Τα βιβλία του 2019

Η λίστα με τα βιβλία της χρονιάς είναι προϊόν αναζήτησης νέων φωνών, αγωνίας για το περιβάλλον και εύρεσης εξηγήσεων για την κατάσταση του κόσμου. Ακόμη: λογοτεχνία από δημοσιογράφους, βιβλία που εξυμνούν την αγάπη για το διάβασμα.
Χρόνος ανάγνωσης: 
26
'

Μαζί με τη λίστα με τα 100 βιβλία του 2019 κατά τους The New York Times και τα 10 καλύτερα κατά τους βιβλιοκριτικούς τους, τα βιβλία που προτείνει ο Guardian, και αυτά που προτείνουν στον Guardian οι καλύτεροι συγγραφείς της χρονιάς, τα καλύτερα της The Washington Post, του Vox, του NPR, του BuzzFeed, του Esquire, του GQ, των Times του Λονδίνου, του Slate, του BBC, των Financial Times και αυτά που επιλέγουν οι βιβλιοκριτικοί τους, της Wall Street Journal, αυτά που επιλέγουν κορυφαίοι οικονομολόγοι και επιχειρηματίες για το Bloomberg, του Publishers Weekly, του Literary Hub, του Indigo, του BookRiot, του Library Journal, τα καλύτερα κατά το Amazon, τα βραβεία του GoodReads, τα 10 καλύτερα μυθιστορήματα κατά το ΤΙΜΕ και τα 10 καλύτερα ιστορικά κατά το Smithsonian, αυτά είναι όσα επιλέγουν οι συνεργάτες του inside story.

Δεν βρίσκετε κάποια βιβλία που θεωρούσατε σίγουρο ότι θα είχαν συμπεριληφθεί; Το καλοκαίρι κάνουμε την αντίστοιχη λίστα και αν κάποιος είχε π.χ. προτείνει το Ηπειρώτικο Μοιρολόι εκεί, δεν θα το ξαναβάζαμε τώρα.

Καλή ανάγνωση, και επειδή ό,τι και να λέμε για τον Μπιλ Γκέιτς, γεγονός είναι ότι τα βιβλία που προτείνει (δυο φορές τον χρόνο) γίνονται μπεστ σέλερ, αυτές είναι και οι δικές του προτάσεις φέτος:

Δημήτρης Αναστασόπουλος

Nτέιβιντ Γουάλας-Γουέλς, Ακατοίκητη Γη: Μια ιστορία του μέλλοντος, μετ. Κωστής Πανσέληνος, Μεταίχμιο

Αφόρητοι καύσωνες, άνοδος της στάθμης της θάλασσας, πλημμύρες και τυφώνες, ξηρασία και επιδημίες. Η κλιματική αλλαγή δεν αποτελεί πια μία μελλοντική απειλή που απασχολεί τα επιστημονικά συνέδρια και τις Συνόδους Κορυφής των ισχυρών κρατών, αλλά τη βλέπουμε καθημερινά σε κάθε γωνιά του πλανήτη, είτε στις πυρκαγιές στον Αμαζόνιο είτε στις πλημμύρες στη Νοτιοανατολική Ασία είτε στην έλλειψη του πόσιμου νερού στο Κέιπ Τάουν είτε ακόμα και στον εμφύλιο της Συρίας που, όπως παραδέχονται πια οι ειδικοί, προκλήθηκε και από την ξηρασία που κατέστρεψε την αγροτική παραγωγή της χώρας.

Αλλά επιμένουμε να υποκρινόμαστε ότι αυτά τα φαινόμενα είναι περιστασιακά και ότι η κλιματική αλλαγή είναι μία απειλή που αφορά τις επόμενες γενιές. Μοιάζουμε λίγο με τον Τραμπ που μέσα στην περσινή χιονοθύελλα στις ΗΠΑ έλεγε,«αφού κάνει τόσο κρύο, τι μας λένε οι επιστήμονες για αύξηση της θερμοκρασίας». Χώνουμε το κεφάλι μας στην άμμο αρνούμενοι να δούμε ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη συμβαίνει εδώ και τώρα.

Αυτό τουλάχιστον έχει διαπιστώσει ο δημοσιογράφος του περιοδικού New York, Ντέιβιντ Γουάλας-Γουέλς. Γι’ αυτό και στην έρευνα του είναι λιτός και σαφής. Μέσα σε 300 σελίδες απαριθμεί τα δεινά που θα επιφέρει η κλιματική αλλαγή, όπως και τους αναποτελεσματικούς τρόπους στους οποίους καταφεύγουν τα κράτη για να την αντιμετωπίσουν. Ο ρυθμός της κλιματικής αλλαγής είναι ταχύτατος –ειδικά από τα τέλη του 20ου αιώνα– οπότε ο πλανήτης δεν θα σωθεί ούτε από τους δυσκίνητους γραφειοκράτες των διεθνών οργανισμών, ούτε από τους ζηλωτές της τεχνολογίας, ούτε από τους φανατικούς της οικολογίας. Θα σωθεί μόνο αν συνειδητοποιήσουμε ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τον σύγχρονο τρόπο ζωής μας, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Στο κάτω κάτω δεν μας μένουν παρά μόνο τρεις δεκαετίες και τότε θα καταλάβουμε ότι ο πολιτισμός μας έχει εξελιχθεί σε μία αδυσώπητη αυτοκτονική μηχανή.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Μαριλένα Αστραπέλλου

Μιχάλης Μαλανδράκης, Patriot, Πόλις

Θα ξεχωρίσω το βιβλίο του Μιχάλη Μαλανδράκη, το οποίο θεωρώ ένα αξιοσημείωτο ντεμπούτο από έναν συγγραφέα μόλις 23 ετών, ο οποίος μολονότι δεν γράφει για τα πράγματα που γνωρίζει πολύ καλά και αφορούν την γενιά του, προσπαθεί να μπει στα ρούχα του άλλου, του «ξένου» και να καταλάβει τι σημαίνει να θεωρείς τροχοπέδη την καταγωγή σου σε μια χώρα που ορθώνει αναχώματα στο άκουσμά της. Ο Μαλανδράκης γράφει για έναν νεαρό Αλβανό κλαρινίστα ο οποίος παρουσιάζεται ως Έλληνας προκειμένου να εξασφαλίσει μια θέση στο μουσικό σχήμα ενός νυχτερινού κέντρου και να κυνηγήσει το όνειρο μιας καλύτερης ζωής – και γιατί όχι μιας καριέρας. Με αφετηρία αυτόν τον χαρακτήρα, ο Μαλανδράκης μας οδηγεί σε σκοτεινές διαδρομές στον κόσμο της νύχτας με τα βίαια αφεντικά και τους οξύθυμους μπράβους και στήνει μια ιστορία με κινηματογραφικό σασπένς, ένα εν δυνάμει σενάριο για ταινία του Γιάννη Οικονομίδη (έστω και αν δεν διαθέτει τον αντίστοιχο καταιγισμό μπινελικίων). Για την ώρα το Patriot παραμένει μια νουβέλα που διαβάζεται σε πυρετικό ρυθμό καθώς αναζητάς την κορύφωσή της με γνήσια αγωνία. Ο Μαλανδράκης τη χτίζει μεθοδικά από τις πρώτες κιόλας σελίδες και όταν έρχεται, νιώθεις στιγμιαία ότι συνθλίβεσαι μαζί με τον πρωταγωνιστή της.

Γιώργος Βλαβιανός

Σωτήρης Ριζάς, Βενιζελισμός και αντιβενιζελισμός στις απαρχές του εθνικού διχασμού 1915-1922, Ψυχογιός

Ήμουν ανάμεσα σε δύο βιβλία. Όμως η συγκυρία, οι επέτειοι, η γενική αταξία στην περιοχή μας με οδήγησε να επιλέξω αυτό του Σωτήρη Ριζά. Για εκείνους που παρακολουθούν τα διεθνή γεγονότα και μελετούν την ιστορία, είναι φανερό ότι αρκετά από τα δεινά στην περιοχή μας έχουν την αφετηρία τους στα αποτελέσματα του Μεγάλου Πολέμου. Η Μέση Ανατολή, η Βόρεια Αφρική και τα Βαλκάνια εν πολλοίς όπως τα γνωρίζουμε σήμερα είναι απόρροια των διαβουλεύσεων των μεγάλων της εποχής μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Φαντασθείτε μόνον ότι ο Ουίνστον Τσόρτσιλ ως υπουργός Αποικιών το 1922 μαζί με την αρχαιολόγο κι ερευνήτρια Γερτρούδη Μπελ χάραξε τα σύνορα ενός ανύπαρκτου μέχρι τότε κράτους, του Ιράκ, χωρίς να έχει ιδέα για το τι σημαίνει ο διαχωρισμός Σιιτών και Σουνιτών στον μουσουλμανικό κόσμο. Σήμερα αυτό το πληρώνουμε...

