Ποια μέτρα σταμάτησαν την εξάπλωση του ιού στην Ελλάδα και ποια θα εφαρμοστούν στο μέλλον;

Μια μελέτη του Πανεπιστημίου Αθηνών δίνει απαντήσεις σε πολλές απορίες: Πόσοι μολύνθηκαν από τον νέο κορονοϊό στην Ελλάδα; Ποιος ήταν τελικά ο δείκτης θνητότητας; Πόσοι θάνατοι αποσοβήθηκαν λόγω των μέτρων; Ποια μέτρα ήταν τα πιο αποτελεσματικά και ποια μπορούν να αξιοποιηθούν στο μέλλον; Και γιατί πάνω που μάθαμε τον δείκτη R₀, πρέπει να παρακολουθούμε τον δείκτη Rt;
Χρόνος ανάγνωσης: 
9
'
Άνδρας φιλά γυναίκα μετά την άφιξη της από το Άμστερνταμ στο Ελ. Βενιζέλος, στις 15 Ιουνίου 2020. [Angelos Tzortzinis/AFP]

Μία από τις πρώτες πανευρωπαϊκά μελέτες που αποτιμούν την επίδραση των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης στην ανάσχεση της διάδοσης του νέου κορονοϊού, διενεργήθηκε στην Ελλάδα από επιστήμονες και καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η μελέτη βασίζεται σε μαθηματικά μοντέλα, εστιάζοντας αφενός στην ποσοτική αποτίμηση της μείωσης των κοινωνικών επαφών, και αφετέρου στα προτεινόμενα μέτρα της «επόμενης μέρας». Τα ευρήματά της συνοψίζονται σε ένα επιστημονικό άρθρο που προδημοσιεύθηκε στο medRxiv.

Αυτές τις μέρες που υπάρχει ανάγκη για ξεκάθαρη ενημέρωση κι ανάλυση, το inside story προσφέρει όλα τα άρθρα γύρω από τον Covid-19 ελεύθερα σε όλους τους αναγνώστες.

#ΜένουμεΑσφαλείς: Ανακαλύψτε πάνω από 2.500 ρεπορτάζ και ιστορίες του inside story. Γραφτείτε για έναν μήνα δωρεάν EΔΩ

Η Βάνα Σύψα, κύρια συγγραφέας του άρθρου, μίλησε στο inside story για τα συμπεράσματα της μελέτης. «Ο συνδυασμός των μέτρων αποδείχθηκε καθοριστικός για τον δραστικό περιορισμό του πρώτου κύματος της επιδημίας στην Ελλάδα» σχολιάζει. «Τα επιμέρους μέτρα (κλείσιμο σχολείων, περιορισμός ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων, εργασία από το σπίτι) μεμονωμένα δεν θα είχαν σημαντική επίδραση στον περιορισμό του R0», προσθέτει η αναπληρώτρια καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής στο Εργαστήριο Υγιεινής, Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πώς έπεσε κάθετα ο περιβόητος δείκτης R₀;

Τους τελευταίους μήνες εξοικειωθήκαμε με άγνωστους μέχρι πρότινος επιδημιολογικούς όρους, όπως το R₀ (Βασικός αναπαραγωγικός αριθμός). Όπως μας εξηγεί η Βάνα Σύψα, ο δείκτης είναι καίριος για την παρακολούθηση ενός επιδημικού κύματος, καθώς εκφράζει το πόσο μεταδοτικό είναι το νόσημα στον πληθυσμό (ουσιαστικά πρόκειται για τον αναμενόμενο αριθμό κρουσμάτων που προκύπτει ανά κρούσμα, σε έναν πληθυσμό στον οποίον όλα τα άτομα είναι επίνοσα).

«Αποτιμώντας την επίδραση των περιοριστικών μέτρων στην πορεία της επιδημίας στη χώρα μας, συμπεράναμε ότι ο δείκτης R₀ μειώθηκε από 2,4 περίπου σε πολύ κάτω από το 1» λέει η κ. Σύψα. Η ερευνητική ομάδα του ΕΚΠΑ επισημαίνει ότι ο δείκτης έπεσε καταρχάς με την επιβολή της αρχικής δέσμης μέτρων (κλείσιμο σχολείων, εστιατορίων, μπαρ), αλλά η μείωση έγινε αισθητή κατά τη διάρκεια του λόκνταουν – έφτασε μάλιστα στα επίπεδα του 0,46. Για να το υπεραπλουστεύσουμε, θα λέγαμε ότι κάθε φορέας του ιού πριν τη λήψη μέτρων μόλυνε κατά μέσο όρο περίπου 2-3 άτομα, ενώ κατά την περίοδο του λόκνταουν ο κάθε φορέας μόλυνε κάτω από 0,5.

