Γιατί διστάζουν οι βουλευτές να τα βάλουν με την Εκκλησία;

Προόσφατα κρούσματα ανορθολογισμού υποχρέωσαν την ελληνική κοινωνία να συζητά επί μέρες αν μεταδίδεται ο κορονοϊός μέσω της Θείας Μετάληψης, φέρνοντας στην επιφάνεια τη «διακλάδωση» των σχέσεων της πολιτικής –ιδίως των αιρετών εκπροσώπων της– με την Εκκλησία.
Χρόνος ανάγνωσης: 
9
'
Αγιασμός για την έναρξη της κοινοβουλευτικής περιόδου από τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, Οκτώβριος 2018. [Χρήστος Μπόνης/Eurokinissi]

Η είδηση της απόφασης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας, που μεταξύ άλλων «διαπίστωσε» ότι η συμμετοχή στην τέλεση του μυστηρίου της Θείας Κοινωνίας δεν συμβάλλει στην μετάδοση του κορονοϊού, έγινε αντιληπτή ακόμη και από διεθνή μέσα κύρους, όπως το πρακτορείο Reuters. Προκάλεσε ευρύτατες αντιπαραθέσεις στα εγχώρια μέσα ενημέρωσης, στο διαδίκτυο, και συνολικά στην ελληνική κοινωνία.

Υπήρξαν για το θέμα αυτό κεντρικές ανακοινώσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Καταγράφηκαν κάποιες –μετρημένες στα δάχτυλα– τοποθετήσεις πολιτικών στελεχών και βουλευτών που είτε στήριξαν έντονα, είτε διαμαρτυρήθηκαν έντονα για την απόφαση αυτή. Το εντυπωσιακό όμως στοιχείο ήταν η σιωπή της μεγάλης πλειοψηφίας των βουλευτών, των αιρετών εκπροσώπων της χώρας, για το ζήτημα και κυρίως η απροθυμία να εκφράσουν δημόσια το αυτονόητο: Δηλαδή μια ορθολογική θέση, που θα συνιστούσε αποχή από θρησκευτικές τελετές για το χρονικό διάστημα που προτείνουν οι ειδικοί στην αντιμετώπιση του κορονοϊού. Με απλά λόγια φαίνεται πως σιωπηρά ίσχυσε το … «καλύτερα να μην τα βάλουμε με την Εκκλησία».

Η Νέα Δημοκρατία

Οι συζητήσεις που ξεκίνησαν με αφορμή την απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου διάρκεσαν περίπου 15 μέρες – τουλάχιστον έως ότου ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με το δημόσιο διάγγελμα που απεύθυνε την περασμένη Τετάρτη στις 7:30 το απόγευμα, να δηλώσει πως αναμένει από την Εκκλησία να εναρμονιστεί με όσα προτείνουν οι επιστήμονες για τα μέτρα περιορισμού της μετάδοσης της νόσου.

Στο συγκεκριμένο διάστημα, κι ενώ η σχετική συζήτηση ήταν σε έξαρση, από την πλευρά του κυβερνητικού κόμματος μόνο μία βουλευτής έκανε δημόσια δήλωση που κινήθηκε σε αντίθετη κατεύθυνση από την απόφαση της Ιεράς Συνόδου. Ήταν η Μαριέττα Γιαννάκου, η οποία σε συνέντευξη που παραχώρησε στον ραδιοφωνικό σταθμό Αθήνα 9.84 είπε πως «άκουσα με έκπληξη όλη αυτή την υπόθεση περί θείας μετάληψης και απόρησα. Αυτά τα θέματα δεν είναι θρησκευτικά, είναι επιστημονικά και θα πρέπει να σοβαρευτούμε. Πέρα των πολιτικών και η Εκκλησία η ίδια, που αποτελεί μια πανίσχυρη κοινωνική δύναμη, πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της. Δεν θα συμβεί τίποτα αν ένα διάστημα μέχρι να εκτονωθεί αυτή η ιστορία ληφθούν ορισμένα μέτρα. Η πολιτεία πρέπει να μιλήσει και να δώσει το μήνυμα προς την εκκλησία. Από την άλλη πλευρά βλέπω ότι ορισμένοι φοβούνται και μάλιστα επιστήμονες. Φοβούνται να εκφράσουν επιστημονική άποψη. Αυτά τα θέματα δεν είναι θρησκευτικά θέματα, είναι καθαρά επιστημονικά».