Παρακολουθούμε με αγωνία και τον αναθεωρητισμό του Ερντογάν ο οποίος πιστεύει ότι έχει τις δυνάμεις να δημιουργήσει εκ νέου κάποιου τύπου αυτοκρατορία και επανειλημμένως έχει αναφερθεί στην κακή για τη χώρα του Συμφωνία της Λωζάνης. Μία συμφωνία στην οποία οδηγήθηκε η Ελλάδα μετά την ήττα της από τα κεμαλικά στρατεύματα λόγω πολιτικών και στρατιωτικών σφαλμάτων που ανάγονται στις απαρχές του Εθνικού Διχασμού.

Ο Ριζάς στο ευσύνοπτο αυτό βιβλίο περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο τα δεινά της πατρίδας μας. Τα δεινά αυτά μας απασχολούν ακόμη και σήμερα, δυστυχώς επιφανειακά διότι η πλειονότητα των Ελλήνων ομφαλοσκοπεί. Συνήθως έχουμε διαμορφωμένη άποψη, αν και αδιάβαστοι και ανενημέρωτοι. Το βιβλίο αυτό απευθύνεται σε εκείνους που με ανοιχτό μυαλό θέλουν να μπορούν να κρίνουν τι έγινε λάθος χθες για να βαδίζουν με ασφάλεια στο σήμερα. Διότι πολλές αποφάσεις του τότε είναι δεμένες ακόμη γερά με τη σύγχρονη εποχή.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη

Ρέιτσελ Κασκ, Μετάβαση, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, Gutenberg

Ένα από τα πράγματα που μου αρέσουν στη γραφή της Ρέιτσελ Κασκ είναι η σκηνοθετική της πολυπλοκότητα: ξέρει να πλάθει ένα πλήθος πολυεπίπεδων και αντιφατικών χαρακτήρων κι ύστερα να κάθεται και τους παρατηρεί να αλληλεπιδρούν μέχρι που απογυμνώνονται κι εμφανίζεται η φόδρα τους, χωρίς ποτέ να γίνονται αντιληπτά τα πανταχού παρόντα νήματα του μαριονετίστα.

Στην τριλογία Περίγραμμα-Μετάβαση-Κύδος η Κασκ τοποθετεί στη θέση της μαριονέτας τον ίδιο της εαυτό, σε ένα άψογα εκτελεσμένο πείραμα autofiction, λιγότερο φλύαρο από εκείνο του πληθωρικού Κνάουσγκωρ, αλλά και γι’ αυτό πολύ πιο γενναιόδωρο στην εμπιστοσύνη της απέναντι στον αναγνώστη. Η Κασκ υποβάλει την Κασκ σε σκηνοθετικές προκλήσεις με απρόβλεπτο αποτέλεσμα εντός του μυθιστορηματικού πλαισίου· και την ίδια στιγμή, κρατάει με σπάνια μαεστρία το ανηλεές νυστέρι του μεγάλου αφηγητή.

Στη Μετάβαση, το δυνατότερο (κατά τη γνώμη μου) από τα βιβλία της τριλογίας –έχοντας ήδη αποδημήσει τη διαδικασία της συγγραφής στο Περίγραμμα και πριν ξεμπροστιάσει το συγγραφικό σινάφι στο Κύδος– απογυμνώνει τον εαυτό της ως γυναίκα, μητέρα, ερωμένη, φίλη και μιλάει με οδυνηρή ακρίβεια για τις προκλήσεις της ζωής: την ευθύνη απέναντι στον εαυτό μας με φόντο τις δραματικές και ηθικές προκλήσεις της μητρότητας, της αλλαγής κατεύθυνσης στα μέσα της ζωής και της (με κόπο και πίκρα) αποκτηθείσας γνώσης ότι όλοι, κάποτε, θα σε απογοητεύσουν, κυρίως ο ίδιος σου ο εαυτός. Μα πρέπει να συνεχίζεις, γιατί υπάρχει ομορφιά σ’ αυτό το στραπατσάρισμα. Και με αυτόν τον τρόπο η Κασκ επιβεβαιώνει αυτό που πάντα έβρισκα γοητευτικό στο γυναικείο χαρακτήρα: την πολυπλοκότητά του, που συμπυκνώνεται στο γεγονός ότι κάτω από κάθε ευαισθησία και αδυναμία που μπορεί να παρουσιάζει, με ή χωρίς την επίφαση κάποιας σκληρότητας, ο πυρήνας του είναι δυνατός, ανθεκτικός και καλά κρυμμένος σαν το κουκούτσι του αβοκάντο.

Γιάννης Γορανίτης

Ρόυ Γιάκομπσεν, Οι αφανείς, μετ. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Εστία

«Ναυτία της ξηράς» ονομάζουν οι ειδικοί μια ήπια διαταραχή του νευρικού συστήματος που συνήθως παρατηρείται μετά από πολύωρα ταξίδια σε φουρτουνιασμένες θάλασσες. Είναι αυτή η αίσθηση του κλυδωνισμού που βιώνουμε αφού αποβιβαστούμε από το πλεούμενο, παρότι πατάμε πλέον στη στεριά. Μια αντίστοιχη αίσθηση αποκόμισα διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Ακόμη κι όταν το έκλεισα, συνέχισα να βιώνω έναν ανεπαίσθητο κλυδωνισμό, μια σπάνια αίσθηση σωματοποίησης της αναγνωστικής εμπειρίας.

Οι αφανείς είναι το πρώτο μέρος της Τριλογίας του Μπαρόυ. Εξιστορεί τη ζωή της μικρής Ίνγκρι Μπαρόυ που μεγαλώνει σε μια νησίδα της νορβηγικής θάλασσας. Ένα νησί που φέρει το επώνυμό της, αλλά και όλες τις ελπίδες, τις ματαιώσεις και τους φόβους της. Τόσο της ίδιας όσο και της οικογένειας Μπαρόυ που μέρα με τη μέρα, μήνα με τον μήνα, χρόνο με τον χρόνο τα βγάζει αγόγγυστα πέρα με την κακοκαιρία, τη φτώχεια και τις έγνοιες. «Λένε πως από δύο έγνοιες δεν γλυτώνεις σε τούτη τη ζωή: τα χρήματα και τον πόλεμο. Κι ετούτος ο χειμώνας δεν ήταν μόνο σκληρός αλλά και καρμίρης, με μίζερες ψαριές» γράφει ο Γιάκομπσεν στην εισαγωγική πρόταση του δέκατου έκτου κεφαλαίου. Κάτι αντίστοιχο κάνει σε κάθε ένα από τα πενήντα τρία κεφάλαια του βιβλίου: σε εισάγει σε έναν κόσμο που δεν θα επέλεγες να εισαχθείς, αλλά απ’ τον οποίο επ ουδενί δεν θέλεις να φύγεις.

Η γλώσσα του συγγραφέα είναι τραχιά όπως η καθημερινότητα στη νήσο Μπαρόυ. Κάθε πρόταση, όμως, ακόμη και κάθε λέξη μοιάζει τόσο προσεκτικά επιλεγμένη και ενταγμένη σε ένα ενιαίο αποτέλεσμα που φτάνει στον αναγνώστη ως μια άψογα ζυγισμένη πρόζα. Δεν γνωρίζω νορβηγικά για να κρίνω πόσο πιστή ήταν η μετάφραση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη, αλλά τα ελληνικά της είναι καθηλωτικά. Ιδού ένα δείγμα: «Παραδέχεται επίσης ότι είναι ωραία που γύρισε σπίτι του – έχουν φτιάξει μάλιστα τη δική τους λέξη γι’ αυτό ακριβώς το συναίσθημα: εστιαλγία. Αυτό το συναίσθημα δεν είναι πάντα θετικό για έναν άνδρα, κι έτσι η Μαρία σπεύδει να τον καθησυχάσει λέγοντάς του πως ούτε περισσότερο πιστός έγινε, ούτε εστιαλγός· μεγάλωσε μόνο· κι έβγαλε γκρίζες τρίχες στους κροτάφους».

