Πόσο αθώα είναι τα WikiLeaks;

Όλο και περισσότεροι θαυμαστές των WikiLeaks δυσκολεύονται να υπερασπιστούν τις μεθόδους που ακολουθεί ο ιδρυτής τους, κάνοντας λόγο για έναν άνθρωπο που πλέον ενδιαφέρεται κυρίως για τη συντήρηση του μύθου του. Ποιοι πληρώνουν το τίμημα της απόλυτης διαφάνειας που υπηρετούν τα WikiLeaks και με ποιους κάνει συμμαχίες ο Ασάνζ;
Χρόνος ανάγνωσης: 
18
'

Τους τελευταίους μήνες ο ιδρυτής των WikiLeaks έχει επανειλημμένα προκαλέσει τις οργισμένες αντιδράσεις ακτιβιστών για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς στο πλαίσιο των αποκαλύψεων απόρρητων εγγράφων, έκανε ταυτόχρονα διαθέσιμα στην παγκόσμια κοινότητα στοιχεία και ευαίσθητες πληροφορίες χιλιάδων ανθρώπων. Ο ίδιος έχει σε όλες τις περιπτώσεις αρνηθεί τις κατηγορίες, αποδίδοντας στους επικριτές του από ανικανότητα έως ύποπτα κίνητρα.

Πριν πέντε χρόνια, χάρη στα WikiLeaks είδαν το φως της δημοσιότητας μια σειρά από εγκλήματα του αμερικανικού στρατού στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, καθώς και πλήθος περιπτώσεων διαφθοράς και κατάχρησης εξουσίας σε ολόκληρο τον κόσμο. Υπό αυτήν την έννοια, η προσφορά του ιδρυτή τους στην ενημέρωση της παγκόσμιας κοινότητας γύρω από τις αυθαιρεσίες της εξουσίας είναι ανεκτίμητη.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή, ο πολύ πραγματικός αντίκτυπος που μπορεί να έχουν οι θεωρίες του Ασάνζ περί απόλυτης διαφάνειας, προκαλούν όλο και μεγαλύτερη ανησυχία. Και καθώς τα χρόνια περνούν, πληθαίνουν όσοι διατυπώνουν επιφυλάξεις για τις μεθόδους του και τις συμμαχίες του. Οι επικριτές του κάνουν λόγο για έναν άνθρωπο που βλέπει παντού συνωμοσίες, χωρίζει τον κόσμο σε οπαδούς και εχθρούς, είναι έτοιμος να κάνει συμμαχίες με πρόσωπα αμφιλεγόμενα και πολιτικούς που δεν τρέφουν μεγάλο σεβασμό για τα ανθρώπινα δικαιώματα, κι ενδιαφέρεται μόνο για τη συντήρηση του μύθου του –με κάθε τίμημα.

Το ενδιαφέρον είναι ότι στις τάξεις των επικριτών του εντάσσονται όλο και περισσότεροι πρώην συνοδοιπόροι και συνεργάτες του. Πολλοί από αυτούς, καθώς και ακτιβιστές που έχουν ασκήσει κριτική στις μεθόδους των WikiLeaks, έχουν διαμαρτυρηθεί ότι έχουν γίνει στόχος άγριων διαδικτυακών επιθέσεων από οπαδούς του Ασάνζ. Τι κάνει, όμως, τόσους ανθρώπους που συστρατεύθηκαν στο όραμα των WikiLeaks να παίρνουν αποστάσεις από τον ιδρυτή τους;

Οι μαθητριούλες που κουτσομπολεύουν

Τον Φεβρουάριο του 2011 ο Ίαν Χίσλοπ, εκδότης του σατιρικού βρετανικού περιοδικού επικαιρότητας Private Eye, δημοσίευσε μια τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον ιδρυτή των WikiLeaks. Ο Ασάνζ είχε τηλεφωνήσει στον δημοσιογράφο προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για πρόσφατο ρεπορτάζ γύρω από έναν συνεργάτη των WikiLeaks. Σύμφωνα με τον Ασάνζ, το άρθρο ήταν «μπούρδα». «Τον ρώτησα υπό ποιαν έννοια ήταν μπούρδα, αλλά δεν ήταν σε θέση να μου εξηγήσει καθώς, όπως είπε, δεν το είχε διαβάσει. Αρχίζαμε, λοιπόν, με ένα μειονέκτημα. Αφού του έκανα μια περίληψη –το ρεπορτάζ αφορούσε έναν συνεργάτη των WikiLeaks στη Ρωσία, ο οποίος είχε ιστορικό αντισημιτισμού– απάντησε ότι τόσο εγώ όσο και το περιοδικό θα έπρεπε να ντρεπόμαστε που συστρατευθήκαμε στη διεθνή συνωμοσία εναντίον των WikiLeaks. Το ρεπορτάζ ήταν, λέει, μια ολοφάνερη προσπάθεια να στερήσουμε τον ίδιο και τον οργανισμό του από την υποστήριξη και τις δωρεές Εβραίων και μάλιστα ήξερε ποιος το είχε γράψει. Κατονόμασε έναν γνωστό ρεπόρτερ, ο οποίος δεν είχε καμία απολύτως σχέση με το άρθρο», έγραψε ο Χίσλοπ.

