Χριστουγεννιάτικη προσφορά!

Γράψου, χάρισε ή ανανέωσε το inside story για έναν χρόνο με έκπτωση 20€. Δες εδώ

Τι δείχνουν τα κομπιούτερς και οι αριθμοί για την Ελλάδα

Αναντίρρητα οι δείκτες της οικονομίας βελτιώνονται. Αυτό είναι σημαντικό, αλλά δεν οφείλεται στις ικανότητες της παρούσας κυβέρνησης. Το αντίθετο. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να πετύχει τους στόχους της ανάπτυξης που θέτει.
Χρόνος ανάγνωσης: 
10
'
[LOUISA GOULIAMAKI / AFP]

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, η ανάπτυξη περιορίστηκε το 2017 στο 1,4%, δηλαδή περίπου στο ήμισυ του αρχικού στόχου, που ήταν 2,7% (το +1,4% προήλθε κυρίως από την αύξηση των επενδύσεων και δευτερευόντως των εξαγωγών). Δυστυχώς, δεν επιτεύχθηκε ούτε ο αναθεωρημένος στόχος που η κυβέρνηση έθεσε στη διάρκεια του 2017 και ήταν 1,6%, ούτε η πρόσφατη πρόβλεψη του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα από τη Λάρισα για ανάπτυξη 2%. Αντίστοιχη δήλωση είχε κάνει και ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος στην τηλεόραση του Ant1 στο τέλος του τρίτου τριμήνου 2017.

Η δήλωση του Ευκλείδη Τσακαλώτου για ρυθμό ανάπτυξης 2% του ΑΕΠ το 2017 (ΑΝΤ1, 27/09/2017).

Η αναιμική άνοδος οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι «το νερό ξαναμπήκε στο αυλάκι» και συγκεκριμένα στην άρση της αβεβαιότητας, ως προς τον γενικό χαρακτήρα της οικονομίας και τη θέση της, την επόμενη ημέρα της συμφωνίας του 2015. Η διαπραγμάτευση του 2015 είχε προκαλέσει φόβο και τρόμο, ακυρώνοντας επενδυτικές πρωτοβουλίες που επρόκειτο να αναληφθούν ή παγώνοντας άλλες, που είχαν αναληφθεί το 2014, όταν η οικονομία είχε και πάλι περάσει τον κάβο της ύφεσης, διαγράφοντας οριακά θετική πορεία.

Η ανάπτυξη δεν είναι μακαρονάδα για να την παραγγείλεις (ούτε βέβαια οι αγορές χορεύουν όταν κάποιος παίζει το ζουρνά)

Ο χαρακτήρας της οικονομίας παρέμεινε φιλελεύθερος και η θέση της εγχώριας αγοράς παρέμεινε εντός της ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κυβέρνηση αποδέχτηκε την κατάσταση. Όχι ανέξοδα. Η χώρα και οι πολίτες φορτώθηκαν με ένα νέο αχρείαστο μνημόνιο, που μεταφράστηκε σε απώλειες δισεκατομμυρίων και σε νέα σκληρά μέτρα λιτότητας, τα οποία μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Η ζημιά είναι μεγάλη. Δεν είναι τα 200 δισ. που επαναλαμβάνει ο πρώην επικεφαλής του Euroworking Group, ο Αυστριακός Τόμας Βίζερ, αλλά είναι σημαντική.

Βασικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας σύμφωνα με το προσχέδιο προϋπολογισμού του 2017 (% ετήσιες μεταβολές, σταθερές τιμές)
  2015 2016** 2017**
Πραγματικό ΑΕΠ -0,2 -0,3 2,7
Ιδιωτική κατανάλωση 0,3 -0,6 1,8
Δημόσια κατανάλωση 0,0 -1,5 -0,3
Ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου 0,7 3,3 9,1
Εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών -3,8 -6,3 5,3
Εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών -6,9 -2,6 3,3
Αποπληθωριστής ΑΕΠ -0,6 0,4 0,8
Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή -1,1 0,0 0,6
Απασχόληση* 1,9 2,0 2,0
Ποσοστό ανεργίας* 22,9 21,5 20,4
Ποσοστό ανεργίας (Έρευνα Εργατικού Δυναμικού) 24,9 23,5 22,4
*Σε εθνικολογιστική βάση      
**Προβλέψεις      

Η αποδοχή της κατάστασης και της αφοσίωσης στο ευρώ επανέφερε μέρος της εμπιστοσύνης των συναλλασσομένων εντός και εκτός της χώρας. Ταυτόχρονα, ο κόσμος που πίστεψε στην πολιτική Βαρουφάκη και στην πολιτική της ανυπακοής απογοητεύθηκε, αφού διαπίστωσε ότι δεν μπορεί να είναι μέρος ενός συνόλου χωρίς υποχρεώσεις, που ο ισχυρός επιβάλλει.

