Στον καταυλισμό των Ροχίνγκια στο Μπαγκλαντές

Μέσα στον μεγαλύτερο προσφυγικό καταυλισμό του κόσμου, την Κουτουπαλόνγκ, οι εκτοπισμένοι από τη Μιανμάρ Ροχίνγκια ζουν με τη βοήθεια των ανθρωπιστικών οργανώσεων, σε συνθήκες αδιανόητες για τον δυτικό κόσμο.
Χρόνος ανάγνωσης: 
8
'
Παιδιά Ροχίνγκια στην Κουτουπαλόνγκ, τον μεγαλύτερο προσφυγικό καταυλισμό του κόσμου. [Ed Jones/AFP]

Είναι κάποιες χώρες που δεν τις μαρκάρεις με κύκλο στον χάρτη, δεν βάζεις πινέζα πάνω τους, κάνοντας όνειρα ότι θα τις επισκεφτείς κάποια στιγμή στη ζωή σου. Και υπάρχουν και χώρες, που δεν περνά καν από το μυαλό σου ότι θα μπορούσες ποτέ να πας. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκε το Μπαγκλαντές για μένα. Δεν υπολόγισα σωστά ότι η δημοσιογραφία μπορεί να σε οδηγήσει σε μέρη που δεν φανταζόσουν.

Κι έτσι προέκυψε το Μπαγκλαντές, μια χώρα που από τον Αύγουστο του 2018 φιλοξενεί στο νοτιοανατολικό της μέρος τον μεγαλύτερο προσφυγικό καταυλισμό του κόσμου, την Κουτουπαλόνγκ, με 1,1 εκατομμύριο Ροχίνγκια στοιβαγμένους τον έναν πάνω στον άλλον, κάτω από αδιανόητες για τον δυτικό κόσμο συνθήκες.

Πριν πούμε οτιδήποτε άλλο, ας δούμε ποιοι είναι οι Ροχίνγκια. Πρόκειται ίσως για την πιο διωκόμενη μειονότητα στον κόσμο. Μια εθνοτική ομάδα, μουσουλμάνων στο θρήσκευμα, που ζουν εδώ και αιώνες στην κατά πλειονότητα βουδιστική Μιανμάρ. Μιλάνε τα ροχίνγκια και από το 1982 έχουν στερηθεί το δικαίωμα της ιθαγένειας. Σήμερα είναι απάτριδες.

Ζουν στη δυτική παράκτια επαρχία Ρακίν, σε μια από τις φτωχότερες περιοχές της Μιανμάρ, κάτω από δύσκολες συνθήκες, καθώς στερούνται φαρμάκων, βασικών υπηρεσιών και τροφίμων. Επί χρόνια δέχονται βία και διώξεις στη Μιανμάρ, καθώς τους θεωρούν «εχθρούς» της χώρας, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι να έχουν καταφύγει σε γειτονικές χώρες για να σωθούν. Η μεγάλη έξοδος των Ροχίνγκια ήταν στις 25 Αυγούστου του 2017, όταν πέρασαν στο γειτονικό Μπαγκλαντές για να σωθούν. Όσοι μπόρεσαν να ξεφύγουν από τη βία των αρχών της Μιανμάρ, έπρεπε να περάσουν με βάρκα τον κόλπο της Βεγγάλης, για να φτάσουν στο Μπαγκλαντές. Σήμερα, δυο χρόνια μετά, πάνω από ένα εκατομμύριο Ροχίνγκια έχουν στοιβαχθεί στην Κουτουπαλόνγκ.