Ο Ασάνζ, όμως, ήταν βέβαιος ότι το Private Eye ήταν μέρος μιας συνωμοσίας της οποίας ηγούνταν η Guardian. Το 2010, ο Ασάνζ είχε συνεργαστεί επί μήνες στενά με την εφημερίδα, που ήταν ένα από τα πέντε έντυπα που συμμετείχαν στις αποκαλύψεις των WikiLeaks. Πρωταγωνιστικό ρόλο στη συνωμοσία είχαν, υποτίθεται, ο δημοσιογράφος της εφημερίδας Ντέβιντ Λι, ο διευθυντής της Άλαν Ράσμπριτζερ και ο δημοσιογράφος Τζον Κάμπφνερ, διευθυντής τότε της οργάνωσης Index on Censorship, όλοι εκ των οποίων, σύμφωνα με τον Ασάνζ «είναι Εβραίοι». Ο Χίσλοπ τότε τον ενημέρωσε ότι ο Ράσμπριτζερ δεν είναι Εβραίος. Ο Ασάνζ το αντιπαρήλθε: Αυτό δεν έχει σημασία, ο Ράσμπριτζερ είναι «περίπου Εβραίος», καθώς είναι παντρεμένος με την κουνιάδα του Λι. Όταν ο Χίσλοπ εξέφρασε αμφιβολίες για το κατά πόσον η θεωρία περί εβραϊκής συνωμοσίας μπορούσε να καταρρίψει τα στοιχεία του ρεπορτάζ, ο Ασάνζ άλλαξε γνώμη. «Ξέχνα το εβραϊκό», είπε.

Οι δημοσιογράφοι της Guardian είχαν, λέει, έναν άλλο λόγο να θέλουν να τον συνθλίψουν: Δεν μπορούσαν πια να τον κατακλέβουν, αρπάζοντας χάρη σε αυτόν εκατομμύρια δολάρια. Το άλλο ατόπημα που σύμφωνα με τον Ασάνζ είχαν διαπράξει, ήταν ότι δημοσίευσαν στοιχεία που περιείχε ο φάκελός του στη σουηδική αστυνομία, δηλαδή τις λεπτομέρειες από τις καταγγελίες δύο γυναικών που τον κατηγορούσαν για σεξουαλική παρενόχληση και βιασμό. Πάντως, το πιο απρόσμενο σχόλιο που σύμφωνα με τον Χίσλοπ έκανε ο Ασάνζ, ήταν πως οι δημοσιογράφοι του Guardian «απέτυχαν στο τεστ ανδρισμού. Συμπεριφέρθηκαν σαν μαθητριούλες που κουτσομπολεύουν». Ο Χίσλοπ παρατήρησε ότι εάν οι γνωστοί κατσούφηδες του Guardian του θύμισαν μαθητριούλες, τότε οι συντάκτες του Private Eye θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη απογοήτευση.

Σύμφωνα με τον Ασάνζ, τίποτε από αυτήν τη διήγηση του Χίσλοπ δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μέσω Τwitter, ο Ασάνζ δήλωσε ότι ο Χίσλοπ διαστρέβλωσε ή επινόησε σχεδόν όλα του τα λόγια –και ειδικά τα περί εβραϊκής συνωμοσίας. «Τα WikiLeaks προάγουν το ιδεώδες της “επιστημονικής δημοσιογραφίας”, όπου τα αποδεικτικά στοιχεία είναι στη διάθεση του αναγνώστη ακριβώς για να αποφεύγεται αυτού του τύπου η διαστρέβλωση», ανέφερε μεταξύ άλλων.

Τα WikiLeaks μετρούν παράπλευρες απώλειες

Σύμφωνα με δημοσιογράφους της Guardian που μίλησαν στο inside story, η ρήξη με τον Τζούλιαν Ασάνζ συνδέεται με τη διαφορετική φιλοσοφία τους γύρω από τη διαχείριση των προσωπικών δεδομένων που περιέχονται σε διαβαθμισμένα έγγραφα. Οι μεγαλύτερες δυσκολίες που είχαν προκειμένου να φτάσουν σε μια συμφωνία με τα WikiLeaks, αφορούσαν τα τηλεγραφήματα του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών. Τότε κλήθηκαν όλοι να διαχειριστούν έναν πρωτόγνωρο όγκο πληροφοριών. Η επεξεργασία του ήταν έτσι κι αλλιώς ένας τεράστιος άθλος: Επί πολλά μερόνυχτα, μια μικρή ομάδα από συντάκτες μελετούσε εξονυχιστικά τα διπλωματικά τηλεγραφήματα με στόχο όχι μόνο να εντοπίσουν τις ειδήσεις και τις ιστορίες που έπρεπε να αναδείξουν, αλλά και να αξιολογήσουν τους κινδύνους που μπορεί να προέκυπταν από τη δημοσίευση αυτών των ιστοριών.

Οι διπλωμάτες και τα δημόσια πρόσωπα δεν έτυχαν καμίας προστασίας, όπως ήταν αυτονόητο. Αλλά η εφημερίδα θεωρούσε ότι θα έπρεπε να ισχύσει το ίδιο και για τους πολίτες, τα ονόματα των οποίων αναφέρονταν στα έγγραφα. Οι συντάκτες της Guardian φρόντιζαν να αφαιρούν τα ονόματα και κάθε είδους πληροφορία που μπορούσε να οδηγήσει σε αναγνώριση και εντοπισμό κάποιου ατόμου. Επρόκειτο, άλλωστε, για ανθρώπους που ζούσαν σε αυταρχικά καθεστώτα και δικτατορίες, αντικαθεστωτικούς και ακτιβιστές που είχαν κάθε λόγο να καλύπτουν τα ίχνη τους, ή θύματα κακοποίησης και πολιτικών διώξεων. Εάν, για παράδειγμα, γινόταν γνωστό ότι ένας ακτιβιστής για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο Ουζμπεκιστάν είχε επαφές με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η ζωή του θα έμπαινε σε κίνδυνο. Γι’ αυτό και ζητήθηκε από τους ανταποκριτές της εφημερίδας να εξετάσουν ο καθένας τα διπλωματικά τηλεγραφήματα που αφορούσαν τη χώρα την οποία κάλυπτε. Την ίδια τακτική και ανάλογες μεθόδους εργασίας είχαν ακολουθήσει και οι συντάκτες των New York Times και του Der Spiegel.

