Pablo Picasso par Christian Zervos

Για να γνωρίσει κανείς τον Πικάσο, πρέπει πρώτα να γνωρίσει τον Κεφαλονίτη φίλο του, Χρήστο Ζερβό.
Χρόνος ανάγνωσης: 
9
'

Ο ιστορικός της τέχνης, τεχνοκριτικός, εκδότης και συλλέκτης Χρήστος Ζερβός γεννιέται στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς την Πρωτοχρονιά του 1889. Μικρός ακόμη εγκαταλείπει την Ελλάδα με την οικογένειά του για την Αλεξάνδρεια και κατόπιν τη Μασσαλία, όπου περνά τα εφηβικά του χρόνια. Το 1911 τον βρίσκει στο Παρίσι να σπουδάζει φιλοσοφία στη Σορβόννη. Αντί για την Μπλελ Επόκ, βιώνει μία πόλη εμπόλεμη, καθώς μερικές δεκάδες χιλιόμετρα βορειοανατολικά βρίσκεται το δυτικό μέτωπο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου λαμβάνουν χώρα οι αιματηρές μάχες του Σομμ και του Βερντέν. Η Ευρώπη της μακράς ειρήνης δίνει τη θέση της στις τεκτονικές μεταβολές του πολυτάραχου 20ού αιώνα.

Ο νεαρός Κριστιάν ολοκληρώνει τη διδακτορική του διατριβή το 1918, μέσω της οποίας έρχεται σε επαφή με τη ζωή και το έργο του νεοπλατωνικού φιλοσόφου του 11ου αιώνα, Μιχαήλ Ψελλού. Την ίδια περίοδο γνωρίζει στο ξενοδοχείο Carmelite όπου διαμένει, τον ρουμανικής καταγωγής νεαρό μα φιλόδοξο και πολυπράγμονα φοιτητή αρχιτεκτονικής Ζαν Μπαντοβισί. Αυτός θα τον φέρει σε επαφή με τον εκδότη περιοδικών τέχνης Άλμπερτ Μορανσέ. Χάρη σε αυτή τη γνωριμία ο Κριστιάν, που μέχρι τότε κάνει δουλειές του ποδαριού για να βγάλει τα καθημερινά έξοδά του, ξεκινά την αρθρογραφία στα περιοδικά τέχνης L’ Art d’aujourd’hui και Les Arts de la maison, που του δίνουν τη δυνατότητα να γνωρίσει όλα τα μετέπειτα ιερά της μοντέρνας τέχνης.

Το 1926 αποφασίζει να εκδώσει το δικό του περιοδικό, τα Cahiers d’art (Τετράδια Τέχνης). Τα γραφεία βρίσκονται σε ένα μικρό διαμέρισμα της οδού Bonaparte. Το έντυπο θα γίνει η ψυχή και το σώμα του, αφού είναι ταυτόχρονα εκδότης, διευθυντής, μακετίστας, γραφίστας, συντάκτης και αρθρογράφος. Αυτό δεν θα τον εμποδίσει να δημιουργήσει ένα αριστουργηματικό περιοδικό. Η γραφή του χαρακτηρίζεται από ελεύθερο, παρορμητικό και ποιητικό λόγο, με ύφος συνεκτικό, όπως απαιτούν τα χρόνια του Μεσοπολέμου. Η θεματολογία κινείται μεταξύ της σύγχρονης τέχνης και των μορφών καλλιτεχνικής έκφρασης που ανέπτυξε η ανθρωπότητα κατά την προϊστορική και πρωτόγονη εποχή. Παράλληλα δημοσιεύονται κείμενα κριτικής της τέχνης, θεωρητικές μελέτες, απόψεις καλλιτεχνών, καθώς και λογοτεχνικά πονήματα.

Αξεπέραστες ωστόσο θεωρούνται οι μονογραφίες που δημοσιεύονταν στα Τετράδια και είναι αφιερωμένες στους φίλους του Ζορζ Μπρακ, Ανρί Ματίς, Πάμπλο Πικάσο, Χουάν Μιρό, Φερνάν Λεζέ με την υπογραφή διάσημων ιστορικών τέχνης, όπως του Γουίλ Γκρόμαν και του Χένρι-Ράσελ Χίτσκοκ.