Η μείωση του δείκτη που καταγράφηκε στη χώρα μας είναι αντίστοιχη με της Κίνας, αλλά και του Ην. Βασιλείου.

Το γεγονός ότι ο δείκτης βρέθηκε κάτω από το 1 ήταν κομβικό για τον περιορισμό του επιδημικού κύματος. «Εφόσον ο δείκτης αυτός διατηρηθεί σταθερά κάτω από το 1, η αλυσίδα της μετάδοσης φθίνει» τονίζει η κ. Σύψα. Η επιστημονική ομάδα ανέλυσε τα δεδομένα από την εμφάνιση του πρώτου κρούσματος (στις 26 Φεβρουαρίου, προχωρώντας στην υπόθεση ότι η πρώτη τοπική μετάδοση ξεκίνησε στις 15 του ίδιου μήνα), μέχρι την άρση των περιοριστικών μέτρων. Αξιοποίησε δε το μαθηματικό μοντέλο SEIR (Susceptible-Exposed-Infectious-Recovered) προκειμένου να εκτιμήσει την επίπτωση των μέτρων, συμπεραίνοντας ότι μέχρι τα τέλη Απριλίου το ποσοστό του πληθυσμού που είχε μολυνθεί δεν ξεπερνούσε το 0,26%.

Από το R₀ στο Rt

Εκτός από τον δείκτη R₀, το ενδιαφέρον των επιδημιολόγων στρέφεται πλέον και στον δείκτη Rt, που αντιπροσωπεύει τον ενεργό αριθμό αναπαραγωγής, αφότου εφαρμοστούν μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις για τον περιορισμό της μετάδοσης, όπως λόγου χάρη τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης. Η τιμή του Rt τείνει να μεταβάλλεται αναλόγως της αυστηρότητας των μέτρων, αλλά και της συμπεριφοράς του πληθυσμού (μέτρα φυσικής απόστασης, υγιεινή των χεριών, χρήση μάσκας κ.ά.). Εφόσον ο δείκτης αυτός διατηρείται κάτω του 1, η επιδημία θεωρείται ελεγχόμενη. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις ερευνητών του Imperial College, στο σύνολο σχεδόν των ευρωπαϊκών χωρών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, ο δείκτης Rt είχε πέσει κάτω από το 1. Εξαιρούνται το Βέλγιο και η Σουηδία, όπου τα μέτρα είτε λήφθηκαν με καθυστέρηση, είτε δεν λήφθηκαν καν.

Όπως εξηγεί η Βάνα Σύψα, η επιδημιολογική παρατήρηση και καταγραφή θα συνεχίζονται προκειμένου να αποτιμάται όσο το δυνατόν πιο έγκαιρα η πορεία της επιδημίας (βάσει και της πορείας του δείκτη Rt) ώστε να γίνονται διορθωτικές κινήσεις και να λαμβάνονται τα απαιτούμενα μέτρα σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο.

Ποια μέτρα απέδωσαν περισσότερο

Τα πρωτοφανή, αυστηρότατα μέτρα αποστασιοποίησης έπαιξαν αναμφίβολα ρόλο στον περιορισμό της επιδημίας, καθώς όπως προκύπτει από τη μελέτη οι καθημερινές επαφές* μας μειώθηκαν κατά μέσο όρο κατά 86,9% (από περίπου 20 άτομα κατά μέσο όρο πριν το λόκνταουν, σε κάτω από 3 κατά τη διάρκεια των μέτρων). Η εκτίμηση μάλιστα συμπίπτει με τις αντίστοιχες Κινέζων ερευνητών, οι οποίοι συμπέραναν ότι ο αριθμός κοινωνικών επαφών μειώθηκε άνω του 90% στη Σαγκάη και κατά 86,4% στη Γουχάν. Αλλαγές επίσης παρατηρήθηκαν και στον βαθμό που έρχονται σε επαφή οι διάφορες ηλικιακές ομάδες του πληθυσμού. Όπως εκτιμούν οι συντάκτες του άρθρου, στην αναχαίτιση του επιδημικού κύματος στην Ελλάδα συνέβαλε κατά κύριο λόγο η μείωση των κοινωνικών επαφών που συνδέεται με ψυχαγωγικές δραστηριότητες σε ποσοστό που εκτιμάται σε 24,1%, ενώ ακολουθεί η αντίστοιχη μείωση που αποδίδεται στο κλείσιμο των σχολείων (18,5%) και η μείωση των επαφών που συνδέεται με την εργασία (10,3%). Η Βάνα Σύψα επιμένει στη συνδυαστική απόδοση των μέτρων, μιας και το καθένα μεμονωμένα δεν θα επέτρεπε τον περιορισμό της επιδημίας.

