Η ζωή, ο θάνατος και η ζωή του Γιάννη Χρήστου

Αν ο πολιτισμός, η τέχνη, δεν είναι παρά ένας τρόπος να δούμε και να κατανοήσουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας, τότε ο Γιάννης Χρήστου μάς πρόσφερε τα εργαλεία για την κατάδυση και τη γνωριμία με το πιο ανεξερεύνητο δωμάτιο της ανθρώπινης ψυχής. Tο inside story συνομιλεί με ανθρώπους που βρέθηκαν κοντά στον ίδιο ή στο έργο του μεγάλου Έλληνα συνθέτη που παραμένει άγνωστος ή και παρεξηγημένος ακόμη και σχεδόν μισό αιώνα μετά τον τραγικό θάνατό του.
Χρόνος ανάγνωσης: 
17
'
Λεπτομέρεια από την παρτιτούρα του έργου «Η Κυρία με τη Στρυχνίνη» για γυναίκα σολίστα βιόλας, 5 ηθοποιούς, οργανικό σύνολο, μαγνητοταινίες, διάφορα ηχητικά αντικείμενα και ένα κόκκινο πανί, 1967.

Γιατί γράφω για τον Χρήστου; Έχουν ήδη γραφτεί αρκετά. Γιατί να γράφει κανείς για κάποιον που δεν γνώρισε ποτέ; Ίσως γιατί οι άνθρωποι που μας είναι πολύ σημαντικοί, στους οποίους επιτρέψαμε –έστω μέσα από το έργο τους– να μας ανοίξουν διάπλατα και με κάποιον τρόπο να κάμψουν τις αντιστάσεις μας, δεν παύουν ποτέ να μας στοιχειώνουν, να μας θέτουν ερωτήματα, ακόμη και να μας καταδιώκουν, σίγουρα όμως να μας οδηγούν, αν κι όχι πάντα σε γνωστή κατεύθυνση.

Καταπιάνομαι με τον Γιάννη Χρήστου πολύ λιγότερο ως δημοσιογράφος, και πολύ περισσότερο ως κάποια που από μια ανεπαίσθητη σύμπτωση κάποτε διασταυρώθηκε με τα αινιγματικά έργα του. Από τότε που άρχισα να ψάχνω με κυνηγούν οι συμπτώσεις, πέφτω συνεχώς «πάνω του», σαν κάτι να μου γνέφει προς την κατεύθυνσή του, από μια άλλη διάσταση, στέλνοντας κρυπτικά σήματα που δεν είμαι σίγουρη ότι κατανοώ. Για ανθρώπους που έχουν φύγει αλλά στους οποίους έχουμε επιτρέψει να μας διαπεράσουν μ’ αυτόν τον τρόπο, το σώμα μας διενεργεί με το έτσι θέλω μικρές «αναστάσιμες» διεργασίες, ανασταίνοντάς τους μέσα στην αδυσώπητη καθημερινότητα μας καθώς βαδίζουμε κι εμείς προς το θάνατό μας, σε πλήρη ησυχία ή στη μέση ταραχωδών συμβάντων, σε συνθήκες ασφαλείας ή κινδύνου, αθώα ή διεστραμμένα.

Τα βιογραφικά «μυθοποιητικά» στοιχεία σε τέτοιες περιπτώσεις πολύ λίγη σημασία έχουν, και σίγουρα στο Γιάννη Χρήστου είναι πολλά, δεν λείπουν μάλιστα ούτε τα αυθαίρετα και τα ευτράπελα. Γεννημένος από Έλληνες γονείς –πατέρα σοκολατοβιομήχανο, μητέρα ποιήτρια– στους κόλπους του παροικιακού αστισμού του Καΐρου (Ηλιούπολη) στη δεκαετία των «τρελών ’20ς».

Μέσα στο χωνευτήρι ανθρώπινων φυλών και πολιτισμών που ήταν η Αίγυπτος τότε, φοιτά στα καλύτερα κολέγια της Αλεξάνδρειας, ξεκινά να συνθέτει ήδη σε νεαρή ηλικία και φεύγει να σπουδάσει στο Cambridge –στην αρχή Οικονομικά, συνεχίζοντας με Φιλοσοφία, έχοντας για καθηγητές ανάμεσα σε άλλους τον Βίτγκενσταϊν και τον Μπέρτραντ Ράσελ. Διαμένει στην Ευρώπη –Λέτσγουορθ, Κέμπριτζ, Γκάβι, Σιένα, Ρώμη– και παρακολουθεί μαθήματα από διακεκριμένους συνθέτες και μουσικολόγους, και ιδιαίτερα μουσικής σύνθεσης για κινηματογράφο, ενώ στη Ζυρίχη συναντά και μυείται στην αναλυτική ψυχολογία του Καρλ Γιουνγκ κάτω και από την έντονη επίδραση του ψυχαναλυτή αδελφού του, Ευάγγελου Χρήστου.