Το πάθος του για τη σύγχρονη τέχνη και ο συγχρωτισμός του με κορυφαίους εκπροσώπους της συνδυάζεται με τη συστηματική μελέτη των προϊστορικών πολιτισμών και της τέχνης των μη-ευρωπαϊκών λαών, όπως της τέχνης των Iνουίτ, των βραχογραφιών της Αυστραλίας, της ξυλογυπτικής της Βορείου Αμερικής. Ο Ζερβός πιστεύει ότι αν κάποιος θέλει να καταλάβει τη σύγχρονη τέχνη, πρέπει πρώτα να κατανοήσει μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης που είχαν αναπτυχθεί σε παλαιότερες ιστορικές εποχές. Μάλιστα, αναδεικνύει την σχέση μεταξύ καλλιτεχνικών ρευμάτων που αναπτύχθηκαν σε εντελώς διαφορετικές χρονικές περιόδους, όπως του κυβισµού µε τη νέγρικη τέχνη και το έργο του Γκογκέν µε την τέχνη της Ωκεανίας.

Μεγάλης αξίας είναι και τα αφιερώματα του Ζερβού στον κυκλαδικό πολιτισμό. Την ώρα που πολλοί σύγχρονοί του τα σνομπάρουν ως απλοϊκά και χωρίς ενεργητικότητα, εκείνος τα θεωρεί έκφραση μιας τέχνης ανεπιτήδευτης και απέριττης, με καθαρότητα φόρμας, ακριβή περιγράμματα, πλαστικότητα και τεκτονική οργάνωση. Ο Ζερβός ξεπερνάει την απεικονιστική ζωγραφική και την επικρατούσα θεοποίηση της Αναγέννησης, προτιμά τον Καντίνσκι.

Πέραν των άλλων, Ο Ζερβός ήταν ένας μοναδικός γραφίστας σε μία εποχή όπου η εικόνα δεν ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη. Το Cahiers d’art διακρίνεται για το lay-out του, το πώς δηλαδή συναρμολογούνται οι εικόνες με τα κείμενα διαμορφώνοντας αρμονία και ισορροπίες μεταξύ τους, ενώ υπήρξε το πρώτο καλλιτεχνικό έντυπο του Παρισιού που αντιµετώπισε τη φωτογραφία ως ένα εργαλείο για την εισαγωγή του αναγνώστη στον χώρο της εικόνας και της αποτύπωσης, την εκπαίδευση δηλαδή «του µατιού του κοινού». Αποτέλεσε πηγή έµπνευσης για µεταγενέστερες εκδόσεις, όπως το σουρεαλιστικό Documents (1929-1930) των Ζωρζ-Ανρί Ριβιέρ, Ζωρζ Μπατάιγ και Καρλ Αϊνστάιν, το επίσης σουρεαλιστικό Minotaure (1933-1939) του Αλμπέρ Σκιρά, το Verve (1937-1960) του δικού μας Tεριάντ και το XXe siècle (1938-1974) του Γκουαλτιέρι ντι Σαν Λαζάρο.

Το 1928 τα γραφεία του περιοδικού μετακομίζουν στην οδό Dragon, όπου η Ιβόν Μαριόν, μία νεαρή φιλόδοξη Γαλλίδα, διευθύνει την Galerie du Dragon. Ο Ζερβός την ερωτεύεται παράφορα. Το φλερτ διαδέχεται ο γάμος το 1932, οπότε αποφασίζουν να μοιραστούν το πάθος τους για τις τέχνες. Η Ιβόν γίνεται πολύτιμη συνοδοιπόρος στο έργο του και φροντίζει και ταξινομεί τα έργα της πλούσιας συλλογής τους.