Η Μαριέττα Γιαννάκου είναι γνωστό πως δεν συμπεριλαμβάνεται στους πολιτικούς που προσαρμόζουν τις απόψεις τους στην τρέχουσα συγκυρία η στην κομματική γραμμή και το απέδειξε και ως βουλευτής, καταψηφίζοντας πρόσφατα ρύθμιση του νομοσχεδίου του υπουργείου Εξωτερικών για τους ελεγχόμενους χώρους χρήσης ναρκωτικών. Παρόλα αυτά έχει μία ακόμη ιδιότητα: Είναι βουλευτής Επικρατείας και μάλιστα τοποθετήθηκε στη δεύτερη θέση του ψηφοδελτίου της Νέας Δημοκρατίας. Δηλαδή η παρουσία της στο κοινοβούλιο δεν εξαρτήθηκε από τις σχέσεις που έχει με την εκλογική της περιφέρεια.

Σε αντίθεση με άλλα στελέχη της κυβέρνησης, που φημολογείται πως έχουν απόψεις που ρέπουν σαφέστατα προς τον ορθολογισμό, όπως ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης. Αυτά τα στελέχη δεν διαφοροποιήθηκαν δημόσια από την απόφαση της Ιεράς Συνόδου και προτίμησαν την ουδετερότητα της σιωπής.

Το φαινόμενο είναι μάλλον εντυπωσιακό για ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κόμμα του δυτικού κόσμου, όπως υποστηρίζει ότι είναι η Νέα Δημοκρατία. Όπως άλλωστε αναφέρει στην ιστοσελίδα της «ανήκει στη μεγάλη πολιτική οικογένεια των κεντροδεξιών κομμάτων της Ευρώπης, σταθερά προσηλωμένη στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και ευημερίας».

Δεν μπορούμε φυσικά να γνωρίζουμε ή να ερμηνεύσουμε τις σκέψεις όλων των βουλευτών και των κυβερνητικών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας. Όμως είναι «κοινό μυστικό» στους κοινοβουλευτικούς διαδρόμους ότι κανείς βουλευτής ή υπουργός δεν θα επιθυμούσε μια δημόσια αντιδικία με την Ιερά Σύνοδο, μια και αυτό θα μπορούσε να επιφέρει πολιτικό κόστος, ιδιαίτερα επιζήμιο για την επόμενη εκλογή του.

Σε αυτή την εκτίμηση σαφώς συνηγορεί και η εικόνα που παρουσιάζει ευρύτερα το κυβερνητικό κόμμα στις προεκλογικές περιόδους. Τότε που η …ευλογία του Μητροπολίτη του νομού μοιάζει να είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να κατέλθει ο βουλευτής στον πολιτικό στίβο. Εκατοντάδες είναι τα παραδείγματα που καταγράφηκαν και στις τελευταίες εκλογές. Μάλιστα δεν αφορούν κατ’ ανάγκη πολιτευτές όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης ή ο Μάκης Βορίδης, που με παρρησία δηλώνουν την ιδιαίτερα στενή σχέση που έχουν και επιθυμούν να διατηρήσουν με την Εκκλησία.

Αντιθέτως, είναι γενικευμένο φαινόμενο το άτυπο «χρίσμα» που επιθυμούν οι υποψήφιοι της Νέας Δημοκρατίας από τους τοπικούς εκκλησιαστικούς παράγοντες, με προεκλογικές φωτογραφήσεις μαζί τους. Συνήθως μάλιστα αυτή η διαδικασία προκαλεί και συγκεκριμένες δεσμεύσεις από την πλευρά των πολιτευτών για μετεκλογική στήριξη της εκκλησίας.