Τα αποτελέσματα των μέτρων λιτότητας και η υλοποίηση του μνημονίου με την επιτάχυνση –σε σχέση με παλιότερα– της δεύτερης και τρίτης αξιολόγησης έδειξαν ότι η δημοσιονομική πολιτική αποδίδει και ότι η χώρα μπορεί να πετυχαίνει κάποιους στόχους, «ματώνοντας» όμως τους πολίτες. Έτσι έγινε ένα ακόμα βήμα συμμόρφωσης, με την οικονομία να κερδίζει μόνο τμήμα της χαμένης εμπιστοσύνης και αρκετούς δείκτες να καταγράφουν βελτίωση. Όμως ο δρόμος προς την κανονικότητα είναι ακόμα μακρύς και δύσκολος, αφού πήγαν χαμένα τουλάχιστον άλλα τρία χρόνια.

 

Τα 44 δισ. της καταγεγραμμένης ζημιάς

Η οικονομία είχε πάλι περάσει τον κάβο της ύφεσης το 2014 και βελτιωνόταν, αλλά η τότε κυβέρνηση επέλεξε να ακολουθήσει ένα διαφορετικό μονοπάτι, που οδήγησε στο τρίτο μνημόνιο. Το τρίτο πακέτο οικονομικής βοήθειας ανήλθε σε 86 δισ. ευρώ, αλλά δεν στοίχισε τόσο στο κράτος και στους πολίτες. Στοίχισε άμεσα τόσο, όση ήταν η αξία των τραπεζών που χάθηκαν και γενικότερα όλων των περιουσιακών στοιχείων των Ελλήνων (ακινήτων). Έμμεσα στοίχισε τόσο, όση θα ήταν η αξία που το ΑΕΠ θα κέρδιζε την περίοδο 2015-2017. Πόσο ήταν συνολικά; Ο καθένας μπορεί να κάνει τους δικούς του υπολογισμούς, ειδικά ως προς την αξία του διαφυγόντος ΑΕΠ. Αν κάποιος θελήσει να υπολογίσει τη χασούρα με βάση τα χρήματα που θα περισσέψουν από το τρίτο μνημόνιο, τότε το αποτέλεσμα θα είναι κοντά στα 50 δισ. ευρώ.

Το ίδιο ποσό προκύπτει από τον υπολογισμό της αξίας των τραπεζών, η οποία ανήκε στο δημόσιο και χάθηκε δια παντός: 35 δισ. ευρώ, συν τα διαφυγόντα δισεκατομμύρια ανάπτυξης του ΑΕΠ που δεν ήρθαν, ήτοι περίπου 9 δισ. ευρώ για την τριετία 2015-2017 με την υπόθεση για μέση αύξηση 2% του ΑΕΠ τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Και ποινικές ευθύνες

Ως προς την άξια των τραπεζών που χάθηκε, θα πρέπει να αναζητηθούν και ποινικές ευθύνες, γιατί ταυτόχρονα χάθηκε η δυνατότητα ανάκτησης των χαμένων από το ελληνικό δημόσιο, αφού μειώθηκε η συμμετοχή του δημοσίου στο μετοχικό κεφαλαίο των τραπεζών (ειδικά στην Eurobank σχεδόν εξαφανίστηκε και στην Alpha Bank σχεδόν μηδενίστηκε).