Αυτό το χαμηλότονο, εσωστρεφές μυθιστόρημα είναι η καλύτερη απόδειξη ότι ένα βιβλίο δεν έχει ανάγκη την πλοκή και τις ανατροπές για να γίνει page-turner. Αρκεί ο υπόκωφος κυματισμός των λέξεων που σε συνοδεύει και όταν πατήσεις στην στεριά.

Μαρία Θερμού

Έζρα Πάουντ, Τα Cantos της εξιλέωσης-Το Canto της τοκογλυφίας-Στίχοι γραμμένοι για την Όλγα, μετ. Χάρης Βλαβιανός, Άγρα

Ποιος ήταν πραγματικά αυτός ο άνθρωπος; Ο ένθερμος υποστηρικτής του Μουσολίνι, αυτός που τον εκθείαζε τους φασίστες από το ραδιόφωνο ή αυτός που έγραφε «Στον αέρα του βουνού το γρασίδι παγωμένο σμαράγδι, και το μυαλό καρφωμένο σ’ αυτό το φως, ζαφορά, σμαράγδι, διαχέεται»; Ο αντισημίτης προπαγανδιστής του Χίτλερ ή ο φυλακισμένος σ’ ένα σιδερένιο κλουβί εχθρός; Αυτός που καθόρισε τον μοντερνισμό ή το αξιολύπητο άτομο που βγήκε από το φρενοκομείο ύστερα από δεκάχρονο εγκλεισμό;

Κι ας έχουν περάσει σχεδόν πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Έζρα Πάουντ, απαντήσεις δεν υπάρχουν σ’ αυτά ή σε παρόμοια ερωτήματα. Προσπάθειες προσέγγισης μόνον έχουν γίνει, αυτής της φοβερά δυσερμήνευτης προσωπικότητας με την οποία δεν θα ασχολείτο κανείς βεβαίως αν δεν επρόκειτο ταυτόχρονα για έναν από τους επιδραστικότερους ποιητές του 20ού αιώνα. Ή μήπως έχει απαντήσει ήδη μόνος του για όλα αυτά, όταν γράφει, «ο χρόνος, ο χώρος, ούτε η ζωή ούτε ο θάνατος είναι η απάντηση. Και για τον άνθρωπο που επιδιώκει το καλό κάνοντας το κακό».

Ποιητής κι ο ίδιος, ο μεταφραστής του Χάρης Βλαβιανός, σε μια προσπάθεια κατανόησής του, κάνει μια ειλικρινή κίνηση χαιρετισμού και επικοινωνίας προς τον δημιουργό, πολύτιμη στον δύσκολο δρόμο της μετάφρασης που έπρεπε να ακολουθήσει, τον οποίο όμως έφερε τελικά σε πέρας με μεγάλη επιτυχία. Εξάλλου, με τον Πάουντ ασχολείται ήδη από τη δεκαετία του ’80, όταν φοιτητής ακόμη στην Οξφόρδη είχε επισκεφθεί την κόρη του στις Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να μελετήσει το αρχείο του. Πολλές μελέτες ακολούθησαν από τότε αλλά μόνον η σχεδόν εμμονική προσήλωση του Βλαβιανού στο «αντικείμενό» του κατόρθωσε να τον οδηγήσει σ’ αυτό το αποτέλεσμα. Γιατί δεν είναι εύκολος ο Πάουντ, αντίθετα κρυπτικός και δυσνόητος είναι, η απόδοσή του έτσι στα ελληνικά, όσο άθλος είναι για τον μεταφραστή του άλλο τόσο ευτυχές γεγονός αποτελεί για τον αναγνώστη. Πόσω μάλλον, που στην έκδοση, το αγγλικό κείμενο και το ελληνικό, καθώς συμβαδίζουν, λειτουργούν και σαν μία πρόκληση «ιδιωτικής» μετάφρασης για τους αγγλομαθείς – και δεν αναφέρομαι μόνον στους ειδικούς. Παραπλήσιο ρόλο παίζουν και οι λεπτομερείς σημειώσεις, πραγματικός θησαυρός για όποιον θελήσει να εμβαθύνει στο κείμενο.

«Caro Ezra, Δεν ξέρω πού βρίσκεσαι τώρα. Ο αγαπημένος σου Δάντης, αν έγραφε την Κωμωδία σήμερα, μάλλον θα σε είχε καταδικάσει να ζεις αιώνια στον ένατο κύκλο του Inferno…», αρχίζει την εισαγωγή του στο βιβλίο ο Βλαβιανός. Δεν πρόκειται για τυπική εισαγωγή αλλά για «επιστολές» προς τον Πάουντ, κείμενα προσωπικά, αποκαλυπτικά, επιθετικά, καταδικαστικά, αλλά και αγάπης, που καθώς απευθύνονται στον απόντα Πάουντ συνιστούν μια άλλου είδους μελέτη για τον ίδιο και το έργο του. Τελευταία επισήμανση, αν και προτάσσεται: Στον πρόλογο του βιβλίου, η κόρη του Πάουντ, Μέρι ντε Ράσεβιλτς, επιλέγει να κλείσει το κείμενό της με τους στίχους «Άσε τον άνεμο να μιλήσει, αυτό είναι Παράδεισος. Οι θεοί ας συγχωρήσουν ό,τι έχω κάνει. Αυτοί που αγαπάω ας προσπαθήσουν να συγχωρήσουν ό,τι έχω κάνει». Μια εξαιρετική δουλειά εν τέλει με πληρότητα ακαδημαϊκής αλλά και ποιητικής φροντίδας.

Εlisabetta Casalotti

Νατάσα Πανδή, 24 ποιήματα για τη μετακόμιση, Μελάνι

Το πρώτο της βιβλίο εξέδωσε πρόσφατα η Νατάσα Πανδή. Η πολυτάλαντη και πολυσχιδής Kερκυραία αρχιτεκτόνισσα και θεατρολόγος δούλεψε για χρόνια στον χώρο του πολιτισμού και της μόδας. Η αφορμή για τα 24 ποιήματα ήταν πράγματι μια μετακόμιση που η ποιήτρια κλήθηκε να αντιμετωπίσει ίσως την πιο δύσκολη στιγμή της ζωής της. Αυτό το μικρό κόσμημα μιλάει στον καθένα από εμάς ξεχωριστά.

Οι στίχοι της Πανδή είναι λιτοί και απέριττοι, όπως είναι ο πραγματικός πόνος και η βαθιά μοναξιά αυτού που τον βιώνει. Το αστείρευτο χιούμορ και η αυτοσαρκαστική και περιπαικτική διάθεση της ποιήτριας ελλοχεύουν ωστόσο πίσω από τις λέξεις, αφήνοντας στον αναγνώστη μια ασυνήθιστη γλυκόπικρη γεύση. Ήταν η αναγνωστική μου έκπληξη για την χρονιά που μας πέρασε αυτό το βιβλίο και το συστήνω ανεπιφύλακτα σε όσους έχουν διάθεση για ενδοσκόπηση μέσα από ένα σύγχρονο και απίστευτα ευφυές κείμενο.

Μετά στάθηκα στην ουρά με το –πλήθος –
Πλήρωσα μόνη το λογαριασμό
Ήχοι τόσο
Τοπία τόσο
______________________
...Σύνολο συνομήλικοι
Τατιάνα Καραπαναγιώτη

Λύντια Τρίχα, Το σκυλάκι σας θέλει ψυχίατρο: Επτά σκύλοι αυτοβιογραφούμενοι, Πόλις

Κάθε πρωί που βγαίνω από το σπίτι μου και κατευθύνομαι προς το γραφείο, εμφανίζονται. Άλλοτε μια, άλλοτε τρεις, άλλοτε και περισσότερες. Αλλά καθημερινώς είναι πιστές. Ο Αλεξέι (πρωτίστως), η Φλορέτ, η Νεφερτίτη, η Αναστασία με τα εκάστοτε παιδιά της. Η καθεμία με τον δικό της χαρακτήρα, συνήθειο, χούι. Και κάθε μέρα που τους μιλάω, στην καθεμία ξεχωριστά, δεν παύω να αναρωτιέμαι: με βλέπουν άραγε και μένα σαν μια μεγάλη γάτα; Το βιβλίο της Λύντιας μου έδωσε με τον δικό της τρόπο την απάντηση που διακαώς προσπαθώ να επιβεβαιώσω όλα αυτά τα χρόνια.