Παντρεύεται τον παιδικό του έρωτα, τη ζωγράφο Θηρεσία Χωρέμη από τη Χίο. Φωτογραφίζεται με trademark μαύρα αδιαπέραστα γυαλιά και ένα κοστούμι «στολή εργασίας» δίνοντας την εντύπωση απόμακρου outsider, παρόντα-απόντα. Χάνει τον πολυαγαπημένο του αδελφό από ανατροπή αυτοκινήτου στην έρημο το 1956, με τον ίδιο τρόπο που χάνεται κι ο ίδιος, μαζί με τη σύζυγό του και τη φίλη τους Τασία Βασιλειάδου, 14 χρόνια αργότερα καθώς επιστρέφει με την παρέα του από γλέντι όπου γιόρτασαν τα γενέθλια και την ονομαστική του εορτή, ξημερώματα 8ης Ιανουαρίου 1970.


Αν έχω καταλάβει σωστά από τις αφηγήσεις που τον συνοδεύουν –στο μύθο του ή την αλήθεια του– αν τύχει να βρεθείς με κάποιο τρόπο στη «συχνότητα» του Γιάννη Χρήστου δεν ξεφεύγεις εύκολα, σε καθηλώνει όπως τον «αμύητο» ήρωά του το Μαγικό Βουνό. Δεν ήταν απλώς ένας «άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» μέσα στην μεταμοντέρνα περιπέτεια, ανοιχτός σε πολυεπίπεδες αναγνώσεις και αέναες αφηγήσεις, ήταν μια ιδιότητα από μόνος του. Ένας αντι-ποιητής αντιστρέφοντας τη «Ρενέ Σαρ» έννοια, που βυθιζόταν στο απόλυτο σκοτάδι για να ανασύρει και να προσφέρει στους ανθρώπους εργαλεία που μετουσιώνουν το δικό τους σκοτάδι σε φως. Ένας μυημένος στα μυστήρια της ύπαρξης, υπαρξιστής σε ένα δικό του δύσβατο και μοναχικό μονοπάτι. Ήδη όμως από το πρωτόλειο έργο του, τη Μουσική του Φοίνικα το 1949, παραβολή του μυθικού πτηνού που αναγεννιέται από τις στάχτες του, ο Χρήστου εξερευνούσε τις έννοιες της ζωής, του θανάτου, της νέας αρχής, της βίαιης διακοπής, των προτύπων ανανέωσης, αργότερα εκφρασμένα με το πρότυπο των σεληνιακών φάσεων –της νέας σελήνης, της «απότομης» έκλειψης, σχεδόν ισοδύναμης ενός ξαφνικού θανάτου ή μιας μεγάλης καταστροφής, μέχρι οι άνθρωποι να κατορθώσουν να παρατηρήσουν την περιοδικότητά της.

Όπως μου εξηγεί ο Κωστής Ζουλιάτης, ένας άνθρωπος που στάθηκε γενναία απέναντι στους πειρασμούς των απλουστεύσεων και τους περιορισμούς που είτε ο χρόνος, είτε η ίδια η φύση του έργου του θέτει στην κατανόηση του συνθέτη, καθώς έφτιαχνε το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του, Αναπαράστασις: η ζωή και το έργο του Γιάννη Χρήστου: «Αυτά τα στοιχεία ο Χρήστου τα μετέφραζε τόσο στα έργα του όσο και στην ιδιόχειρη σημειογραφία του, όπως π.χ. το μαχαίρι σε μια παρτιτούρα του, που συμβολίζει μια απότομη παύση, ένα ολικό σταμάτημα κάθε συνέχειας. Τα μεταφράζει ακόμα και στη μακροδομή των έργων του, όπου μετά την δραματική κορύφωση, μετά την έκρηξη, ακολουθεί πάντα μια σιωπηλή υπόμνηση της αρχής, μιας νέας αρχής, η ιδέα ενός διαρκώς ανακυκλούμενου προτύπου».

Ο Χρήστου μέσα από το έργο Επίκυκλος μίλησε για την έννοια του continuum, το «υπόστρωμα συνέχειας» που αναπαριστά την Ιστορία –από τα βάθη της Προϊστορίας μέχρι το άρρητο της Μετα-Ιστορίας– και φτιάχνεται σε πραγματικό χρόνο από τους ανθρώπους, τους ήχους και τις κινήσεις τους, σαν κύκλοι που επικάθονται πάνω στην περιφέρεια του Μεγάλου Κύκλου.

Το Δεκέμβριο του 1968, το έργο του αυτό παρουσιάστηκε σε μορφή ελεύθερης περφόρμανς στο Χίλτον, στο πλαίσιο της 3ης Ελληνικής Εβδομάδας Σύγχρονης Μουσικής, σαν ένα χάπενιγνκ, δηλαδή, μέσα στο πρόγραμμα. Για την δράση αυτή, ο συνθέτης καλούσε τον κόσμο σε συμμετοχή μέσα από τις εφημερίδες: «Το έργο αυτό μπορεί να εκτείνεται σε οποιαδήποτε χρονική διάρκεια: ημέρες, εβδομάδες, μήνες, χρόνια… Οποιοσδήποτε θέλει να μετάσχει στο Υπόστρωμα Συνεχείας (continuum) είναι ευπρόσδεκτος. Για τον σκοπό αυτό μπορεί να παραχθεί οποιοσδήποτε ήχος, περιλαμβανομένης και φωνητικής συμμετοχής. Όσοι θέλουν μπορούν επίσης να μείνουν και να ξενυχτήσουν. Μόλις ένας συμμετέχων διαλέξει τον ήχο του, πρέπει να συνεχίσει να τον κρατά αναλλοίωτο και δεν πρέπει ποτέ να εκτελέσει έναν διαφορετικό ήχο…».