Αποστολή στο Μπαγκλαντές

Το ταξίδι στο Μπαγκλαντές για τη δημοσιογραφική κάλυψη του προσφυγικού καταυλισμού δεν είναι απλή υπόθεση. Πρόκειται για μια χώρα με πολλά προβλήματα, όπως φτώχεια, αρρώστιες, έλλειψη βασικών συνθηκών υγιεινής, που σημαίνει ότι ο ταξιδιώτης θα πρέπει να θωρακιστεί. Μέσα σε ένα μήνα χρειάστηκε να κάνω 10 εμβόλια, σύμφωνα με οδηγία του ΚΕΕΛΠΝΟ: τέτανος, διφθερίτιδα, κοκκύτης, πολιομυελίτιδα, ηπατίτιδα Α (δύο δόσεις), ηπατίτιδα Β (τρεις δόσεις), ιλαρά, ερυθρά, παρωτίτιδα, τυφoειδής πυρετός. Επίσης, χάπια για την ελονοσία, τα οποία ξεκινάς να παίρνεις πριν το ταξίδι και τα συνεχίζεις για λίγο καιρό μετά το ταξίδι. Παράλληλα, εξοπλίστηκα με διάφορα φάρμακα πρώτης ανάγκης, όπως αντιβιώσεις, εντομοαπωθητικά, αναλγητικά χάπια, αντιβιοτικές αλοιφές, ένα πλήρες φαρμακείο δηλαδή. Και φυσικά, ετοίμασα βαλίτσα για μια χώρα με τροπικό κλίμα, καθώς τη μέρα η θερμοκρασία φτάνει τους 27 βαθμούς Κελσίου και το βράδυ τους 7, με πολλή υγρασία.

Η πρώτη εικόνα όταν προσγειώνεσαι στην Ντάκα, την πρωτεύουσα του Μπαγκλαντές, είναι και καθοριστική του τι θα δεις στη συνέχεια. Δεν ξέρω πώς να περιγράψω την πρώτη αίσθηση. Σαν να προσγειώθηκα σε μια χώρα «πίσω από τον ήλιο». Δεν χρειάζεται να περάσει πολλή ώρα για να αντιληφθείς πως το Μπαγκλαντές είναι μια πολύ φτωχή χώρα, με υποδομές σχεδόν ανύπαρκτες ή πολύ περασμένων δεκαετιών. Μια χώρα που έχει βουλιάξει από τον υπερπληθυσμό. Μόνο η πρωτεύουσα έχει 16 εκατομμύρια κατοίκους. Δεν παίρνεις ανάσα πουθενά και κυρίως στην Ντάκα δεν βλέπεις ουρανό σχεδόν ποτέ. Είναι η τρίτη πιο μολυσμένη πόλη στον κόσμο. Το κλίμα είναι αποπνικτικό και νιώθεις ότι πουθενά δεν υπάρχει αρκετός αέρας για να αναπνεύσεις. Στους δρόμους δεν έχουν φανάρια, δεν έχουν λωρίδες κυκλοφορίας και επικρατεί ένα αδιανόητο χάος. Οδηγούν σαν τρελοί, κορνάρουν μόνιμα –σαν είσαι σε διαδήλωση χωρίς τέλος– αλλά ποτέ δεν βρίζει ο ένας τον άλλον. Δεν κουνιέται ούτε φρύδι. Σαν να είναι όλα απόλυτα κουρδισμένα σε ένα χάος.

Στην Ντάκα εργάζονται εκατομμύρια γυναίκες, παιδιά και νέοι σε άθλιες συνθήκες για λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα. Ήταν σοκαριστικό και για μένα όταν συνειδητοποίησα ότι τα περισσότερα ρούχα μου είναι «made in Bangladesh».

Σε αυτή την τόσο ταλαιπωρημένη χώρα, πριν φτάσω στο νοτιοανατολικό της άκρο, όπου βρίσκεται ο προσφυγικός καταυλισμός, επισκέφτηκα το «Happy home» της Action Aid, εκεί που εκατοντάδες κορίτσια σώζονται κυριολεκτικά από την ακραία φτώχεια, τον δρόμο, την εγκατάλειψη, την πορνεία. Σε μια φτωχή γειτονιά της Ντάκα, ένα πολυώροφο σπίτι αντηχεί από χαρούμενες φωνές κοριτσιών, ηλικίας 5 ως 20 χρονών. Με περιμένουν στην είσοδο, μου προσφέρουν λουλούδια, με χαϊδεύουν από χαρά που πήγα να τις επισκεφτώ. Στο σπίτι σήμερα φιλοξενούνται 150 κορίτσια. Πηγαίνουν σχολείο και μετά επιστρέφουν για να διαβάσουν, να φάνε, να παίξουν, να ζήσουν σε ένα προστατευμένο περιβάλλον.