*Σύμφωνα με τους μεθοδολογικούς ορισμούς της POLYMOD, ως επαφή ορίζεται η φυσική επαφή (π.χ. χειραψία ή αγκαλιά) είτε η αμφίδρομη συνομιλία που περιλαμβάνει τρεις ή περισσότερες λέξεις με φυσική παρουσία ενός άλλου ατόμου.

Και τώρα τι κάνουμε;

Όσον αφορά την τρέχουσα επιδημιολογική εικόνα της χώρας, οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για μείωση του Rt σε επίπεδα κάτω του 0,5. Η κ. Σύψα επιβεβαιώνει μεν τις εκτιμήσεις, αλλά συστήνει να είμαστε επιφυλακτικοί, καθώς ο δείκτης αυτός συνοδεύεται από ένα διάστημα εμπιστοσύνης, το οποίο εμπεριέχει και μια αβεβαιότητα. «Εγώ δεν θα στεκόμουν τόσο στην τιμή αυτή καθαυτή, αλλά περισσότερο στο εύρος μέσα στο οποίο κινείται» σημειώνει στο inside story.

Όσον αφορά το πόσο εύκολα μπορεί να ξεφύγει ο δείκτης Rt από το επιθυμητό επίπεδο, η αναπλ. καθηγήτρια Επιδημιολογίας είναι αφοπλιστική: «Πολύ εύκολα» μας λέει. «Από τη στιγμή που επανερχόμαστε σταδιακά στην καθημερινότητά μας, ο κίνδυνος αυξάνεται. Στην υποθετική περίπτωση που ο ιός είχε εξαλειφθεί εντελώς στην κοινότητα και δεν δεχόμασταν νέους επισκέπτες, ο κίνδυνος θα εξέλειπε. Αλλά προφανώς αυτό δεν είναι εφικτό. Από τη στιγμή όμως που υπάρχουν κρούσματα, είτε γιατί δεν έσπασαν οι αλυσίδες μετάδοσης σε συγκεκριμένες κοινότητες ή δομές, είτε γιατί καταγράφονται νέα εισαγόμενα κρούσματα (επαναπατρισθέντες και τουρίστες), ο κίνδυνος είναι εδώ».

Όπως επισημαίνει η κ. Σύψα, το άνοιγμα του τουρισμού εμπεριέχει κίνδυνο εμφάνισης νέων κρουσμάτων. «Ακόμη κι αν όλες οι χώρες καταφέρουν να περιορίσουν τη μετάδοση στο εσωτερικό τους, από τη στιγμή που ανοίγουν τα σύνορα και μπαίνουν στη χώρα επισκέπτες ή επαναπατρισθέντες, ο κίνδυνος είναι υπαρκτός. Βεβαίως ακόμη κι αν ελέγχεις τους πάντες στην είσοδο, αποκλείεται να εντοπίσεις όλους τους θετικούς φορείς, κυρίως γιατί ο χρόνος επώασης της νόσου ενδέχεται να “κρύψει” κάποια θετικά κρούσματα. Για αυτό και είναι εξαιρετικά σημαντική η τήρηση των αποστάσεων και των άλλων μέτρων (υγιεινή χεριών, μάσκα)».

Θα μας βοηθήσουν τα μαθηματικά μοντέλα να λάβουμε έγκαιρα μέτρα σε επόμενο κύμα;

Η Βάνα Σύψα μας εξηγεί ότι η απόπειρα αποτίμησης της συμβολής των μέτρων στον περιορισμό της επιδημίας, ενδέχεται να αποδειχθεί πολύ χρήσιμη στο μέλλον. «Αυτό που είδαμε είναι πως αν ανέβει το Rt πάνω από το 1, π.χ. στο 1,2, παρότι δεν είναι το επιθυμητό, με ορισμένα μέτρα –όχι εξίσου αυστηρά όπως στην πρώτη φάση– θα μπορούσε να περιοριστεί η εξάπλωση. «Με έναν προσεκτικά σχεδιασμένο συνδυασμό ηπιότερων αλλά στοχευμένων μέτρων, θα μπορούσαμε να μειώσουμε τον δείκτη κάτω από το 1».