Ας δούμε ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα από αυτά που καταγράφηκαν (και) στην τελευταία προεκλογική περίοδο, που κατέληξε στην κάλπες της 7ηςΙουλίου:

Στις 14 Ιουνίου 2019 ο νυν υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας και υποψήφιος βουλευτής Φθιώτιδας, επισκέφθηκε τον Μητροπολίτη Φθιώτιδας Νικόλαο. Όπως ο ίδιος δήλωσε σε ανακοίνωσή του «επισκέφθηκα σήμερα τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Φθιώτιδας, κ.κ. Νικόλαο. Όπως έκανα πάντα, ζήτησα την ευχή του στο ξεκίνημα αυτής της νέας προσπάθειας». Διευκρίνισε μάλιστα ότι με τον Μητροπολίτη έγιναν συζητήσεις «για ευρύτερα ζητήματα των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας, στο πλαίσιο και της προσεχούς συνταγματικής αναθεώρησης. Η Νέα Δημοκρατία δεν προτίθεται να εργαλειοποιήσει λεπτές ισορροπίες που έχουν διαμορφωθεί επί αιώνες. Σταθήκαμε από την πρώτη στιγμή δίπλα στους κληρικούς όλων των βαθμίδων. Προσεγγίζουμε συναινετικά και με καλή διάθεση τα εκκρεμή ζητήματα που υπάρχουν. Οι ρόλοι Κράτους και Εκκλησίας είναι διακριτοί. Η Εκκλησία αποτελεί στήριγμα πολλών ανθρώπων και απώτερος στόχος όλων μας πρέπει να είναι πώς θα βοηθηθεί η κοινωνία».

Ο σημερινός κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας Σπήλιος Λιβανός, υποψήφιος στην Αιτωλοακαρνανία, στις 21 Ιουνίου 2019 επικοινώνησε τη συνάντηση που είχε με τον Μητροπολίτη Αιτωλίας & Ακαρνανίας Κοσμά. Μαζί συζήτησαν «τα θέματα που αφορούν την εκκλησία και το ποιμαντικό της έργο, αλλά και ζητήματα παιδείας». Μάλιστα ο Σπήλιος Λιβανός, πάντα σύμφωνα με ανακοίνωση του ίδιου, «παρουσίασε σε γενικές γραμμές το όραμά του για την ανάπτυξη του νομού αλλά και τις θέσεις του για τη στενότερη συνεργασία του κράτους με την Εκκλησία. Μιλώντας για την ανάγκη να υπάρξουν κοινά πεδία δράσης, ο υποψήφιος Βουλευτής αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη συνεργασία και σε αναπτυξιακές δράσεις, όπως είναι η ενίσχυση του θρησκευτικού τουρισμού».

Το ίδιο ακριβώς έκανε ο συνυποψήφιος του Σπήλιου Λιβανού στον νομό Κώστας Καραγκούνης (που φέρεται να ανήκει στο λεγόμενο μπλοκ των «σαμαρικών»). Όπως μας πληροφορεί η ανακοίνωση του βουλευτή, «ο Μητροπολίτης ευχήθηκε στον κ. Καραγκούνη καλή δύναμη και επιτυχία στον αγώνα του ενώ εκείνος με τη σειρά του ευχαρίστησε τον Μητροπολίτη για τη φιλοξενία και το αξιοθαύμαστο κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο που επιτελεί η Μητρόπολη για το καλό του τόπου μας. Ο κ. Καραγκούνης εξέφρασε επίσης τον σεβασμό του προς όλους τους κληρικούς, οι οποίοι όπως δήλωσε στηρίζουν τις κοινωνίες και για αυτό επιβάλλεται η στήριξή τους από την επίσημη Πολιτεία».

