κείμενα που βασίζονται στις αρχές της αφήγησης ώστε να «ορίζουν την πραγματικότητα κατά τρόπο που να είναι επαληθεύσιμη». Όπως εξηγεί ο πολύπειρος Αμερικανός συγγραφέας, ο προγραμματικός του στόχος, σε αντίθεση με τους μυθιστοριογράφους που επινοούν ονόματα, καταστάσεις και ιστορίες, ήταν να γράψει βιβλία που είναι δομημένα όπως τα μυθιστορήματα, χωρίς όμως να αλλάζει τα πραγματικά ονόματα και τις καταστάσεις. «Ήθελα να γνωρίζω τους χαρακτήρες μου τόσο καλά που να μη χρειάζεται να επινοώ χαρακτήρες», αναφέρει ο Ταλίζ.

Αυτός ο μάλλον αφαιρετικός ορισμός του Αμερικανού δημοσιογράφου και συγγραφέα, αποκτά εξαιρετική σαφήνεια όσο διαβάζει κανείς το Είμαι όσα έχω ξεχάσει. «Η ιστορία, τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι πραγματικά», μου λέει ο Μαγκλίνης. «Πλην ενός ονόματος που αποσιωπήθηκε για λόγους ευθιξίας. Από αυτή την άποψη λοιπόν, δεν υπάρχει επινόηση, δεν υπάρχει μυθοπλασία. Το βιβλίο, όμως, είναι γραμμένο με την αισθητική απαίτηση ενός λογοτεχνικού έργου».

«Όταν περνάς τόσο πολύ χρόνο στην έρευνα, τέσσερα, πέντε, ίσως και περισσότερα χρόνια προσπαθώντας να μάθεις εις βάθος τους χαρακτήρες σου, χωρίς ταυτόχρονα να γράφεις, μπορεί να οδηγηθείς ακόμη και στην κατάθλιψη» συνεχίζει ο Ταλίζ.

Ο Μαγκλίνης ερευνούσε και μελετούσε επί σχεδόν είκοσι χρόνια. Όχι αποκλειστικά βέβαια, αφού συνέχιζε να εργάζεται ως δημοσιογράφος και αρχισυντάκτης του Πολιτιστικού της Καθημερινής, ενώ σε διάστημα 15 περίπου ετών έγραψε και εξέδωσε τρία ακόμη βιβλία: Πρωινή γαλήνη (Μεταίχμιο, 2015), Η ανάκριση (Κέδρος, 2008), Σώμα με σώμα (Πόλις, 2005). «Όλα τα βιβλία σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό εμπεριέχονται σε αυτό», μας λέει, και ως συνδετικό νήμα εντοπίζει τους τρόπους που η Ιστορία εισβάλλει βίαια στον μικρόκοσμο μιας οικογένειας και τους κάνει άνω κάτω. «Εστιάζω στο πώς αυτό το τραύμα ταξιδεύει μέσα στον χρόνο. Στο βιβλίο αυτό εκτός από το τραύμα, στέκομαι και στην αγάπη. Πώς δηλαδή μια οικογένεια που χωρίστηκε ιδεολογικά, κατόρθωσε να μη χωριστεί και συναισθηματικά».

Ανατρέχω και πάλι στα λόγια του Αμερικανού: «Είναι φορές που αισθάνεσαι ότι δεν θα τα καταφέρεις. Ότι δεν θα ολοκληρώσεις το βιβλίο. Ότι ποτέ δεν θα γνωρίζεις αρκετά, ότι ποτέ δεν θα ’σαι έτοιμος. Αλλά ακόμη κι όταν αρχίζεις να γράφεις, θεωρείς ότι δεν είσαι αρκετά καλός, ότι δεν το κάνεις σωστά».

«Το βιβλίο πέρασε από πολλά στάδια, αλλά κατέληξε όπως το ονειρευόμουν πριν αρχίσω να το γράφω» μου λέει ο Ηλίας Μαγκλίνης. «Όσο καταπιανόμουν με το υλικό της έρευνας και πριν γράψω το βιβλίο είχα ορισμένες απαιτήσεις απ’ αυτό. Όταν όμως ξεκίνησα να το γράφω, οι ρόλοι αντιστράφηκαν και το βιβλίο άρχισε να έχει απαιτήσεις από μένα. Κι εκεί αρχίζουν τα δύσκολα, γιατί πρέπει να ακούσεις καθαρά τι θέλει να σου πει το βιβλίο».

