Τα ηθικά διλήμματα του δημοσιογράφου: ο Τάσος Τέλλογλου μιλά για τη Siemens

Όταν το 2007 ξεκινούσα την έρευνα για την υπόθεση Siemens, ήξερα ότι ένας δημοσιογράφος δεν έχει τα όπλα για να διαλευκάνει μιαν υπόθεση. Στόχος μου ήταν να κινητοποιήσω τους θεσμούς και όταν το κατάφερνα, θα τελείωνε η δική μου δουλειά. Σήμερα έχει φτάσει η ώρα της δίκης. Είναι όμως αμφίβολο εάν θα αποδοθεί δικαιοσύνη.
Χρόνος ανάγνωσης: 
9
'
To ερευνητικό κέντρο της Siemens στο προάστιο Neuperlach του Μονάχου. [Siemens]

Μία από τις τακτικότερες υποχρεώσεις μου, ειδικά το τελευταίο δίμηνο, είναι να καταθέτω σε μερικές από τις μεγαλύτερες δίκες για οικονομικά εγκλήματα, προμήθειες και ευθύνες υπηρεσιακών και πολιτικών παραγόντων, που γίνονται στο εφετείο της Αθήνας. “Εθνικό μάρτυρα” με αποκαλεί σκωπτικά ένας από τους καλύτερους ποινικολόγους της Αθήνας.

Ο δημοσιογράφος στο βήμα του μάρτυρα

Είναι ένα πρόβλημα όταν ένας δημοσιογράφος γίνεται μάρτυρας, υπεράσπισης η κατηγορίας, για θέμα με το οποίο έχει ασχοληθεί, κι αυτό γιατί χάνει την ουδετερότητα του. Και επειδή “στριμώχνεται” από την έδρα του δικαστηρίου –στο οποίο κάποιοι άνθρωποι παλεύουν μαζί με τους συνηγόρους για την ελευθερία τους– να αποκαλύψει τις πηγές του. Αυτό είναι το δεύτερο πρόβλημα, μετά την απώλεια της ουδετερότητας.

Ο δημοσιογράφος συνήθως είναι υποχρεωμένος στην αλήθεια. Αλλά η αλήθεια σε ένα δικαστήριο είναι πάντα συγκεκριμένη: Αφορά πράξεις, οι κατηγορούμενοι δικάζονται για συγκεκριμένες πράξεις και το δικαστήριο θέλει να ακούσει στοιχεία για τον άδικο ή όχι χαρακτήρα τους. Δεν ενδιαφέρει τον ποινικό δικαστή ο χαρακτήρας των κατηγορουμένων, ούτε η συμπεριφορά τους, αλλά οι συγκεκριμένες πράξεις τους και οι αποδείξεις ότι τελέστηκαν ή οχι. Ο δημοσιογράφος δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποκαθιστά τις δικαστικές αρχές διότι τότε θα πάψουν να του μιλούν οι πάντες από τον φόβο ότι θα τα πει σε κάποιο δικαστήριο. Όπως εγώ τώρα. Μήπως μπορώ να κρυφτώ πίσω από το δημοσιογραφικό απόρρητο;

Το δημοσιογραφικό απόρρητο, λοιπόν. Μόνο που αυτό δεν εδράζεται σε κάποια διάταξη. Μάλιστα ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας προβλέπει ότι αν ένας μάρτυρας δεν αποκαλύψει την πηγή μίας πληροφορίας, η μαρτυρία του είναι άκυρη. Γιατί λοιπόν τα δικαστήρια επιμένουν να καλούν εμάς τους δημοσιογράφους ως μάρτυρες; Διότι σε κάποιο σημείο της προανάκρισης ή της ανακριτικής διαδικασίας καταθέσαμε όταν μας κάλεσαν. Είτε επειδή έτσι πιστεύαμε ότι θα βοηθούσαμε την έρευνα (όπως π.χ. ο υπογράφων), θα την “σπρώχναμε” και η εμβάθυνση της θα μας αποζημίωνε με νέα στοιχεία –για παράδειγμα το άνοιγμα λογαριασμών στους οποίους δεν έχουμε πρόσβαση.