Μίλησα με μερικά κορίτσια. Νιώθουν ασφαλείς που είναι εκεί και τυχερές. Όταν όμως πάω και σε πιο δύσκολα κομμάτια, όπως το πού είναι οι γονείς, ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή, τα πρόσωπα συννεφιάζουν. Παιδιά που μεγάλωσαν πιο γρήγορα και δεν έζησαν την παιδική ηλικία. Μιλάμε, τραγουδάμε, χορεύουμε μαζί. Μια 5χρονη με αγκαλιάζει σφιχτά και μου λέει «πάρε με μαζί σου». Στο Happy Home της Ντάκα στόχος είναι η χαρά!

Ο καταυλισμός της Κουτουπαλόνγκ

Έχοντας στις αποσκευές μου τα χειροποίητα σκουλαρίκια που μου έφτιαξαν οι μικρές Μπαγκλαντεσιανές, παίρνω την πτήση για την πόλη Κοξ Μπαζάρ, που θα είναι άλλη μία έκπληξη για μένα. Είναι βρόμικη και πολύβουη. Στους χωμάτινους δρόμους της κυκλοφορούν ελεύθερα αγελάδες, κατσίκες, κότες, ανάμεσα σε βουνά από σκουπίδια. Δίπλα σε χαμόσπιτα έχουν σηκωθεί μεγαθήρια-ξενοδοχεία και αναρωτιέμαι αν, ακόμη κι αυτό το παραθαλάσσιο μέρος, θα το επέλεγε κανείς για τις διακοπές του. Ακραία φτώχεια και παραδίπλα δυτικός πολιτισμός, που φαίνεται να μην συναντιούνται καν.

Με ένα μικρό βαν ξεκινάμε από το Κοξ Μπαζάρ για τον καταυλισμό, γύρω στις δύο ώρες απόσταση. Η διαδρομή είναι ίσως το καλύτερο σημείο της χώρας που έχουμε επισκεφτεί. Μια τεράστια ακτογραμμή 120 χιλιομέτρων, δηλαδή της μεγαλύτερης παραλίας του κόσμου.

Και φτάνουμε. Τα όρια του προσφυγικού καταυλισμού δεν μπορούν να χωρέσουν στο μάτι. Χιλιάδες αυτοσχέδια καταλύματα, το ένα δίπλα στο άλλο, σε όποια πλευρά και αν γυρίσεις.

Μικρά ποταμάκια με λύματα περνούν ανάμεσα στα «σπίτια». Η μυρωδιά της αποχέτευσης σε συνοδεύει παντού. Αντιλαμβάνεσαι τη χρησιμότητα των 10 εμβολίων και αναρωτιέσαι πώς τόσες χιλιάδες παιδιά πραγματικά επιβιώνουν.

Ενάμιση χρόνο μετά την μεγάλη έξοδο των Ροχίνγκια από τη Μιανμάρ, εκατοντάδες ανθρωπιστικές οργανώσεις έχουν εγκατασταθεί σε αυτόν τον καταυλισμό και προσπαθούν να βάλουν τάξη στο απίστευτο αυτό χάος. Το 2018 γεννήθηκαν στον καταυλισμό 60.000 παιδιά, ενώ από τους 1.100.000 πρόσφυγες οι 800.000 είναι παιδιά. Ένα πολύβουο μελίσσι ανάμεσα σε σκουπίδια, λύματα και χώματα.