Σύμφωνα με ρεπόρτερ της Guardian που συνεργάστηκαν μαζί του, ο Ασάνζ δεν ήταν ευχαριστημένος με αυτήν την απόφαση, καθώς είναι οπαδός της απόλυτης διαφάνειας. Ενδεικτικό είναι ένα περιστατικό που καταγράφουν οι Ντέιβιντ Λι και Λουκ Χάρντιγκ στο βιβλίο «WikiLeaks: Inside Julian Assange's War on Secrecy». Στο τέλος μιας από τις πολλές ημέρες εντατικής εργασίας που περνούσαν μαζί, μια μικρή παρέα δημοσιογράφων κάλεσαν τον Ασάνζ σε δείπνο σε ένα καλό ισπανικό εστιατόριο στο κέντρο του Λονδίνου. Εκεί, ένας από τους δημοσιογράφους προσπαθούσε να τον πείσει ότι αν δημοσίευε στην πλατφόρμα των WikiLeaks τα διπλωματικά έγγραφα που αφορούσαν το Αφγανιστάν χωρίς να μαυρίσει τα ονόματα των πολιτών που είχαν επαφές ή συνεργασία με τους Αμερικανούς, θα τους έβαζε σε θανάσιμο κίνδυνο. «Και λοιπόν; Πληροφοριοδότες είναι», απάντησε ο Ασάνζ. «Εάν σκοτωθούν, θα το έχουν προκαλέσει οι ίδιοι. Τους αξίζει». Στο τραπέζι έπεσε σιωπή. Τελικά ο Ασάνζ πείστηκε να συμφωνήσει στην απόκρυψη ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Έξι μήνες αργότερα άλλαξε γνώμη και ανέβασε στην πλατφόρμα όλα τα διαβαθμισμένα έγγραφα χωρίς καμία επεξεργασία.

Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο, πάντως, που να αποδεικνύει ότι κάποιο από τα πρόσωπα που κατονομάζονται στα διπλωματικά τηλεγραφήματα που αποκάλυψε ο Ασάνζ υπέστη συνέπειες. Με μία εξαίρεση. O Αιθίοπας δημοσιογράφος Αργκάβ Ασίνε αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την χώρα του όταν διέρρευσε, μέσω των WikiLeaks, ένα τηλεγράφημα που ανέφερε ότι είχε συναντηθεί με αξιωματούχο της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αντίς Αμπέμπα για να τον ενημερώσει ότι, σύμφωνα με πηγή του στην κυβέρνηση, υπήρχε σχέδιο για την καταστολή των αντικαθεστωτικών δημοσιογράφων. Μετά την αποκάλυψη των WikiLeaks, ο Ασίνε κλήθηκε από την Αστυνομία για ανάκριση προκειμένου να αποκαλύψει το όνομα της πηγής του. Όταν ο δημοσιογράφος αρνήθηκε να δώσει τα στοιχεία του πληροφοριοδότη του, οι ανακριτές τον προειδοποίησαν ότι αν δεν άλλαζε γνώμη, θα έπρεπε να αναμένει συνέπειες. Ο Ασίνε αποφάσισε να αυτοεξοριστεί.

Το περασμένο καλοκαίρι η πλατφόρμα των WikiLeaks έδωσε στη δημοσιότητα σχεδόν 20.000 ηλεκτρονικά μηνύματα στελεχών της Εθνικής Επιτροπής των Δημοκρατικών, που αποδείκνυαν πως το κόμμα ευνοούσε ανοιχτά τη Χίλαρι Κλίντον εις βάρος του Μπέρνι Σάντερς. Έως εκεί όλα καλά, λένε οι επικριτές των μεθόδων του Ασάνζ, παρατηρώντας ότι δεν έχει καμία σημασία εάν ο Αυστραλός πρώην χάκερ άντλησε ταυτόχρονα προσωπική ικανοποίηση καταφέρνοντας ένα σοβαρό χτύπημα στην Κλίντον, καθώς είναι γνωστό ότι τρέφει μεγάλη αντιπάθεια προς το πρόσωπό της. Tόσο μεγάλη, που όταν εκείνη αρρώστησε με πνευμονία πριν μερικές μέρες, αντέδρασε όχι πολύ κομψά:

Το σημαντικό είναι ότι το περιεχόμενο των χακαρισμένων μέιλ των Δημοκρατικών φωτίζει ένα γεγονός που ενδιαφέρει τους Αμερικανούς ψηφοφόρους. Υπάρχουν όμως δύο σημεία που όλοι επισημαίνουν: Το ένα αφορά την πιθανολογούμενη ανάμιξη της Ρωσίας στην κλοπή των στοιχείων. Το δεύτερο αφορά τη δημοσιοποίηση των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων χιλιάδων Αμερικανών πολιτών. Διότι μαζί με τα εσωτερικά μέμο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, οι χάκερ έκλεψαν και τα αυτοματοποιημένα μηνύματα χιλιάδων ανθρώπων που συνεισέφεραν οικονομικά στην καμπάνια των Δημοκρατικών. Άνθρωποι που έδωσαν ακόμη και λίγα δολάρια βρέθηκαν να κινδυνεύουν με κλοπή των στοιχείων τους, εφόσον τα WikiLeaks ανέβασαν τις πλήρεις βάσεις δεδομένων που περιέχουν ονόματα, αριθμούς πιστωτικών καρτών, αριθμούς κοινωνικής ασφάλισης, μέχρι και αριθμούς διαβατηρίων. Απαντώντας μέσω του λογαριασμού των WikiLeaks στο Τwitter σε όσους σχολίασαν οργισμένα την ανευθυνότητά του, ο Ασάνζ δήλωσε ότι αυτά τα στοιχεία «είναι σημαντικά για την ερευνητική δημοσιογραφία».