Την ίδια χρονιά διοργανώνουν μαζί την πρώτη τους έκθεση με συλλογές αρχαιολογικών αντικειμένων, ενώ δύο χρόνια αργότερα ταξιδεύουν στην Ισπανία όπου θα σώσουν από τον ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο πολύτιμα έργα τέχνης, ανάμεσά τους το Άγιος Ανδρέας και Άγιος Φραγκίσκος του Ελ Γκρέκο. Το 1937 επιστρέφουν στο Παρίσι, όπου διοργανώνουν μια πολύ σημαντική έκθεση στο Jeu de Paume για τις απαρχές και την πορεία της παγκόσμιας τέχνης. Τα χρόνια του Μεσοπολέμου είναι ταραγμένα, όμως το ζευγάρι ζει τα πάντα μέσα από το πρίσμα της τέχνης και τίποτα δεν φαίνεται να σταματά τα σχέδια του.

Το ξέσπασμα όμως του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου αναγκάζει τον Ζερβό να σταματήσει όλες τις εκδοτικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των Cahiers d’art, τα οποία διακόπτουν την κυκλοφορία τους από το 1941 έως το 1944. Οι εγκαταστάσεις του περιοδικού γίνονται έδρα του αντιστασιακού Tύπου κατά τη ναζιστική κατοχή.

Μετά την απελευθέρωση του Παρισιού, ο Ζερβός επανεκδίδει το περιοδικό –και θα συνεχίσει να το εκδίδει έως το 1960–και γίνεται ένας από τους πρωτεργάτες της πρότασης να σταλούν στην Ελλάδα 46 έργα τέχνης με σπουδαίες υπογραφές, ως φόρος τιμής στη γενναιότητα των Ελλήνων απέναντι στο γερμανικό στρατό. Η γκαλερί της Ιβόν, που από το 1939 έχει μεταφερθεί σε μεγαλύτερο χώρο και έχει μετονομαστεί σε Galerie MAI (Meubles Architectures Installations), συνεχίζει τη λειτουργία της, φιλοξενώντας έργα μεγάλων καλλιτεχνών του Μεσοπολέμου.

O αξεπέραστος catalogue raisonné

Όμως η κύρια μεταπολεμική απασχόλησή του Ζερβού είναι το έργο ζωής που επρόκειτο να τον καταστήσει αθάνατο στην ιστορία της τέχνης: ο catalogue raisonné των έργων του Πικάσο.

Η γνωριμία του Έλληνα φιλότεχνου με τον Aνδαλουσιανό ζωγράφο είναι αναπόφευκτη, καθώς και οι δύο κινούνται στους avant-garde κύκλους του Παρισιού. Οι δύο μετανάστες συναντώνται για πρώτη φορά το 1923, στο καφέ Closerie des Lilas του Καρτιέ Λατέν, που συγκεντρώνει τον κόσμο της τέχνης της εποχής. Ο Πικάσο ασκεί με τη μυστηριώδη, σχεδόν μυστικιστική, προσωπικότητά του μοναδική επίδραση στον Ζερβό, ο οποίος έχει αρχίσει να συγκροτεί την καλλιτεχνική και πολιτική ταυτότητά του.

Γνωρίζοντας ότι είναι ο κορυφαίος μεταξύ των σύγχρονων συναδέλφων του, ο Ισπανός θέλει να φτιάξει έναν κατάλογο με όλα τα έργα του. Ο κατάλογος θα του δώσει την ευκαιρία να αποδείξει την καλλιτεχνική του ιδιοφυΐα, αλλά και να στοχαστεί για το έργο του αναζητώντας νέες διεξόδους σε μία έντονα πρωτεϊκή καλλιτεχνική παραγωγή, εύπλαστη σε εξωτερικές επιδράσεις και επιρροές. Το εγχείρημα αναλαμβάνει με μοναδικό ζήλο ο Ζερβός και ο πρώτος τόμος εκδίδεται το 1932, χρονιά μεγάλης οικονομικής ύφεσης λόγω του πρόσφατου Κραχ. Οι πωλήσεις είναι απογοητευτικές και ο Ζερβός αναγκάζεται να πωλήσει το αυτοκίνητο και το διαμέρισμά του και επιπλέον να δανειστεί χρήματα από τον αδερφό του προκειμένου να μην κλείσει τις εκδόσεις του.