Οι δείκτες που βελτιώθηκαν και η απόσταση από την κανονικότητα

Θα ξεκινήσουμε με έναν από τους πιο σημαντικούς δείκτες, την πορεία της ανεργίας. Η ανεργία έφθασε στο υψηλότερο σημείο της, το 28%, τον Ιούλιο του 2013, έναν χρόνο μετά τις εκλογές του 2012 και την επιβολή της δεύτερης φάσης των μέτρων λιτότητας. Από τότε ξεκίνησε μία αργή καθοδική πορεία. Ουσιαστική αποκλιμάκωση δεν έγινε ούτε το 2014 (-1,6%), ούτε το 2015 (-1,7%), ούτε το 2016 (-0,8%). Συνέβη μόλις το 2017 (-2,6%, με βάση στοιχεία μέχρι και Νοέμβριο), με την ανάκτηση της εμπιστοσύνης λόγω του ότι η κυβέρνηση έτρεξε σχετικά γρήγορα την δεύτερη και τρίτη αξιολόγηση και υιοθέτησε πλήρως τις ευέλικτες μορφές εργασίας.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό της ανεργίας βρίσκεται στο 20,9% και δεν λέει να υποχωρήσει επί τέσσερις μήνες (τον Αύγουστο ήταν 20,8%, τον Σεπτέμβριο 20,9% και τον Οκτώβριο 20,9%). Αυτή είναι η πρώτη παρατήρηση ως προς την πορεία της ανεργίας. Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι, ενώ το ποσοστό ανεργίας το Νοέμβριο του 2017 ήταν σχεδόν ίδιο με αυτό του Νοεμβρίου του 2011, όταν όμως ο αριθμός των εργαζομένων τον Νοέμβριο του 2017 ήταν 3.761,5 χιλιάδες, δηλαδή μικρότερος κατά 137,400 χιλιάδες από τις 3.898,9 χιλιάδες του αντίστοιχου μήνα του 2011. Αυτό σημαίνει ότι έχει μειωθεί ο ενεργός πληθυσμός.

Δεν θα προχωρήσουμε σε περαιτέρω ανάλυση σχετικά με το μέσο μισθό και το μέσο διαθέσιμο εισόδημα, γιατί θα επεκταθούμε και γιατί τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει είτε να μειωθεί η κατανομή της μερικής απασχόλησης στο σύνολο, είτε να αυξηθεί ο βασικός μισθός και το διαθέσιμο εισόδημα.

Η εξέλιξη της ανεργίας

 

2013 2014 2015 2016 Νοέμβριος 2017
Ποσοστό Ανεργίας 27,4% 25,8% 24% 23,4% 20,9%
Μεταβολή (Ποσοστιαίες μονάδες) +1,1 -1,6 -1,7 -0,8 -2,6
Η πτώση των αποδόσεων των ομολόγων

Η πτώση των αποδόσεων των ομολόγων σηματοδοτεί σημαντικά οφέλη για την οικονομία, γιατί αποτελεί προπομπό μείωσης των επιτοκίων των τραπεζικών δανείων.

Πτώση των τραπεζικών επιτοκίων κατά μία ποσοστιαία μονάδα ισοδυναμεί με όφελος στην ελληνική οικονομία της τάξης των 2 δισ. ευρώ ετησίως

Το κόστος του χρήματος είναι βασικός παράγοντας που κινητοποιεί τις επενδύσεις σε μία οικονομία και παράλληλα μειώνει το κόστος για την εξυπηρέτηση του χρέους, δημοσίου και ιδιωτικού. Συνεπώς υπάρχουν μελλοντικά οφέλη στο κόστος χρηματοδότησης το οποίο μειώνεται, τόσο στα υφιστάμενα δάνεια όσο και στα νέα. Αυτήν την περίοδο η απόδοση του ομολόγου 10ετούς διάρκειας του ελληνικού δημοσίου είναι γύρω στο 4,325%. Τον Νοέμβριο του 2017 ήταν στο 5,5%.

Αντίστοιχη πτώση έχουν οι αποδόσεις των ομολόγων που έχουν εκδώσει μεγάλες ελληνικές εταιρείες. Το εταιρικό ομόλογο του ΟΠΑΠ με τοκομερίδιο 3,5% έχει υποχωρήσει στο 2,65%. Αυτό σημαίνει ότι ο ΟΠΑΠ μπορεί πλέον να δανειστεί με επιτόκιο 2,65%, ενώ έναν χρόνο νωρίτερα δανειζόταν με 3,5%.

Ακόμα μεγαλύτερη είναι η μείωση μεταξύ του τοκομεριδίου και της τρέχουσας απόδοσης τoυ ομολόγου της εταιρείας Housemarket A.E. (εκμεταλλεύεται τα καταστήματα ΙΚΕΑ, Intersport κ.λπ.). H απόδοση έχει υποχωρήσει στο 3,45%, όταν το τοκομερίδιο είναι στο 5%.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η πτώση των επιτοκίων ευνοεί γενικώς τις επιχειρήσεις και κυρίως τις μικρότερες, οι οποίες αφενός δεν έχουν εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης των δραστηριοτήτων τους και αφετέρου δανείζονται με υψηλότερα επιτόκια.