 

Ωστόσο δεν εξήγησε για ποιο λόγο και πώς θα ήταν αξιοποιήσιμα από τους δημοσιογράφους. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η απάντηση είναι εξαιρετικά διαφωτιστική σε ό,τι αφορά τις αντιλήψεις του Ασάνζ γύρω από τη διαφάνεια και την προστασία προσωπικών δεδομένων. Η διαρροή προκάλεσε σχόλιο του Έντουαρντ Σνόουντεν, ο οποίος παρατήρησε ότι ενώ τα WikiLeaks έχουν συμβάλει στον εκδημοκρατισμό της πληροφορίας, είναι σφάλμα να μην επιμελούνται σε κάποιο βαθμό το υλικό τους. Ο Ασάνζ –ο οποίος μάλλον χειρίζεται προσωπικά τον λογαριασμό των WikiLeaks στο Twitter– απάντησε πολύ επιθετικά: «Ο οπορτουνισμός δεν θα σου εξασφαλίσει χάρη από την Κλίντον...».

Την ίδια περίοδο τα WikiLeaks προχώρησαν σε μια πολλά υποσχόμενη αποκάλυψη, που κατέληξε στο φιάσκο των υποτιθέμενων «φακέλων Έρντογαν». Λίγες ημέρες μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα που συγκλόνισε την Τουρκία, ανήγγειλαν ότι δίνουν στη δημοσιότητα 300.000 εσωτερικά μηνύματα του κυβερνώντος κόμματος ΑΚΡ. Υποτίθεται ότι είχαν περιέλθει στη διάθεση της πλατφόρμας μια εβδομάδα πριν το πραξικόπημα. Όμως ο θησαυρός αποδείχτηκε άνθρακας, αφού η αλληλογραφία δεν αφορούσε στελέχη κοντά στην ηγεσία του κόμματος ή έστω σε θέσεις εξουσίας. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν μηνύματα απλών ψηφοφόρων προς το ΑΚΡ –για να στείλουν ευχές, να ζητήσουν δουλειά, ή να διαμαρτυρηθούν για χαλασμένους δρόμους. Το δυσάρεστο, ωστόσο, ήταν ότι μαζί με αυτόν τον εντελώς αδιάφορο «φάκελο Έρντογαν», στην πλατφόρμα των WikiLeaks υπήρχε και ένα λινκ σε βάσεις δεδομένων που περιείχαν τα προσωπικά δεδομένα εκατομμυρίων γυναικών. Τη βάση δεδομένων είχε ανεβάσει πρώτος στο διαδίκτυο ο Αμερικανός μπλόγκερ για θέματα εθνικής ασφάλειας Μάικλ Μπεστ, ο οποίος και την έστειλε στα WikiLeaks. Ούτε ο Μπεστ μιλάει τουρκικά, όμως. Με λίγα λόγια, κανείς από όσους έκαναν διαθέσιμα στην παγκόσμια κοινότητα τα στοιχεία εκατομμυρίων γυναικών, δεν ήξερε τουρκικά για να συνειδητοποιήσει τι κάνει. Την υπόθεση αποκάλυψε η Ζεϊνέπ Τουφεκτσί, συνεργάτης του Ινστιτούτου Μπέρκμαν του Χάρβαρντ, η οποία ασχολείται με την επίδραση της τεχνολογίας στην κοινωνία και τις κοινωνικές αλλαγές. Ο Μπεστ έσπευσε να απολογηθεί και να κατεβάσει τη βάση δεδομένων.

Τα WikiLeaks δεν έκριναν σκόπιμο να κάνουν το ίδιο. Όπως γράφει η Τουφεκτσί, όταν θέλησε να εξηγήσει την κατάσταση στα WikiLeaks επιμένοντας ότι φέρουν ευθύνη για τους κινδύνους που μπορεί να αντιμετωπίσουν αυτές οι γυναίκες εφόσον διατηρούν το λινκ στην πλατφόρμα τους, η απάντηση ήταν ότι η Τουφεκτσί κάνει κακή δημοσιογραφία και είναι όργανο του Έρντογαν. Επιπλέον, ο Ασάνζ την μπλόκαρε στο Τwitter.