Αν έχει νόημα, νομίζω, να εκφέρουμε τώρα κάποια δημόσια άποψη για δημιουργούς όπως ο Γιάννης Χρήστου, δεν είναι παρά για να λαμβάνουμε διαβεβαιώσεις ότι δεν έχουμε χάσει (και χαθεί) από τις συντεταγμένες τους, ότι το κουβάλημά τους μέσα στη δική μας καθημερινότητα, με τις ασυνάρτητες φαντασιώσεις μας και τα αποκυήματα του ψεύτικου εαυτού, δεν αφάνισε αυτό που στέκεται από αυτούς ως αλήθεια μέσα μας. Και γι’ αυτό το λόγο ήρθα σε επαφή και ζήτησα να μου μιλήσουν γι’ αυτόν άνθρωποι που με τον ένα ή άλλο τρόπο νιώθουν κοντά στο έργο του –από τη στενή του συνεργάτη, Νέλλη Σεμιτέκολο, έως μια –τρόπος του λέγειν– ανώνυμη και νεοσύλλεκτη στο fan club νεαρή ανθρωπολόγο. Με την ελπίδα ότι το μοίρασμα των βιωμάτων που έχει ο καθένας από τον Χρήστου, μπορεί να ρίξει από πολλές γωνίες και διαφορετικής ποιότητας φως πάνω στο ίδιο σκοτεινό σημείο, ίσως κι ότι θα εμπνεύσει κι άλλους να ψάξουν στο ίδιο μονοπάτι. Μιλώντας με κάποιους από αυτούς, και με ανθρώπους από το οικογενειακό του περιβάλλον, έμαθα ότι ο Χρήστου παραμένει σήμερα σε μεγάλο βαθμό άγνωστος ή και παρεξηγημένος και μάλιστα από ειδικούς.

«Στην πραγματικότητα», μου αφηγήθηκαν, «ο ίδιος ήταν αντίθετος με πολλές νεωτεριστικές φόρμες, προτείνοντας κάτι που δύσκολα εντάσσεται σε αισθητικές κατηγορίες (είτε ως φόρμα είτε ως περιεχόμενο). Και η προσπάθεια να τον χωρέσουμε με το ζόρι σε κάποια, οποιαδήποτε κατηγορία, έχει ως αποτέλεσμα το έργο του να κινδυνεύει να καλουπωθεί, να στυλιζαριστεί και τελικά να αποδυναμωθεί».


Αλλά ανεξάρτητα με το ποιος μιλάει και τι λέει, είχα επίσης την αίσθηση –κι ας ακουστεί ως ύβρις– ότι μιλώντας μ’ αυτούς τους ανθρώπους –ακόμη και μέσα από τις διαφωνίες τους, και τις ενστάσεις τους– ένιωσα σαν να μετέχουμε κι εμείς σε ένα είδος continuum φέρνοντας τα δικά μας «συμβάντα» αν και με άτεχνο –άλλωστε δεν είμαστε όλοι καλλιτέχνες– τρόπο.

Τι θα γινόταν αν ζούσε σήμερα ο Χρήστου, πώς θα ήταν; «Με μια ανατολίτικη έννοια του χρόνου, δηλαδή ως ένα σύνολο στιγμών και όχι ως γραμμική συνέχεια, μπορούμε να πούμε ότι δεν ήταν τόσο «νέος» όταν έφυγε», λέει ο Ζουλιάτης. «Σαν ένα σύστημα ζωής, που έπειτα από μια έντονη συσσώρευση ενέργειας αυταναφλέγεται, για να επέλθει ανανέωση. Ή σαν ένας κομήτης». Είναι φαινόμενα που εντοπίζουμε στη φύση, στο σύμπαν, αν και όχι στην ανθρώπινη ζωή –τουλάχιστον όχι σε γνώση. Αν ζούσε ακόμα ο Χρήστου, το μόνο βέβαιο είναι ότι πάντα θα έβρισκε ένα τρόπο να ξεπερνάει συνεχώς τον εαυτό του και το έργο του, να υπερβαίνει αυτό που είχε κατακτήσει, να μην «κάθεται». Πάντα το πιο σημαντικό έργο του θα ήταν το αμέσως επόμενο. Αυτές οι περιπτώσεις τέτοιας εμπύρετης αδιάκοπης αναζήτησης, ως συστήματα ζωής με τη συμβατική έννοια του χρόνου, δεν φαίνεται να έχουν μεγάλη διάρκεια. Έχουν όμως άλλη συνομιλία με τον ιστορικό χρόνο και το μέλλον. Σήμερα, λέει ο ίδιος, όταν παίζονται τα έργα του Χρήστου, κυριαρχεί στη σκηνή μια μεγάλη απουσία, σχεδόν επιβάλλεται. Δηλώνεται κάπως η απουσία του δημιουργού που για κάποιο λόγο περιμένεις να είναι παρών –κάτι που δεν περιμένεις για οποιοδήποτε συνθέτη, ζωντανό ή νεκρό. «Ο άνθρωπος μέσα στα έργα του Χρήστου είναι μια εγγεγραμμένη οδηγία».

