Τα βιβλία του 2021

Ιστορία, Ανθρωπολογία, μυθιστορήματα, δοκίμια, αστυνομικά, κατασκοπικά, γεωπολιτικά, κανείς δεν θα μείνει δυσαρεστημένος.
Χρόνος ανάγνωσης: 
31
'

Ανάμεσα στις προτάσεις των New York Times, των βιβλιοκριτικών του, των Financial Times, του New Statesman, των Times του Λονδίνου, του npr, του New Yorker, του Vulture, του Vox, του Chapters Indigo και τις προτάσεις του Μπιλ Γκέιτς που διαβάζει τα πάντα, οι συντάκτες του inside story κάνουν τις δικές τους προτάσεις βιβλίων. Γιατί π.χ. λείπουν sos βιβλία, όπως Η Κλάρα και ο Ήλιος του Ισιγκούρο; Γιατί οι συντάκτες μας έκαναν προτάσεις και το καλοκαίρι, στο Βιβλία για το καλοκαίρι του 2021.

Μπιλ, άργησες, δύο από τα πέντε σου τα έχουμε προτείνει από πέρσι.

Έφη Αλεβίζου

Μπέρνχαρντ Σλινκ, Χρώματα του αποχαιρετισμού, μετ. Απόστολος Στραγαλινός, Κριτική

«Πίστευα για πολύ καιρό ότι μια κηδεία βοηθάει στον αποχαιρετισμό του νεκρού. Ο αποχαιρετισμός είναι απαραίτητος, η επίγνωση ότι κάποιος πέθανε εξακολουθεί να μας απασχολεί μέχρι ο αποχαιρετισμός να επιτρέψει στον νεκρό να βρει τη γαλήνη του -όπως κι εμείς τη δική μας. Όμως μια κηδεία δεν βοηθάει. Επιβεβαιώνει στους οικείους τη σημασία του εκλιπόντος και τους επιτρέπει να μοιραστούν λιγάκι τη σημασία του. Στους παρευρισκομένους επιβεβαιώνει την αξία της τελετουργίας, για την οποία θυσιάζουν δυο-τρεις ώρες προκειμένου να δουν και να τους δουν, να αποτίσουν ύστατο φόρο τιμής στον νεκρό και να εκφράσουν τα συλλυπητήριά τους στους οικείους, προσδίδει δε και στους ίδιους κάποια αξία. Μια κηδεία δεν ενδείκνυται για να βοηθήσει στον αποχαιρετισμό».

Η δεύτερη παράγραφος της πρώτης από τις εννιά ιστορίες του βιβλίου, με τίτλο Τεχνητή Νοημοσύνη, απαντά με αμεσότητα, ρεαλισμό και ανακουφιστική ειλικρίνεια στην επιβεβλημένη σημασία του αναπόφευκτου αποχαιρετισμού, την οποία ο Σλινκ έχει ανάγκη να ερμηνεύσει σε αυτή τη φάση της ζωής του. Ο συγγραφέας του Διαβάζοντας στη Χάννα (1998), ενός βιβλίου που δημιούργησε μεγάλη συζήτηση και μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη το 2008 ως The Reader με τους Κέιτ Γουίνσλετ και Ρέιφ Φάινς, έρχεται στην ωριμότητά του να στοχαστεί πάνω σε όλους τους αποχαιρετισμούς της ζωής μας, αλλά κυρίως σε ό,τι συμβαίνει πριν από αυτούς, δηλαδή στη ζωηρή συνύπαρξη.

Αδελφικές, σχέσεις πρώην ζευγαριών, γυναικών και ανδρών, πρεσβύτερων και νεότερων εμπνέουν τους ήρωες των εννέα αυτοτελών ιστοριών του βιβλίου. Η ζωή δεν συγχωρεί, μόνο οι άνθρωποι έχουν αυτή τη μαγική ικανότητα, η αγάπη δεν φτάνει, άλλες φορές θεραπεύει, η διαμάχη ανάμεσα στο σωστό και το λάθος, οι μοιραίες συγκρούσεις, οι προσδοκίες που εκπληρώθηκαν και οι ελπίδες που πέταξαν μακριά.

Η νοσταλγία διατρέχει όλες τις ιστορίες. Σφιχταγκαλιάζει τους ζώντες άλλοτε σαν ζεστό κουκούλι κι άλλοτε σαν τσουχτερή μέδουσα. Όπως τον ήρωα της ιστορίας Daniel, my brother: «Ξαφνικά, ο πόνος για τον χαμό του αδερφού τον χτύπησε σαν κεραυνός. Και ανάμεσα σε όλες τις αναμνήσεις που ξύπνησαν τις επόμενες μέρες και εβδομάδες, σε όλα τα ερωτήματα που θα έμεναν πλέον αναπάντητα, στην οργή για τις απογοητεύσεις και τα τραύματα, στη θλίψη για το ότι δεν μπορούσαν να έρθουν κοντά, αυτός ο πόνος τον χτυπούσε ξανά και ξανά. Άλλες φορές διαισθανόταν τον ερχομό του, άλλες του παραδινόταν όπως την πρώτη φορά, σαν κεραυνοβολημένος».

Ο ομηρικός αποχαιρετισμός του Έκτορα στην Ανδρομάχη, ο Αποχαιρετισμός στα Όπλα του Χέμινγουεϊ, το αποχαιρετιστήριο κούνημα του μαντηλιού της λαϊκής παράδοσης, όλα τα «άντε γεια» που ειπώθηκαν, που λέγονται και θα συνεχίζουν να λέγονται προκειμένου να προχωρήσουμε. Να πάμε παρακάτω.

Κατεβάστε αποσπάσματα από το βιβλίο εδώ.

Aκούστε ένα απόσπασμα εδώ:

Δημήτρης Αναστασόπουλος

Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ, Νάδα, μετ. Δάφνη Κιούση, Άγρα

Με μόνο όπλο την απόγνωση, μία χούφτα βετεράνοι των κοινωνικών κινημάτων που διασάλευσαν την τάξη στην Ευρώπη αποφασίζουν να προχωρήσουν σε μια χειρονομία υψίστης πολιτικής βαρύτητας. Να απαγάγουν τον αμερικανό πρέσβη στο Παρίσι ώστε να καταδείξουν την εμπλοκή των ΗΠΑ στην ήττα του επαναστατικού πνεύματος στη μεταπολεμική Ευρώπη. Βαφτίζουν την ομάδα τους «Νάδα», «τίποτα» στα ισπανικά, προκειμένου να δείξουν την πλήρη αποστασιοποίηση τους από τις διάφορες ακροαριστερές οργανώσεις και βαδίζουν με πλήρη επίγνωση και άφθονη οργή προς την αυτοκαταστροφή σπέρνοντας πτώματα.

Στα απόνερα της εξέγερσης που σημάδεψε τον Μάη του ’68 στη Γαλλία, ο Ζαν- Πατρίκ Μανσέτ, ο πιο πολιτικοποιημένος νουάρ συγγραφέας, γράφει το 1972 τις περιπέτειες μιας δράκας ανταρτών που πιστεύουν ότι οι μοντέρνοι καιροί τους δημιούργησαν μόνο και μόνο για να προειδοποιήσουν ότι ο πολιτισμός βρίσκεται στο χείλος του καταποντισμού. Κι αυτό προβάλλουν ως κήρυκες του μηδενός για να εκπληρώσουν την αποστολή τους. Το Νάδα δεν είναι ρέκβιεμ για τα παιδιά του ’68 που βρέθηκαν στους δρόμους, είναι μία κυνική διαπίστωση ότι οι αυταπάτες τέλειωσαν και ότι οι επόμενες συγκρούσεις θα είναι όλο και πιο αιματηρές. Η δεκαετία του ’70 στην Ευρώπη, που θα σημαδευτεί από αεροπειρατίες, βόμβες, εκτελέσεις και λευκά κελιά, θα τον δικαιώσει.

Μαριλένα Αστραπέλλου

Πόλα Φοξ, Πρόσωπα σε απόγνωση, μετ. Ρένα Χατχούτ, Gutenberg

Το λάτρεψα αυτό το μικρό διαμάντι της Πόλα Φοξ, μιας συγγραφέως που αν και περίπου σύγχρονη των Ροθ, Απντάικ δεν κατέκτησε ποτέ τη φήμη τους και τέλος πάντων ο τίτλος του πιο γνωστού βιβλίου της, Desperate Characters(1970), που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά σε «Πρόσωπα σε απόγνωση», σου αποτυπώνεται δύσκολα στο μυαλό.

Η Φοξ γράφει με απίστευτη οικονομία λέξεων, δεν περισσεύει ούτε κώμα για να ξεφύγεις από την ένταση του βιβλίου (τη φανερή και την υποβόσκουσα). Υπάρχουν και περίοδοι που επιτρέπουν μια σχετική χαλάρωση έτσι ώστε να βλέπεις τους χαρακτήρες να ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια σου και να δεσμεύεσαι να παρακολουθήσεις απερίσπαστη ακόμα και τις φαινομενικά ασήμαντες στιγμές της καθημερινότητάς τους. Η κρίση ενός γάμου, μιας συνεργασίας αλλά και η κρίση μιας κοινωνίας, της αμερικανικής των τελών της δεκαετίας του ’60, όπου το παράθυρο του σπιτιού ενός Εβραίου σπάει από ένα «περαστικό» τούβλο, και ένας νέγρος αφήνεται στην τύχη του στην άκρη ενός δρόμου με τη βεβαιότητα ότι είναι το μεθύσι του που τον οδήγησε σε αυτή την ενδεχομένως ολέθρια κατάσταση είναι οι θεματικές που πάνω κάτω πραγματεύεται η Φοξ.