Βέβαια, για να χαρεί κάποιος την αντιστροφή της αφήγησης που κάνει το βιβλίο, πρέπει να λατρεύει τα ζώα. Και όχι μ’ έναν εγωιστικό, κτητικό τρόπο. Πιο πολύ θα ’λεγα με μια διάθεση περιέργειας για ένα ζώο άλλο από τον άνθρωπο. Διότι αν κανείς παρατηρήσει σε βάθος τις συμπεριφορές των ζώων, μπορεί να δει πολλά που μοιάζουν με του ανθρώπου – σε μια πιο μυστηριώδη ίσως μορφή καθώς δεν έχουμε αποκωδικοποιήσει ακόμη τους τρόπους επικοινωνίας τους.

Επειδή όμως δεν συμμερίζονται όλοι τη δική μου τρέλα, διαβεβαιώνω ότι η χιουμοριστική γραφή της Λύντιας Τρίχα μαζί με τη βαθιά της κατανόηση για τα ζώα κάνει αυτό το βιβλίο άκρως απολαυστικό. Και για γατόφιλους, και για σκυλόφιλους και για εραστές κάθε είδους ζώου.

Μυρτώ Λεγάκη

Τάρα Γουέστοβερ, Μορφωμένη, μετ. Μαρία Φακίνου, Ίκαρος

Μια αυτοβιογραφία σαν μυθιστόρημα. Η ζωή της Τάρα Γουεστόβερ είναι –χωρίς υπερβολή– απίστευτη. Γεννήθηκε πριν από 33 χρόνια στο Αϊντάχο ης Αμερικής, σε μια οικογένεια φονταμενταλιστών Μορμόνων που ήταν survivalists, πίστευαν ότι θα έρθει το τέλος του κόσμου και ο μόνος τους σκοπός ήταν να προετοιμαστούν για να επιβιώσουν την επόμενη μέρα, αποθηκεύοντας τρόφιμα, καύσιμα και εφόδια. Ήταν το μικρότερο από 7 παιδιά και όπως τα αδέλφια της δεν πήγε ποτέ σχολείο, δεν είχε πιστοποιητικό γέννησης, δεν εμβολιάστηκε και δεν πήγε ποτέ σε νοσοκομείο ή γιατρό, ακόμη και για πολύ σοβαρά θέματα υγείας καθώς ο πατέρας της ήταν ενάντια στη «συνωμοσία» του ιατροφαρμακευτικού συστήματος. Η μητέρα της, αυτοδίδακτη μαία, τους θεράπευε με μαντζούνια και βότανα στο σπίτι. Η Τάρα έμαθε να διαβάζει από τις γραφές της εκκλησίας στην οποία πίστευαν. Από μικρή δούλευε ολημερίς στη μάντρα σιδηρικών του πατέρα της, ο οποίος ήταν απερίσκεπτος και δεν έδειχνε καμία μέριμνα για την ασφάλεια των παιδιών του, που πολλές φορές τραυματίζονταν σοβαρά.

Από τα 15 της χρόνια η Τάρα ήταν σταθερά θύμα ψυχολογικής και σωματικής βίας από έναν μεγαλύτερο αδελφό της που ήταν ψυχοπαθής. Κάποια στιγμή, με την ενθάρρυνση ενός αδελφού της, συνειδητοποίησε ότι μόνο μέσα από την παιδεία θα μπορούσε να ανοίξει τους ορίζοντές της και να ξεφύγει από το σπἰτι της. Αγόρασε κρυφά βιβλία και πέρασε τις κατατακτήριες εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο Μορμόνων της περιοχής τους. Μπήκε για πρώτη φορά σε σχολική τάξη στα 17 της και από εκεί ξεκίνησε το ταξίδι της παιδείας της, που έγινε και ο τίτλος του βιβλίου της. Είναι συγκλονιστικό να διαβάζει κανείς για έναν νέο άνθρωπο –που πριν μερικά χρόνια συνειδητοποίησε ότι δεν ήξερε τι ήταν το Ολοκαύτωμα, το Απαρτχάιντ, οι Παγκόσμιοι πόλεμοι– να είναι τώρα διδάκτωρ του Trinity College στο Κέμπριτζ έχοντας κερδίσει την περιζήτητη υποτροφία Gates Cambridge και να βλέπει την αυτοβιογραφία της στη λίστα με τα μπεστ σέλερ των New York Times.

Εκτός όμως από μια συγκλονιστική ιστορία αυτοπραγμάτωσης, το βιβλίο είναι και μια ιστορία που μιλά για την οικογενειακή βία, την ευθύνη του γονεϊκού ρόλου, την παιδική αγάπη και ανάγκη για αποδοχή και ένταξη, τη σημασία του ανήκειν, των προσωπικών ορίων και τη βαθιά δίψα για μάθηση. Δεν έχω αμφιβολία ότι ετοιμάζεται να γυριστεί ταινία.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Κατερίνα Λομβαρδέα

Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Η Τρίτη Ρώμη: Η Μόσχα και ο θρόνος της ορθοδοξίας, Πατάκης

Με αφορμή την πρόσφατη κρίση γύρω από τη δημιουργία αυτοκέφαλης εκκλησίας στην Ουκρανία, ένα θέμα για το οποίο ο Αλέξανδρος Μασσαβέτας έχει γράψει εκτενώς στο inside story, το νέο του βιβλίο καταπιάνεται με τις ηγεμονικές φιλοδοξίες της Μόσχας στον Ορθόδοξο κόσμο. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα βιβλίο καθαρά «δημοσιογραφικό», πάνω σε ένα θέμα επίκαιρο και με ακραιφνώς γεωπολιτική διάσταση.

Η έκφραση «τρίτη Ρώμη» εμφανίζεται λίγο μετά την Άλωση και περιγράφει τη φιλοδοξία της Μόσχας να ηγηθεί του Ορθόδοξου κόσμου. Χωρίς να θεωρεί οποιαδήποτε γνώση για τη γεωπολιτική των εκκλησιών δεδομένη, ο Μασσαβέτας πιάνει το νήμα από την αρχή. Εξετάζει τους λόγους εμφάνισης και διατήρησης των προνομίων του Οικουμενικού θρόνου, τη διαμόρφωση της αυτοκέφαλης εκκλησίας ως ιδιαιτερότητας της Ορθοδοξίας, την εξέλιξη της τελευταίας μεταξύ των Σλάβων. Εξηγεί γιατί και πώς η ρωσική εκκλησία είναι, εδώ και αιώνες, υποταγμένη στο κράτος, που την χρησιμοποιεί για την επίτευξη στόχων πολιτικών. Η αμφισβήτηση των πρωτείων της Κωνσταντινούπολης είναι ένας εξ αυτών.

Στη συνέχεια, ο Μασσαβέτας εξιστορεί τη ρωσική «ειρηνική επίθεση» στην Ελλάδα – μια άρτια οργανωμένη επιχείρηση υβριδικού πολέμου που στοχεύει να στρέψει την ελληνική κοινωνία ενάντια στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον δυτικό προσανατολισμό της χώρας. Ανατρέχοντας σε ελληνικές και ρωσικές πηγές, ο Μασσαβέτας παρουσιάζει την έκταση που είχε λάβει το ρωσικό δίκτυο κατασκόπων και συνεργατών, μέρος του οποίου ξεσκέπασαν οι απελάσεις των Ρώσων διπλωματών το 2018.

Στο τελευταίο αυτό τμήμα το βιβλίο αποκτά τον χαρακτήρα κατασκοπευτικού θρίλερ. Ρίχνει φως σε άγνωστες πτυχές της ελληνικής κοινωνίας: τους ρωσόφωνους ομογενείς και τον ρόλο τους ιδίως στην βόρεια Ελλάδα, τη ρωσική «εισβολή» στο Άγιον Όρος, τους πομπούς της ρωσικής προπαγάνδας στον ελληνόφωνο κυβερνοχώρο, τη χειραγώγηση της Ορθοδοξίας αλλά και της Iστορίας για την επίτευξη γεωστρατηγικών στόχων. Πρόκειται για ένα ανάγνωσμα απολύτως απαραίτητο για όποιον ενδιαφέρεται για τη γεωπολιτική, δεδομένης μάλιστα της απουσίας στην ελληνική βιβλιογραφία σχετικών έργων με ρωσικές πηγές.