Νέλλη Σεμιτέκολο, σολίστ πιάνου (επιζήσασα από το τροχαίο ατύχημα στο οποίο σκοτώθηκε ο Γιάννης Χρήστου, η γυναίκα του, Σία Χωρέμη, και η φίλη τους, Τασία Βασιλειάδη)

Εκείνο το βράδυ, πριν συμβεί το τραγικό ατύχημα με το αυτοκίνητο, θυμάμαι να φτάνουμε εγώ και ο άντρας μου [ο εικαστικός και περφόρμερ στα έργα του Χρήστου, Γρηγόρης Σεμιτέκολο] στην ταβέρνα στα Σπάτα όπου θα γινόταν η γιορτή του Γιάννη, και να βρίσκουμε τον χώρο στολισμένο, γεμάτο λουλούδια. Ο Γρηγόρης, βλέποντας γύρω, λέει «σαν επιτάφιος είναι», σηκώνει λοιπόν ένα τραπέζι κι αρχίζει να το περιφέρει. Δεν είχε κάτι το προφητικό αυτό για το τραγικό συμβάν που θα ακολουθούσε, όπως έχει λεχθεί από κάποιους, ήταν απλώς μια παρόρμηση της στιγμής, από τις πολλές που συνήθιζαν ο Χρήστου με τον άντρα μου –δεν έχαναν ευκαιρία για οποιαδήποτε φάρσα. Ακούστηκαν πολλά και για το ίδιο το τροχαίο, για περίεργες συμπτώσεις, ωστόσο ήταν όλα τυχαία, έριχνε ψιλόβροχο, ήμασταν κουρασμένοι, η Σία, που οδηγούσε πάτησε απότομα φρένο σε μια λακκούβα και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου ακούσαμε ένα μπαμ και βρεθήκαμε όλοι έξω. Ο Γιάννης πέθανε ακαριαία, όπως και η Τασία, η γυναίκα του συνθέτη Στέφανου Βασιλειάδη. Η Σία λίγες μέρες αργότερα, στο νοσοκομείο. Εγώ, ο Γρηγόρης και ο Στέφανος ζήσαμε, αν και ήμασταν αυτοί που πεταχτήκαμε πιο μακριά, εγώ βρέθηκα στα 15 μέτρα, με σπασμένη λεκάνη.

Ο Γιάννης Χρήστου άνοιξε για μένα και για τον άντρα μου, μια πόρτα που δεν υποψιαζόμασταν ότι υπήρχε. Κι όταν πέθανε, ήταν σαν να έκλεισε αυτή η πόρτα, μια πόρτα στον παράδεισο

Ο Γιάννης Χρήστου άνοιξε για μένα και για τον άντρα μου, μια πόρτα που δεν υποψιαζόμασταν ότι υπήρχε. Κι όταν πέθανε, ήταν σαν να έκλεισε αυτή η πόρτα, μια πόρτα στον παράδεισο. Ο Γρηγόρης προσπάθησε να μάθει κάπως μουσική, και να την εντάξει στο εικαστικό του έργο, πήγαινε, θυμάμαι, στην εξοχή, ηχογραφούσε τα έντομα στα δέντρα, τα βατράχια… Εγώ, ακολουθώντας τις προτροπές του Γιάννη, έκανα προσπάθεια να γίνω πιο άμεση στο παίξιμό μου, να βγάλω από το ύφος μου την «ορθόδοξη» παιδεία που είχα ως πιανίστρια κλασικού ρεπερτορίου, να αφήσω να βγαίνει ανεμπόδιστο το συναίσθημα, να μην παίζω σκληρά, να αποφεύγω τις υπερβολές. Παραιτήθηκα όμως πολύ γρήγορα, ίσως γιατί ήμουν απλώς μια καλή πιανίστρια, τίποτα παραπάνω.

Ο Χρήστου ήταν ένας άνθρωπος που δεν χρειαζόταν να μυθοποιήσεις –πριν τον γνωρίσεις– για να περάσεις, αμέσως μετά, στην απομυθοποίησή του –όταν τον γνώριζες– όπως συμβαίνει συνήθως με τους ανθρώπους. Συνέβαινε μάλιστα ακριβώς το αντίστροφο. Είχε μια ακτινοβολία που δεν μπορούσες να προσδιορίσεις ακριβώς. Σε έκανε να νιώθεις πολύ δυνατός, να βρίσκεις δυνατότητες μέσα σου και να διακρίνεις ιδιότητες στους άλλους που δεν υποψιαζόσουν ότι υπήρχαν, κι όχι μόνο σε σχέση με την τέχνη, αλλά ακόμη και με τους ανθρώπους. Ένα παράδειγμα: Τον άντρα μου τον γνώριζα και τον θαύμαζα σε πολλά σημεία, ήταν άμεσος, πρωτότυπος, ευαίσθητος άνθρωπος ο Γρηγόρης… Αλλά δεν είχα καταλάβει ότι μέσα του έκρυβε και μια βαθιά τραγικότητα, το κατάλαβα όταν ο Χρήστου τον έβαλε να παίξει στον Πιανίστα.