Για να επεξεργαστεί κανείς τον τεράστιο όγκο των απόρρητων εγγράφων που κατά καιρούς ανεβάζουν στο διαδίκτυο τα WikiLeaks, πρέπει συνήθως να έχει ένα ειδικό ενδιαφέρον για το θέμα που κάθε φορά πραγματεύονται. Πρόσβαση έχουν φυσικά οι πάντες –από ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων έως στελέχη αυταρχικών καθεστώτων, ο καθένας από τους οποίους μπορεί να τα αξιοποιήσει ανάλογα με τις επιδιώξεις του. Αυτή τη λεπτομέρεια, που ενδεχομένως τείνει να θεωρείται δευτερεύουσα, θέλησαν να αναδείξουν οι ρεπόρτερ του AP, οι οποίοι μελέτησαν ένα μεγάλο μέρος από τα απόρρητα έγγραφα του υπουργείου Εξωτερικών της Σαουδικής Αραβίας που εξασφάλισε και δημοσίευσε η πλατφόρμα των WikiLeaks. Διαπίστωσαν ότι ανάμεσα σε αυτά περιλαμβάνονται πληροφορίες και προσωπικά δεδομένα εκατοντάδων πολιτών. Έτσι, αν κάποιος το θελήσει, μπορεί να έχει πρόσβαση (μεταξύ άλλων) στα πλήρη στοιχεία δύο εφήβων που έχουν πέσει θύματα βιασμού, γυναικών που έχουν κακοποιηθεί, καθώς και ομοφυλόφιλων ανδρών –την στιγμή που στη Σαουδική Αραβία η ομοφυλοφιλία τιμωρείται με ποινή θανάτου. Οι δημοσιογράφοι του ΑΡ ανακάλυψαν ακόμη και μεγάλο αριθμό από ιατρικούς φακέλους ασθενών. Ανάμεσά τους είναι βαριά άρρωστα παιδιά, ενήλικες που πάσχουν από σοβαρές ψυχικές ασθένειες και πρόσφυγες. Ανεβάζοντας τα απόρρητα έγγραφα, τα WikiLeaks έκαναν διαθέσιμα όλα αυτά τα ευαίσθητα δεδομένα σε κάθε ενδιαφερόμενο. Το ρεπορτάζ αντιμετωπίστηκε από τον Ασάνζ με περιφρόνηση. Απαντώντας πάλι μέσω Τwitter, το χαρακτήρισε «γελοίο», προσθέτοντας ότι το δημοσίευμα είναι μέρος της εκστρατείας των μεγάλων αμερικανικών μέσων ενημέρωσης υπέρ της Χίλαρι.

Ποιος είναι ο Ίζραελ Σαμίρ;

Τον Φεβρουάριο του 2011, η διεθνής ΜΚΟ Index on Censorship, με ιστορία 44 ετών στον αγώνα για την υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου, έδωσε στη δημοσιότητα μια ανοιχτή επιστολή προς τα WikiLeaks. Το θέμα της επιστολής αφορούσε τον Ίζραελ Σαμίρ, φερόμενο ως συνεργάτη των WikiLeaks στη Ρωσία και την Ανατολική Ευρώπη, ο οποίος είχε επιβεβαιώσει ότι είχε στη διάθεσή του τα απόρρητα τηλεγραφήματα του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών που αφορούσαν τη Λευκορωσία. Στις 19 Δεκεμβρίου του 2010, λίγο πριν από τη διεξαγωγή προεδρικών εκλογών στη Λευκορωσία, ο Σαμίρ είχε ταξιδέψει στο Μινσκ, όπου είχε επαφές με στενό συνεργάτη του προέδρου Αλεξάντρ Λουκασένκο. Δύο μέρες αργότερα, ο Λουκασένκο ανακοίνωνε ότι είχε στη διάθεσή του διαβαθμισμένα έγγραφα του αμερικανικού ΥΠΕΞ, που περιλάμβαναν ονόματα αντικαθεστωτικών και μελών της αντιπολίτευσης. Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες της Index on Censorship, τα έγγραφα είχαν παραδοθεί στον Λουκασένκο από τον Σαμίρ και η οργάνωση ανησυχούσε ότι αυτό έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τους αντικαθεστωτικούς ακτιβιστές για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. 

Ποιος είναι όμως ο Ίζραελ Σαμίρ; Σύμφωνα με τα στοιχεία που ο ίδιος δίνει, γεννήθηκε στη Σιβηρία σε οικογένεια Εβραίων της Ρωσίας, έζησε χρόνια στο Ισραήλ, κάποια στιγμή βαπτίστηκε ελληνορθόδοξος χριστιανός και σήμερα είναι Σουηδός πολίτης. Αρνητής του Ολοκαυτώματος και γνωστός για τις αντισημιτικές απόψεις του, ο Σαμίρ είναι θαυμαστής του Καντάφι, του Αχμαντινετζάντ, του Πούτιν, του Τσάβεζ, του Κάστρο, αλλά και του Πολ Ποτ, όπως αποδεικνύει η πλούσια σχετική αρθρογραφία του. Είναι ιδιαίτερα ένθερμος υποστηρικτής και του Αλεξάντρ Λουκασένκο, του αυταρχικού προέδρου της Λευκορωσίας που έχει χαρακτηριστεί και «τελευταίος δικτάτορας της Ευρώπης».

Σε άρθρο του στις 31 Δεκεμβρίου 2010 στο αμερικανικό CounterPunch, ένα μικρό περιοδικό της ριζοσπαστικής αριστεράς, έγραψε ότι βρέθηκε στο Μινσκ ως ένας από τους διεθνείς παρατηρητές των προεδρικών εκλογών, όπου διαπίστωσε ότι, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, οι πολίτες της χώρας ήταν πολύ ευτυχισμένοι και απολύτως ικανοποιημένοι από την κυβέρνησή τους. «Υπάρχουν ωστόσο κι εκείνοι που προτιμούν τα δολάρια από τον πατριωτισμό. Μπορεί κανείς πάντα να βασίζεται στους φιλοδυτικούς που κατεβαίνουν με τα Gucci τους να διαδηλώσουν ενάντια στις επιλογές της πλειοψηφίας», έγραφε ο Σαμίρ, προσθέτοντας ότι η αντιπολίτευση παίρνει χρήματα από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, τον Τζορτζ Σόρος και τη CIA. Στο ίδιο άρθρο υποστήριζε ότι για την ταμπέλα του δικτάτορα που έχουν διάφοροι κολλήσει στον Λουκασένκο φταίει το γεγονός πως ο Λευκορώσος πρόεδρος αρνήθηκε να παίξει με τους κανόνες του ΔΝΤ και του ΝΑΤΟ, παραμένοντας «αγκάθι στην αυτοκρατορική ισχύ των ΗΠΑ».