Δανάη Μαραγκουδάκη

Κάρολαϊν Κριάντο Πέρεζ, Αόρατες Γυναίκες: Προκαταλήψεις και διακρίσεις σε έναν κόσμο για άντρες, μετ. Κατερίνα Γουλέτη και Βασιλική Μήσιου, Μεταίχμιο

Αν κάποιος πιστεύει ότι ο φεμινισμός δεν έχει νόημα στις μέρες μας, μπορεί εύκολα να αλλάξει γνώμη ρίχνοντας μια ματιά στο βιβλίο της 35χρονης Βρετανίδας ακτιβίστριας Κάρολαϊν Κριάντο-Πέρεζ, η οποία με τον πιο απλό τρόπο αποδεικνύει ότι ζούμε σε έναν κόσμο σχεδιασμένο για άντρες.

Πρόκειται για μια μελέτη πάνω στο «έμφυλο κενό δεδομένων», δηλαδή την απουσία των δεδομένων που αφορούν τη σύγχρονη καθημερινότητα των γυναικών που έχει ως αποτέλεσμα να διαιωνίζονται έμφυλα στερεότυπα, αντιλήψεις και συμπεριφορές. Η συγγραφέας αναφέρεται κυρίως σε τρία ζητήματα για τα οποία δεν συλλέγονται πληροφορίες ή, για την ακρίβεια, δεν συμπεριλαμβάνονται στη σχεδίαση της κοινωνικής ζωής: το γυναικείο σώμα, το βάρος της φροντίδας που οι γυναίκες παρέχουν αμισθί και τη βία των ανδρών εναντίον των γυναικών. Μπορεί να είναι το μέγεθος που φτιάχνονται τα smartphones (μεγάλα για το γυναικείο χέρι), η θερμοκρασία που ρυθμίζεται στον εργασιακό χώρο ή ακόμη και ο τρόπος που κινούνται τα δημόσια μέσα μεταφοράς. Η έρευνα επιβεβαιώνει ένα συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει πριν αρκετά χρόνια η Σιμόν ντε Μποβουάρ στο Δεύτερο Φύλο: «Η αναπαράσταση του κόσμου είναι δουλειά των ανδρών, οι οποίοι τον περιγράφουν από την δική τους οπτική γωνία και την ταυτίζουν με την απόλυτη αλήθεια».

Ξεφυλλίστε τις πρώτες σελίδες του βιβλίου εδώ.

Μαργαρίτα Μιχελάκου

Ελίζαμπεθ Στράουτ, Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Άγρα

Το αγόρασα από αγάπη για τη σειρά Olive Kitteridge που βασίζεται σε βιβλίο της Στράουτ (ναι, ντροπή, αλλά η σειρά είναι αριστούργημα). Η Λούσι Μπάρτον πρέπει να μείνει στο νοσοκομείο όπου δέχεται την επίσκεψη της μητέρας της με την οποία ουσιαστικά δεν έχει για χρόνια επαφή. Διψώντας για τη φωνή της, επί πέντε μέρες τη βάζει να της πει ιστορίες από το παρελθόν. Η Λούσι θυμάται τα πάμφτωχα παιδικά της χρόνια, όπου μόνη διέξοδος ήταν τα βιβλία του σχολείου και κάνει έναν απολογισμό της μετέπειτα ζωής της, της μετακόμισης στη Νέα Υόρκη, του γάμου της, του λογοτεχνικού της ξεκινήματος, της προσωπικής της αίσθησης μοναξιάς. Καθώς μαθαίνουμε το παρελθόν της αφηγήτριας, υποψιαζόμαστε ότι έχει πολλά κοινά με εκείνο της συγγραφέα.

Διαβάζοντάς το ήταν σαν όλος μου ο ψυχισμός να μπήκε στο πλυντήριο, όλα μου τα συναισθήματα, πεποιθήσεις, μνήμες και σκέψεις βγήκαν στην επιφάνεια και κάνανε μερικούς σβούρες. Αλλά παραδόξως δεν ταλαιπωρήθηκα. Γιατί; Γιατί την όποια αναστάτωση την υπερνικούσε η επιθυμία για περισσότερες λέξεις της Στράουτ (και φαντάζομαι ότι έπαιξε ρόλο και η ικανότητα της πολύ έμπειρης μεταφράστριας), γιατί με γαλήνεψε η δεξιοτεχνική αφήγηση, γιατί η φωνή που αφηγείται είναι βαθιά ανθρώπινη, ηθική και συγχωρητική. Ένα απόσπασμα: «Κάπως έτσι μάλλον βρίσκουμε το δρόμο μέσα στον κόσμο, μισοξέροντας, μισοαγνοώντας, με αναμνήσεις που μας έρχονται και που αποκλείεται να είναι αληθινές. Όταν όμως βλέπω άλλους να περπατάνε όλο αυτοπεποίθηση στο πεζοδρόμιο σαν να είναι ελεύθεροι από τρόμο, συνειδητοποιώ ότι δεν ξέρω πώς είναι οι άλλοι άνθρωποι. Με υποθέσεις πορευόμαστε, φαίνεται, στη ζωή». Θα πάω να πάρω και τα υπόλοιπα βιβλία της Στράουτ.

Kωνσταντίνος Μπούγας

Κριστόφ Μπολτανσκί, Κρυψώνα, μετ. Σοφία Διονυσοπούλου, Utopia

Το πρώτο μυθιστόρημα του δημοσιογράφου Κριστόφ Μπολτανσκί παίρνει τον τίτλο του από το δωμάτιο που χρησιμοποιούσε ο παππούς του για να κρυφτεί στο σπίτι του στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ήταν διάσημος αιματολόγος που, παρότι ασπάστηκε τον καθολικισμό για να προστατευτεί, για τους γύρω του ήταν πάντα Εβραίος. Από φόβο για την τύχη της οικογένειάς του πήρε διαζύγιο από τη γυναίκα του και εγκατέλειψε με επεισοδιακό τρόπο το σπίτι τους ώστε να το προσέξουν όλοι οι γείτονες, όμως το ίδιο βράδυ επέστρεψε κρυφά. Για τους επόμενους 20 μήνες έμεινε κλεισμένος σε ένα μικρό δωμάτιο σαν καταπακτή.

Όσο συγκλονιστική και να είναι αυτή η ιστορία, καταλαμβάνει μόνο ένα μέρος του βιβλίου. Άλλωστε, όπως σημειώνει ο συγγραφέας χρησιμοποιώντας μια φράση από το βιβλίο Χαμένοι του Ντάνιελ Μέντελσον, «αν η ιστορία σου δεν ήταν εντυπωσιακή, δεν θα επιζούσες».

Στόχος του Μπολτανσκί είναι να μεταδώσει πώς είναι να ζεις σε μια τόσο ιδιότυπη οικογένεια όσο η οικογένεια των παππούδων του. Ο ίδιος πήγε να ζήσει στο σπίτι τους όταν ήταν δεκατριών, και περιγράφοντας το σπίτι δωμάτιο-δωμάτιο αποκαλύπτει συνεχώς νέες στρώσεις του παρελθόντος της οικογένειάς του. Η ιστορία του κάθε ήρωα είναι ιδιαίτερη, αλλά πιο ιδιαίτερο είναι πώς ζούσαν και κινούνταν όλοι μαζί σαν να είναι ένα. Τα παιδιά της οικογένειας εκπαιδεύτηκαν κατά κύριο λόγο στο σπίτι, με τον πατέρα απόντα για δύο χρόνια από την παιδική τους ηλικία και τη μητέρα τους καθηλωμένη σε αναπηρικό καροτσάκι εξαιτίας της πολιομυελίτιδας, την οποία όμως η αρρώστια δεν την εμπόδισε να γίνει επιτυχημένη συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι ότι παρά τις αγκυλώσεις και τις δυσκολίες, και τα τρία παιδιά της εξελίχθηκαν σε ιδιοφυΐες, ο καθένας στον τομέα του: ο Λυκ (πατέρας του συγγραφέα) είναι σημαντικός κοινωνιολόγος, ο Κριστιάν είναι ένας από τους διασημότερους σύγχρονους Ευρωπαίους εικαστικούς και ο Ζαν Ελί διακεκριμένος γλωσσολόγος.