Είχα την ευκαιρία να μιλήσω με γυναίκες Ροχίνγκια. Μπορείς να δεις μόνο τα μάτια τους, καθώς είναι καλυμμένες με μακριά ρούχα και χιτζάμπ. Δεν τους επιτρέπεται να δουν άνδρα κι έτσι μπαίνω μέσα σε σκηνή μόνη μου. Είναι όλες αγέλαστες. Και πώς να είναι διαφορετικά, αφού οι γυναίκες αυτές έχουν περάσει πολύ δύσκολα, έχουν διωχθεί, έχουν χάσει δικούς τους ανθρώπους στις μάχες στην Μιανμάρ και τώρα είναι αναγκασμένες να ζουν σε έναν καταυλισμό, χωρίς να έχουν ταυτότητα και πατρίδα.

Ρώτησα μία μικρή Ροχίνγκια, πώς νιώθει που με βλέπει απέναντι της, τι πιστεύει για μένα. Και με αφοπλιστική ειλικρίνεια μου απάντησε ότι με ευχαριστεί πολύ που έκανα τόσο μεγάλο ταξίδι για να τους γνωρίσω. Ωστόσο η διαφορά μας είναι τεράστια, καθώς «εσύ, μου είπε, έχεις ταξιδέψει, έχεις μάθει πολλά, βλέπεις τον ήλιο, ενώ εμένα ακόμη και τα πιο απλά πράγματα μου απαγορεύονται». Η αλήθεια είναι πως οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά των Ροχίνγκια είναι αυτοί που αντιμετωπίζουν και τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Οι νεαρές Ροχίνγκια αναγκάζονται να δεχτούν την πολυγαμία, τον πλήρη περιορισμό από κάθετι και την έλλειψη εκπαίδευσης. Στον καταυλισμό πάντως γίνεται σοβαρή προσπάθεια από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις ώστε να εκπαιδευτούν σε μια τέχνη, να μάθουν να διαβάζουν και φυσικά να αντιμετωπίζουν τον γάμο ως σοβαρή υπόθεση και όχι επιπόλαια πριν ενηλικιωθούν. Αυτό που με συγκλόνισε ακούγοντας τις ιστορίες των γυναικών είναι πως, όσο έβλεπαν ότι η κατάσταση στη Μιανμάρ γινόταν όλο και πιο άγρια, έμεναν έγκυες για να αποφύγουν τον βιασμό από τον στρατό της Μιανμάρ.

Τις παρακολούθησα να μαθαίνουν να ζωγραφίζουν πάνω σε υφάσματα και μετά αυτά να τα μετατρέπουν σε ρούχα, μαθαίνοντας να ράβουν σε ραπτομηχανές. Υπήρχε μάλιστα και ένα πρόγραμμα που τις εκπαίδευε στην επισκευή κινητών. Πραγματικά πολύ εντυπωσιακό να βλέπεις έφηβες Ροχίνγκια με χιτζάμπ να κάνουν φύλλο και φτερό κινητά τελευταίας τεχνολογίας και να τα επισκευάζουν σαν να είναι υπάλληλοι μεγάλης εταιρείας τηλεφωνίας. Παρόλο μάλιστα που το πρόγραμμα αυτό ολοκληρώθηκε, οι μικρές Ροχίνγκια που έμαθαν να επισκευάζουν κινητά συνεχίζουν να το κάνουν, «γιατρεύοντας» τα κινητά όλου του καταυλισμού.

Είναι σχεδόν αδύνατον να περιηγηθείς σε όλο τον καταυλισμό. Θα χαθείς με μαθηματική ακρίβεια. Γι’ αυτό τον έχουν χωρίσει σε μεγάλα τετράγωνα, στα οποία δραστηριοποιούνται και διαφορετικές οργανώσεις. Κάθε τετράγωνο έχει στο πιο ψηλό του σημείο έναν υποτιθέμενο αυτοσχέδιο πύργο, όπου κι εγώ είχα την ευκαιρία να ανέβω και να ατενίσω από ψηλά το χάος του καταυλισμού. Επίσης, πολύ χρήσιμοι έχουν αποδειχθεί οι ναοί προσευχής με τα μεγάφωνά τους, γιατί μέσω αυτών μπορούν να βρουν όποιον έχει χαθεί και να φυσικά να γίνουν και οι ανακοινώσεις για παραλαβή τροφίμων και ειδών υγιεινής.