Στην έρευνα αξιολογήθηκαν εναλλακτικά σενάρια με λιγότερο αυστηρά μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης. Για παράδειγμα, μια μείωση της τάξης του 50% στις επαφές στο σχολείο (κάτι που θα μπορούσε να επιτευχθεί με πιο ολιγομελείς τάξεις όπως εφαρμόστηκε αυτή την περίοδο), του 20% στις επαφές στην εργασία (π.χ. με τη βοήθεια της τηλεργασίας) και του 20% στις δραστηριότητες αναψυχής, θα μπορούσε να μειώσει το Rt σε τιμή χαμηλότερη του 1,0 – από αρχικά επίπεδα έως 1,32. Μια ακόμη μεγαλύτερη μείωση των δραστηριοτήτων αναψυχής (50%), θα μπορούσε να αποδειχθεί επιτυχής ακόμη και αν το αρχικό Rt βρίσκεται στα επίπεδα του 1,48. Είναι εύλογο ότι τα μέτρα πρέπει να λειτουργούν συνδυαστικά. Αν π.χ. κλείσουμε μόνο τα σχολεία και τα παιδιά συνεχίζουν να παίζουν σε παιδότοπους ή να επισκέπτονται σπίτια φίλων τους, τα μέτρα δεν θα αποδειχθούν εξίσου αποτελεσματικά. Όπως εκτιμούν οι ειδικοί, η προσήλωση σε μέτρα ατομικής προστασίας (υγιεινή χεριών, μάσκες, διατήρηση αποστάσεων) θα αύξανε την αποτελεσματικότητα των μέτρων. Σε περίπτωση όμως που το Rt φτάσει στο 2, αναπόφευκτα θα πρέπει να ληφθούν αυστηρότερα μέτρα κοινωνικού περιορισμού.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Αθηνών επισημαίνουν ότι η στενή παρακολούθηση του δείκτη Rt είναι απαραίτητη προκειμένου να προσαρμόζονται τα μέτρα, κυρίως λόγω της εύλογης χρονικής απόκλισης μεταξύ μόλυνσης και διάγνωσης, η οποία συνδέεται με τη σχετικά μακρόχρονη επώαση της νόσου, αλλά και με τον χρόνο που μεσολαβεί μέχρι να διαγνωστεί ένα κρούσμα.

Το πόσο σημαντική είναι η διατήρηση του δείκτη κάτω από το 1, επιβεβαιώνεται από αντίστοιχες μελέτες που έγιναν σε άλλες χώρες, όπως στη Γερμανία, και οι οποίες εκτιμούν ότι για κάθε αύξηση της τάξης του 0,1 το «φορτίο» για το σύστημα υγείας πολλαπλασιάζεται.

Πόσοι Έλληνες νόσησαν μέχρι τώρα;

Τα μαθηματικά μοντέλα που «έτρεξαν» οι ειδικοί δίνουν και μια συγκεκριμένη αποτίμηση του ποσοστού του πληθυσμού που ενδέχεται να έχει μολυνθεί. «Τα μοντέλα μας δείχνουν ότι οι άνθρωποι που μολύνθηκαν στη χώρα μας στο πρώτο κύμα της επιδημίας μέχρι τα τέλη Απριλίου, δεν ξεπερνούν τους 28.000». Το ποσοστό αυτό, όπως μας εξηγεί η Βάνα Σύψα, θα προσδιοριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια όταν ολοκληρωθούν οι πρώτες μελέτες αντισωμάτων οι οποίες έχουν ήδη αρχίσει. Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των ασυμπτωματικών (περίπου 20% του συνόλου σύμφωνα με το άρθρο) είναι εν πολλοίς υποθετικές και μένει επίσης να προσδιοριστούν από τις μελέτες αντισωμάτων.

Προκειμένου να προσδιοριστεί με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια ο πραγματικός αριθμός των φορέων, όσοι εξετάζονται απαντούν και σε ερωτήσεις για την κατάσταση της υγείας τους (κατά πόσο δηλαδή είχαν ύποπτα συμπτώματα της νόσου Covid-19 στο πρόσφατο παρελθόν). Οι πρώτες πληροφορίες κάνουν λόγο για αντίστοιχα με τα εκτιμώμενα ποσοστά (της τάξης του 0,25-0,4%) – αν και αυτά δεν έχουν προσαρμοστεί στο σύνολο του πληθυσμού.