Υπάρχει και μια γάτα, βέβαια, στην υπόθεση, η οποία πυροδοτεί την πλοκή όταν δαγκώνει την πρωταγωνίστρια (εξ ου και βρίσκεται στα περισσότερα εξώφυλλα των ξένων εκδόσεων). Από το αδέσποτο ζώο που ικανοποιεί την ανάγκη της για φροντίδα και τροφοδοτεί την αυτοεικόνα της ως η φιλόζωη καλή γυναίκα (η οποία ωστόσο παρά τους κλυδωνισμούς της θα αδιαφορήσει τελικά για τον προαναφερθέντα «νέγρο») γίνεται η αγριόγατα που απειλεί ακόμα και τη ζωή της, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την τύχη κάθε ζώου που παύει να είναι ευγνώμον στον ευεργέτη-τροφό του. «Θεέ μου αν κόλλησα λύσσα, είμαι ίση με αυτό που υπάρχει έξω» θα πει κάποια στιγμή και δεν θα πρόκειται «για μια στιγμή αποκάλυψης αλλά για μια στιγμή ανακούφισης» όπως γράφει και ο Τζόναθαν Φράνζεν στο τόσο ωραίο εισαγωγικό του κείμενο. Στο κάτω κάτω, «η παρακολούθηση και η αποκωδικοποίηση και η οργάνωση της σημασίας της ζωής μπορούν να πνίξουν τη ζωή όπως τη ζει κανείς στην πραγματικότητα»

Γιώργος Βλαβιανός

Χριστίνα Κουλούρη, Φουστανέλες και χλαμύδες: Ιστορική μνήμη και εθνική ταυτότητα 1821-1930, Αλεξάνδρεια

Με την ευκαιρία των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση έγιναν δεκάδες εκδόσεις κι επανεκδόσεις σημαντικών πονημάτων. Διέτρεξα κάποιες από αυτές και έως τα μέσα Νοεμβρίου (υπήρξαν αρκετές εκδόσεις και μετά το χρονικό αυτό σημείο) συγκράτησα την εξαιρετική έρευνα της Χριστίνας Κουλούρη. Πρόκειται ουσιαστικά για την εμβριθή μελέτη της προσπάθειας του σύγχρονου ελληνικού κράτους να διαμορφώσει κανόνες ιστορικής μνήμης τα πρώτα 100 χρόνια από τον αγώνα της Παλιγγενεσίας. Ο τρόπος που θυμόμαστε σήμερα την Ελληνική Επανάσταση, το πάνθεον των ηρωικών μορφών, η σχέση αρχαίας και νέας Ελλάδας και η θέση του Βυζαντίου συνδέονται με τόπους μνήμης που οικοδομήθηκαν εκείνη την εποχή. Η έρευνα της Κουλούρη ολοκληρώνεται στα 109 χρόνια διότι τότε, το 1930, εορτάστηκαν τα 100 χρόνια. Το 1921 βρισκόμασταν εν μέσω της Μικρασιατικής εκστρατείας και το 1922 ήρθε η Καταστροφή.

Το βιβλίο έχει εντυπωσιακά στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους και ουσιαστικά μετά το 1843 κατόρθωσαν να εξιδανικεύσουν τη μνήμη του ’21. Πώς για παράδειγμα, όπως γράφει η καθηγήτρια Ιστορίας, Πρύτανις στο Πάντειο, επετράπη η συνύπαρξη στον δημόσιο χώρο ορκισμένων εχθρών. «Σφοδρός επικριτής της αυταρχικής πολιτικής του Καποδίστρια, ο Κοραής είχε δημοσιεύσει οξύτατα αντικαποδιστριακά κείμενα τα οποία μάλιστα θεωρήθηκαν ότι υποκίνησαν τη δολοφονία του. Το ένα από αυτά τα κείμενα θα ριχθεί στην πυρά από τους καποδιστριακούς στην Εθνοσυνέλευση του 1832. Εκατό χρόνια αργότερα Κοραής και Καποδίστριας θα καθίσουν δίπλα δίπλα σιωπηλοί όπως επιβάλλει η μαρμάρινη μορφή τους και συμφιλιωμένοι σύμφωνα με τις επιταγές της εξιδανικευμένης μνήμης του Εικοσιένα». Ο ανδριάντας του Καποδίστρια είναι ο τελευταίος που θα ανεγερθεί στο προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών, εκατό ολόκληρα χρόνια μετά τη δολοφονία του και παρά τις σχετικές αποφάσεις κατά καιρούς της ελληνικής Βουλής.

Στο Φουστανέλες και χλαμύδες μαθαίνουμε πολλά κι ενδιαφέροντα για τον τρόπο σκέψης και αναφοράς στα του Αγώνα όπως διαμορφώθηκαν τα χρόνια μετά την Επανάσταση, τις έριδες, τις πολιτικές σκοπιμότητες και τις αποφάσεις που λαμβάνονταν πάντα σύμφωνα με τη βούληση του εκάστοτε κυβερνώντος. Για παράδειγμα, τον Μάιο του 1822, μόλις έναν χρόνο μετά την έναρξη της Επανάστασης, ο υπουργός Εσωτερικών Κωλέττης αποφασίζει να ικανοποιήσει το αίτημα των λιγοστών κατοίκων και ένα μικρό χωριό της Αργολίδας ονόματι Πιάδα, «όπου ήτον πεπρωμένον να κηρυχθή η ανεξαρτησία του ελληνικού έθνους» προβιβάζεται σε πόλη και μετονομάζεται σε Νέα Επίδαυρο ενώ «αποφασίζεται να εγερθεί στήλη εκ μαρμάρου με την επιγραφήν Ανεξαρτησία της Ελλάδος». Όπως σημειώνει η Χριστίνα Κουλούρη, «εξ όσων γνωρίζω είναι η πρώτη απόφαση κατασκευής μνημείου για την Επανάσταση».

Φυσικά εξετάζεται και η μνήμη των ιστορικών περιόδων πριν από το 1821, παρουσιάζεται η εμφάνιση και η εξέλιξη των μουσείων για τη συγκέντρωση και διαφύλαξη και έκθεση των αρχαίων τέχνεργων και εν συνεχεία των έργων της βυζαντινής τέχνης εξετάζεται η ισχυρή ανάμνηση της πτώσης της Κωνσταντινούπολης και η προσπάθεια εργαλειοποίησης της από τον Γεώργιο Α’ και τον διάδοχο Κωνσταντίνο.

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με τον εορτασμό της Εκατονταετηρίδας της Ανεξαρτησίας το 1930, o οποίoς συμπύκνωνε και αναπαριστούσε την ιστορική μνήμη όχι του Αγώνα για την Ανεξαρτησία αλλά της συγκρότησης του ελληνικού κράτους συμπεριλαμβάνοντας και τις Νέες Χώρες, όσες περιοχές δηλαδή ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος μετά το 1830.

Elisabetta Casalotti

Parwana Amiri, Ζωές σε αναστολή: Γράμματα στον κόσμο από τη Ριτσώνα, επιμέλεια: Γιώτα Τεμπρίδου, μετ. Χρίστος Μάης, Ακυβέρνητες Πολιτείες

«Είναι το δώρο μου στους αναγνώστες για τη νέα χρονιά» διαμηνύει η Parwana Amiri στους ιντερνετικούς της φίλους παρουσιάζοντας το νέο της βιβλίο Ζωές σε αναστολή: Γράμματα στον κόσμο από τη Ριτσώνα. Αυτό από μόνο του με συγκίνησε και με έκανε να θέλω να το διαβάσω. Πρόκειται για ένα παζλ ιστοριών που –χωρίς μεσάζοντες– συνθέτει τη ζοφερή πραγματικότητα στο καμπ τις Ριτσώνας. Όπως η ίδια ισχυρίζεται, δεν πρόκειται για ένα βιβλίο γραμμένο για να αντικατοπτρίσει τη ζωή των προσφύγων στον συγκεκριμένο ή άλλους καταυλισμούς, αλλά για να καταγράψει την αναστολή των ζωών όσων έχουν καταφύγει στη χώρα μας αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον.

Η Parwana είναι ένα κορίτσι αλλιώτικο από τα άλλα και το αποδεικνύει σε κάθε της δραστηριότητα. Μόλις 17 χρονών, ήρθε από το Αφγανιστάν με τα έξι αδέλφια της και τους γονείς της όταν ήταν 15, πέρασε από τη Μόρια και ζει τώρα στον καταυλισμό προσφύγων της Ριτσώνας, τον οποίο η ίδια αποκαλεί «στρατόπεδο». Παρά τις δύσκολες συνθήκες, δεν το έβαλε ποτέ κάτω και με μοναδικά όπλα την ευφυΐα και την πένα της γράφει ποιήματα και βιβλία επιχειρώντας να επικοινωνήσει προς τα έξω τα όσα διαδραματίζονται μέσα στα καμπ. Σύγχρονος διδάσκει αγγλικά στο Wave of Hope for the Future, ένα γκρουπ εθελοντών από διαφορετικές κοινότητες.

Κατερίνα Γιοσμά

Ασλί Ερντογάν, Το πέτρινο κτίριο, μετ. Θάνος Ζαράγκαλης, Ποταμός

Επτά σύντομες ιστορίες, γεμάτες πόνο, απομόνωση και σκιές ενώνονται με την «κανονικότητα» του έξω κόσμου, σε μια ρευστή αλληλεπίδραση, έκδηλη του κατακερματισμού της οντότητας και της προδιαγεγραμμένης μοίρας. Η πέτρα χρησιμοποιείται ως μεταφορά για οτιδήποτε καταπιέζει την ανθρώπινη φύση και το σώμα: φυλακές, αστυνομικά τμήματα, ψυχιατρικές κλινικές, νοσοκομεία.