Το άλλο όμορφο πράγμα που μου πρόσφερε ο Χρήστου ήταν η πεποίθησή ότι η μουσική είναι τα βήματα των απλών ανθρώπων, κι άρχισα να το ζω αυτό στην καθημερινότητά μου. Διέκρινα ήχους μουσικής ακόμη και στον ήχο ενός μοτέρ αυτοκινήτου, ή στο σύρσιμο των ποδιών μιας πομπής σε κηδεία. Ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσα η καθημερινότητα έτσι! Σήμερα, αυτό που μου κάνει εντύπωση στην επαφή μου με νέους ανθρώπους στους οποίους διδάσκω μουσική είναι το γεγονός ότι δεν χρειάζεται να τους εξηγήσεις τίποτα για τον Χρήστου, τον δέχονται απόλυτα. Πέρα από το ρομαντικό μύθο που τον περιβάλλει, ο Γιάννης Χρήστου ήταν ένας άνθρωπος που μέσα από το έργο του σε κεραυνοβολεί.

Κωστής Ζουλιάτης, μουσικός, ερευνητής, σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ «Αναπαράστασις: Η Ζωή και το Έργο του Γιάννη Χρήστου»

Ο Χρήστου, όπως και οι σημαντικότεροι δημιουργοί-στοχαστές, είναι μια περίπτωση που ακριβέστερα την προσεγγίζεις με ερωτήματα παρά με βεβαιότητες. Η δική μου έρευνα δεν έχει τελειώσει μετά το ντοκιμαντέρ, παρότι συμπλήρωσε πάνω από δέκα χρόνια σπουδής. Στην ουσία, η ταινία υπήρξε μια αρχή. Η ίδια η περίπτωση του Χρήστου σε καλεί να αναζητάς συνέχεια, να μη μένεις σ’ ένα συμπέρασμα. Ακόμα και μια πρώτη επαφή σχεδόν σε αναγκάζει να επανέλθεις, να ψάξεις ακόμα βαθύτερα στην ουσία του, στο έργο του, στη ζωή του, στο μύθο του. Συναντάς μετά ξανά αυτές τις αναζητήσεις και μέσα στην καθημερινότητά σου, σε καταστάσεις άσχετες όχι μόνο με τον Χρήστου, αλλά ακόμα και με την τέχνη. Εμφανίζονται ακόμα και μέσα από περίεργες συμπτώσεις, οι οποίες αν εμβαθύνεις στο έργο του και στις ιδέες που το διαμόρφωσαν, αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι ότι ούτε τόσο περίεργες είναι, ούτε και τόσο συμπτώσεις. Όλα διαβάζονται ως στοιχεία μιας μεγάλης συνέχειας, ενός μεγάλου ρυθμού των πραγμάτων.

Μπορεί να ακούγεται χαοτικό, αλλά είναι ταυτόχρονα και ανακουφιστική αυτή η διαπίστωση και αυτό το αίσθημα, ειδικά σε μια εποχή όπως η σημερινή που χαρακτηρίζεται από καταιγισμό πληροφορίας, από απομόνωση, από κατακερματισμό των αισθήσεων, των βιωμάτων και της γνώσης. Η θεώρηση και η γενναία στάση του Χρήστου έρχεται και τα ενώνει όλα. Σου δίνει δύναμη και τρόπους για να αντιμετωπίζεις την πραγματικότητα ο διεξοδικός τρόπος που ο ίδιος συνένωνε ιδέες και δημιουργούσε γέφυρες ανάμεσα στον αρχαίο κόσμο και το σήμερα, υπολογίζοντας πάντα τις ανάγκες και τις αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου και μάλιστα με έναν τρόπο άμεσο και απλό, όχι απλουστευμένο, αλλά ασφαλώς πολύ πιο απλό και ευθύ από όλους τους συναδέλφους του της πρωτοπορίας.

Η αναζήτηση του Γιάννη Χρήστου πηγαίνει πίσω, πολύ παραπέρα από τον «δυτικό άνθρωπο», πηγαίνει στον αρχαίο κόσμο, στο πρότυπο του ολοκληρωμένου ανθρώπου που δεν διαχωρίζει την τέχνη από την επιστήμη, την τέχνη από την καθημερινή πράξη. Ο ίδιος έβρισκε τρόπο να συμπλέκει τη φάρσα με την πρόβα, την δοκιμή με την παράσταση, την παράσταση με την υπέρβασή της και τη μετουσίωσή της σε κάτι εντελώς διαφορετικό, ξεπερνώντας μικροκαλλιτεχνικούς –ή και καλλιτεχνικούς σκέτο– στόχους. Δεν ήταν όμως αυτό που σήμερα λέμε «χύμα». Εμπεριείχε μια βαθιά σπουδή και σοφία πίσω της αυτή η στάση, καθώς και πολλή προσοχή. Το μαρτυρούν και οι οδηγίες στα έργα του, τόσο για τους μουσικούς και τους συντελεστές όσο και για το κοινό.

Βίκυ Βασιλειάδη, φλαουτίστα, εκπαιδευτικός, κόρη του Στέφανου και της Τασίας Βασιλειάδη. Η μητέρα της χάθηκε στο ίδιο τροχαίο με τον Χρήστου και τη σύζυγό του

Το βράδυ του ατυχήματος θυμάμαι τη γιαγιά να περιμένει τους γονείς μου να γυρίσουν κι αυτοί να μην γυρίζουν. Το πρωί να μας φτιάχνει κοτσίδες σαν να μας ετοιμάζει για γιορτή. Να χτυπά το κουδούνι και ένας αστυφύλακας να έρχεται και να της ανακοινώνει κάτι που προκάλεσε –για να μιλήσω με όρους του ίδιου του Γιάννη Χρήστου– έκλειψη σελήνης. Επίσης θυμάμαι κάποια φίλη της μαμάς μου που έμενε στην ίδια πολυκατοικία, μια Αρμένισα, να μπαίνει στο σπίτι μας, να αρχίζει να φωνάζει υστερικά και να λεηλατεί το χριστουγεννιάτικο δέντρο μας κλαίγοντας και σπάζοντας τα στολίδια, αντιδρώντας έτσι στο χαμό της μητέρας μου.