Αυτό συμβαίνει σε όλες αυτές τις μεγάλες υποθέσεις, αλλά όσο κανείς “βυθίζεται” σε μιαν υπόθεση τόσο γίνεται μέρος της και εν τέλει παράγοντας της δίκης, ακόμα και αν απλώς επαναλαμβάνει εκείνα που δημόσια γράφει. Αν μάλιστα εμφανισθεί και σε δύο εξεταστικές επιτροπές της Βουλής, όπως ο γράφων, είναι και εκείνος μέρος του σκηνικού από το οποίο επιχειρεί να αποστασιοποιηθεί.

Μία από αυτές τις υποθέσεις, που είναι και η αγαπημένη μου, αφορά μιαν ιστορία με την οποίαν ασχολήθηκα για δυόμισι χρόνια, έγραψα και παρήγαγα δεκάδες ρεπορτάζ για έντυπα, ραδιόφωνο και τηλεόραση και εντέλει τα συμπεριέλαβα σε ένα μικρό βιβλιαράκι που βγήκε το φθινόπωρο του 2009. Αυτήν την άνοιξη διάβασα ξανά μετά από χρόνια το βιβλιαράκι αυτό, για να φρεσκάρω τη μνήμη μου, αφού γίνονται δύο δίκες για τα “μαύρα ταμεία” της Siemens και το δικαστήριο μου έχει ζητήσει να καταθέσω και στις δύο, ως μάρτυρας του κατηγορητηρίου.

Η δίκη του Τάσου Μαντέλη για τη Siemens

Προς το παρόν, έχω καταθέσει στη δίκη του Τάσου Μαντέλη. Ο πρώην υπουργός κατηγορείται για δύο εμβάσματα 450.000 μάρκων που φέρεται να πήρε από τη Siemens για να κυρώσει τη σύμβαση 8002 για την ψηφιοποίηση του ΟΤΕ.

Είναι ήδη η δεύτερη φορά που καταθέτω για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Ό,τι είχα πει την πρώτη φορά, πριν από ενάμιση χρόνο, δεν “πιάνεται”, αφού ενώ η δίκη έβαινε μετά από τρία χρόνια προς το τέλος της, απεβίωσε ο πρόεδρος του δικαστηρίου και όλα έπρεπε να ξαναρχίσουν από την αρχή.

Την πρώτη φορά, με πρόεδρο τον θανόντα, κατέθετα επί τρεις δικάσιμους. Το δικαστήριο ήθελε να ακούσει από εμένα ότι ο Μαντέλης “λαδώθηκε”. Η πολιτική αγωγή του δημοσίου επίσης. Ο συνήγορος του κ. Μαντέλη, Γιάννης Ηρειώτης, από την άλλη, επέμενε σε μια συγκεκριμένη ερώτηση με στόχο να πω ότι ο πελάτης του πήρε τα χρήματα ως προεκλογική χορηγία –σε μια χρονιά που δεν είχαν γίνει εκλογές (το 1998).

Στη δίκη Μαντέλη υπάρχει μία κατηγορούμενη, η Αντωνία Μάρκου, η ιστορία της οποίας δείχνει όλη την παράνοια του σκανδάλου της Siemens και σε ένα βαθμό τη ματαιότητα της δημοσιογραφικής δουλειάς –η οποία με όση επιμονή και αν γίνεται, δεν είναι τελικά αυτή που καθορίζει το ποιος θα την πληρώσει και ποιος όχι. Η κα Μάρκου είναι η πιο συμπαθητική και πιο άδικα κατηγορούμενη της συγκεκριμένης δίκης. Βρίσκεται στο δικαστήριο με βάση τον (άγραφο) νόμο «τους μικρούς τους κρεμάνε, τους μεγάλους τους αφήνουν ελεύθερους».