Στο Πέτρινο Σπίτι, μια γυναίκα παλεύει με τις αναμνήσεις της από την εποχή που ήταν κρατούμενη. Στην ίδια φυλακή συνυπάρχουν πολιτικοί κρατούμενοι, διανοούμενοι και μικρά παιδιά. Παρόλο που η περιγραφή των φρικτών συνθηκών διαβίωσης και της φρικαλεότητας των τουρκικών φυλάκων ανήκει στο 2009, όταν και κυκλοφόρησε το βιβλίο της συγγραφέως στην τουρκική γλώσσα, μοιάζει σχήμα πρωθύστερο και προφητικό της μετέπειτα κράτησής της από το καθεστώς Ερντογάν.

Αφού κρατήθηκε επί 136 ημέρες στη φυλακή επειδή συνεργάστηκε με την κουρδική εφημερίδα Özgür Gündem, η Ερντογάν ζει αυτοεξόριστη για τη Γερμανία. Αν και το Δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης την αθώωσε το 2020 από τις κατηγορίες της «απόπειρας επίθεσης στην ακεραιότητα του κράτους» και «συμμετοχής σε τρομοκρατική οργάνωση», η Ασλί αποκλείει το ενδεχόμενο να επιστρέψει στη χώρα της, καθώς «μια ακόμη σύλληψη θα σήμαινε τον θάνατο. Υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν μπορώ να επιστρέψω δεδομένων των κινδύνων να φυλακιστώ».

Αλεξάνδρα Γκίτση

Alex Michaelides, Οι Κόρες, μετ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ, Διόπτρα

Ο Άλεξ Μιχαηλίδης, μετά το πρώτο του μυθιστόρημα Σιωπηλή Ασθενής, επέστρεψε με τις Κόρες. Γραμμένες στο ίδιο μοτίβο, κερδίζουν και αυτές για την πλοκή, την αγωνία, την ψυχανάλυση και το αναπάντεχο τέλος. Και σε αυτό, το αναπάντεχο τέλος, ο Άλεξ Μιχαηλίδης αποδεικνύεται εξπέρ.

Η υπόθεση αφορά –τι άλλο;– έναν φόνο που γίνεται στο Κέμπριτζ. Το θύμα είναι φίλη της ανιψιάς της πρωταγωνίστριας Μαριάννας, η οποία είναι ψυχολόγος. Επειδή, απ´ ό,τι φαίνεται ούτε οι ψυχολόγοι έχουν λύσει τα θέματα τους, η Μαριάννα αποκτά εμμονή με τις «Κόρες», μια κλειστή ομάδα φοιτητριών που συνδέονται με τον Έντουαρντ Φόσκα που διδάσκει στο Κέμπριτζ αρχαία τραγωδία. Είναι σίγουρη ότι ο Φόσκα, που έχει εμμονή με τα Ελευσίνια Μυστήρια και το ταξίδι της Περσεφόνης (της «Κόρης») στον Άδη, είναι ο δολοφόνος, αλλά…

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη

Αριστείδης Ν. Χατζής, Ο Ενδοξότερος Αγώνας: Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, μετ. Νίκος Ρούσσος, Παπαδόπουλος

Δεν έχω προτείνει ποτέ για βιβλίο της χρονιάς ένα από τα βιβλία στα οποία έχω εργαστεί ως editor στις Εκδόσεις Παπαδόπουλος· το θεωρώ ένδειξη υγιούς επαγγελματικής συμπεριφοράς και ελάχιστη απότιση τιμής στους συναδέλφους εκδότες. Φέτος όμως θα παραβώ τον ίδιο μου τον κανόνα. Διότι το βιβλίο που με απασχόλησε, με μάγεψε, με κράτησε άγρυπνη διαβάζοντάς το, μην μπορώντας να το αφήσω από τα χέρια μου όταν παρέλαβα από τον συγγραφέα και τον μεταφραστή του το χειρόγραφό του, δεν είναι άλλο από το πολυσέλιδο, ρέοντα ποταμό του Ενδοξότερου Αγώνα του Αριστείδη Χατζή – μια μυθιστορηματικά γοητευτική απόδοση της Επανάστασης του ’21, ένα βιβλίο-σταθμό, κατά τη γνώμη μου, στα εκδοτικά χρονικά των non-fiction ελληνικών βιβλίων.

Όταν παρέλαβα το πρώτο draft του χειρογράφου (αρχικά στα αγγλικά) από τον Αριστείδη, πρέπει να ομολογήσω πως θυμόμουν ελάχιστες από τις λεπτομέρειες της ευρωπαϊκής, οθωμανικής κι ελληνικής ιστορίας που οδήγησαν στην Επανάσταση· και, μεταξύ μας, με ενδιέφεραν ακόμα λιγότερο. Είμαι λάτρης της ιστορίας των Βαλκανικών Πολέμων, της αποδόμησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, του Α’ ΠΠ, της Μικρασιατικής Καταστροφής. Όταν όμως άρχισα να διαβάζω, ένα βράδυ του Φεβρουαρίου του 2021, τα πρώτα τρία, τότε, κεφάλαια, βρέθηκα ξαφνικά ν’ ακολουθώ τον Εμμανουήλ Ξάνθο στις χιονισμένες λεωφόρους της Αγίας Πετρούπολης, να νιώθω την αγωνία που του έκαιγε τα σωθικά πριν συναντήσει τον αινιγματικό Ιωάννη Καποδίστρια, υπουργό εξωτερικών του Τσάρου, την απογοήτευσή του όταν ο τελευταίος αρνήθηκε να ηγηθεί της μυστικής εταιρείας που σχεδίαζε, υπογείως και μεγαλοφυώς, την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον Οθωμανικό ζυγό.

Από αυτές τις πρώτες αράδες στην Αγία Πετρούπολη και, μετά ―καθώς το υλικό μεταφραζόταν εβδομάδα-εβδομάδα στα ελληνικά (από τον ήρωα-μεταφραστή Νίκο Ρούσσο)― βρέθηκα να ζω στο πετσί μου την αναδρομή των τελευταίων στιγμών του στραγγαλισμένου Ρήγα στο Βελιγράδι· να βουτώ μες στο μυαλό του ιδιοφυούς Μέττερνιχ και να σαστίζω μπροστά στα σκαμπανεβάσματα του κεφιού και των αποφάσεων του Τσάρου Αλέξανδρου· φτερούγισε η καρδιά μου από χαρά με την ανάσα που έδωσε στους Έλληνες η αλλαγή της αγγλικής πολιτικής λόγω Κάννινγκ· έμεινα με το στόμα ανοιχτό μπροστά στους τυχοδιωκτισμούς του Παπαφλέσσα, θαύμασα τη στιβαρή προσωπικότητα και τις επιλογές του Κολοκοτρώνη και απόρησα, βαθιά θλιμμένη, για την ιδεαλιστική αλλά καταστροφική πορεία των Υψηλάντηδων. Έμεινα ενεή μπροστά στη χολιγουντιανή περιγραφή της αιματοβαμμένης σφαγής της Τριπολιτσάς και στη φρικιαστική δολοφονία του Πατριάρχη στην Πόλη, έζησα τις νίκες, τις ήττες, τη χαρά, την απελπισία, είδα το όραμα να κατακρημνίζεται και την ελπίδα για ελευθερία να αναζωπυρώνεται. Ήταν λες και διάβαζα το συναρπαστικότερο ιστορικό μυθιστόρημα που έχω διαβάσει ποτέ μου· πλήρως αληθινό, ιστορικά πλήρως τεκμηριωμένο. Δε σας κρύβω ότι κάθε εβδομάδα έμενα με το στόμα ανοιχτό, συνοδεύοντας την ανάγνωσή του με μικρές κραυγές έκπληξης ή θαυμασμού.

Και μέσα σε όλα αυτά, στο κέντρο, μία παρεξηγημένη προσωπικότητα: ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος· και δίπλα του η Μέρι Σέλλεϊ, ο Λόρδος Βύρων, οι Ευρωπαίοι που τον βοήθησαν και τον εμπόδισαν να προσφέρει στον Αγώνα. Παραμένω, μετά τόσους μήνες ανάγνωσης, βαθύτατα γοητευμένη από αυτό το βιβλίο ιστορίας, από την αφηγηματική του δεινότητα, από το ρυθμό της γραφής του και τον ρυθμό με τον οποίο ρέει η μετάφρασή του. Συγχωρέστε με, λοιπόν, αν αναφέρω αυτό ως Το Βιβλίο της Χρονιάς, για μένα. Είμαι απλώς, αφοπλιστικά και ανεπιτήδευτα, ειλικρινής και περήφανη για την ύπαρξή του.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Ioana Epure

Pascal Boyer, Human Cultures through the Scientific Lens: Essays in Evolutionary Cognitive Anthropology, Open Book Publishers

Ένα βιβλίο με αυτόν τον τίτλο δεν μπορεί παρά να είναι αναμφίβολα περίπλοκο και ακαδημαϊκό, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιέται πώς μια συλλογή δοκιμίων για την εξελικτική γνωστική ανθρωπολογία θα μπορούσε να είναι διασκεδαστικό ανάγνωσμα. Το μυστικό βρίσκεται στη γραφή, πιο συγκεκριμένα στο στυλ του Πασκάλ Μπουαγιέ. Ο Μπουαγιέ δεν είναι ο ακαδημαϊκός που επικεντρώνεται μόνο στην απόδειξη ενός σημείου και στην οικοδόμηση μιας συνεκτικής και επιστημονικά ορθής επιχειρηματολογίας, θέλει πραγματικά ο κόσμος να διαβάζει το έργο του.