Ήταν μια τραυματική εμπειρία για ένα τετράχρονο κορίτσι και για τη λίγο μεγαλύτερη αδελφή μου. Θυμάμαι τον πατέρα μου, λίγες μέρες μετά το ατύχημα να μας παίρνει κοντά του στο κρεβάτι, εμένα και την αδελφή μου, την Εύη για να μας πει ότι η μαμά «είχε πάει στον ουρανό». Πήγα στο παράθυρο, τράβηξα την κουρτίνα και περίμενα να τη δω κάπου εκεί έξω. Μετά θυμάμαι πως όλα ήταν σαν νύχτα, μέρα έγινε μόνο όταν ήρθε η καινούρια μας μαμά, δύο χρόνια μετά.

Ο πατέρας μου τις μέρες πριν το ατύχημα συνεργαζόταν με τον Χρήστου πάνω στο έργο Επίκυκλος προσπαθώντας να «γράψουν», να μοντάρουν σε μια μαγνητοταινία, τις διάφορες λούπες του, τα «ηχητικά συμβάντα» που συμβόλιζαν τα γεγονότα της ζωής, μαζί με το continuum, την αιωνιότητα. Ωστόσο, από σύμπτωση, η μαγνητοταινία ήταν λίγο μικρότερη απ’ όσο χρειαζόταν, με αποτέλεσμα το έργο να διακόπτεται απότομα, με ένα τρόπο βίαιο, σαν να προσετέθη ο θάνατος –ο οποίος συνέβη λίγο μετά– στο ίδιο το έργο.

Μου δημιούργησε κάποιες ρωγμές, δεν με ασφάλισε. Μου χάρισε, ωστόσο, την ικανότητα να ξεχωρίζω το αυθεντικό από το εγκεφαλικά φτιαγμένο, αυτό που φτιάχνεται για να υπηρετεί το πλαίσιο

Μεγαλώνοντας πλάι στον πατέρα μου, που ήταν συνθέτης κι ο ίδιος και βαθύτατα επηρεασμένος από τον φίλο, συνεργάτη αλλά και μέντορά του, Χρήστου, ερχόμουν σε επαφή με έργα άκρως ακατάλληλα για ανηλίκους, όπως ήταν τα ίδια τα έργα του Χρήστου, ή και το Εν Πυρί, που έγραψε ο πατέρας μου στην μνήμη του. Σαφώς με έκαναν πιο πλούσια, ωστόσο, αυτή η έκθεση στο σπάσιμο των φραγμών, των πλαισίων, των αμυντικών μηχανισμών, στην πολυπλοκότητα πίσω από τα πράγματα που θεωρούμε «λογικά», στους μηχανισμούς του ασυνειδήτου, με έκανε να τρομάζω, να υποφέρω πάρα πολύ. Μου δημιούργησε κάποιες ρωγμές, δεν με ασφάλισε. Μου χάρισε, ωστόσο, την ικανότητα να ξεχωρίζω το αυθεντικό από το εγκεφαλικά φτιαγμένο, αυτό που φτιάχνεται για να υπηρετεί το πλαίσιο. Με καλλιέργησε και μου γνώρισε τον τρόπο να διαλύω τον πυρήνα του λογικού.

Ως άνθρωπος, μεγαλώνοντας, ακολούθησα μια πορεία αντίστροφη από τη συνηθισμένη: Έκανα προσπάθειες να χτίσω άμυνες παρά να τις γκρεμίσω. Τον Βασιλειάδη και τον Χρήστου τους ένωνε μια βαθιά θρησκευτικότητα αν και διαφορετικά βιωμένη, μια έντονη ψυχική αισθαντικότητα, μια βαθιά γνώση και των δύο όσον αφορά στη δύναμη και την αξία της τελετουργίας καθώς και μια κοινή αναζήτηση γύρω από τον αέναο κύκλο της ζωής.

Ο Χρήστου ώθησε τον πατέρα μου να ανακαλύψει καλύτερα το δικό του εκφραστικό δρόμο μέσα από μια πιο συνειδητή σύζευξη των ανατολικών του καταβολών (π.χ. του βυζαντινού μέλους) με τον ηλεκτρονικό ήχο. Πιστεύω ότι η ιστορία του Χρήστου έχει πάρα πολλές ερμηνείες μέσα από την πολυποίκιλη διάσταση που έχει λάβει στις ζωές των άλλων. Το έργο του είναι μια πραγματεία πάνω στην ανθρώπινη ζωή και στο μεγάλο φάσμα της, που περιλαμβάνει και το έλλογο και το άλογο, και το ονειρικό και το πραγματικό. Πάντα θα μου κάνει εντύπωση αυτό που έλεγε ο ίδιος: «Με ενδιαφέρει μια μουσική που έρχεται σε αντιπαράθεση. Μια μουσική που θέλει να ατενίσει κατάματα την αποπνιχτική επίδραση, ακόμη και τον τρόμο, ενός μεγάλου μέρους από την καθημερινή μας εμπειρία της ζωής… Δεν γίνομαι συνήγορος μιας μουσικής της βίας, μόλο που ένα μέρος της μουσικής αυτής ίσως συχνά φαίνεται ότι δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό ακριβώς. Αντίθετα, εκείνο που μου φαίνεται σημαντικό είναι μια εκλέπτυνση, ή μια ευστροφία, στον τρόπο δράσης μας. Ένα ήρεμο ξέπλεγμα των νημάτων της πραγματικότητας. Το να γκρεμίζεσαι απαλά μέσα σε εικόνες παραμόρφωσης. Μια αργή αποσύνθεση. Ίσως και μια ματιά στο κενό του «επέκεινα» ή στο τίποτε».