Παρόλα αυτά, ο κατάλογος αλλάζει για πάντα τον τρόπο με τον οποίο θα παράγονται από εδώ και πέρα οι catalogue raisonné. Το χαρτί είναι σκληρό και καλής ποιότητας και δίνει στους αναγνώστες τη δυνατότητα όχι μόνο να αφουγκραστούν, αλλά να νιώσουν στα χέρια τους τα έργα. Οι απεικονίσεις, αν και ασπρόμαυρες, είναι μεγάλες για την εποχή και το μέγεθος της επιχείρησης του Ζερβού. Αν και κανένας τόμος δεν ξεπερνά τις 200 σελίδες, όλοι τους είναι βαριοί σαν λογιστικά βιβλία βικτωριανής εποχής. Παρά τα προβλήματα λόγω των οικονομικών εμποδίων, έχει γίνει η αρχή ενός έργου που θα προβάλλει εντέλει περισσότερα από 16.000 αριστουργήματα του Πικάσο.

Το σημαντικότερο προτέρημα του catalogue raisonné είναι ότι αποτελεί πόνημα της 40χρονης στενής συνεργασίας του Πικάσο με τον Ζερβό, κάτι που του επιτρέπει να εμπεριέχει σημαντικές πτυχές της καλλιτεχνικής δημιουργίας του ζωγράφου, όπως γράμματα και απόψεις του Πικάσο για διάφορα καλλιτεχνικά ζητήματα. Η εμμονική αφοσίωση του Ζερβού στο έργο του Ισπανού μετέτρεψε τον catalogue raisonné μία πλήρη απογραφή, ένα καλλιτεχνικό timelapse του τι συνέβαινε στη ζωή του Ισπανού. Όπως είπε ο σημαντικότερος βιογράφος του Πικάσο, σερ Τζον Ρίτσαρντσον, «ο Ζερβός είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία όλοι οι συγγραφείς πρέπει να χτίσουν κάθε ιστορία που αφορά στον Πικάσο».

Παράλληλα, ο Πικάσο δίνει στον Ζερβό πληροφορίες που διορθώνουν λάθη των κριτικών και curators γύρω από το έργο του. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του διευθυντή του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, Άλφρεντ Μπαρ, ο οποίος υποστήριξε ότι ο πριμιτιβισμός των Δεσποινίδων της Αβινιόν εκφράζει την επιρροή που είχε στον Πικάσο η τέχνη της Ακτής Ελεφαντοστού και του Γαλλικού Κονγκό. Ο Πικάσο, εκνευρισμένος με την αβάσιμη παρατήρηση, ζητά από τον Ζερβό να συμπεριλάβει μία σημείωση στον κατάλογο: το έργο δεν είχε καθόλου επηρεαστεί από την αφρικανική τέχνη, αλλά από ανάγλυφα της ισπανικής πόλης Οσούνα που είχε δει στο Μουσείο του Λούβρου ένα χρόνο πριν δημιουργήσει τις Δεσποινίδες.

Ο catalogue raisonné αποτέλεσε και για τον Κριστιάν Ζερβό μία μοναδική ευκαιρία να αποθεώσει τον φίλο του ως τον κορυφαίο εκπρόσωπο της σύγχρονης τέχνης, δίνοντας σε βιογράφους, μελετητές και απλούς θαυμαστές του Ανδαλουσιανού τη δυνατότητα να “αγγίξουν” το έργο του. Και αυτό έγινε στο πλαίσιο μίας βαθιάς και αμοιβαίας φιλίας, θαυμασμού και κοινής αντίληψης των πραγμάτων. Οι συζητήσεις τους στα Cahiers d’Art γύρω από τα διάφορα καλλιτεχνικά θέματα δεν έχουν τέλος, προσφέροντας σε σύγχρονους και κατοπινούς μελετητές τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με το καλλιτεχνικό μεγαλείο του Πικάσο, όχι μόνο στην τελική απεικόνισή του, αλλά κυρίως στη σύλληψη και την εκτέλεσή του.