Ο βουλευτής Τρικάλων Κώστας Σκρέκας ξεκίνησε την προεκλογική εκστρατεία του μόνον αφού έλαβε την ευλογία του τοπικού Μητροπολίτη. Οι πληροφορίες που διοχέτευσε την 20η Ιουνίου ανέφεραν: «Τον Μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών κ. Χρυσόστομο επισκέφτηκε στο Μητροπολιτικό Μέγαρο ο Υποψήφιος Βουλευτής Τρικάλων της Ν.Δ. κ. Κώστας Σκρέκας, αφενός για να λάβει την ευλογία του ενόψει της εκλογικής αναμέτρησης, αφετέρου να για συνεχίσει έναν ουσιαστικό διάλογο που έχει μαζί του για προώθηση ζητημάτων κοινού ενδιαφέροντος. Ο κ. Κώστας Σκρέκας παρότρυνε τον Σεβασμιότατο να συνεχίσει με τον ίδιο ζήλο να εργάζεται για το καλό της Τοπικής μας Εκκλησίας και για το Ποίμνιό της, δηλώνοντάς του ότι σταθερά θα βρίσκεται δίπλα του και σήμερα και από όποια νέα θέση, μετά τις εκλογές».

Ίσως κάποιος θα μπορούσε να επιστρατεύσει το επιχείρημα ότι αυτά συμβαίνουν …στην επαρχία λόγω των «κλειστών» πολιτικών ακροατηρίων. Όμως ο υποψήφιος βουλευτής στην Α’ Περιφέρεια του Πειραιά, Χριστόφορος Μπουτσικάκης, θα τον διέψευδε. Στις 22 Απριλίου ανακοίνωσε την συνάντησή του με «τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Πειραιώς και Φαλήρου κ.κ. Σεραφείμ». Τόνιζε μάλιστα ότι «ο Σεβασμιότατος ευχήθηκε στον κ. Μπουτσικάκη καλή επιτυχία στη νέα του προσπάθεια και μεταξύ άλλων επεσήμανε την άριστη σχέση και συνεργασία που έχουν οι δύο πλευρές, σε όλα τα κοινωνικά ζητήματα με προεξέχον το φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο της Μητρόπολης. Ο κ. Μπουτσικάκης ευχαρίστησε τον Σεβασμιότατο για την εικόνα του Ιησού που του προσέφερε, αλλά και για τις συγκινητικές ευχές του, τονίζοντας από την πλευρά του ότι θα είναι πάντα αρωγός σε όλες τις σπουδαίες προσπάθειες και δράσεις της Μητρόπολης για παροχή πολύ-επίπεδης βοήθειας στους συμπολίτες μας».

Ένα ακόμα παράδειγμα είναι αυτό του βουλευτή Μαγνησίας και χειρουργού Κώστα Μαραβέγια, που στις 24 Ιουνίου «επισκέφθηκε την Μητρόπολη Δημητριάδος, όπου είχε συνάντηση με τον Μητροπολίτη κ. Ιγνάτιο». Εκεί, σύμφωνα με την πληροφόρηση του κοινοβουλευτικού του γραφείου «ο κ. Μαραβέγιας αναγνώρισε τη σημαντική συμβολή της τοπικής εκκλησίας στον τομέα της κοινωνικής αλληλεγγύης».

Ο ΣΥΡΙΖΑ

Αν και στην Νέα Δημοκρατία τα παραπάνω φαινόμενα είναι κυρίαρχα, τέτοιες πρακτικές δεν είναι άγνωστες ούτε στο Κίνημα Αλλαγής, αλλά ούτε ακόμη και στον ΣΥΡΙΖΑ. Δηλαδή στον βασικό αντίπαλο της Νέας Δημοκρατίας, με τις καταβολές που έχει ως κόμμα της Αριστεράς. Αν και η Κουμουνδούρου εξαρχής ξεκαθάρισε την αντίθεσή της με την απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, μεταθέτοντας όμως το θέμα στο τι στάση θα κρατήσει η κυβέρνηση.

Συνολικά είναι γνωστό πως ένα μεγάλο μέρος υποψήφιων βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, αν και δεν ζητά την ευλογία των Μητροπολιτών, διατηρεί ισορροπημένες σχέσεις με τους εκκλησιαστικούς παράγοντες, κυρίως στην επαρχία. Σε αντίθεση με τις μεγάλες πόλεις, όπου υποψήφιοί του, όπως για παράδειγμα ο Νίκος Φίλης στην Α’ Περιφέρεια της Αθήνας, οφείλουν ένα μέρος της δημοτικότητάς τους στην πολεμική που ασκούν στις σημερινές δομές και σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας και στην επιμονή τους σε πολιτικές θέσεις άμεσου διαχωρισμού.