«Πιστεύω, όμως, ότι αν τελικά τα καταφέρεις και τελειώσεις το βιβλίο, αντιλαμβάνεσαι ότι άξιζε τον κόπο» επιμένει στον ακούσιο διάλογο ο Γκέι Ταλίζ. «Γιατί παίρνεις μια φέτα της πραγματικότητας και την διασώζεις μέσω του βιβλίου που μπορεί να διαβαστεί σήμερα ή σε πενήντα χρόνια. Κι αν είναι πραγματικά καλό, θ’ αντέξει στον χρόνο».

Αυτό κάνει και ο Μαγκλίνης: Διασώζει μια «φέτα της πραγματικότητας». Μόνο που δεν επιλέγει μια ανώδυνη γωνία, αλλά μια άβολη πτυχή της. Άβολη και σκληρή τόσο για τον ίδιο όσο και για την οικογένειά του. Η επιτυχία του κειμένου έγκειται στο ότι ξεφεύγει γρήγορα από τη σφαίρα του ιδιωτικού και αφορά πολλούς περισσότερους. Κάτι που αποδεικνύεται και από την πορεία του βιβλίου. Κατά σύμπτωση, στη διάρκεια της συνομιλίας μας, δέχεται ένα τηλεφώνημα από την υπεύθυνη του Μεταιχμίου, που τον ενημερώνει ότι μέσα σε λίγες μόνο εβδομάδες από την κυκλοφορία, η πρώτη έκδοση κοντεύει να εξαντληθεί.

Ο ρόλος του κύριου Γκρι

Ο Ηλίας Μαγκλίνης επιμελείται τα τελευταία χρόνια μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες και καλογραμμένες στήλες του ελληνικού Τύπου που τιτλοφορείται «Ο Κύριος Γκρι», στην Καθημερινή. Αναπόφευκτα λοιπόν τον ρωτάμε για τον ρόλο που έπαιξε ο κύριος Γκρι στη συγγραφή του Είμαι όσα έχω ξεχάσει. «Χωρίς να το αντιλαμβάνομαι, ο κύριος Γκρι αποτέλεσε το εργαστήρι αυτού του βιβλίου». Τρία ή τέσσερα κομμάτια του βιβλίου, με αρκετές αλλαγές βέβαια, προέρχονται από τη στήλη. Μεταξύ αυτών και η αναφορά στον πίνακα του Κίφερ Die berühmten Orden der Nacht (1997), λεπτομέρεια του οποίου κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου.

Ο κύριος Γκρι είχε αναφερθεί επίσης και στο πολυβραβευμένο ντοκιμαντέρ Νοσταλγώντας το φως του Χιλιανού Πατρίσιο Γκουζμάν. Οι ήρωες του Μαγκλίνη, όπως και οι ήρωες του Γκουζμάν, απαιτούν απαντήσεις. Θέλουν να μάθουν ποιοι ευθύνονται για τους νεκρούς τους. Για τους δολοφονημένους από τη χούντα του Πινοσέτ στη Χιλή, για τα θύματα του Εμφυλίου στην Ελλάδα.

Όπως και στο Νοσταλγώντας το φως, έτσι και στο Είμαι όσα έχω ξεχάσει οι αφηγήσεις ξεκινούν από το χώμα – από εκεί που έθαψαν τους νεκρούς των αδελφοκτόνων πολέμων τους, Έλληνες και Χιλιανοί. Οι αφηγήσεις αμφοτέρων όμως συνεχίζονται στα αστέρια, εκεί που στοχεύουν τα τηλεσκόπια των επιστημόνων της ερήμου Ατακάμα, εκεί που στοχεύει και το τηλεσκόπιο του Νίκου, σε ένα κατάφυτο κτήμα στη Βόρεια Εύβοια.

«Ο αδελφός μου ο Νίκος, όχι ο παππούς που δεν γνωρίσαμε ποτέ» διευκρινίζει στο βιβλίο ο Μαγκλίνης, σε ένα από τα καθηλωτικά ποιητικά ιντερμέδια –όπως ο ίδιος τα αποκαλεί– που παρεμβάλλονται ως γέφυρες ανάμεσα στα πεζολογικά κομμάτια του βιβλίου:

«Εκείνη τη νύχτα ο Νίκος έριξε προς τον ουρανό μια κόκκινη ακτίνα
για να μου δείξει το κέντρο του Γαλαξία, τον αστερισμό του Τοξότη
να μου πει ότι εκεί φωλιάζει μια τεράστια μαύρη τρύπα
λέγεται Τοξότης Α* και απέχει 26.000 έτη φωτός από εμάς
Όσο πιο βαθιά στο σύμπαν κοιτάζεις,
τόσο πιο πίσω στον χρόνο ταξιδεύεις: αν ένας εξωγήινος πολιτισμός
παρατηρούσε από την αστρική γειτονιά του Τοξότη Α* τη Γη
θα έβλεπε τα Μαμούθ να συνυπάρχουν
με τον προϊστορικό άνθρωπο, όχι εμάς και τις πόλεις μας.
Μείναμε έτσι σιωπηλοί με τη νύχτα να μας τυλίγει
Και τις σκιές να πληθαίνουν
ολόγυρά μας.»

«Τα ιντερμέδια αυτά είναι τα αγαπημένα μου αποσπάσματα του βιβλίου» μου λέει ο συγγραφέας. «Είναι όπως κάνεις μια μεγάλη διαδρομή με το αυτοκίνητο, και σταματάς για να ξεμουδιάσεις. Η αφηγηματική ταχύτητα μειώνεται, και όπως ξεμουδιάζεις, κοιτάς το τοπίο, και το τοπίο σε κοιτάζει κι αυτό, γίνεται μια ενδοσκόπηση, και μετά συνεχίζεις».

Ξεκαθάρισμα λογαριασμών

Λίγο πριν ολοκληρωθεί η κουβέντα μας, λέω στον Ηλία Μαγκλίνη ότι διαβάζοντας το βιβλίο έμεινα με την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα «ξεκαθάρισμα λογαριασμών». Το σκέφτεται για λίγη ώρα, και τελικά συμφωνεί. «Πράγματι. Το ξεκαθάρισμα λογαριασμών όμως δεν ήταν να βρω τον δολοφόνο και να πω αυτός είναι. Περισσότερο ήταν ένα ξεκαθάρισμα συγγραφικών λογαριασμών με τον εαυτό μου, γιατί ήταν μια ιστορία με την οποία πάλευα για είκοσι χρόνια. Και την είπα, γράφοντας πιο ελεύθερος από κάθε άλλο βιβλίο. Και το αποτέλεσμα με αφήνει με ένα αίσθημα πληρότητας».

Πριν κλείσουμε του ζητάω να επιστρατεύσει τη δημοσιογραφική του εμπειρία και να απευθύνει στον εαυτό του μια ερώτηση που κανείς ως σήμερα δεν του έκανε. «Αυτή είναι η πιο πρωτότυπη ερώτηση που έχω ακούσει» λέει γελώντας, «και παρότι δεν το είχα σκεφτεί, σίγουρα υπάρχει μια ερώτηση που θα ήθελα να κάνω στον εαυτό μου: Μήπως όλο αυτό είναι ένα κατασκεύασμα; Μήπως δηλαδή το αξίωμα ότι επειδή ο πατέρας μου δεν ολοκλήρωσε τη σχέση με τον πατέρα του, δεν ήξερε πώς να ολοκληρώσει τη σχέση του με τους γιους του, είναι μια ψυχαναλυτική μπλόφα; Μήπως ότι λόγω χαρακτήρα ήταν πολύ κλειστός και όχι τόσο τραυματισμένος όσο νόμιζα; Μήπως έχω στήσει όλο αυτό σε μια δική μου συγγραφική εμμονή γιατί πρόκειται απλώς για μια συγκινητική και συναρπαστική ιστορία; Ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν μπορώ να δώσω απάντηση» λέει, αντιλαμβανόμενος ενδεχομένως ότι αυτή η συγγραφική «αδυναμία» κάνει την ανάγνωση πιο γοητευτική.

Κατεβαίνοντας τις σκάλες της παλιάς πολυκατοικίας, ακούω ακόμη στο μυαλό μου μια αποστροφή του λόγου του Μαγκλίνη: «Ο λόγος όμως που έγραψα, ο λόγος που όλοι γράφουμε συνδέεται με την εγγενή και ενστικτώδη ανάγκη του ανθρώπου να αφηγείται ιστορίες. Και η βάση για τις ιστορίες αυτές είναι η ίδια μας η ζωή».

Γράφει για τεχνολογία, επιστήμη και ψηφιακή κουλτούρα σε περιοδικά, εφημερίδες και websites. Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ και πρόσφατα ξεκίνησε ένα εντελώς άσχετο μεταπτυχιακό. Η συλλογή διηγημάτων «24» (Εκδόσεις Πατάκη) είναι το πρώτο του βιβλίο.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.