H κα Μάρκου είχε σχέση με έναν παντρεμένο άνδρα επί χρόνια, τον Δημήτριο Νέγρη, μέλος της ΚΕ της Νέας Δημοκρατίας και “άνθρωπο των ειδικών αποστολών”, τόσο του Μιλτιάδη Έβερτ όσο και του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Ο Νέγρης ήταν κουμπάρος του πρώην ισχυρού άνδρα της Siemens και κατηγορουμένου στο ίδιο δικαστήριο, Ηλία Γεωργίου.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 ο Νέγρης πείθει τη Μάρκου να ανοίξει έναν λογαριασμό σε τράπεζα της Ζυρίχης, στον οποίον έβαζε χρήματα η Siemens. Διαχειριστής του λογαριασμού είναι ο Γεωργίου. Στον λογαριασμό αυτό στέλνονται από τη μητρική Siemens 5,75 εκατ. ευρώ για τη σύμβαση 8002 ψηφιοποίησης του ΟΤΕ και από αυτά δίνονται 100.000 στον Τάσο Μαντέλη, τότε υπουργό Μεταφορών, και 100.000 στον Παντελεήμονα Καράκωστα, έναν εξωτερικό σύμβουλο που φρόντιζε να “πείθει” εταιρείες ελεγκτών να βεβαιώνουν ότι η Siemens προσέφερε τις χαμηλότερες τιμές στον ΟΤΕ.

Χωρίς την ψυχολογική της εξάρτηση από τον Νέγρη, η Μάρκου, ένα στέλεχος της ΝΔ που έγινε επικεφαλής δημόσιου οργανισμού, δεν θα άνοιγε τον λογαριασμό μέσω του οποίου ο Γεωργίου έστειλε τα χρήματα σε ένα στέλεχος του ΠΑΣΟΚ. Αν ήθελα τότε να το “κιτρινίσω”, θα έγραφα: «Στέλεχος της ΝΔ βοηθά να πάνε χρήματα στο ΠΑΣΟΚ». Αλλά προτίμησα την “καθώς πρέπει” οδό.

Όταν αποκαλύπτεται δημοσιογραφικά η ύπαρξη του λογαριασμού, ο Γεωργίου παρακαλεί τη Μάρκου να τηρήσει εχεμύθεια –σύμφωνα με μία προανακριτική κατάθεση του αδελφού της– διότι αλλιώς «θα καεί πολύς κόσμος». Η Μάρκου όμως πάει την ανάλυση του λογαριασμού στον ανακριτή και έτσι αυτός ζητάει από τις ελβετικές αρχές τον πραγματικό κάτοχό του –αυτό γίνεται αφότου δημοσιεύουμε με την Αριστέα Μπουγάτσου το όνομα ένας κωδικού λογαριασμού, του Rocco, τον οποίον ο λογαριασμός Μάρκου-Γεωργίου τροφοδότησε με χρήματα.

Η Μάρκου συμβάλλει στο να αποκαλυφθεί η αλήθεια, αλλά καταλήγει κατηγορούμενη για συναυτουργία σε «ξέπλυμα χρήματος», την ώρα που το στέλεχος της ΝΔ Νέγρης –που σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος διακινούσε μεγάλα ποσά στους λογαριασμούς του– καταθέτει ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον της γυναίκας με την οποία ζούσε αρκετά χρόνια μαζί (η προανάκριση είχε γίνει επί κυβέρνησης ΝΔ και το αποτέλεσμά της ήταν ότι... μόνο τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ έπαιρναν χρήματα από τη Siemens).