Πρόκειται για ένα βιβλίο με ιδιαίτερη δομή, και όσα κι αν σου αποκαλύπτονται με την «ξενάγηση» στο κάθε δωμάτιο, πάντα νιώθεις ότι χρειάζεται κάτι ακόμα για να συμπληρωθεί το οικογενειακό παζλ που χτίζει ο Μπολτανσκί – μέχρι να φτάσεις στην τελευταία σελίδα και να συνειδητοποιήσεις ότι η πραγματικότητα τελικά έχει λίγη αξία μετά από μια τόσο πυκνή και περίπλοκη αφήγηση.

Κατερίνα Οικονομάκου

Patrick Radden Keefe, Say Nothing: A True Story of Murder and Memory in Northern Ireland, Doubleday

Η Τζιν ΜακΚόνβιλ ήταν 38 ετών όταν εξαφανίστηκε από το σπίτι της στο Μπέλφαστ. Ήταν ένα κρύο βράδυ του Δεκεμβρίου του 1972, όταν εισέβαλαν στο σπίτι της οκτώ άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, κάποιοι φορώντας μάσκες, και τη διέταξαν να τους ακολουθήσει. Η γυναίκα άρχισε να τρέμει. Τα μικρότερα από τα δέκα παιδιά της γαντζώθηκαν πάνω της. Τα άλλα παρακαλούσαν να την αφήσουν να μείνει κοντά τους. Αργότερα θα έλεγαν ότι κάποια από τα πρόσωπα των εισβολέων τους ήταν οικεία. Ήταν άνθρωποι που είχαν δει στη γειτονιά.

Η εξαφάνιση της Τζιν ΜακΚόνβιλ ήταν για χρόνια ένα από τα άλυτα μυστήρια που σημάδεψαν τις Ταραχές στη Βόρεια Ιρλανδία, την περίοδο των τριάντα χρόνων που κόστισε τη ζωή σε 3.600 ανθρώπους. Το 2003, ό,τι είχε απομείνει από το πτώμα της ξεβράστηκε από τη θάλασσα. Μερικά χρόνια αργότερα, λίγο πριν από το δικό της θάνατο, μια γυναίκα θα ομολογήσει ότι συμμετείχε στη δολοφονία που έγινε με εντολή του ΙΡΑ.

Από αυτήν την ομολογία θα ξεκινήσει ο αμερικανός δημοσιογράφος Πάτρικ Ράντεν Κιφ για να αρχίσει να ερευνά τις συνθήκες που οδήγησαν στην απαγωγή και την εκτέλεση της Τζιν ΜακΚόνβιλ. Η γυναίκα που ομολόγησε ήταν η Ντολούρς Πράις. Μεγαλωμένη σε μια οικογένεια απολύτως αφοσιωμένη στον ΙΡΑ, η Πράις είχε ενταχθεί πολύ νωρίς στην οργάνωση και είχε ξεχωρίσει για την τόλμη της. Κι έπειτα από την καταδίκη και τη φυλάκισή της για βομβιστική επίθεση στο Λονδίνο το 1973, είχε πλέον αποκτήσει σχεδόν στάτους σταρ.

Ο Κιφ θα κάνει πάνω από εκατό συνεντεύξεις, θα μελετήσει αρχεία εφημερίδων και θα έχει πρόσβαση σε μια σειρά από αδημοσίευτες συνεντεύξεις πρώην μελών του ΙΡΑ. Το βιβλίο που θα προκύψει είναι κάτι πολύ περισσότερο από την ιστορία μιας ανεξιχνίαστης δολοφονίας που ακόμη στοιχειώνει το Μπέλφαστ. Το Say Nothing αφηγείται ένα από τα πιο αιματηρά κεφάλαια της σύγχρονης ευρωπαϊκής Ιστορίας, επαναφέροντας επίμονα ενοχλητικά ερωτήματα και θέτοντας μερικά καινούργια. Ανάμεσα σε αυτά, και το ερώτημα για τον ρόλο του Τζέρι Άνταμς, αρχηγού του Σιν Φέιν από το 1983 έως το 2018, ο οποίος αναδεικνύεται ως η πιο σκοτεινή και αμφιλεγόμενη φιγούρα της περιόδου.

Εκτός από την ίδια την ιστορία, που διαβάζεται σαν πολιτικό θρίλερ, εκείνο που σε καθηλώνει είναι τα πρόσωπα που παρελαύνουν από τις σελίδες. Οι πρώην «εθελοντές» (όπως αποκαλούνταν) του ΙΡΑ που αισθάνθηκαν προδομένοι μετά τη συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής το 1998. Δεν ήθελαν όλοι την ειρήνη. Ήταν για αυτούς κάτι πρωτόγνωρο, είχαν ανατραφεί σε περιβάλλον που αποδεχόταν και ενθάρρυνε την πολιτική βία, σε έναν κόσμο που τους είχε αναθέσει μια αποστολή. Και ξαφνικά τώρα, στην ωριμότητά τους, έρχονταν αντιμέτωποι με όσα είχαν κάνει στη νεότητα: Είχαν τρομοκρατήσει, είχαν δολοφονήσει, είχαν χάσει φίλους, είχαν θυσιάσει τα πάντα. Όταν η Ντολούρς Πράις ομολόγησε την ενοχή της, ήταν μια εντελώς τσακισμένη γυναίκα. Κι όμως δεν αποκήρυξε ποτέ το βίαιο παρελθόν της: «Πιστεύαμε ότι οι πληροφοριοδότες ήταν η κατώτερη μορφή ζωής. Ήταν κάτι λιγότερο από άνθρωποι. Κι ο θάνατος πολύ τους έπεφτε». Όταν δολοφόνησε την Τζιν ΜακΚόνβιλ, η Πράις ήταν μόλις 21 ετών.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Γιώργος Παναγιωτάκης

Άμος Οζ, Μεταξύ φίλων, μετ. Μάγκυ Κοέν, Καστανιώτης

Ένας κηπουρός άγγελος κακών ειδήσεων. Δυο αντίζηλες που χτίζουν μια βαθιά και ειλικρινή σχέση. Μια κόρη που τα φτιάχνει με τον ισχυρογνώμονα και γυναικά φίλο του πατέρα της. Ένας ετοιμοθάνατος τσαγκάρης που διδάσκει εσπεράντο, πασχίζοντας μέχρι τέλους να αλλάξει τον κόσμο… Είναι μερικοί μόνο από τους χαρακτήρες αυτής της συλλογής διηγημάτων, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και σπονδυλωτό μυθιστόρημα, καθώς οι ήρωες της μιας ιστορίας τρυπώνουν σε δευτερεύοντες «ρόλους» και στις υπόλοιπες –μια τεχνική που ο Οζ έχει χρησιμοποιήσει και στο βιβλίο Εικόνες από τη ζωή στο χωριό. Βρισκόμαστε σε ένα κιμπούτς, στο Ισραήλ της δεκαετίας του ’50. Σε μια από τις σοσιαλιστικής λογικής κοινότητες, δηλαδή, που στέγασαν το όραμα για μια κοινωνία βασισμένη στην ισότητα, τη συνεργασία και την κοινοκτημοσύνη. Ένα όραμα που μάλλον αποδεικνύεται ουτοπικό.

Έξω από τα όρια του κιμπούτς, άλλωστε, υπάρχει ένα κατεστραμμένο αραβικό χωριό, ενώ οι σκοτεινές μνήμες του παρελθόντος (του Ολοκαυτώματος, για παράδειγμα) δεν παύουν να είναι παρούσες και να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις πράξεις των προσώπων. Όλα τα παραπάνω σκιαγραφούνται με τη μοναδική ακρίβεια, τη βαθιά συμπόνια και τον ανθρωπισμό που χαρακτηρίζει το σύνολο του έργου του σπουδαίου ισραηλινού συγγραφέα, ο οποίος έφυγε από τη ζωή πριν από έναν ακριβώς χρόνο. «Τα χρόνια που έζησα στο κιμπούτς ήταν το καλύτερο πανεπιστήμιο πάνω στην ανθρώπινη φύση» είχε δηλώσει κάποτε ο ίδιος. «Όσα έμαθα εκεί για τον άνθρωπο, νομίζω ότι δεν θα τα είχα μάθει ούτε αν ζούσα για εκατόν πενήντα χρόνια σε μια μεγαλούπολη».