Γιώργος Κουμεντάκης, συνθέτης, υπεύθυνος καλλιτεχνικού προγραμματισμού Εναλλακτικής Σκηνής ΕΛΣ

Η συναυλία για τον Γιάννη Χρήστου, που είναι και η πρώτη της Εναλλακτικής Σκηνής, δίνει το στίγμα για το τι θα ακολουθήσει, στο πλαίσιο του προγράμματος που χτίζουμε από κοινού με τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή της ΕΛΣ, Μύρωνα Μιχαηλίδη. Το μουσικό θέατρο όπως εκείνος το αντιλαμβανόταν, έχει τέτοιες ποιότητες από αισθητικής, ηθικής, μουσικής πλευράς ώστε δημιουργεί τη βάση για να στήσουμε το δικό μας οικοδόμημα. Ο Χρήστου φέρει ένα σημαντικό φιλοσοφικό στίγμα το οποίο προσωπικά με γοητεύει και με συγκινεί σε όλο το εύρος του. Αυτό που άφησε ως έργο κι ως στάση ζωής είναι μια σταθερά στη ζωή μου, και τέτοιες σταθερές στην Ελλάδα δεν έχουμε πολλές.

Ο τρόπος που διαχειρίζομαι τη δική μου μουσική γλώσσα στην ουσία δεν έχει σχέση με τη μουσική γλώσσα του Χρήστου, έχει όμως ένα υπόγειο ρεύμα, μια ροπή προς τη μεταφυσική όπου συναντώνται και βρίσκουν κοινά. Τα κοινά αυτά στοιχεία μεταφέρονται και στον τρόπο ζωής, διότι, πιστεύω, δεν μπορείς να διαχωρίσεις τη μουσική σου ζωή από την υπόλοιπη ζωή σου. Αν η μουσική σου ζωή συμπορεύεται με την υπόλοιπη, τότε μπορούν να επιπλεύσουν τα στοιχεία εκείνα που διαμορφώνουν την «προσωπική γραφή», κάτι που είναι πολύ φανερό στην περίπτωση του Χρήστου. Συγκεκριμένα, με ενδιαφέρει το κομμάτι του μυστικισμού, ένα μέρος του οποίου «πατάει» στην παράδοση και ένα μέρος είναι τελείως προσωπικό, δεν μπορεί να μιλήσει κανείς γι’ αυτό χωρίς να το απογυμνώσει τη στιγμή που το κοινοποιεί. Αυτό το μυστικό στοιχείο χρειάζεται την καθημερινότητα της ζωής μας, δεν αποκόπτεται, αντίθετα ταυτίζεται μ’ αυτή. Ο Χρήστου έδειξε προς αυτή την περιοχή ακόμη και μέσα από τις οδηγίες που υπάρχουν σε έργα του. Ακολουθώντας αυτές, μπορείς να βρεις πυρήνες αλλά να μην φτάσεις στην ίδια αποκάλυψη. Διότι αποκάλυψη είναι το ίδιο το έργο. Αρκεί που ακούμε το έργο κι ας μην κατανοούμε από πού εκπορεύεται.

Ζαΐρα Κωνσταντοπούλου, ανθρωπολόγος

«Πώς γίνεται ζωγραφιστά ανθρωπάκια, γεωμετρικά σχήματα και ορισμένες λέξεις να απαντούν σε ένα πεντάγραμμο;» Ήταν μια μέρα του 2015, όταν ο Κ., φίλος, μουσικός, μου πρότεινε να πάμε να δούμε το ντοκιμαντέρ του Κώστα Ζουλιάτη, Αναπαράστασις: η ζωή και το έργο του Γιάννη Χρήστου. «Τον ξέρεις τον Γιάννη Χρήστου;» με ρώτησε. Ιδέα δεν είχα. Νόμιζα ότι είχα κάποια μουσική παιδεία αλλά κατάλαβα ότι έκανα λάθος όταν άρχισα να συνειδητοποιώ ποιος είναι ο Γιάννης Χρήστου. Φτάσαμε έξω από Τριανόν όπου παιζόταν το ντοκιμαντέρ με αφορμή τα 45 χρόνια από τα θάνατο του, τελειώσαμε το τσιγάρο μας και μπήκαμε στην αίθουσα. Από τα πρώτα λεπτά της προβολής, με θυμάμαι να νιώθω μουδιασμένη, ναρκωμένη, σαν να βρίσκομαι σε όνειρο αλλά και σε εφιάλτη, γύρισα και κοίταξα τον Κ., και ναι, ήμασταν στην ίδια ράγα, ανατριχιασμένοι. Μα καλά είναι δυνατόν να μην ήξερα τον Γιάννη Χρήστου; Πόσο σύγχρονος, πόσο όμορφος, πόσο επαναστάτης του μέλλοντος;