Συνεπώς μία πτώση του γενικότερου επιπέδου των επιτοκίων κατά μία ποσοστιαία μονάδα –π.χ. από το 5% στο 4%– σημαίνει όφελος για την οικονομία (επιχειρήσεις και νοικοκυριά) της τάξης των 2 δισ. ετησίως, αφού το σύνολο των δανείων είναι 200 δισ. ευρώ στην Ελλάδα.

Για να δούμε πόσο σημαντικό είναι το παραπάνω για την ελληνική οικονομία, αρκεί να κοιτάξουμε πού βρισκόμαστε σήμερα. Το επιτόκιο για νέα δάνεια προς επιχειρήσεις στην ευρωζώνη είναι 1,67%, όταν στην Ελλάδα είναι 5,36%, δηλαδή πάνω από τρεις φορές υψηλότερο. Τα στοιχεία είναι τα τελευταία δημοσιευμένα (Ιανουάριος 2018) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Τράπεζας της Ελλάδος αντίστοιχα.

Το λεγόμενο spread

Το επίπεδο των επιτοκίων με τα οποία δανείζεται μια χώρα δεν εξαρτάται μόνο από τις ιδιαιτερότητές της, αλλά και από το διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Η Ελλάδα ως μέλος της ευρωζώνης συγκρίνεται με τα άλλα κράτη-μέλη και έχει ως σημείο αναφοράς την απόδοση του γερμανικού ομολόγου –που δείχνει και τα περιθώρια βελτίωσης της κατάστασης. Το spread λοιπόν είναι η διαφορά μεταξύ των επιτοκίων δανεισμού της Ελλάδας σε σχέση με τα επιτόκια δανεισμού της Γερμανίας.

Η διαφορά στα επιτόκια δανεισμού Ελλάδας και Γερμανίας είναι σήμερα 3,74%

Σήμερα η Ελλάδα δανείζεται με 4,37%, ενώ η Γερμανία με 0,63% στη δεκαετία (απόδοση 10ετούς ομολόγου). Η διαφορά είναι 3,74% (ή 374 μονάδες βάσης). Τον Απρίλιο του 2014, όταν η Ελλάδα ξαναβγήκε στις αγορές, το spread ήταν 453 μονάδες βάσης, ενώ τον Ιούνιο του 2014 ήταν 425 μονάδες βάσης, προεξοφλώντας μία βελτίωση. Όμως η πορεία αντί να βελτιωθεί, αναστράφηκε. Το spread επανήλθε τον Απρίλιο του 2015 σε επίπεδα στάσης πληρωμών (άνω των 1.000 μονάδων βάσης) και συγκεκριμένα στις 1.285 μονάδες βάσης.

Όταν η Ελλάδα μπήκε στα μνημόνια τον Απρίλιο του 2010, το spread αυξήθηκε κατά 155 μονάδες βάσης –βρέθηκε στα επίπεδα των 588-614 μονάδων βάσης– και για πρώτη φορά βρέθηκε σε επίπεδα στάσης πληρωμών (>1.000 μονάδων βάσης) την περίοδο 2011-2012.

Την περίοδο των παχέων αγελάδων το ελληνικό spread ήταν μόλις 30-40 μονάδες βάσης

Την περίοδο των παχιών αγελάδων του 2002-2008, το spread του ελληνικού ομολόγου σε σχέση με το γερμανικό ήταν συνέχεια μεταξύ 30 και 40 μονάδων βάσης.

 

Δείκτης Οικονομικού Κλίματος (Economic Sentiment Index)

O δείκτης οικονομικού κλίματος, που παρακολουθεί το ΙΟΒΕ και δημοσιοποιείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο τέλος κάθε μήνα, παρουσιάζει συνεχή βελτίωση. Προσφάτως επανήλθε στα επίπεδα του 2014.

Μόλις προσφάτως, Φεβρουάριο του 2018, ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος επέστρεψε σε επίπεδα 2014

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ, τον Φεβρουάριο του 2018 ο δείκτης βρέθηκε στις 104,3 μονάδες, από 101,9 τον προηγούμενο μήνα. Η τιμή των 104,3 μονάδων είναι η υψηλότερη εδώ και χρόνια, ενώ η δεύτερη μεγαλύτερη ήταν οι 103,7 μονάδες, τον Ιούνιο του 2014. Να σημειώσουμε ότι για όλο το 2014 η μέση τιμή του δείκτη ήταν 100,5 μονάδες, ενώ το 2017 η μέση τιμή του ήταν 96,6.