Η υπόθεση Μάρκου δείχνει πως όταν φεύγουν τα φώτα της δημοσιότητας είναι εύκολο οι πιο ισχυροί να φορτώσουν τα “σπασμένα” στους αδυνάτους. Αλλά δεν είναι αυτή η μεγαλύτερη διάψευση για κάποιον που εν ονόματι του δημόσιου ρόλου του φιλοδοξεί να συμβάλλει στην αποκάλυψη της αλήθειας. Εξάλλου, ο καλός ρεπόρτερ δεν πρέπει να θεωρεί το παραμικρό δεδομένο, πρέπει να είναι βαθιά αγνωστικιστής και ακόμα βαθύτερα σχετικιστής. Μόνον έτσι μπορεί να φτάσει σε κάποιο βάθος.

Όμως οι αναγνώστες και τα δικαστήρια θέλουν απαντήσεις. Ένοχος...αθώος...ζημιά...κέρδος...άσπρο και μαύρο. Διάψευση νούμερο δύο, λοιπόν: τι γίνεται όταν το “ωραίο ταξίδι” φτάνει στο τέλος του και ο “εθνικός μάρτυρας” διαπιστώνει ότι παρά τις δωροδoκίες, τα μαύρα ταμεία, τους κακούς και τους καλούς, δεν είναι σε θέση να περιγράψει τη ζημιά;

H ζημιά

Όπως και η κυρίως υπόθεση Siemens, η δίκη της οποίας δεν έχει ακόμα μπει στην ουσία της, έτσι και η υπόθεση Μαντέλη έχει στην καρδιά της ένα και μόνο ερώτημα: Ζημιώθηκε ο ΟΤΕ από τη σύμβαση 8002 που διαπραγματεύθηκε και υπέγραψε το 1997 η ηγεσία του με τη Siemens και ενέκρινε ο υπουργός;

To κατηγορητήριο λέει πως ναι, ο ΟΤΕ ζημιώθηκε επειδή η Siemens είχε συνυπολογίσει τα 68 εκατομμύρια “μίζες” που εκταμιεύθηκαν από τα μαύρα ταμεία στις τιμές που χρέωνε στον ΟΤΕ. Αλλά οι συνήγοροι υπεράσπισης των 64 κατηγορουμένων της κύριας δίκης (εντωμεταξύ έχουν μείνει 61, διότι τρεις από αυτούς έχουν εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο) διαφωνούν, υποστηρίζοντας ότι ο νόμος «περί καταχραστών του ελληνικού δημοσίου» απαιτεί ξεχωριστή πραγματογνωμοσύνη.

Με απλά λόγια, πρέπει να αποδειχθεί από πραγματογνώμονες πως οι τιμές στις οποίες πούλαγε η Siemens στον ΟΤΕ ήταν υψηλότερες από τις τιμές στις οποίες είχε πουλήσει σε άλλους πελάτες-τηλεπικοινωνιακούς οργανισμούς. Η ανακρίτρια της υπόθεσης Siemens, εφέτης Μαρία Νικολακέα, ζήτησε από τον ΟΤΕ να διενεργήσει πραγματογνωμοσύνη για τη ζημιά που υπέστη ο οργανισμός από τις προνομιακές συμβάσεις με τη Siemens και την Iντρακόμ τη δεκαετία του 1990.

Στις 7 Μαρτίου του 2013 ο νομικός σύμβουλος του ΟΤΕ διαβίβασε στην εισαγγελία τα αποτελέσματα της πραγματογνωμοσύνης που διενέργησαν οι εταιρείες RSM/Ovum, σχετικά με την ύψους 463 εκατ. ευρώ συμφωνία για τη σύμβαση 8002 (που έφθασε τα 693 εκατομμύρια τελικά).

Οι σύμβουλοι του ΟΤΕ καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι τρεις ρήτρες που υπήρχαν στη σύμβαση με στόχο την προστασία του ΟΤΕ από την υπερτιμολόγηση εφαρμόσθηκαν είτε περιορισμένα ή καθόλου.