Η εξελικτική γνωστική ανθρωπολογία, ωστόσο, προσφέρει μια αρκετά πολωτική άποψη για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Καθώς ξεκινά από την υπόθεση ότι οι περισσότερες από τις κοινωνικές και πολιτιστικές μας συμπεριφορές μπορούν να εξηγηθούν μέσω της οπτικής ενός εξελικτικού μηχανισμού, συχνά κάνει τους ανθρώπους έξαλλους.

Εξοργίζει τις φεμινίστριες, γιατί υποθέτει ότι είναι φυσικό οι άνδρες να συμπεριφέρονται και να σκέφτονται διαφορετικά από τις γυναίκες επειδή, εξελικτικά μιλώντας, απλώς είχαν άλλα καθήκοντα να εκτελέσουν.

Ενοχλεί τους αφυπνισμένους (woke) στοχαστές επειδή υποθέτει ότι ο ρατσισμός προέρχεται από έναν συνασπισμένο συνδυασμό εξελικτικών μηχανισμών, που είναι βιολογικής φύσης – και δεν είναι απότοκος του πολιτισμού, ούτε μπορεί να επηρεαστεί από τον πολιτισμό. Ενοχλεί όποιον δεν είναι έτοιμος να απορρίψει την ιδέα ότι, για κάποιο ρομαντικό λόγο, ο ανθρώπινος πολιτισμός είναι κατά κάποιο τρόπο ανώτερος – όλα είναι βιολογία, μωρό μου, τίποτα παραπάνω.

Ο Μπουαγιέ εξηγεί τα πράγματα απλά, με παραδείγματα, ανέκδοτα και ένα αμφιλεγόμενο στιλ που συχνά σε κάνει να ξεχνάς ότι διαβάζεις το έργο ενός ανθρωπολόγου (μέχρι να προσέξεις τις αναφορές). Ξεκινά με ένα δοκίμιο στο οποίο εξηγεί γιατί η ανθρωπολογία είναι χρήσιμη – και τι ακριβώς κάνει η ανθρωπολογία, αλήθεια;– μετά από τo οποίo προσπαθεί να απαντήσει σε ένα σύνολο ερωτήσεων σχετικά με τον ανθρώπινο πολιτισμό, όπως γιατί ορισμένοι κοινωνικοί θεσμοί φαίνονται «φυσικοί» σε ανθρώπους σε διαφορετικούς πολιτισμούς, τι υποκινεί τη σύγκρουση μεταξύ ομάδων ή τι εξηγεί τις διαφορές μεταξύ των θρησκειών σε όλο τον κόσμο.

Ναι, είναι κάπως «ποπ ανθρωπολόγος» (αν και αυτό δεν είναι τόσο προφανές σε αυτή τη συλλογή δοκιμίων όσο στο πιο διάσημο έργο του, Minds Make Societies: How Cognition Explains the World Humans Create).

Ναι, η οπτική του για τον κόσμο μπορεί να σας ενοχλήσει.

Ναι, μπορείς να τον πεις μισογύνη και αναίσθητο.

Αλλά το έργο του διαβάζεται πολύ εύκολα και κάνει κάτι στο οποίο πολλοί κοινωνικοί επιστήμονες συχνά αποτυγχάνουν: κάνει τον κόσμο λίγο πιο εύκολο –κι όχι πιο δύσκολο– να κατανοηθεί.

Mαρία Θερμού

Τζον Λάμπερτον Χάρπερ, Ο Ψυχρός Πόλεμος, επιμέλεια: Θανάσης Δ. Σφήκας, μετ. Κώστας Σκορδύλης, Gutenberg

«Μια ματιά πίσω στα πεδία των μαχών του Ψυχρού Πολέμου, μαζί με μια αίσθηση ανακούφισης, ότι ο κόσμος επέζησε μετά από σαράντα πέντε χρόνια σύγκρουσης, προκαλεί αισθήματα ταπεινότητας και λύπης». Είναι η τελευταία φράση του ιστορικού Τζον Λάμπερτον Χάρπερ στο βιβλίο που συμπυκνώνει απλά και ανθρώπινα τη ματαιότητα της δίνης στην οποία βρέθηκε ο κόσμος στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, εγκλωβισμένος ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις με τα διαφορετικά πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά συστήματα, αλλά με κοινό τον λυσσαλέο πόλεμο επικράτησης. Ένα ανταγωνισμό, με ανυπολόγιστες συνέπειες και για τις δύο, που στα πολλά επεισόδια, τα οποία τον καθόρισαν, η πιθανότητα ενός πυρηνικού ολέθρου παραμόνευε πάντα ως απειλή ανατροφοδοτώντας τη σύγκρουση. Παρ’ότι, όπως λέει ο συγγραφέας, αν αυτή δεν μπορούσε να αποφευχθεί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τουλάχιστον θα μπορούσε να μην έχει εξελιχθεί έτσι καθώς υπήρξαν εναλλακτικοί δρόμοι, ούτε να διαρκέσει τόσο πολύ.

Ο ρόλος της Ελλάδας δεν ήταν καθοριστικός φυσικά σ’αυτήν την περίοδο, όμως η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου φαίνεται ότι σχετίζεται με τη χώρα μας, κατά τον συγγραφέα πάντα. Αν θέλει κανείς να επιλέξει έναν ακριβή χρόνο και τόπο, όπως σημειώνει, τότε είναι πιθανότατα η Ελλάδα στα τέλη του 1946, όταν η έκρηξη του Εμφυλίου ανάγκασε τη βρετανική κυβέρνηση να υποχωρήσει για λόγους οικονομικούς ως προστάτιδα δύναμη ωθώντας την Ουάσινγκτον να αναλάβει δράση. Αλλαγή σκυτάλης κανονική με τις ΗΠΑ να θεωρούν πως αν μια χώρα όπως η Ελλάδα υπέκυπτε στον κομμουνισμό, θα ακολουθούσαν και οι όμορες σαν ντόμινο.

Τον 5ο π.Χ. αιώνα η Ελλάδα είχε λειτουργήσει ως το αναγκαίο προπύργιο κατά της ανατολικής βαρβαρότητας και τώρα, όπως πίστευε η Αμερική, βρισκόταν και πάλι στο επίκεντρο της παγκόσμιας ιστορίας με τη μοίρα της να καθορίζει για άλλη μια φορά τη μοίρα του δυτικού κόσμου… Προφάσεις εν αμαρτίαις… Ενδιαφέρον έχει, όμως, ότι για τον Χάρπερ ο Ψυχρός Πόλεμος ανακαλεί τη σύγκρουση της Αθήνας και της Σπάρτης στον Πελοποννησιακό Πόλεμο –αν και αυτός ήταν πραγματικός πόλεμος–, τη σύγκρουση της Γαλλίας του Ναπολέοντα με τους εχθρούς της, αλλά και τη σύγκρουση της Εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας με τη Βρετανία, τη Σοβιετική Ένωση και τις ΗΠΑ στον Β’ ΠΠ.

Ολοκάθαρες και οι αιτίες της έναρξής του, καθώς οι δύο υπερδυνάμεις είχαν βαθιά ριζωμένη την άποψη ότι όφειλαν να προετοιμάζονται για το χειρότερο αλλά και να βλέπουν την ασφάλειά τους με όρους επεκτατικούς. Όσο για τη διατήρησή του επί τόσα χρόνια, ο λόγος είναι απλός: Η εσωτερική πολιτική σε Δύση και Ανατολή και βέβαια η υπερτίμηση της απειλής. Στις ΗΠΑ οι πολιτικοί φοβούνταν να εμφανιστούν αδύναμοι και ανταγωνίζονταν για το πόσο θα ήταν σκληροί απέναντι στον κομμουνισμό, τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας. Αλλά και στη Σοβιετική Ένωση –παρ’ότι το σύστημα δεν ήταν δημοκρατικό– υποστηριζόταν ευρέως ότι ο λαός θα συγχωρούσε τα πάντα στην ηγεσία του, πλην μιας επανάληψης της τραγωδίας του Β’ΠΠ, στην οποία η χώρα πλήρωσε, ως γνωστόν, βαρύτατο τίμημα. Έτσι, ο ανταγωνισμός για την απόκτηση δύναμης όφειλε να είναι μέχρις εσχάτων και η αδυναμία απλώς απαγορευόταν. Η εθνική άμυνα κατά συνέπεια ήταν εθνική υποχρέωση και μόλις το 1988-1989 κατόρθωσε ο Γκορμπατσόφ να μειώσει τις στρατιωτικές δαπάνες.

Και ποιο ήταν το αποτέλεσμα όλων αυτών; Όπως γράφει ο Χάρπερ, οι δύο πλευρές εξοπλίστηκαν ως τα δόντια σπαταλώντας τεράστιους πόρους και προετοιμαζόμενες για έναν πόλεμο, που καμία από τις δύο δεν σκόπευε να ξεκινήσει.