Επενδύσεις

Kαι πάμε σε ένα πολύ κρίσιμο μέγεθος: τις επενδύσεις (που μέτρησαν περισσότερο στην αύξηση του ΑΕΠ του 2017). Ο πρώην υπουργός Οικονομίας Δημήτρης Παπαδημητρίου και τα κυβερνητικά στελέχη πανηγύριζαν - και καλά έκαναν - γιατί οι ξένες άμεσες επενδύσεις έτρεχαν με εκρηκτικό ρυθμό το 2017 και θα προσέγγιζαν το ποσό των 4 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος διαμορφώθηκαν τελικώς σε 3,59 δισ. ευρώ το 2017. Το γεγονός ότι δεν επιτεύχθηκε η εκτίμηση δεν είναι κακό, γιατί ακόμα και τα 3,59 δισ. ευρώ ή 1,9% του ΑΕΠ αποτελεί ρεκόρ πολλών ετών και είναι το υψηλότερο ποσοστό από το 2006. Να θυμίσουμε ότι το 2016 και το 2015 οι ξένες άμεσες επενδύσεις ήταν 2,78 δισ. ευρώ και 1,147 δισ. ευρώ αντίστοιχα.

Οι άμεσες ξένες επενδύσεις σημείωσαν υψηλό επίπεδο πολλών ετών, αλλά το ήμισυ οφείλεται στις ιδιωτικοποιήσεις και τα 2/5 σε ενδο-ομιλικά δάνεια

Εδώ όμως πρέπει να εξηγήσουμε γιατί οι ξένες επενδύσεις ήταν τόσο υψηλές το 2017. Οι λόγοι είναι ότι α) συνδέονται κατά το ήμισυ με το πρόγραμμα των ιδιωτικοποιήσεων και β) κατά τα 2/5 προέρχονται από τα λεγόμενα «ενδο-ομιλικά δάνεια», δηλαδή δάνεια που προέρχονται από εταιρείες του εξωτερικού προς τις θυγατρικές τους στην Ελλάδα. Να θυμίσουμε ότι ο ρυθμός των ιδιωτικοποιήσεων τα πρώτα χρόνια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ήταν ανύπαρκτος, ενώ το 2017 ουσιαστικά υλοποιήθηκαν όσες είχαν «κολλήσει» τα προηγούμενα χρόνια. Γι’ αυτό αυξήθηκαν σημαντικά οι ξένες άμεσες επενδύσεις και αποτέλεσαν το 1,9% του ΑΕΠ, όταν δεν ξεπερνούσαν το 1% για πολλά χρόνια.

Συνεπώς η κυβέρνηση πρέπει μεν να πανηγυρίζει, αλλά θα πρέπει και να αναγνωρίζει ότι αυτό που προκάλεσε τη μεγάλη αύξηση στους αριθμούς, δηλαδή οι ιδιωτικοποιήσεις, δεν αποτελεί επίτευγμα της δικής της οικονομικής πολιτικής, αλλά «κτήμα» των δανειστών.

Οι βασικότερες εισροές από ξένες άμεσες επενδύσεις (FDI)
1 Eνδο-ομιλικό δάνειο στις θυγατρικές της Fraport στην Ελλάδα (Fraport Greece) με σκοπό την εκμετάλλευση των 14 περιφερειακών αεροδρομίων
2 Eνδο-ομιλικό δάνειο στη Euronet Card Services ΑΕΠΥ Πληροφορικής από τη Euronet 360 Finance Ltd
3 Aύξηση μετοχικού κεφαλαίου των θυγατρικών της Fraport στην Ελλάδα (Fraport Greece)
4 Eξαγορά του 24% του ΑΔΜΗΕ από την εταιρία State Grid Europe Ltd
5 Πώληση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ στην ιταλική εταιρία Ferrovie dello Stato Italianο SpA.
Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος
Επενδύσεις παγίου κεφαλαίου
Η «περήφανη διαπραγμάτευση» της πρώτης κυβέρνησης Τσίπρα φαίνεται στο πισωγύρισμα των επενδύσεων, που προσέγγισαν τα χαμηλότερα επίπεδα από τότε που η ΕΛΣΤΑΤ έχει διαθέσιμα στοιχεία (1995)