Παρόλα αυτά και στον ΣΥΡΙΖΑ υπήρξαν φαινόμενα που δείχνουν ότι σε κάποιες περιπτώσεις υφίστανται στενές σχέσεις στελεχών του κόμματος με εκκλησιαστικούς κύκλους. Ενδεικτική περίπτωση αυτή του σημερινού τομεάρχη πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ, Πάνου Σκουρολιάκου. Ο βουλευτής της περιφέρειας Αττικής του ΣΥΡΙΖΑ είχε στις 27 Ιουλίου του 2017 φέρει τροπολογία, μαζί με δύο ακόμη βουλευτές από άλλα κόμματα, τον Γιώργο Λαζαρίδη των Ανεξάρτητων Ελλήνων και τον Γιάννη Σαρίδη της Ένωσης Κεντρώων, σε νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών, που προέβλεπε φοροαπαλλαγές για καταβολή του παλαιού Φόρου Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας και αφορούσε όλα τα ακίνητα των μονών, είτε βρίσκονται μέσα είτε έξω από την Αθωνική Πολιτεία. Η ρύθμιση σχετιζόταν με μη καταλογισμένα ποσά, που βρίσκονται όμως σε καθεστώς εκκρεμότητας και θα μπορούσαν να καταλογιστούν.

Σχεδόν έναν χρόνο νωρίτερα, ο ίδιος βουλευτής είχε καταθέσει κοινή τροπολογία, μαζί με τον βουλευτή της Ν.Δ Θανάση Μπούρα και τον βουλευτή του ΚΙΝ.ΑΛ Ανδρέα Λοβέρδο, πάλι για το Άγιο Όρος, που προέβλεπε μεταξύ άλλων ότι «ορίζεται ως ακατάσχετο» ποσό 2.000.000 ευρώ ετησίως «που προβλέπεται για τις λειτουργικές δαπάνες των μονών και 450.000 για δαπάνες φιλοξενίας» και ότι οι μονές απαλλάσσονται από «την υποχρέωση της υποβολής δήλωσης στοιχείων και ακινήτων (Ε9) προηγούμενων ετών».

Στα αξιοσημείωτα, για τις τροπολογίες αυτές, καταγράφεται και η θέση του ΚΚΕ, που δεν τις καταψήφισε αλλά επέλεξε το «παρών». Γεγονός που δεν συνιστά συνηθισμένη συμπεριφορά για το συγκεκριμένο κόμμα. Η στάση αυτή αιτιολογήθηκε με το σκεπτικό της συνολικής απόρριψης της φορολογικής πολιτικής της κυβέρνησης.

Στην κατηγορία της επιρροής της Εκκλησίας μπορεί να προσμετρηθεί και η συμπεριφορά πέντε βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, που τον Μάιο του 2018 σε ονομαστική ψηφοφορία καταψήφισαν το άρθρο 8 στο νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης που έφερε η κυβέρνηση που στήριζαν. Το άρθρο προέβλεπε την δυνατότητα υιοθεσίας για ομόφυλα ζευγάρια. Πρόκειται για ένα νομοθέτημα που είχε καταδικάσει με δηλώσεις του ο επικεφαλής της Ελλαδικής Εκκλησίας, Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος και η Ιερά Σύνοδος. Οι πέντε του ΣΥΡΙΖΑ ήταν οι Θόδωρος Παραστατίδης, Γιάννης Μιχελογιαννάκης, Μάρκος Μπόλαρης, Γεωργία Γεννιά και Γιάννης Καραγιάννης.