Τα τόσο χαμηλά ποσοστά μόλυνσης ενός τόσο μικρού τμήματος του γενικού πληθυσμού, είναι προφανώς καθησυχαστικά και ενδεικτικά της απόδοσης των μέτρων. Από την άλλη όμως είναι πολύ χαμηλά σε σύγκριση με άλλες χώρες. Θα μπορούσε αυτό το δεδομένο να μας ανησυχήσει, δεδομένου του μηδαμινού ποσοστού που θα διαθέτει ανοσία εν όψει ενός νέου επιδημικού κύματος; Η κ. Σύψα θεωρεί ότι οι διαφορές μεταξύ των χωρών δεν είναι εν τέλει τόσο σημαντικές που να καθορίσουν την πορεία ενός ενδεχόμενου νέου κύματος. Όπως χαρακτηριστικά μας λέει, ακόμη και στην Ισπανία που είχε τόσες χιλιάδες θύματα, το ποσοστό όσων μολύνθηκαν εκτιμάται σε περίπου 5%. «Η διαφορά του 0,5% με το 5% είναι μεν αξιοσημείωτη για στατιστικούς λόγους, αλλά δεν αρκεί για να κάνει τη διαφορά, δεδομένου ότι για να αποκτήσει ανοσία ένας πληθυσμός το ποσοστό όσων μολύνθηκαν πρέπει να ξεπερνάει το 60%».

Ποιος ήταν τελικά ο δείκτης θνητότητας και πόσοι θάνατοι αποσοβήθηκαν;

Ο επίσημος δείκτης θνητότητας από τη νόσο Covid-19 στη χώρα μας με βάση τα επιβεβαιωμένα κρούσματα μέχρι το τέλος Απριλίου, φτάνει το 5,3%. Σύμφωνα με τα μαθηματικά μοντέλα που αξιοποίησαν οι ερευνητές, η θνητότητα βάσει του πραγματικού αριθμού κρουσμάτων πέφτει στο 1,12% (από 0,55% έως 2,31%). Η ποσοστιαία αυτή διαφορά αποδίδεται στο γεγονός ότι ο «επίσημος» δείκτης (CFR) προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμού των θανάτων προς τον αριθμό των επιβεβαιωμένων (και όχι των πραγματικών) κρουσμάτων. Οι διαφορές στα ποσοστά μεταξύ των διάφορων χωρών προκύπτουν κατά βάση από τις διαφορετικές πολιτικές διαγνωστικών ελέγχων, καθώς όπως είναι εύλογο στις χώρες που ακολουθείται πολιτική μαζικών ελέγχων ή και τυχαίων τεστ στον γενικό πληθυσμό, ο αριθμός των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων αυξάνεται. Αντίθετα, χώρες που για διάφορους λόγους επιλέγουν πολιτική πιο στοχευμένων ελέγχων, παρουσιάζουν υψηλότερο δείκτη θνητότητας. Ενδεικτική είναι η σύγκριση της Γερμανίας με την Ιταλία. Τα μαθηματικά μοντέλα αλλά και οι μελέτες αντισωμάτων μάς βοηθούν να αποτιμήσουμε τον πραγματικό αριθμό των ατόμων που έχουν μολυνθεί ώστε να έχουμε έναν πιο ακριβή παρονομαστή. Από το ίδιο μαθηματικό μοντέλο προκύπτει ότι το 1,55% των κρουσμάτων νόσησαν βαριά στη χώρα μας και είχαν ανάγκη νοσηλείας σε ΜΕΘ ή/και διασωλήνωσης.

Ο αριθμός των ανθρώπινων ζωών που δεν χάθηκαν χάρη στη λήψη των μέτρων και την τήρησή τους από τη συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων της χώρας, είναι αν μη τι άλλο εντυπωσιακός. Όπως ανέφερε ο καθηγητής Σωτήριος Τσιόδρας, με βάση τις εκτιμήσεις των μοντέλων και τα επιδημιολογικά χαρακτηριστικά του νέου κορονοϊού, αν η μείωση των επαφών του πληθυσμού ανερχόταν στα επίπεδα του 10%, ο αριθμός των θανάτων θα μπορούσε να φτάσει στους 14.000 περίπου. Αντίστοιχα, σε μια ενδεχόμενη μείωση των επαφών κατά 20% θα είχαμε 7.000 θανάτους.

Γράφει για τεχνολογία, επιστήμη και ψηφιακή κουλτούρα σε περιοδικά, εφημερίδες και websites. Σπούδασε στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ και πρόσφατα ξεκίνησε ένα εντελώς άσχετο μεταπτυχιακό. Η συλλογή διηγημάτων «24» (Εκδόσεις Πατάκη) είναι το πρώτο του βιβλίο.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.