Συγκεκριμένα, η μία από τις ρήτρες προέβλεπε ότι οι τιμές στις οποίες πούλαγε η Siemens στον ΟΤΕ θα έπρεπε να είναι ανταγωνιστικές με αυτές στις οποίες πούλαγε σε άλλες χώρες της ΕΕ. Όμως στην περίπτωση της σύμβασης 8002 δεν μπορούσε να γίνει η απαραίτητη σύγκριση των τιμών. Ο λόγος ήταν ότι η εταιρεία που υπέγραψε τη σύμβαση δεν ήταν η μητρική της Γερμανίας Siemens AG, η οποία πουλάει και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά οι δύο ελληνικές θυγατρικές της, Siemens Τηλεβιομηχανική ΑΕ και Siemens ΑΕ. Οι δύο τελευταίες εταιρείες πουλάνε μόνο σε χώρες εκτός ΕΕ και τη Ρουμανία, που γι' αυτόν το λόγο ήταν η μοναδική χώρα αναφοράς για τη σύγκριση τιμών.

Επίσης, οι πραγματογνώμονες έκριναν ότι προκειμένου να αποφασίσουν αν ήταν υπερβολικό ή όχι το κέρδος της Siemens, θα έπρεπε να γνωρίζουν σε τι τιμή πουλούσε τα προϊόντα η γερμανική μητρική στις ελληνικές θυγατρικές της, προτού αυτές τα πουλήσουν με τη σειρά τους στον ΟΤΕ. Αλλά η μητρική Siemens δεν θα παρέδιδε ποτέ αυτά τα στοιχεία, γιατί δεν ήταν αυτή που είχε υπογράψει τη σύμβαση με τον ΟΤΕ, όπως προαναφέραμε, οπότε δεν είχε καμία τέτοια νομική υποχρέωση.

Ένα ακόμα πρόβλημα που είχαν οι πραγματογνώμονες στην προσπάθειά τους να καταλήξουν αν οι τιμές ήταν συμφέρουσες ή όχι, είναι ότι η σύμβαση είχε διάρκεια πέντε χρόνια, με αποτέλεσμα σε αυτό το διάστημα κάποια από τα υλικά να έχουν τεχνολογικά ξεπεραστεί και να πρέπει οι τιμές τους να προσαρμοστούν προς τα κάτω (να σημειωθεί π.χ. ότι στη διάρκεια της σύμβασης ο ΟΤΕ διένειμε στους συνδρομητές του «κουτιά» ISDN, ενώ στην Ευρώπη έμπαιναν γραμμές ADSL). Οι σύμβουλοι αναφέρουν ότι «ο ΟΤΕ μέσω των εκπροσώπων του στην επιτροπή αξιολόγησης (σ.σ. της εφαρμογής της σύμβασης) όφειλε να απαιτήσει τον καθορισμό σε ετήσια βάση των υλικών που θεωρούνταν “ώριμης τεχνολογίας” και όφειλε να αξιώνει σε ετήσια και πάλι βάση προσαρμογή των τιμών των υλικών αυτών... η οποία δεν μπορεί να κριθεί παρά ως πτωτική».

Όπως όμως κατέθεσε ένας από τους διαχειριστές των “μαύρων ταμείων” της Siemens, ο Ράινερ Πέτερ Νηντλ, στον εισαγγελέα του Μονάχου, «“πληρώναμε” στην Ελλάδα για δύο λόγους: Με την Ελλάδα υπήρχαν πολύ μακροχρόνιες προγραμματικές συμφωνίες και στον τομέα των τηλεπικοινωνιών οι τιμές μειώνονταν κάθε τρία ή τέσσερα χρόνια στο μισό. Οι Έλληνες όμως δεν επαναδιαπραγματεύονταν και δεν ζητούσαν μείωση των τιμών στο βαθμό που τις επέβαλε η αγορά. Από την άλλη θέλαμε να κερδίσουμε νέα συμβόλαια και όλα αυτά τα πετυχαίναμε με πληρωμές...».