Οι ουρές για παραλαβή τροφίμων, ξύλων, ειδών υγιεινής είναι άλλη μια εμπειρία μέσα στον προσφυγικό καταυλισμό κι αυτό γιατί έχουμε να κάνουμε με χιλιάδες ανθρώπους που συνωστίζονται σε πολλά σημεία της αχανούς αυτής περιοχής και με ένα χαρτί στο χέρι, περιμένουν υπομονετικά να πάρουν την ανθρωπιστική βοήθεια που τους αναλογεί καθημερινά. Περίμενα κι εγώ σε μια ουρά, χιλιάδων ανθρώπων, που επί ώρες κάτω από μία τέντα στέκονταν για να παραλάβουν ένα κουτί που είχε μέσα 10 σαπούνια, οδοντόκρεμες, οδοντόβουρτσες, σαγιονάρες και σφουγγάρια. Τα φορτηγά με τις προμήθειες μπαινοβγαίνουν στον καταυλισμό μεταφέροντας συνεχώς είδη πρώτης ανάγκης.

Μου είπαν από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις να μην προσφέρω κάτι στα μικρά παιδιά γιατί ουσιαστικά δεν βοηθώ, αφού είναι χιλιάδες. Ο μικρός Μουσταφά με ακολουθούσε όλη τη μέρα που ήμουν στον καταυλισμό. Κάποια στιγμή προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί μου. Δεν καταλάβαινα την γλώσσα. Άρχισε να μου τραγουδά την αλφαβήτα στα αγγλικά και κάπως συνεννοηθήκαμε.

Τον βρήκα πολύ χαριτωμένο και αποφάσισα σε μια στιγμή αυθορμητισμού να του δώσω μια τσίχλα. Δεν θα ξεχάσω την αντίδραση του, γιατί προφανώς δεν είχε δοκιμάσει ποτέ κάτι τέτοιο. Γούρλωσε τα μάτια του και προκάλεσε το ενδιαφέρον άλλων δέκα παιδιών, που του άνοιξαν το στόμα και του πήραν από ένα μικρό κομμάτι. Μια παρέα μικρών παιδιών με γουρλωμένα, λαμπερά μάτια δοκιμάζουν για πρώτη φορά τσίχλα.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Λέσβο, ένα νησί που τα τελευταία χρόνια έχει γίνει γνωστό παγκοσμίως για το προσφυγικό. Η ανθρωπογεωγραφία του νησιού έχει αλλάξει τελείως, με 13.000 ανθρώπους να έχουν στοιβαχθεί σε δύο καταυλισμούς στη Μόρια και το Καρά Τεπέ της Μυτιλήνης και οι ροές, αν και περιορισμένες, δεν έχουν σταματήσει εδώ και πολλά χρόνια. Στον μεγαλύτερο προσφυγικό καταυλισμό του κόσμου, στο Μπαγκλαντές, ζουν 1.100.000 Ροχίνγκια. Οι συγκρίσεις ανώφελες. Αυτό όμως που αξίζει να γίνει, είναι να ανοίξουμε τα μάτια και να δούμε τη μεγάλη εικόνα. Ο πλανήτης αλλάζει, αλλάζουν τα σύνορα, οι πατρίδες. Οι πρόσφυγες της Μιανμάρ, της Συρίας, του Ιράκ δεν το ζήτησαν αυτό που ζουν. Και σκεφτείτε, μπορεί να είμαστε εμείς αύριο στη θέση τους.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.