Ομότιμος καθηγητής της Αμερικανικής Εξωτερικής Πολιτικής στο Bologna Campus Johns Hopkins, ο Τζον Λάμπερτον Χάρπερ, βραβευμένος για το έργο του, καταθέτει τα γεγονότα αλλά και τον ρόλο των προσώπων σ΄αυτά με μια νηφάλια και αυστηρή επιχειρηματολογία, που συνιστούν πλεονεκτήματα για την κατανόηση όλου αυτού του «δράματος» που έζησε μια ολόκληρη γενιά. Ο ίδιος λέει ότι η μελέτη του Ψυχρού Πολέμου μπορεί να λειτουργήσει ως αντίδοτο προς τις αυταπάτες, που μπορεί να διατηρεί κανείς περί της παντοδυναμίας του. Ένα μάθημα ξεκάθαρο, παρ’ότι δεν είναι βέβαιο ότι το έχουν πάρει στα σοβαρά όλοι…

Ναταλία Καραπαναγιώτη

Τζούλιαν Μπαρνς, Άνδρας με κόκκινο μανδύα, μετ. Κατερίνα Σχινά, Μεταίχμιο

Ο Άνδρας με Κόκκινο Μανδύα είναι ένα βιβλίο που όταν ξεκινάς να το διαβάζεις δεν έχεις ιδέα που να το κατατάξεις (είναι βιογραφία; Είναι ιστορικό; Συχνά έχεις την αίσθηση ότι ο Μπαρνς μιλάει περισσότερο για τον εαυτό του και το δικό του συγγραφικό ταξίδι παρά για τους ήρωές του!), καταλήγει ωστόσο να σε απορροφήσει στην ιστορία της Μπελ Επόκ και το ρόστερ της από απίθανους χαρακτήρες, ακόμη πιο συναρπαστικό γιατί τους περισσότερους τους έχουμε ξανακούσει.

Ο Μπαρνς κατεβάζει τους διάσημους πρωταγωνιστές του από τα βάθρα τους, αλλά το κάνει με απέραντη καλοσύνη, και αυτό, μαζί με το χιούμορ του, είναι η δύναμη του βιβλίου. Ενώ μας παρασύρει στην ιστορία μιας περιόδου και μιας κοινωνίας που είναι καταδικασμένη να καταλήξει με τον πιο δραματικό τρόπο, με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και έχοντας σχεδόν οδυνηρή επίγνωση της ματαιοδοξίας, του σνομπισμού και της εγωκεντρικότητάς της, καταλήγουμε να μοιραζόμαστε τον θαυμασμό του συγγραφέα για την υπέροχη τέχνη που παρήγαγε η προβληματική κοσμοθεωρία της (τον Προυστ, τον Ντεγκά…). Ο γιατρός Πότσι, ο άνδρας μας με τον κόκκινο μανδύα και «λιγάκι ήρωας», αναδεικνύεται ως τυπικό δείγμα των καιρού του αλλά και ως προπομπός του νέας εποχής της επιστήμης και της λογικής που, εκ των υστέρων, ξέρουμε ότι έρχεται. Ένα βιβλίο-διαμαντάκι που, εμένα τουλάχιστον, με άφησε με ένα χαμόγελο.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Κατερίνα Λομβαρδέα

Bill McKibben, Falter: Has the Human Game Begun to Play Itself Out?, Henry Holt & Company

Ο Μπιλ ΜακΚίμπεν είναι Αμερικανός δημοσιογράφος, συγγραφέας και ακτιβιστής για το κλίμα. Έχει γράψει 15 βιβλία, μεταξύ των οποίων και το μπεστ σέλερ Το τέλος της φύσης, που είχε κάνει μεγάλη αίσθηση το 1989. Το νέο του βιβλίο εξετάζει το πού βρισκόμαστε τώρα, αφότου αγνοήσαμε τις προειδοποιήσεις που μας δόθηκαν πριν από 30 χρόνια – είναι ένα ισχυρό «κάλεσμα στα όπλα» από έναν διακεκριμένο περιβαλλοντολόγο. Το «ανθρώπινο παιχνίδι» σύμφωνα με τον ΜακΚίμπεν απειλείται από την οικολογική καταστροφή, αλλά και από αυτό που ονομάζει «τεχνολογική ύβρη» της εποχής.

Κάποια στιγμή, σύμφωνα με τo Falter, φτάσαμε στο σημείο να είμαστε υπεραναπτυγμένοι – πλέον καταναλώνουμε τόσο υπερβολικά και ξέφρενα, που καταστρέφουμε τον φυσικό κόσμο και επιπλέον δεν γινόμαστε πιο ευτυχισμένοι. Tο ποσοστό των Αμερικανών που δήλωναν ευτυχισμένοι έφτασε στο αποκορύφωμά του τη δεκαετία του 1950 κι έκτοτε πέφτει. Διαβάζοντας το βιβλίο γίνεται προφανές ότι είναι αδύνατο αυτό που πιστεύουν πολλοί από τους πλουσιότερους ανθρώπους του πλανήτη (που τυγχάνει να έχουν συμφέροντα στα ορυκτά καύσιμα): ότι μπορούμε να προσαρμοστούμε στην κλιματική αλλαγή. Δεν υπάρχει κάποια μαγική τεχνολογική λύση που θα απορροφήσει τον άνθρακα από τον αέρα ή κάτι παρόμοιο. Το δώρο που μας έκανε η τεχνολογία ήταν να πέσει η τιμή των φωτοβολταϊκών, των ανεμογεννητριών και της μπαταρίας, όμως αυτό που εμποδίζει αυτές τις λύσεις να αναπτυχθούν πλήρως είναι η τεράστια πολιτική δύναμη της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων, της πλουσιότερης στον κόσμο, που χρησιμοποιεί αυτή τη δύναμη για να διασφαλίσει ότι δεν θα κάνουμε τις αλλαγές που λένε οι επιστήμονες ότι πρέπει να γίνουν. Η ιδέα ότι μπορούμε να έχουμε την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο είναι ωραία, απλά δεν λειτουργεί έτσι η Φυσική και η Χημεία.

Η στιγμή που θα μπορούσε να τα είχε αλλάξει όλα, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ήταν πριν από 30 χρόνια. Πλέον γνωρίζουμε από σπουδαία ερευνητικά ρεπορτάζ των τελευταίων 3-4 χρόνων ότι η βιομηχανία ορυκτών καυσίμων ήξερε όσα έπρεπε να ξέρει ήδη από τη δεκαετία του 1980. Η Exxon είχε ατελείωτο και πολύ εξειδικευμένο προσωπικό, και το προϊόν της ήταν ο άνθρακας, οπότε φυσικά και γνώριζαν τα πάντα! Το 1982-82 οι επιστήμονές τους εξηγούσαν στα στελέχη πόσο θα θερμανθεί (και πόσο γρήγορα) ο πλανήτης και ήταν ακριβέστατοι. Άρχισαν μάλιστα να χτίζουν εξέδρες που θα αντιστάθμιζαν την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, και να σχεδιάζουν γεωτρήσεις στην Αρκτική μόλις θα έλιωνε, όπως ήξεραν ότι θα συνέβαινε! Αυτό που δεν έκαναν ήταν να το πουν στους υπόλοιπους από εμάς. Ακριβώς το αντίθετο. Το σχέδιό τους ήταν να λένε ψέματα και να χτίζουν μια αρχιτεκτονική απάτης και ψέματος που μας κράτησε εγκλωβισμένους σε μια αστεία συζήτηση για το αν η κλιματική αλλαγή είναι πραγματική. Ήταν το πιο σημαντικό ψέμα στην ιστορία της ανθρωπότητας, επειδή μας κόστισε τα 30 χρόνια που χρειαζόμασταν για να ελέγξουμε την κρίση.

Ο μόνος τρόπος, σύμφωνα με τον συγγραφέα, για να γυρίσουμε γρήγορα το ιδεολογικό εκκρεμές προς τη σωστή κατεύθυνση είναι να δημιουργήσουμε κινήματα πολιτών. Αυτό έκανε τις τελευταίες δύο δεκαετίες της ζωής του ο Μπιλ ΜακΚίμπεν, που πιστεύει ότι απέναντι στον μεγάλο πλούτο και την εξουσία η μόνη εναλλακτική λύση είναι να χτίσεις λαϊκά κινήματα. Η πρώτη μεγάλη παγκόσμια ομάδα ακτιβιστών για το κλίμα είναι η 350.org, που ιδρύθηκε από τον ίδιο και έφερε σε πέρας τη μεγαλύτερη εκστρατεία κατά των επενδύσεων σε ορυκτά καύσιμα – κατόρθωσαν να πείσουν κληροδοτήματα και χαρτοφυλάκια αξίας 8 τρισεκατομμυρίων δολαρίων να πουλήσουν τις μετοχές τους στα ορυκτά καύσιμα!

Υπάρχουν βέβαια, αναγνωρίζει ο ΜακΚίμπεν, μέρη στον πλανήτη όπου φαίνεται να λειτουργεί η δράση για το κλίμα, όπως στη Γερμανία με το κόμμα των Πρασίνων που ανεβαίνει, και άλλα μέρη όπου προχωράει πολύ αργά, όπως η Αυστραλία. Έτσι, ο αγώνας συνεχίζεται. Δεν μπορούμε να σταματήσουμε την υπερθέρμανση του πλανήτη, είναι πολύ αργά γι' αυτό, αλλά μπορούμε να σταματήσουμε τα χειρότερα, ίσως πριν να καταστραφούν ολόκληροι πολιτισμοί. Αυτό απαιτεί να κινηθούμε πολύ πιο γρήγορα από ό,τι κινούμαστε τώρα. Ωστόσο, όπως διευκρινίζει στην εισαγωγή του ο συγγραφέας, δεν αισθάνεται απεγνωσμένος, αλλά έτοιμος για δράση.

Ακούστε μια συνέντευξή του εδώ:

Ραφαέλλα Μανέλη

Εύα Ιλούζ, Tο τέλος του Έρωτα: Μια κοινωνιολογία των αρνητικών σχέσεων, μετ. Διονύσης Παπαδουκάκης, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

Πώς μοιάζει ο έρωτας το 2021; Μια εύκολη σκέψη είναι ότι περιτριγυριζόμαστε διαρκώς από αυτόν: μιλάμε πιο ανοιχτά για το σεξ απ’ ό,τι στο παρελθόν, το feed μας γεμίζει με εικόνες που συχνά φέρουν ερωτική διάθεση, μια ολόκληρη βιομηχανία –από σεμινάρια αυτοβελτίωσης και βιβλία, μέχρι ειδικούς και sex toys– μας δίνει τα εργαλεία για να διαχειριστούμε την αβεβαιότητα στις διαπροσωπικές σχέσεις, τα dating apps κανονικοποίησαν το φλερτ που δεν απαιτεί να σηκωθείς καν από τον καναπέ σου και ίσως η πιο δημοφιλής ομάδα του ελληνικού Facebook είναι το «Thank you, next», όπου μέλη μοιράζονται ιστορίες ερωτικής απόρριψης.