Γνωστές μέσω της ειδησεογραφίας είναι και οι επαφές που ανέπτυξε ο υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές Παναγιώτης Κουρουμπλής τον περασμένο Απρίλιο με τον ακραίων θέσεων Μητροπολίτη Αμβρόσιο, με τον τελευταίο να δηλώνει πως «τον Κουρουμπλή θα τον στηρίξει η Εκκλησία». Η στάση του πρώην υπουργού του ΣΥΡΙΖΑ είχε προκαλέσει τότε έντονες αντιδράσεις από συνυποψηφίους του.

Το μέλλον

Για λόγους που δεν αποτελούν αντικείμενο του παρόντος άρθρου, είναι γνωστό, όσο και εμφανές, ότι η Εκκλησία στην Ελλάδα δεν αποτελεί απλά έναν πνευματικό οργανισμό. Οι αναμφισβήτητες ιστορικού χαρακτήρα «ρίζες» της στην ελληνική κοινωνία, η οργανική όσο και θεσμική κατοχύρωση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Πίστης ως επικρατούσας θρησκείας, οι σημαντικές οικονομικές της δυνατότητες και η διεθνής διακλάδωση που διαθέτει, καθιστούν την Εκκλησία καθοριστικό παράγοντα στα πολιτικά τεκταινόμενα. Ανεξαρτήτως αν η εκάστοτε ηγεσία της επιθυμεί να αξιοποιήσει, πολύ η λίγο, αυτές τις δυνατότητες.

Σε κεντρικό επίπεδο οι ηγεσίες των πολιτικών κομμάτων το αναγνωρίζουν. Η Νέα Δημοκρατία έχει αναπτύξει δεσμούς με την Εκκλησία περισσότερο από κάθε άλλο πολιτικό κόμμα. Το ΠΑΣΟΚ, αναλαμβάνοντας την εξουσία το 1981, είχε αρχικά προστριβές, στην συνέχεια όμως αναζήτησε και βρήκε τρόπους συνύπαρξης, όχι χωρίς συμβιβασμούς. Την ίδια «κουλτούρα» φαίνεται πως διαθέτει σήμερα και το Κίνημα Αλλαγής. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε κι αυτός αρχικά τις δυσκολίες του, πλην όμως –όπως ανέφερε στην τελευταία του συνέντευξη ο πρόεδρός του Αλέξης Τσίπρας– διαθέτει πια μια ειλικρινή σχέση αλληλοσεβασμού με τον επικεφαλής της Εκκλησίας της Ελλάδας, Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο.

Η συζήτηση για μία νέα οριοθέτηση των σχέσεων εκκλησίας-κράτους «άνοιξε» για μία ακόμη φορά στις διαδικασίες συνταγματικής αναθεώρησης που ξεκίνησαν τον Φεβρουαρίου του 2019 και ολοκληρώθηκαν τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί δεν ευνόησαν σημαντικές αλλαγές στα έως τώρα ισχύοντα.

Η Εκκλησία της Ελλάδας παραμένει οργανικά δεμένη με τον κρατικό μηχανισμό. Οι Μητροπόλεις, οι Μονές και οι Ενορίες της, ακόμη και οι παρα-θρησκευτικές οργανώσεις, αντικειμενικά συνιστούν ένα πανελλαδικό δίκτυο, πολύ μεγαλύτερο από αυτά που διαθέτουν ακόμη και οι μεγαλύτεροι πολιτικοί σχηματισμοί. Συνθήκη που τροφοδοτείται αλλά και τροφοδοτεί το δεδομένο πως η Εκκλησία αποτελεί το ισχυρότερο και κυρίαρχο θρησκευτικό δόγμα στη χώρα.

Όπως όλα δείχνουν, αν και έρχεται από το βαθύ παρελθόν, η στενότατη σχέση της Εκκλησίας και της πολιτικής εξουσίας έχει μπροστά της …πολύ μέλλον.

Από το 1990, αρχικά στην έντυπη δημοσιογραφία και στο εργατικό, οικονομικό, κοινοβουλευτικό & πολιτικό ρεπορτάζ. Μετά στα ερτζιανά και τα τελευταία χρόνια στο διαδίκτυο. Στις εναλλακτικές και κλασσικές εκδοχές του.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.