Γιάννης-Ορέστης Παπαδημητρίου

Γρηγόρης Ιωάννου, Ο Ντενκτάς στον Νότο: Η κανονικοποίηση της διχοτόμησης στην ελληνοκυπριακή πλευρά, Ψηφίδες

Για όσους περάσαμε την εφηβεία μας στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 2000 στην Αθήνα, το κυπριακό δεν είχε καμία βαρύνουσα σημασία. Ακόμα κι αν το Σχέδιο Ανάν βιώθηκε από τους μεγαλύτερους σε ηλικία ως έντονη στιγμή πολιτικής αντιπαράθεσης, το ενδιαφέρον των νεότερων κοιτούσε περισσότερο προς το Αφγανιστάν και το Ιράκ. Η πραγματικότητα της Κύπρου ήταν πρωτίστως αυτή μίας σχετικά εύπορης, «κανονικής» ευρωπαϊκής χώρας που τροφοδοτούσε με φοιτητές τα ελληνικά πανεπιστήμια – η εικόνα των οποίων παραμορφωνόταν απ’ τη θορυβώδη μερίδα τους που στελέχωνε εθνικιστικές οργανώσεις.

Η ίδια η ιστορική διάσταση του κυπριακού είχε γίνει πλέον κρυφή ή λιγότερο κρυφή δίοδος προς τον εθνικισμό: η εικόνα της ματωμένης Κύπρου με τη λεζάντα «Δεν Ξεχνώ» είχε φύγει από τα χέρια του φιλελεύθερου δημιουργού της και είχε καταλήξει φετίχ της ακροδεξιάς εικονογραφίας (πιθανώς ως ξέπλυμα των ευθυνών των πολιτικών της προγόνων)· οι αναμνήσεις της φρίκης του 1974, διαθλασμένες μέσα από τις αλλοιώσεις της μεταπολίτευσης έκαναν πολλούς παλιούς αριστερούς να ξεσπούν σε παραληρήματα άλλης ιδεολογικής χροιάς· τον δημόσιο λόγο περί της Κύπρου στα κανάλια αναλάμβαναν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα και εργολαβικά επαγγελματίες πατριδοκάπηλοι.

Ο Ντενκτάς στον Νότο είναι το βιβλίο που μεταξύ άλλων εξηγεί ότι η αποσύνδεση αυτής της γενιάς από το ζήτημα του κυπριακού μπορεί να ήταν διαισθητική, αλλά η διαίσθηση που την καθοδηγούσε ήταν κατά βάση σωστή. Όχι επειδή η «κανονικότητα» της σημερινής Κύπρου θα έπρεπε να θεωρείται παγιωμένη, ούτε επειδή η ιστορική γνώση γι’ αυτή ήταν άχρηστη, αλλά επειδή η δημόσια συζήτηση επί του θέματος κυριαρχούνταν από παραχαράξεις. Όσα συνέβησαν πριν το 1974 είχαν οριστικά διαγραφεί απ’ τη μνήμη, ενώ τα φαντάσματα των αγνοουμένων στοίχειωναν επιλεκτικά τις συζητήσεις. Το δε τραύμα της εμπειρίας της εισβολής βρισκόταν πάντα σε περίοπτη θέση μπροστά στις κάμερες, ενόσω η καθολική αποδοχή της διχοτόμησης εκτεινόταν μέχρι τα βάθη της κυπριακής κοινωνίας.

Η μελέτη του Γρηγόρη Ιωάννου δεν είναι ένα αιρετικό βιβλίο και σε κανένα σημείο του δεν δείχνει να έχει σκοπό να προκαλέσει. Αντίθετα, επιχειρεί να εμπλουτίσει τις υφιστάμενες συζητήσεις, καταγράφοντας μια πολιτική ιστορία αποδοχής της διχοτόμησης που κατέστειλε για σειρά δεκαετιών όλες τις «κυπροκεντρικές» προσεγγίσεις και προοπτικές. Γραμμένο με σύγχρονα εργαλεία και παρρησία, καταφέρνει επιτυχώς να ανασύρει το κυπριακό από τις αλυτρωτικές φαντασιώσεις του ελληνικού εθνικισμού, ανοίγοντας νέες κατευθύνσεις για την πολιτικοποίηση του ζητήματος. Απ’ αυτή την άποψη, ελάχιστες κυκλοφορίες μπορούν να θεωρηθούν τόσο σημαντικές.

Δημήτρης Παπακυριακού

Νίκος Μουζέλης, Ματιές στο μέλλον: Καπιταλισμός, σοσιαλδημοκρατία, κοινωνικό κράτος, Αλεξάνδρεια

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο που, αν και γραμμένο από ακαδημαϊκό, είναι ευανάγνωστο και εύληπτο. Mε βοήθησε πολύ να κατανοήσω πολλά γύρω από τις ραγδαίες εξελίξεις που συμβαίνουν στις μέρες μας και τις οποίες πολύ συχνά αδυνατούμε να παρακολουθήσουμε υπό το βάρος της ταχύτητας και της πληροφοριακής πλημμυρίδας. Στις 200 και κάτι σελίδες του βιβλίου, ο καθηγητής Νίκος Μουζέλης αναλύει και επεξηγεί, δίνοντας παράλληλα το αναγκαίο ιστορικό υπόβαθρο, την πορεία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, το μέλλον της Ευρωζώνης, τις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας και τις προοπτικές της σοσιαλδημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους. Βασικό συμπέρασμα του συγγραφέα είναι ότι «ο καπιταλισμός, παρόλο που ως κυρίαρχο σύστημα δεν θα επιβιώσει στη μακρά περίοδο, θα είναι μαζί μας για πολλά χρόνια ακόμα. Γιατί σήμερα οι αντικειμενικές συνθήκες για την υπέρβασή του δεν υπάρχουν». Το ερώτημα που διατρέχει το βιβλίο (προς τα πού οδεύει η ανθρωπότητα, σε έναν ειρηνικό πολυμορφικό πολιτισμό ή στη βαρβαρότητα;) αφήνεται στον αναγνώστη να το κρίνει. Στο βιβλίο δεν θα βρει κανείς τελεσίδικες απαντήσεις (πώς θα γινόταν άλλωστε;), ωστόσο η αξία του έγκειται στο ότι προσφέρει έναν χρήσιμο «μπούσουλα», έναν προσανατολισμό και μία στοιχειώδη γνώση για το τι συμβαίνει γύρω μας.

Γιάννης Σουλιώτης

Ραφαέλ Γκλυκσμάν, Τα παιδιά του κενού, μετ. Βάλια Καϊμάκη, Πόλις

Τη χρονιά που το περιοδικό ΤΙΜΕ επέλεξε ως κεντρικό πρόσωπό του τη 16χρονη οικο-ακτιβίστρια Γκρέτα Τούνμπεργκ, το βιβλίο του 40χρονου Γάλλου δημοσιογράφου και ακτιβιστή Ραφαέλ Γκλυκσμάν δίνει βάθος στο ζήτημα της πολιτικής οικολογίας. Επικαλούμενος τη φράση ενός Γερμανού ποιητή που γράφει ότι εκεί που αφθονεί ο κίνδυνος αναπτύσσεται και αυτό που θα μας σώσει, ο Γκλυκσμάν διατυπώνει την άποψη ότι η πολιτική οικολογία μπορεί να μας βγάλει από το μετα-ιδεολογικό κενό που μας περιβάλλει. «θα μας σώσει εάν την πάρουμε στα σοβαρά, αν αντιληφθούμε ότι το τέλος του κόσμου μας είναι δυνατό. Ακόμα χειρότερα: βέβαιο αν δεν αλλάξει κάτι». Πριν καταλήξει σ’ αυτό κάνει μια πολιτική ανάλυση του σήμερα, όχι με δυσνόητες έννοιες, «ξύλινη» φρασεολογία που συναντά κανείς σε πολιτικά δοκίμια πλούσια σε νοήματα αλλά δύσκολα στην ανάγνωση. Με ύφος δημοσιογραφικό, επικαλούμενος συνεντεύξεις, κουβέντες με φίλους και εμπειρίες από τα ταξίδια περιγράφει τον θρίαμβο του ατομικού σε βάρος του συλλογικού, τη γοητεία του τραμπισμού, τον έλεγχο τη πολιτικής από την ιδιωτική εξουσία κ.ά.. Εκεί που οι συλλογικές πολιτικές δομές υποχωρούν τα άτομα συγκεντρώνονται σε κοινότητες με βάση την καταγωγή, την πίστη, το χρώμα του δέρματος υποστηρίζει ο συγγραφέας.