Όμως η Eύα Ιλούζ, κοινωνιολόγος και Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Hebrew της Ιερουσαλήμ, υποστηρίζει ότι ο έρωτας είναι πιο δύσκολος από ποτέ. Τι σχέση έχουν, λοιπόν, ο καπιταλισμός και ο φιλελευθερισμός με την ερωτική μας ζωή; Ποιες δυνάμεις επιδρούν στην ερωτική μας συμπεριφορά; Η αποδέσμευση από τον έρωτα είναι το απότοκο της εξάπλωσης της καταναλωτικής κουλτούρας και της νεοφιλελεύθερης λογικής της αγοράς, της επικράτησης της τεχνολογίας ως κυρίαρχου διαμεσολαβητή των σχέσεων και της διείσδυσης του καπιταλισμού στις εσώτερες πλευρές της υποκειμενικότητας, θα πει η Ιλούζ χαρτογραφώντας μια προς μια τις παραμέτρους ενός πολύπλοκου και επίκαιρου θέματος.

Επί είκοσι χρόνια, η Ιλούζ μελετά τον έρωτα και τα συναισθήματα μέσα από την Κοινωνιολογία και επιστρατεύει όλα τα εργαλεία της Κοινωνιολογίας για να ορίσει την οικειότητα σήμερα. Σε αυτή την τελευταία της δουλειά συμπεριλαμβάνει όλες τις όψεις του έρωτα τον 21ο αιώνα, δένοντας τα δεδομένα της έρευνάς της με την απαιτούμενη ιστορική αναδρομή και θεωρητική τεκμηρίωση. Η Ιλούζ γράφει αποκλίνοντας και συγκλίνοντας με πολλές σχολές της σύγχρονης σκέψης, κάποιες φορές συγκρούεται ανοιχτά μαζί τους και το απολαμβάνει. Διαβάζει τον κόσμο μέσα από ένα συγκεκριμένο πρίσμα, αλλά έχει μελετήσει κάθε πιθανό αντεπιχείρημα. Το τέλος του έρωτα είναι ένα όμορφα γραμμένο και μεστό επιστημονικό βιβλίο, αλλά παραμένει απαιτητικό. Και αποτελεί μια έρευνα που μας φέρνει αντιμέτωπους με έναν άσχημο κοινωνικό εαυτό.

Δανάη Μαραγκουδάκη

Όσεαν Βουόνγκ, Στη Γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι, μετ. Έφη Φρυδά, Gutenberg

Πρόκειται για το πρώτο μυθιστόρημα του νεαρού ποιητή Όσεαν Βουόνγκ, όπου αυτοβιογραφικά ο Αμερικανο-βιετναμέζος περιγράφει την ιστορία μιας μητέρας και του γιου της που μετανάστευσαν στις ΗΠΑ. Γράφοντας ένα γράμμα προς την αναλφάβητη μητέρα του, ο 20χρονος πρωταγωνιστής μιλάει για την ιστορία της οικογένειάς του πριν ακόμα αυτός γεννηθεί: Για το Βιετνάμ, τις επιπτώσεις του πολέμου, τον αγώνα της μητέρας και της γιαγιάς του να έχουν ένα καλύτερο μέλλον.

Στο βιβλίο του ο Βουόνγκ χρησιμοποιεί την ασιατική αφηγηματική δομή «kishōtenketsu», σύμφωνα με την οποία δεν αποτελεί προϋπόθεση η ύπαρξη κάποιας σύγκρουσης ώστε να εξελιχθεί η πλοκή της ιστορίας. Αντίθετα ο συγγραφέας θεωρεί πως «μια αφηγηματική δομή μπορεί να επιβιώσει και να ευδοκιμήσει μόνο με την εγγύτητα. Η εγγύτητα δημιουργεί ένταση».

Ο τρόπος που ο Βουόνγκ γράφει για τη σκληρότητα της μητέρας του («Δεν είμαι τέρας, μάνα είμαι»), τις αδυναμίες της εργατικής τάξης και τα αδιέξοδα των μεταναστών θυμίζει την –από άλλη αφετηρία– προσέγγιση του Εντουάρ Λουί απέναντι στην οικογένειά του στην ασφυκτική ζωή της γαλλικής επαρχίας. Με περισσότερη ποιητικότητα από τον Γάλλο συγγραφέα, ο Βουόνγκ εξηγεί μέσα από τις εικόνες που φτιάχνει γιατί η μνήμη δεν είναι «επιλογή» ​​αλλά «πλημμύρα»: «Μαμά. Μου ‘πες κάποτε ότι η μνήμη είναι επιλογή. Αν όμως ήσουνα θεός, θα ‘ξερες ότι είναι πλημμύρα».

Πρόκειται για ένα βιβλίο βίαιο κι επιθετικό αλλά ταυτόχρονα βαθιά ευαίσθητο όταν φωτογραφίζει τα αδιέξοδα της αμερικάνικης επαρχίας, όπου τα αγόρια είχαν ένα αφήγημα να ακολουθήσουν και οποιαδήποτε απόκλιση δεν είχε άλλη θέση παρά στο περιθώριο. Η αμερικανική ταυτότητα αποδομείται: «Ένα έθνος υπό την επήρεια ναρκωτικών, κάτω από ντρόουνς» και η δική του ταυτότητα ξετυλίγεται αργά αργά με τον ίδιο φόβο και επίγνωση που είχε και ο ίδιος ανά τα χρόνια.

Mαργαρίτα Μιχελάκου

Γκόντα φαν Στιν, Ζητούνται παιδιά από την Ελλάδα: Υιοθεσίες στην Αμερική του Ψυχρού Πολέμου, μετ. Αριάδνη Λουκάκου, Ποταμός

Έχω μόνο δέος για τη Βελγίδα καθηγήτρια, κάτοχο από το 2018 της περίφημης έδρας Κοραή στο King's College του Λονδίνου, που έκανε αυτή τη μεγάλη ιστορική έρευνα για ένα κομμάτι της ελληνικής ιστορίας που κανείς δεν είχε αγγίξει. Όλα ξεκίνησαν όταν ακόμη δίδασκε στη Φλόριντα και έλαβε μέιλ από τον εγγονό του Ηλία Αργυριάδη που εκτελέστηκε με τον Μπελογιάννη το 1952. Η μητέρα και η θεία του ήταν οι μικρότερες κόρες του Αργυριάδη και δύο και από τα χιλιάδες παιδιά που στάλθηκαν στις ΗΠΑ για υιοθεσία τις δεκαετίες του 1950 και 1960. O «Μάικ» (ψευδώνυμο) αναζητούσε τις ρίζες του και με την ελπίδα ότι εκείνη θα ξέρει ιστορικά αρχεία όπου θα μπορούσε να μάθει περισσότερα, ζήτησε από την καθηγήτρια να τον κατευθύνει στην έρευνά του. Η φαν Στιν όμως δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Εξεπλάγη και η ίδια που δεν υπάρχει καμία επιστημονική έρευνα για το θέμα και αποφάσισε να καλύψει η ίδια αυτό το κενό.

Στην πορεία βρήκε πολλά σκάνδαλα και πολύ πόνο. Κανείς δεν ξέρει με ακρίβεια πόσα παιδιά έφυγαν από την Ελλάδα, πού κατέληξαν, αν γνωρίζουν ότι είναι υιοθετημένα. Η φαν Στιν ανακάλυψε οργανωμένα κυκλώματα παράνομων υιοθεσιών, κατά περιπτώσεις ακόμη και αγοραπωλησίες, με τη συμμετοχή της ελληνοαμερικανικής κοινότητας. Δεν είναι απλά καλή ερευνήτρια, αλλά και ακτιβίστρια. Ανέλαβε να φέρει μεταξύ τους τα «χαμένα» παιδιά, πήρε κάθε υπόθεση προσωπικά, την ένοιαζε πολύ να βρει κάθε παιδί τις ρίζες του που έμεναν κρυμμένες στα σκοτάδια.

Εδώ μπορείτε να ακούσετε μια ωραία συζήτηση σε άπταιστα ελληνικά της φλαμανδόφωνης καθηγήτριας με τον Νίκο Μπακουνάκη:

Βασίλης Νάνης

Χρήστος Χωμενίδης, Ο Τζίμης στην Κυψέλη, Πατάκης

Δηλώνοντας φαν του, προσφάτως τιμηθέντα με το Βραβείο Ευρωπαϊκού Μυθιστορήματος για το προγενέστερο –εξίσου εξαιρετικό– μυθιστόρημα του, τη Νίκη, δεν θα μπορούσα παρά να σπεύσω να προμηθευτώ το τελευταίο βιβλίο του Χρήστου Χωμενίδη με τίτλο: Ο Τζίμης στην Κυψέλη.

Παιδί μιας άλλη εποχής, όχι και τόσο μακρινής μα σίγουρα διαφορετικής, ο Τζίμης του Χωμενίδη, γέννημα-θρέμμα Κυψελιώτης όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας, δεν αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση ανθρώπου. Είναι ένας τυπικός μεσοαστός της μεταπολίτευσης. Ένας άνθρωπος που αγαπάει τη ζωή όπως είναι ή μάλλον όπως την έμαθε τις προηγούμενες δεκαετίες.