Το βασικό συμπέρασμα των πραγματογνωμόνων ήταν ότι ο ΟΤΕ υπέστη μεν ζημιά, χωρίς όμως να μπορούν να υπολογίσουν πόσο μεγάλη ήταν αυτή. Είναι σαν μία εγκυμοσύνη που ουδείς γνωρίζει, των γυναικολόγων συμπεριλαμβανομένων, σε ποιο μήνα είναι. Είναι εγκυμοσύνη;

Αντιμέτωπος με το παρελθόν

Οι παραπάνω λεπτομέρειες μου ήταν μόνο χοντρικά γνωστές, όταν ερευνούσα την υπόθεση Siemens. Στη διάρκεια της έρευνας της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής για το θέμα, ο Πάνος Καμμένος (ως αντιπρόεδρος της επιτροπής) έστειλε τους ανακριτές στο γραφείο/σπίτι του συμβούλου Παντελεήμονα Καράκωστα. Εκεί βρέθηκαν σημειώματα για πληρωμές στις εταιρείες συμβούλων που έκαναν τη συγκριτική αναγωγή των τιμών. Κάποιοι εκπρόσωποί τους είναι κατηγορούμενοι στη μεγάλη δίκη της Siemens (όχι εκείνη του κ. Μαντέλη).

Είχα τύψεις για τον τρόπο που έκανα τη δουλειά μου –δεν ήταν πλήρης, έλεγα στον εαυτό μου– και απορίες για το τι θα μπορούσα να καταθέσω στο δικαστήριο, ώσπου στις αρχές του χρόνου διάβασα ένα μικρό βιβλιαράκι που έβγαλε ο Παναγής Βουρλούμης, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΟΤΕ από το 2004 ως το 2009, επίσης μάρτυρας στη μεγάλη δίκη της Siemens, για τις εμπειρίες του από τον ΟΤΕ, την εξυγίανση και την ιδιωτικοποίηση. Το βιβλιαράκι κυκλοφόρησε μαζί με την «Καθημερινή της Κυριακής». Στη μελέτη αυτή, στη σελίδα 52, ο Βουρλούμης γράφει τα εξής: «Εάν υπήρξε ζημιά, και μάλλον υπήρξε, είναι αδύνατο να να υπολογιστεί με νούμερα γιατί χρειάζονται συγκριτικά στοιχεία τα οποία οι κατασκευαστές τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού αρνούνται η αδυνατούν να δώσουν. Το πρόβλημα πάντως δεν ήταν τόσο οι τιμές, αλλά το ότι ο ΟΤΕ φορτώθηκε τεχνολογικό εξοπλισμό που, αν δεν ήταν ήδη παρωχημένος, θα γινόταν σίγουρα σε λίγο καιρό. Οι προμηθευτές έπρεπε να το γνώριζαν, όπως και τα αρμόδια στελέχη του ΟΤΕ. Το δέσιμο του ΟΤΕ με παρωχημένες τεχνολογίες συνέβαλε στην καθυστέρηση της εισαγωγής της ευρυζωνικότητας στη χώρα. Μεγάλη ζημιά επίσης έκανε η αρρωστημένη ατμόσφαιρα σκανδάλων και καχυποψίας που περιέβαλλε τον ΟΤΕ».

Τελικά, ούτε και ο άνθρωπος που εξυγίανε τον οργανισμό κατάφερε μετά από πενταετή εμπειρία να ποσοτικοποιήσει τη ζημιά από τη σύμβαση. Πώς θα μπορούσε να το κάνει ο δημοσιογράφος που έτυχε να είναι ένας ακόμα μάρτυρας; Έστω και “εθνικός”...

Συμπαρουσιάζει την εκπομπή Ιστορίες στο ΣΚΑΪ από το 2016. Μετά από 7 χρόνια ως ανταποκριτής για ελληνικά μέσα ενημέρωσης στη Γερμανία, συνεργάστηκε με την εκπομπή Μαύρο Κουτί και από το 2004 ως το 2007 ήταν αρχισυντάκτης της εκπομπής Φάκελοι, στην οποία εργάστηκε μέχρι το 2013.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus
2

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.