Με δεδομένες τις θέσεις του Σαμίρ, όπως τις έχει επανειλημμένα διατυπώσει δημοσίως, η Index on Censorship είχε κάθε λόγο να ανησυχεί και να ζητήσει από τα WikiLeaks να εξηγήσουν ποιος ήταν ο ρόλος του στην οργάνωση και σε τι είδους απόρρητες πληροφορίες είχε πρόσβαση. Αρχικά η απάντηση των WikiLeaks ήταν ότι «δεν έχουμε ενημέρωση για φήμες». Αργότερα, όμως, όταν τα ερωτήματα σχετικά με το ρόλο του Σαμίρ άρχισαν να πληθαίνουν και να καταφτάνουν από διάφορες πλευρές, η πλατφόρμα εξέδωσε μια ανακοίνωση όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι «ορισμένοι δημοσιογράφοι και ακτιβιστές που μελετούν τα διπλωματικά τηλεγραφήματα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχουν ακραίες απόψεις πάνω σε διάφορα ζητήματα. Αυτές τις απόψεις δεν τις συμμερίζονται τα WikiLeaks...» Φαίνεται, όμως, ότι ο Ίζραελ Σαμίρ έχαιρε της εμπιστοσύνης του Ασάνζ, ο οποίος αποκλείεται να αγνοούσε τις θέσεις και τις δράσεις του δημοσιογράφου. Μάλιστα ο γιος του Σαμίρ, ο δημοσιογράφος Γιοχάνες Βάλστρεμ, ήταν ήδη μέλος του στενού πυρήνα συνεργατών του Ασάνζ και o μοναδικός δημοσιογράφος στη Σουηδία που είχε πρόσβαση στο σύνολο του υλικού των WikiLeaks.

Ο δημοσιογράφος Τζέιμς Μπολ, ο οποίος εργαζόταν για τα WikiLeaks την περίοδο που επεξεργάζονταν και δημοσίευαν τα διπλωματικά τηλεγραφήματα, έχει διηγηθεί πώς γνώρισε τον Ίζραελ Σαμίρ: Μια μέρα εμφανίστηκε ένας μεσήλικας ο οποίος συστήθηκε με το όνομα Άνταμ. Ο άνδρας προκάλεσε τις υποψίες αρκετών μελών της ομάδας όταν ζήτησε να πάρει ό,τι υλικό είχαν «για τους Εβραίους». Το αίτημά του απορρίφθηκε αλλά, σύμφωνα με τον Μπολ, όσοι θορυβημένοι ζήτησαν να μάθουν ποιος είναι ο ρόλος του Σαμίρ έλαβαν την αποστομωτική απάντηση ότι ο Ασάνζ δεν σκόπευε να εγκρίνει καμία δημόσια κριτική στο πρόσωπό του Σαμίρ, ο οποίος είναι προσωπικός του φίλος. Λίγο καιρό αργότερα ο Μπολ απομακρύνθηκε από την οργάνωση, απογοητευμένος από την άρνηση του Ασάνζ και των συνεργατών του να επιμεληθούν τα απόρρητα έγγραφα προκειμένου να μην εκθέσουν σε κίνδυνο πολίτες, τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονταν σε αυτά.

Oι δημοσιογράφοι Λουκ Χάρντιγκ και Ντέιβιντ Λι αναφέρουν στο βιβλίο τους ότι εσωτερικά έγγραφα των WikiLeaks στα οποία είχαν πρόσβαση αποδεικνύουν ότι ο Σαμίρ είχε εκδώσει στην οργάνωση απόδειξη για 2.000 ευρώ ως αμοιβή για «παροχή δημοσιογραφικών υπηρεσιών». Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι είχε αναλάβει να μελετήσει και να αναλύσει τα έγγραφα που είχαν σχέση με τη Ρωσία. Σε κάθε περίπτωση, έως και σήμερα δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ο Τζούλιαν Ασάνζ έχει διαρρήξει τις σχέσεις του με τον Ίζραελ Σαμίρ.

Είναι τα WikiLeaks στη διάθεση του Κρεμλίνου;

Η χρονική στιγμή που επέλεξε ο Ασάνζ να δώσει στη δημοσιότητα τα ηλεκτρονικά μηνύματα της Εθνικής Επιτροπής των Δημοκρατικών προκάλεσε έντονες υποψίες για πιθανή ανάμιξη της Ρωσίας στη διαρροή. Πλέον δεν είναι λίγες οι φωνές που καταλογίζουν στον Ασάνζ ότι επιτρέπει την εργαλειοποίηση της πλατφόρμας των WikiLeaks είτε από το Κρεμλίνο, είτε από μυστικές υπηρεσίες.