Οι δύο τους ήταν αχώριστοι. Τους έβρισκε κανείς στο Café de Flore, το Deux Magots ή τη φάρμα του Ζερβού και της Ιβόν στο Βεζελέ της Βουργουνδίας. Όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά της η μητέρα δύο παιδιών του Πικάσο, Φρανσουάζ Ζιλό, ο Ζερβός επισκεπτόταν σε σταθερή βάση τον Ισπανό για να φωτογραφίσει πρώτος τα νέα έργα.

Ταυτόχρονα, οι πολιτικές ιδέες των δύο ανδρών τους έφεραν πιο κοντά, αφού τα κομμουνιστικά ιδεώδη του Ζερβού τον έκαναν να θαυμάζει τον Πικάσο για την στάση και τις ιδέες του κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου. Για το Ζερβό, η Guernica ήταν αξεπέραστη, μία γνήσια ηρωική καλλιτεχνική μαρτυρία χωρίς προηγούμενο ή επόμενο και ήταν πάντα έτοιμος να τα βάλει με όποιον τολμούσε να επιτεθεί στον φίλο του, όπως στον Καρλ Γιουνγκ που πίστευε πως ο Πικάσο «ήταν δαιμονισμένα γοητευμένος από την ασχήμια και το κακό».

Η ζωή δεν ήθελε ο Ζερβός να ολοκληρώσει τον κατάλογο με όλα τα έργα του αγαπημένου του ζωγράφου και φίλου. Το Ιανουάριο του 1970, κι ενώ βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη οι προετοιμασίες για μια μεγάλη έκθεση του Πικάσο στην Αβινιόν, η Ιβόν έφυγε από τη ζωή. Το γεγονός καταβάλλει ψυχικά τον Ζερβό, που λίγο αργότερα πεθαίνει από καρδιακή προβολή σε ηλικία 81 ετών. Τον Δεκέμβρη του ίδιου έτους πραγματοποιείται στο Grand Palais του Παρισιού έκθεση προς τιμήν του Κριστιάν και της Ιβόν, όπου εκτίθεται το σύνολο της συλλογής τους από έργα τέχνης. Ο 33oς και τελευταίος τόμος του καταλόγου εκδόθηκε το 1978. Ο Ζερβός άφησε όλη του την περιουσία στο Βεζελέ, όπου το Musée Zervos φιλοξενεί το εκδοτικό του αρχείο και έργα της συλλογή του, ενώ στη μνήμη του Κριστιάν και της Ιβόνης λειτουργεί το ίδρυμα Fondation Christian et Yvonne Zervos.

Αν και η μοίρα αφιέρωσε στον Ζερβό μία «ήσυχη» γωνία στην ιστορία της τέχνης, το στίγμα του παραμένει ανεξίτηλο, αφού χωρίς αυτόν δεν θα ξέραμε τον Πικάσο όπως μπορούμε να τον ξέρουμε σήμερα. Χάρη στον Σταφάν Άρενμπεργκ, έναν Σουηδό συλλέκτη μοντέρνας τέχνης που από παιδί αγαπούσε τα Τετράδια που έφερνε στο σπίτι ο πατέρας του και τελικά τα αγόρασε, ο catalogue raisonné επανεκδόθηκε το 2013, με αρχική τιμή 15.000 δολάρια, ενώ πλέον αποτιμάται στα 25.000 δολάρια. Μικρό το τίμημα αν σκεφτεί κανείς ότι μιλάμε για το πολυτιμότερο πόνημα μίας ακριβής φιλίας μεταξύ δύο πρωτοπόρων της τέχνης.

 

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πήρε το δημοσιογραφικό βάπτισμα του πυρός στην Popaganda. Εργάστηκε στο γερμανικό κανάλι Offener Kanal και το Vice και συνεργάζεται ως fixer/producer με διεθνή ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ. Έχει ασχοληθεί με το βίντεο και τη φωτογραφία.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus
 

Γίναμε τριών!

Η δημοσιογραφία απαιτεί χρόνο, δουλειά και χρήματα.
Γίνε κι εσύ συνδρομητής και εξασφάλισε ότι θα συνεχίσουμε. Γράψου τώρα

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.