Ακόμα πιο σημαντικό μέγεθος για την πορεία μιας οικονομίας από τις ξένες άμεσες επενδύσεις είναι οι επενδύσεις που πραγματοποιούν υφιστάμενες ή νέες επιχειρήσεις σε πάγιο εξοπλισμό, αγοράζοντας δηλαδή μια καινούργια μηχανή, ένα μεταφορικό μέσο, εξοπλισμό γραφείου, δηλαδή στοιχεία του ενεργητικού τους, που θα χρησιμοποιήσουν για πολλά χρόνια. Αυτό λέγεται ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου και σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή το μέγεθός του διαμορφώθηκε στα 20,84 δισ. ευρώ το 2017, αυξημένο κατά 12,8% έναντι των 18,48 δισ. ευρώ το 2016 και των 17,31 δισ. ευρώ το 2015.

Ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου ανά επενδυτική κατηγορία (σε εκατ. ευρώ)
  2016 2017 Μεταβολή (%)
Αγροτικά προϊόντα 84 87 3,57%
Μεταλλικά προϊόντα, μηχανήματα 5.776 5.950 3,01%
Εξοπλισμός μεταφορών 2.772 5.114 84,48%
Κατοικίες 1.127 1.026 -8.96%
Άλλες κατασκευές 7.544 7.124 -5,56%
Άλλα προϊόντα 3.155 3.176 0,66
Μεταβολή αποθεμάτων/Αποκτήσεις μείον διαθέσεις τιμαλφών -1.976 -1.633 μ/δ
Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου 18.482 20.844 12,78%
Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ      

Να σημειώσουμε ότι ο ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου το 2014 ήταν 21,28 δισ. ευρώ, δηλαδή αυξημένος έναντι και του 2013 αλλά και του 2015, που ακολούθησε. Το πόσο κακό έκανε στη χώρα η πολιτική που ακολούθησε η πρώτη κυβέρνηση Τσίπρα φαίνεται ακριβώς στο μέγεθος του ακαθάριστου σχηματισμού κεφαλαίου, που το 2015 ήταν το χαμηλότερο εδώ και δεκαετίες (από το 1995 που είναι τα διαθέσιμα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής), αφού εκεί που η οικονομία είχε πάρει μπροστά, οι επιχειρήσεις πάγωσαν εκ νέου τα επενδυτικά τους σχέδια.

Στην ερώτηση εάν η χώρα πρέπει να πανηγυρίζει για τα 20,84 δισ. ευρώ επενδύσεις, η απάντηση είναι αρνητική. Γιατί σε μία χώρα που οι επιχειρήσεις δύσκολα επένδυαν μία βίδα από το 2012 μέχρι και το 2015, μια αύξηση της τάξης του 10%, του 20%, ή ακόμα και του 30% ή 40% δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε υψηλό ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Άλλωστε το νούμερο παραμένει μικρό σε σχέση με τις επενδύσεις που έκαναν οι επιχειρήσεις τα προηγούμενα χρόνια και ήταν σε μέση ετήσια βάση 48,1 δισ. ευρώ, την περίοδο 2000-2009. Γι΄ αυτό ΣΕΒ και οικονομολόγοι υποστηρίζουν εδώ και δύο χρόνια ότι η Ελλάδα χρειάζεται επενδυτικό σοκ, με επιπλέον 100 δισ. επενδύσεις αυτών που ήδη διενεργούνται μέχρι το 2020. Αλλά και αυτός ο πόθος θα παραμείνει κατά τα φαινόμενα απραγματοποίητος, παρά τις δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών Ευκλειδη Τσακαλώτου, ότι «τα επόμενα δύο χρόνια θα έχουμε τόσες επενδύσεις που δεν θα μπορούμε να τις απορροφήσουμε» (Η δήλωση έγινε στην ίδια συνέντευξη στον Αντ1, στις 27/09/2017).

Έχει διατελέσει αρχισυντάκτης οικονομικού στις εφημερίδες Ελευθεροτυπία, Δημοκρατία και Ντοκουμέντο, κι έχει εργαστεί σε διάφορα ηλεκτρονικά μέσα. Το 2016 η αναζήτηση για νέα πράγματα τον οδήγησε στην ίδρυση του marketfair.gr.

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus
7

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.