Ο Χωμενίδης τοποθετεί το μυθιστόρημα του στο σήμερα, το 2021. Ο Τζίμης ζει σε μια γειτονιά που αλλάζει, σε μια πόλη που αλλάζει, σε μια κοινωνία που αλλάζει και εν τέλει τον ξεπερνά. Αναλογικός άνθρωπος σε ψηφιακό σύμπαν γράφουν οι κριτικές πολύ εύστοχα.

Ιδιοκτήτης θεάτρου που θεωρείται από το καλλιτεχνικό σινάφι β’ διαλογής, ο Τζίμης θα χάσει τα πάντα τη στιγμή που νομίζει πως επιτέλους έχει καταφέρει να καταξιωθεί, από κάτι που φαίνεται τόσο ακίνδυνο και όμως στις μέρες μας μπορεί να κατασπαράξει τον οποιονδήποτε. Ο Χωμενίδης πολύ έντεχνα καταπιάνεται με ευαίσθητα θέματα όπως η κουλτούρα ακύρωσης και ο αδηφάγος χαρακτήρας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης προς τα πρόσωπα που θα βρεθούν στο στόχαστρο της επικαιρότητας. Την ίδια ώρα κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις σύγχρονες μορφές ολοκληρωτισμού και το μίσος που πολλές φορές στις μέρες μας ενδύεται τον μανδύα της ευαισθησίας.

Κάνοντας αυτό που ξέρει καλύτερα ο Χωμενίδης μας δίνει πολύ εύστοχα την εικόνα της ελληνικής κοινωνίας, όπως αυτή διαμορφώνεται πλέον στην εποχή μετά την κρίση και την πανδημία. Με απλή, κατανοητή γλώσσα σε κάνει να θέλεις να γυρίσεις σελίδα κατανοώντας απόλυτα αυτό που διαβάζεις χωρίς φτηνούς εντυπωσιασμούς. Ένα βιβλίο για το σήμερα που αφήνει πίσω του χθες, σε πολλές περιπτώσεις με βίαιο τρόπο.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Δημήτρης Ξενάκης

Σωτήρης Ε. Σπαθάρης, Τα απομνημονεύματα μου, επιμέλεια: Γιάννης Κόκκωνας, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης

Δεν είναι η πρώτη φορά που εκδίδονται απομνημονεύματά του Σπαθάρη. Ο Σπαθάρης είχε γράψει απομνημονεύματα τρεις φορές. Είναι και αυτό μέρος της απίθανης ιστορίας αυτού του ανθρώπου που δεν περιέχεται στα απομνημονεύματα του αλλά στη συναρπαστική εισαγωγή του επιμελητή αυτού του σημαντικού βιβλίου, Γιάννη Κόκκωνα. Αυτή η εισαγωγή από μόνη της φανερώνει μια ακόμα πτυχή αυτού του μεγάλου καλλιτέχνη που με την καπατσοσύνη και την επιμονή του και μόνο κατάφερε τόσα πολλά όχι μόνο για την τέχνη του θεάτρου σκιών αλλά επηρέασε και επηρεάστηκε έντονα από την καλλιτεχνική κίνηση της ελίτ της γενιάς του ’30. Χαρακτηριστική ακόμα και η φωτογραφία του εξωφύλλου, τραβηγμένη από τον εμβληματικό αρχιτέκτονα και φίλο του Σπαθάρη, Άρη Κωνσταντινίδη.

Έχοντας ρουφήξει την εισαγωγή, μπαίνεις στο κυρίως πιάτο, τα γραφτά του ίδιου του Σπαθάρη. Ο Σπαθάρης, λόγω φτώχειας, δεν είχε κάνει σχολείο, όμως αυτό δεν τον εμπόδισε καθόλου να γράφει μόνος του, ανορθόγραφα και χωρίς σημεία στίξης, με εξαιρετικά γλαφυρό και άνετο τρόπο. Εκτός από τον Καραγκιόζη, προφανώς είχε ιδιαίτερο χάρισμα και στη γραφή. Η συγκεκριμένη έκδοση περιέχει τις πρώτες δύο εκδοχές των απομνημονευμάτων του που είχαν χαθεί για χρόνια ενώ η μεταγενέστερη τρίτη είχε εκδοθεί τη δεκαετία του 1960. Κάθε εκδοχή έχει τις ιδιαιτερότητές και τη σημασία της, καθώς γραφόταν υπό πολύ διαφορετικές συνθήκες.

Τα κείμενα του διαβάζονται με πολλούς τρόπους, ταυτόχρονα όλοι πολύ ικανοποιητικοί: ως λογοτεχνικό κείμενο, ιστορική πηγή του ελληνικού Θεάτρου Σκιών, αποτύπωση της ζωής του 20ού αιώνα στην Ελλάδα και ως προφορική λαϊκή παράδοση. Κυρίως όμως, επειδή είναι τόσο καλογραμμένα, Τα απομνημονεύματα μου διαβάζονται με μεγάλη ευχαρίστηση και, παρά το εκτενές μέγεθός τους, χωρίς να κουράζουν. Αφήστε που είναι μια πολύ καλή ιδέα για δώρο!

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Κατερίνα Οικονομάκου

Joshua Yaffa, Between two Fires: Truth, ambition and compromise in Putin’s Russia, Random House

Ένας τρόπος να κατανοήσει κανείς ένα αυταρχικό πολιτικό σύστημα, είναι να παρατηρήσει όχι μόνο με ποιον τρόπο επηρεάζει τις ζωές των ανθρώπων, αλλά κυρίως πώς τους διαμορφώνει. Να δει όχι μόνο πώς δρουν οι πολίτες που είναι αντιμέτωποι με την αυθαιρεσία ενός πανίσχυρου κράτους, αλλά πώς αυτή η δράση και η διαρκής διαπραγμάτευση σμιλεύουν την προσωπικότητά τους.

Αυτό έκανε ο Τζόσουα Γιάφα για τη Ρωσία του Πούτιν. Για να φιλοτεχνήσει ένα πορτρέτο αυτής της επίμονα μυστηριώδους κοινωνίας, ο Γιάφα έστρεψε την προσοχή του σε χαρακτήρες πολύ πιο ενδιαφέροντες και απρόβλεπτους από τον ίδιο τον ρώσο πρόεδρο. Ο αμερικανός δημοσιογράφος, ο οποίος είναι εδώ και χρόνια ανταποκριτής στη Μόσχα, δεν διάλεξε καθόλου τυχαία τους οκτώ πρωταγωνιστές του. Αυτοί που κίνησαν το ενδιαφέρον του ήταν άντρες και γυναίκες με πολύ ισχυρή την επιθυμία της αυτοπραγμάτωσης, άνθρωποι φιλόδοξοι και αφοσιωμένοι στον στόχο τους, οι οποίοι γνώριζαν ότι για να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα, θα έπρεπε να ισορροπήσουν σε ένα τεντωμένο σχοινί: Να παλέψουν και την ίδια στιγμή να συνεργαστούν σε κάποιο βαθμό με το Κρεμλίνο – δηλαδή με το σύστημα Πούτιν.

Ένας ταλαντούχος τηλεοπτικός παραγωγός που έγινε ο πιο πετυχημένος προπαγανδιστής του ρώσου προέδρου, ένας κληρικός που είναι σε σύγκρουση με την κεφαλή της Εκκλησίας, μια γιατρός που χαρίζει το κύρος της στην προπαγάνδα του Κρεμλίνου προκειμένου να εξασφαλίσει οικονομική βοήθεια για άρρωστα παιδιά και αστέγους, ένας αβάν γκαρντ θεατρικός σκηνοθέτης που χάνει την εύνοια της εξουσίας και βρίσκεται σε κατ’ οίκον περιορισμό, μια μαχητική τσετσένα ακτιβίστρια η οποία, προκειμένου να σώσει όσο περισσότερους ανθρώπους μπορεί, θα καταλήξει να συνεργαστεί με τον χειρότερο εχθρό της και θα φτάσει κάποτε να δικαιολογήσει ακόμη και κρατικές δολοφονίες.

Όταν ο συγγραφέας συναντάει τους πρωταγωνιστές του, οι μάχες τους έχουν όλες κριθεί. Πώς άλλαξαν τα πρόσωπα, αλλά και τα κίνητρά τους, στην πορεία; Ποιες παραχωρήσεις είχαν νόημα ποιες όχι; Και ποιο ήταν το κόστος; Ο συγγραφέας έχει γνήσια περιέργεια για αυτούς τους οκτώ που αγωνίστηκαν να πετύχουν χωρίς να συνθλιβούν. Με δεδομένο τον συσχετισμό δυνάμεων, κάθε μικρή ή μεγαλύτερη νίκη είναι πύρρεια, μοιάζει να υπονοεί ο Τζόσουα Γιάφα, ο οποίος πέτυχε να φωτίσει τη ρωσική πραγματικότητα από μια ασυνήθιστη γωνία – και απέσπασε το βραβείο Όργουελ για το καλύτερο πολιτικό βιβλίο της χρονιάς.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Ακούστε ένα απόσπασμα εδώ:

Γιώργος Παναγιωτάκης

Μπριτ Μπένετ, Το αόρατο μισό, μετ. Κάλλια Παπαδάκη, Παπαδόπουλος

Η Μπριτ Μπένετ τη γνωρίσαμε στην Ελλάδα πριν από δύο χρόνια, χάρη μυθιστόρημά της Μητέρες (Πόλις), το οποίο η γεννημένη το 1990 Αφροαμερικανίδα είχε γράψει όταν ήταν μόλις είκοσι πέντε χρονών. Εκεί η Μπένετ είχε τοποθετήσει την πλοκή σε μια μικρή κοινότητα μαύρων της Νότιας Καλιφόρνια, εστιάζοντας σε ένα εφηβικό ειδύλλιο που οδηγεί σε μια πολύ πρώιμη μητρότητα. Μία ανάλογη κοινότητα, αυτή τη φορά στον βαθύ αμερικανικό Νότο, είναι ο τόπος όπου ξεκινούν όλα στο Αόρατο μισό. Με τη διαφορά πως εδώ οι κάτοικοι, αν και τυπικά μαύροι, έχουν τόσο ανοιχτόχρωμο δέρμα ώστε μερικοί από αυτούς θα μπορούσαν άνετα να παραστήσουν τους λευκούς, κάτι που τους επιτρέπει να αντιμετωπίζουν περιφρονητικά τους σκουρόχρωμους μαύρους, αλλά δεν τους γλιτώνει απαραίτητα από τα λιντσαρίσματα των λευκών.