Δεν ήξερα ακριβώς τι ήθελα να κάνω να ουρλιάξω, να τρέξω μακριά ή να κάτσω να αντικρίσω αυτές τις ψυχικές παλινδρομήσεις της μουσικής του; Διάχυτα συναισθήματα και σκέψεις. Ανακατωσούρα. (Όπως στην Κυρία Με την Στρυχνίνη). Και η σκέψη σε δράση: «Μα καλά, προσπαθούμε να αναλύσουμε τι σημαίνει μεταμοντέρνο, όταν ο Χρήστου τη δεκαετία του ’50 και του ’60, μέσα από αναπαραστάσεις συμβόλων, από παιχνίδια σκίτσων και σχημάτων, εξηγούσε τι είναι το υπερσύγχρονο;» Παύση. Τελείωσε το ντοκιμαντέρ και δεν είπαμε σχεδόν κουβέντα. Θυμάμαι μόνο να λέμε ότι ο Γιάννης Χρήστου γεννήθηκε σε λάθος χρόνο και τόπο. Τι να λέγαμε άλλωστε; Νιώθαμε τόσο μόνοι. Γυρίσαμε από τον ίδιο δρόμο και η μόνη σκέψη σε επανάληψη είναι ότι δεν χρειάζεται να έχει κάποιος μουσική παιδεία για να ακούει μουσική, απλά να ανατριχιάζει μ' αυτήν. Έτσι είναι και η μουσική του Γιάννη Χρήστου, ένα ακραίο, παιχνιδιάρικο ανατρίχιασμα σε σημεία της ψυχής που δεν ξέρεις αν θέλεις κι αν μπορείς να πατήσεις.

Αλέξανδρος Ευκλείδης, σκηνοθέτης, καλλιτεχνικός συντονιστής προγραμματισμού Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ

Η γνωριμία μου με το έργο του Γιάννη Χρήστου έγινε δουλεύοντας πάνω στην Κυρία με τη Στρυχνίνη μαζί με τον Βλαδίμηρο Συμεωνίδη πριν 11 χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Προσπαθήσαμε τότε να κάνουμε κάτι μεγάλο, παράτολμο, αλλά συναντήσαμε πολλές αντιστάσεις από το κατεστημένο του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης. Μας έλεγαν, «μαθαίνετε στα παιδιά να μισούν τη μουσική, μην χτυπάτε το πιάνο!» Ήταν συγκλονιστικό, ζήσαμε μια τρομερή εμπειρία όσοι δουλεύαμε πάνω στο έργο, νιώσαμε πως συνέβαινε κάτι πέρα από το πλαίσιο, γίναμε και νιώσαμε «κοινότητα». Στον Γιάννη Χρήστου με ενδιαφέρει το γεγονός ότι το μουσικό θέατρο που προτείνει, ξεκινά από μια συγκεκριμένη οπτική κι αισθητική και παίρνει εντελώς απρόβλεπτους δρόμους.

Με εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ενώ είναι ένας καλλιτέχνης εντελώς μέσα στο πλαίσιο της εποχής του –από άποψη ηχοχρωμάτων, αισθητικής κ.λπ.– καταφέρνει να το ξεπεράσει εντελώς και να μιλήσει σε μια άλλη εποχή, τη σημερινή, και να αγγίξει ακόμη και ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με τη σύγχρονη μουσική. Είναι εντυπωσιακό ότι βρίσκει ισοδύναμα εκφραστικά μέσα για να αποτυπώσει τη διαδικασία του ονείρου, κάτι που πολλοί έχουν προσπαθήσει να αποτυπώσουν καλλιτεχνικά αλλά χωρίς την ίδια επιτυχία. Εκείνος δεν κάνει κάτι «ονειρικό» που να ανταποκρίνεται στην κατάσταση εκείνου που ονειρεύεται, απλώς αποδομεί και επαναδιατυπώνει το όνειρο με δικά του καλλιτεχνικά μέσα. Έτσι, συμπαρασύρει το θεατή σε ασυνείδητες αντιδράσεις.

 

Ευχαριστούμε την Σάντρα Χρήστου για την ευγενική παραχώρηση των φωτογραφιών από το αρχείο του πατέρα της, καθώς και τον Κωστή Ζουλιάτη για τις πολύτιμες πληροφορίες του.

Συναυλία με έργα του Γιάννη Χρήστου εγκαινίασε πριν δύο μέρες την δράση της νέας, Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ.

Από το 1997 καλύπτει θέματα για τη σύγχρονη ζωή και τον πολιτισμό, ενώ υπήρξε διευθύντρια σύνταξης και αρχισυντάκτρια σε γυναικεία περιοδικά. Στη documenta 14 εργάζεται ως Συντονίστρια των Εκθέσεων και υπεύθυνη των μουσικών παραγωγών.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus
 

Γίναμε τριών!

Η δημοσιογραφία απαιτεί χρόνο, δουλειά και χρήματα.
Γίνε κι εσύ συνδρομητής και εξασφάλισε ότι θα συνεχίσουμε. Γράψου τώρα

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.