Ποια είναι η πρότασή του; «Γεννηθήκαμε σ’ έναν κόσμο όπου το πρόβλημα δεν είναι οι πολλές ιδεολογίες αλλά το ακριβώς αντίθετο: το κενό. Η απάντηση σε όλα αυτά είναι η οικολογία. Η οικολογία που γίνεται κατανοητή ως η επανεγγραφή του ατόμου σε ένα περιβάλλον, ένα όλον που του επιβάλλει δεσμεύσεις και το οποίο οφείλει να διαφυλάξει». Το βιβλίο του Γάλλου ακτιβιστή είναι ένα επίκαιρο εγχειρίδιο προβληματισμού. Μια ωραία ιδέα για να το συνδυάσετε είναι η προειδοποίηση που έγινε τον Νοέμβριο από 11.000 επιστήμονες για τα «ανείπωτα δεινά» που θα φέρει η κλιματική αλλαγή.

Τάσος Τέλλογλου

Ηλίας Μαγκλίνης, Είμαι όσα έχω ξεχάσει, Μεταίχμιο

H αναζήτηση του πατρικού τραύματος είναι ένα σταθερό μοτίβο , ο «τόπος» της πεζογραφίας του Ηλία Μαγκλίνη. Το Είμαι όσα έχω ξεχάσει είναι η προσωρινή αποκορύφωση της αναζήτησης του τραύματος σε ένα πεζογράφημα κολάζ (θυμίζει τον Ζέμπαλντ στην κατασκευή του) που γυρίζει τον αναγνώστη πίσω στο Αγρίνιο της Κατοχής. Εκεί όπου ο πατέρας του συγγραφέα, Κώστας, πρέπει να ζήσει με την απώλεια του δικού του πατέρα, Νίκου Μαγκλίνη, που δολοφονείται από την ΟΠΛΑ (ο Νίκος είναι στον ΕΔΕΣ, αλλά από εκείνους που γύρευαν τον διάλογο με την αριστερά). Ο Ηλίας Μαγκλίνης δεν σταματά την αφήγησή του στον φόνο, αλλά ακολουθεί τα πρόσωπά του, τον πατέρα του, την αδελφή του, Δώρα, τη σύζυγο του Νίκου Αγαθή, και τον αδελφό της, Αννίβα (που διώχθηκε από τους νικητές του εμφυλίου πολέμου), να ζουν με το τραύμα της δολοφονίας αλλά και των ερειπίων της δικής τους ζωής από το καρναβάλι της βίας κατά τη δεκαετία του ’40.

Η δική τους ζωή γυρίζει αργά στην «κανονικότητα» αλλά η σφραγίδα της ματωμένης δεκαετίας τους ακολουθεί και τους στοιχειώνει για όσους έχουν πεθάνει ως τον θάνατό τους και για όσους ζουν μέχρι σήμερα. Η ροή της αφήγησης διακόπτεται από ποιήματα του Ηλία Μαγκλίνη που φωτίζουν την προηγούμενη αφήγησή του. «Δεν το ήξεραν», γραφει για τον δικό του πατέρα, «αλλά εκείνη τη στιγμή πατέρας και γιος συμφώνησαν σιωπηρά να μην καταστρέψουν αυτό το ακαθόριστο παλλόμενο φως, αυτό που τους ένωνε έτσι όπως δεν τους ένωσε ποτέ καμία αγκαλιά».

Ξεφυλλίστε τις πρώτες σελίδες του βιβλίου εδώ.

Θύμιος Τζάλλας

Μαξίμ Λέο, Ψηλά τις καρδιές: Μια οικογένεια στην Ανατολική Γερμανία, μετ. Γιώτα Λαγουδάκου, Δώμα

Ο δημοσιογράφος Μαξίμ Λέο αφηγείται την ιστορία της οικογένειας του στην Ανατολική Γερμανία, σε ένα βιβλίο που είναι συναρπαστικό από την πρώτη του σελίδα. Με μικρές προτάσεις, βάθος και γρήγορο ρυθμό, περιγράφει τον αντίκτυπο του καθεστώτος στον ψυχισμό των ηρώων του. Το θέμα και το βλέμμα του συγγραφέα θυμίζουν το εμβληματικό Αστείο του Μίλαν Κούντερα. Οι ήρωες του βιβλίου βλέπουν το καθεστώς να δημιουργείται, κυριολεκτικά, μπροστά στα μάτια τους. Σε μία σκηνή, ο πατέρας του συγγραφέα (Γουλφ) στέκεται μπροστά στα συρματοπλέγματα του μετέπειτα τείχους του Βερολίνου. Μετράει με το μάτι το κενά ανάμεσα στα σύρματα (περίπου μισό μέτρο) και σκέφτεται ότι αρκεί να ανασηκώσει το ένα μέρος του συρματοπλέγματος και να περάσει, χωρίς ουσιαστικό ρίσκο, για πάντα στην άλλη πλευρά. Αλλά, την ίδια στιγμή, οι σπουδές του είναι στη μέση, και η μητέρα του, την οποία έχει εγκαταλείψει ο καθεστωτικός σύζυγός της, δεν θα συγχωρούσε ποτέ στον γιο της μία δεύτερη εγκατάλειψη. Ο Γουλφ αποφασίζει να μείνει. Αυτή η καθημερινή, συναισθηματική αναμέτρηση των ανθρώπων με το καθεστώς, χωρίς τις βεβαιότητες που δημιούργησε εκ των υστέρων η ιστορία, είναι η μεγάλη δύναμη του βιβλίου.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Ελίζα Τριανταφύλλου

Δεν είμαι ο νέγρος σου, μετ. Ισμήνη Θεοδωροπούλου, Πόλις

Ο Τζέιμς Μπόλντουιν, από τους πιο σπουδαίους μεταπολεμικούς Αμερικανούς συγγραφείς, έφερε με την πένα του στο προσκήνιο αυτά και αυτούς που η αμερικανική κοινωνία διαχρονικά κάνει πως δε βλέπει: μαύρος κι ο ίδιος, ομοφυλόφιλος, «αλητόπαιδο του Χάρλεμ» όπως έλεγε, έριξε φως στον θεσμικό ρατσισμό των ΗΠΑ, στην ταξική καταπίεση, στην αμερικανική «κανονικότητα» που δεν χωράει τους μαύρους, τους φτωχούς, τους αδύναμους, τους διαφορετικούς. Αυτούς ακριβώς υπερασπίστηκε στο έργο του ο Μπόλντουιν, με πάθος και με ματιά βαθιά πολιτική και ανθρώπινη.

Λίγο πριν πεθάνει, ο Μπόλντουιν άρχισε να γράφει ένα βιβλίο για την Αμερική, με άξονα τις προσωπογραφίες τριών φίλων του, του Μέντγκαρ Έβερς, του Μάλκολμ Χ και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Και οι τρεις, μεγάλες μορφές του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα, δολοφονήθηκαν. Το βιβλίο δεν ξεπέρασε τις 30 σελίδες και τελικά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, ωστόσο αποτέλεσε την πρώτη ύλη για ένα σπουδαίο ντοκιμαντέρ που βασίστηκε στις σημειώσεις του Μπόλντουιν, στις ομιλίες, τις επιστολές και τις συνεντεύξεις του.

Το ντοκιμαντέρ έγινε, με τη σειρά του, βιβλίο, με την εξαιρετική μετάφραση της Ισμήνης Θεοδωροπούλου, και αποτελεί μια ιδανική εισαγωγή στο θαυμαστό σύμπαν του Μπόλντουιν, ο οποίος παραμένει πιο επίκαιρος από ποτέ.

Εργάζεται στα περιοδικά εδώ και 25 χρόνια. Ήταν στην αρχική ομάδα της Athens Voice και διευθύντρια του Marie Claire. Τα τελευταία χρόνια δούλεψε κυρίως σε apps και περιοδικά για τους ξένους επισκέπτες της χώρας. Ένα ήταν στα κινέζικα.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.