Μιλώντας στις 31 Ιουλίου στην εκπομπή Meet the Press του NBC, ο Ασάνζ δήλωσε: «Αυτό που μπορώ κατηγορηματικά να πω είναι ότι δημοσιεύσαμε την αλήθεια και ότι η καμπάνια του Μπέρνι Σάντερς υπονομεύθηκε με δόλιες μεθόδους από την Ντέμπι Ουόσερμαν-Σουλτς και άλλους μέσα στην Επιτροπή, έχουμε αποδείξεις γι' αυτό. Σε ό,τι αφορά οτιδήποτε άλλο, μόνο εικασίες μπορεί κανείς να κάνει» και επέμεινε ότι τα WikiLeaks προστατεύουν τις πηγές τους. Στις ιδιαίτερα επίμονες ερωτήσεις του παρουσιαστή, ο ιδρυτής των WikiLeaks απαντούσε τονίζοντας ότι εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι μόνο εάν οι πληροφορίες που του δίνουν οι πηγές του ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα:

-Δεν θα σας ενοχλούσε εάν μια κυβέρνηση επιχειρούσε να αναμιχθεί στα εσωτερικά μιας άλλης κυβέρνησης; Εάν μια κυβέρνηση σας έδινε το υλικό;

-«Αυτή είναι μια ενδιαφέρουσα υποθετική ερώτηση για τα μέσα ενημέρωσης...»

-Μα δεν θα σας ενοχλούσε;

-«Πρόκειται για μια μετα-ιστορία. Εάν με ρωτάτε κατά πόσο θα δεχόμασταν πληροφορίες από αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, τις οποίες θα είχαμε επαληθεύσει ώστε να είμαστε βέβαιοι ότι είναι ακριβείς, και εάν θα τις δημοσιεύαμε και εάν θα προστατεύαμε μετά τις πηγές μας μέσα στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, η απάντηση είναι ναι, φυσικά».

Στο κλείσιμο της εκπομπής ο δημοσιογράφος θυμίζει στον Ασάνζ ότι πριν από μερικά χρόνια διατηρούσε ένα τοκ σόου στο κανάλι RT –το οποίο ελέγχεται απολύτως από το Κρεμλίνο και θεωρείται εργαλείο της ρωσικής προπαγάνδας. Ο Ασάνζ απάντησε ότι το RT ήταν απλώς ένα ανάμεσα σε δώδεκα μέσα ενημέρωσης που είχαν αγοράσει δικαιώματα στην εκπομπή The World Tomorrow with Julian Assange, η οποία ήταν ανεξάρτητη παραγωγή. Πάντως, το RT ήταν το πρώτο μέσο ενημέρωσης που έκανε συμφωνία με τον Ασάνζ για την εκπομπή, που μεταδίδεται στα αγγλικά, αραβικά, ρωσικά και ισπανικά. Από τα υπόλοιπα έντεκα μέσα ενημέρωσης που σύμφωνα με τον Ασάνζ αγόρασαν στη συνέχεια δικαιώματα, στο σάιτ της εκπομπής αναφέρεται μόνο το ιταλικό περιοδικό L’ Espresso.

Οι υποστηρικτές της θεωρίας ότι ο Ασάνζ έχει διασυνδέσεις με το Κρεμλίνο επικαλούνται και τον πρωταγωνιστικό ρόλο που έπαιξε στην απόφαση του Σνόουντεν να ζητήσει τον Ιούνιο του 2013 άσυλο στη Μόσχα, καθώς ο ίδιος ο Ασάνζ έχει δηλώσει ότι συμβούλεψε τον Σνόουντεν να πάει στη Ρωσία. Μάλιστα, έστειλε στο αεροδρόμιο Σερεμέτιεβο την στενή συνεργάτιδά του, Βρετανίδα δημοσιογράφο Σάρα Χάρισον, η οποία ήταν παρούσα και στη συνέντευξη Τύπου του Σνόουντεν. Ξένοι ανταποκριτές στη Μόσχα έχουν επανειλημμένα εκφράσει την απορία τους για το πώς κατάφερε να πάρει βίζα μια συνεργάτης των WikiLeaks, μιας οργάνωσης που έχει αποστολή να αποκαλύπτει όσα οι κυβερνήσεις θέλουν να κρύψουν, τη στιγμή που πολλοί συνάδελφοί της δεν καταφέρνουν καν να μπουν στη χώρα για να κάνουν ρεπορτάζ.

Εάν υπάρχει έστω κι ένα ίχνος αλήθειας στη θεωρία που θέλει τον Ασάνζ να έχει αποδεχτεί να γίνει όργανο του Πούτιν, πώς εξηγείται αυτή η συνεργασία; Σύμφωνα με δημοσιογράφους της Guardian που μίλησαν στο inside story, η απάντηση βρίσκεται στους μανιχαϊκούς όρους με τους οποίους ο Αυστραλός ιδρυτής των WikiLeaks βλέπει τον κόσμο, τον οποίο χωρίζει σε εχθρούς και οπαδούς του. Από την στιγμή που θεωρεί ότι ο μεγαλύτερος εχθρός του είναι οι ΗΠΑ –και δευτερευόντως οι Σουηδέζες φεμινίστριες– οποιοσδήποτε στρέφεται εναντίον των ΗΠΑ μπορεί να είναι φίλος του. Γι’ αυτό και μπορεί να κάνει μερικές πολύ παράξενες συμμαχίες με ηγέτες και καθεστώτα που κάθε άλλο παρά σέβονται τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

O κίνδυνος έκδοσης του Ασάνζ στις ΗΠΑ

Ο Ασάνζ ζει στην Πρεσβεία του Εκουαδόρ στο Λονδίνο από τον Ιούνιο του 2012, όταν ζήτησε άσυλο προκειμένου να αποφύγει την έκδοσή του στη Σουηδία όπου θα συλλαμβανόταν προκειμένου να ανακριθεί σχετικά με τις καταγγελίες δύο γυναικών για βιασμό και σεξουαλική κακοποίηση. Ο Ασάνζ αρνείται τις κατηγορίες. Σύμφωνα με τους δικηγόρους του, ο λόγος που δεν θέλει να πάει στη Σουηδία και να απαντήσει στις ερωτήσεις της εισαγγελίας είναι ότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να τον εκδώσουν στις ΗΠΑ κι εκεί να βρεθεί αντιμέτωπος με βαριές κατηγορίες για δημοσίευση απόρρητων εγγράφων.

Οι δικηγόροι του Ασάνζ προσέφυγαν στην Ομάδα Εργασίας του ΟΗΕ για την Αυθαίρετη Κράτηση, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζονται τα δικαιώματά του, καθώς ο μόνος τρόπος να απολαμβάνει το άσυλο που του έχει δώσει η κυβέρνηση του Ισημερινού είναι μέσω της υποχρεωτικής παραμονής του στο κτίριο της πρεσβείας. Η Ομάδα Εργασίας του ΟΗΕ έκρινε υπέρ του Τζούλιαν Ασάνζ, κοινοποιώντας την γνωμοδότησή της στις κυβερνήσεις της Σουηδίας και της Βρετανίας.

Ωστόσο η γνωμοδότηση δεν είναι δεσμευτική και οι Βρετανοί επιμένουν ότι έτσι κι αλλιώς με τη θέλησή του κλείστηκε και παραμένει στην πρεσβεία. Φυσικά, αν βγει, θα τον συλλάβουν και θα τον εκδώσουν στην Στοκχόλμη εφόσον το ένταλμα των Σουηδών είναι ακόμη σε ισχύ. Οπότε η κατάσταση είναι μάλλον περίπλοκη. Φαίνεται πάντως πως υπάρχει ένας τρόπος άρσης του μακρόχρονου αυτού αδιεξόδου, αφού η Σουηδέζα εισαγγελέας Μαριάνε Νι συμφώνησε τελικά να μεταβεί η ίδια στην πρεσβεία στο Νάιτσμπριτζ του Λονδίνου ώστε να ανακρίνει εκεί τον Ασάνζ, προκειμένου να αποφασίσει αν τελικά θα του απαγγείλει ή όχι κατηγορία για το αδίκημα του βιασμού. Πριν λίγες μέρες η κυβέρνηση του Εκουαδόρ συμφώνησε με το αίτημά της. Οι λεπτομέρειες δεν έχουν ακόμη καθοριστεί. Σε συνέντευξη Τύπου που έδωσε στις 7 Σεπτεμβρίου, η Νι δήλωσε ότι ακόμη δεν έχουν καταλήξει στον τρόπο με τον οποίο θα γίνει η ανάκριση και κατά πόσο θα της επιτραπεί από την πλευρά του Εκουαδόρ να είναι αυτοπροσώπως παρούσα.

Έστω, όμως, ότι ο Ασάνζ καταλήγει στην Στοκχόλμη. Οι Αμερικανοί ουδέποτε ζήτησαν την έκδοσή του από τους Βρετανούς. Θα μπορούσαν να το έχουν κάνει προτού ο Ασάνζ καταφύγει στην πρεσβεία του Εκουαδόρ. Αλλά δεν το έκαναν. Γιατί να το κάνουν τώρα; Ήδη από τον Νοέμβριο του 2013 η εφημερίδα Washington Post είχε δημοσιεύσει ρεπορτάζ, επικαλούμενη πηγές της στο αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν είχε πρόθεση να ζητήσει τη δίωξη του Ασάνζ, καθώς αυτό θα την έφερνε στην πολύ δύσκολη θέση να πρέπει ταυτόχρονα να ασκήσει δίωξη και εναντίον των εφημερίδων New York Times και Guardian, με τις οποίες το Wikilieaks είχε συνεργαστεί.

Δημοσιεύοντας απόρρητα έγγραφα, ο Ασάνζ δεν είχε κάνει κάτι διαφορετικό από τις εφημερίδες, η ελευθερία των οποίων προστατεύεται από το Σύνταγμα της χώρας. Γι’ αυτό και ο Ασάνζ δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο από την αμερικανική δικαιοσύνη. Η Τσέλσι Μάνιγκ, που εκτίει ποινή φυλάκισης 35 ετών και ο Έντουαρντ Σνόουντεν, που οπωσδήποτε θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στο δικαστήριο εάν ποτέ επιστρέψει στις ΗΠΑ, εμπίπτουν σε διαφορετική κατηγορία, καθώς η πρώτη ήταν στον στρατό και ο δεύτερος εργαζόταν για την Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας (NSA). Εάν ο Ασάνζ εκδοθεί τελικά στη Σουηδία, είναι πιθανό ότι οι κατηγορίες εναντίον του θα εκπέσουν –άλλωστε δεν του έχουν ακόμη απαγγελθεί κατηγορίες. Το ένταλμα αφορά τη σύλληψή του προκειμένου να ανακριθεί. Μένει να δούμε εάν η σάγκα του ιδρυτή των WikiLeaks, του ανθρώπου που άλλοι βλέπουν σαν ήρωα και άλλοι σαν έναν επικίνδυνο κατά φαντασία Μεσσία, θα συνεχιστεί στη Στοκχόλμη ή στον Ισημερινό.

Έχει εργαστεί στον Ταχυδρόμο, τον Ελεύθερο Τύπο, την Ελευθεροτυπία και το Marie Claire. Ήταν European Journalism Fellow στο Βερολίνο. Το βιβλίο της «Ο τραγουδιστής του Αουσβιτς. Εστρόγκο Ναχάμα, Θεσσαλονίκη 1918 - Βερολίνο 2000» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καπόν.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.