Η ιστορία αρχίζει στα 60s, όταν η μία από τις δίδυμες Βίνις οι οποίες είχαν αποδράσει από την ασφυκτική ατμόσφαιρα της παράξενης αυτής κοινότητας, επιστρέφει μαζί με μια σοκαριστικά σκουρόχρωμη κόρη, καρπό της σχέσης της με έναν βίαιο άντρα. Η άλλη δίδυμη έχει εξαφανιστεί και, όπως μαθαίνουμε αργότερα, έχει καταφέρει με μεγάλη επιτυχία εκείνο που πολλοί στην κοινότητα είχαν ονειρευτεί. Έχει γίνει λευκή έχει αποκτήσει έναν πλούσιο σύζυγο και μια ξανθιά κόρη και έχει αποκτήσει μια μακριά σειρά από προνόμια που υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν εκτός συζήτησης, αλλά και μπόλικες ενοχές. Η γραφή της Μπένετ είναι λιτή και άμεση, ενώ η αφήγηση ξετυλίγεται με αξιοθαύμαστη άνεση σε όλο το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα ακολουθώντας τις ζωές των διδύμων και των θυγατέρων τους, μιλώντας όμως για ζητήματα που είναι εξαιρετικά επίκαιρα σήμερα.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Τάσος Τέλλογλου

Ίρβιν Γιάλομ και Μαίριλυν Γιάλομ, Ζήτημα Θανάτου και Ζωής: Αγάπη, απώλεια και αυτό που τελικά έχει σημασία, μετ. Ευαγγελία Ανδριτσάνου, Άγρα

Ο εκδότης της Άγρας Σταύρος Πετσόπουλος μας έμαθε τους Γιάλομ. Το πρώτο βιβλίο του Ίρβιν Γιάλομ που διάβασα ήταν το Στον Κήπο του Επίκουρου: Αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου. Στο βιβλίο που βγήκε τη χρονιά που κλείνει οι Γιάλομ ασχολούνται με τον δικό τους θάνατο.

Οι δυο τους αποφασίζουν να κρατήσουν ένα είδους ημερολογίου ενώ η Μαίριλυν Γιάλομ βαδίζει προς το προδιαγεγραμμένο τέλος που έχει χαράξει το πολλαπλούν μυέλωμα από το οποίο πάσχει. Ο Ίρβιν φοβάται ότι θα την χάσει και σκέφτεται λιγότερο τον δικό του θάνατο ενώ η άνοια τον περιτριγυρίζει. Γράφουν τα κεφάλαια του βιβλίου εναλλάξ, ένα εκείνη, ένα αυτός, η ματιά του ενός σε ένα ζευγάρι που ζει 65 χρόνια μαζί και ακόμα αγαπιέται συμπληρώνει τη ματιά του άλλου.

Η Μαίριλυν αποφασίζει να χρησιμοποιήσει τον νόμο της Καλιφόρνια για την υποβοηθούμενη έξοδο από μια ζωή που δεν θέλει πια να ζήσει. Η σκηνή που περιγράφει ο Γιάλομ είναι ό,τι πιο ανθρώπινο αλλά και βαθύτατα συγκινητικό έχω διαβάσει. Η Μαίριλυν έχει πάρει τα φάρμακα που θα την οδηγήσουν στην έξοδο. «Το κεφάλι μου», γράφει ο Γιάλομ, «ακουμπάει στο πλάι του δικού της και η προσοχή μου είναι όλη προσηλωμένη στην ανάσα της. Παρακολουθώ κάθε κίνηση και μετράω από μέσα μου τις αναπνοές της. Έπειτα από τη δέκατη τέταρτη αδύναμη αναπνοή, παύει να αναπνέει. Σκύβω και τη φιλώ στο μέτωπο. Η σάρκα είναι ήδη δροσερή: Ο θάνατος έφτασε».

Μετά το πένθος, η μοναξιά και η συνειδητοποίηση της δικής του εκκρεμότητας με τον θάνατο. Όταν η Μαίριλυν είχε ρωτήσει τη γιατρό που της ανακοίνωσε το τέλος της θεραπείας πόσο καιρό έχει ακόμη, η απάντηση ήταν δύο μήνες. Στεναχωρήθηκε διότι πίστευε ότι της έμενε περισσότερος χρόνος για να αποχαιρετήσει τους φίλους της, να φτιάξει το κουτί με τα σημαντικά αντικείμενα για τα παιδιά της, να γράψει το γράμμα με το απόσταγμα της σοφίας της σε όσους αγαπά (το γράμμα του για πάντα) σύμφωνα με την εβραϊκή παράδοση.

Όταν κλείνεις το βιβλίο αυτό έχεις ήδη δει τη ζωή σου με άλλη ματιά.

Ελίζα Τριανταφύλλου

Καρολίν Έμκε, Εναντίον του Μίσους, μετ. Χρήστος Αστερίου, Πόλις

Ρατσισμός, φανατισμός, ρητορική μίσους. Ο δημόσιος διάλογος πολώνεται όλο και περισσότερο και πλέον έχει επικρατήσει ένας τρόπος σκέψης που αμφισβητεί τις θέσεις των άλλων αλλά ποτέ δεν αναρωτιέται για τις δικές του.

Η Γερμανίδα δημοσιογράφος Καρολίν Έμκε στέκεται απέναντι στο τοπίο αυτό και αντιπροτείνει μια κοινωνία ανοιχτή σε διαφορετικές φωνές – εξάλλου μια δημοκρατία παίρνει σάρκα και οστά μόνο εφόσον υπάρχει θέληση των μελών της να υπερασπιστούν τον πλουραλισμό, ενώ παράλληλα έχουν το θάρρος να αντιταχθούν στο μίσος.

Στο βιβλίο της μιλάει για τον υφέρποντα ρατσισμό του «μέσου» ανθρώπου, του φιλήσυχου πολίτη που «απλώς εκφράζει την ανησυχία του» για το ξένο, το διαφορετικό, γι’ αυτό που στην πραγματικότητα του προκαλεί φόβο. Με τρία παραδείγματα από τη γερμανική πραγματικότητα, προσπαθεί να ερμηνεύσει τη μισαλλοδοξία και το μίσος και να απαντήσει με λογικά επιχειρήματα χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων τη σκέψη των Φουκώ, Εριμπόν και Σαρτρ. Αν και δεν δίνει πολλή έκταση στα κοινωνικά αίτια μέσα στα οποία καλλιεργείται αυτό το μίσος, αναζητά τους τρόπους με τους οποίους ο προοδευτικός κόσμος μπορεί να πάρει θέση για να αντιστρέψει τη συντηρητική πορεία της δημόσιας σφαίρας.

Το βιβλίο εκδόθηκε το 2016 στη Γερμανία και σε μεγάλο βαθμό καταφέρνει να φωτογραφίσει τον διάλογο που λαμβάνει χώρα στην Ελλάδα του σχεδόν 2022. Όπως αναφέρει η Έμκε, μια κοινωνία που θέλει να αυτοπροσδιορίζεται ως ανοιχτή και συμπεριληπτική οφείλει να δημιουργεί στα μέλη της τη βεβαιότητα ότι δεν θα πέσουν θύμα αποκλεισμών ή κάποιας τυχαίας επίθεσης. «Είναι ο μεν κόσμος στον οποίο γεννήθηκες, είναι και ο δε κόσμος στον οποίο επιλέγεις να ζεις», γράφει η Έμκε αποτυπώνοντας την αντίθεση αλλά όχι τον διαχωρισμό.

Ανδρονίκη Τσατσαρώνη

Γιάννης Παπαδόπουλος, Κυματοθραύστες: Απροσδόκητοι πρωταγωνιστές μιας συλλογικής δοκιμασίας, Παπαδόπουλος

Η Αναστασία Φωτιάδου γεννήθηκε το 1943 όπως έγραφε η ταυτότητά της ή το 1945 όπως επέμενε η ίδια και ζούσε στην Επτάλοφο της Θεσσαλονίκης. Αφότου κήδεψε τον σύζυγό της που πέθανε από καρκίνο, απευθύνθηκε προς τον μεγαλύτερο γιο της: «Και τώρα Μιχάλη; Θα είναι η πρώτη φορά που θα κοιμηθώ μόνη στο σπίτι». Διαβάζοντας στη σελίδα 139 του βιβλίου αυτή της τη φράση, σκέφτηκα πόσο απλές λέξεις χρειάζονται για να φανερώσουν έναν φόβο πανανθρώπινο. Η φράση της ακούγεται πολύ γνώριμη, είτε ο αναγνώστης έχει βιώσει μια αντίστοιχη απώλεια, είτε όχι. Συχνότερα την έχω ακούσει εν μέσω πένθους από ανθρώπους που έχασαν τους επί χρόνια συντρόφους τους. Δύναται όμως να ειπωθεί ακόμη και με μεγάλη χαρά ή ενθουσιασμό, για παράδειγμα από έναν νέο που άφησε πίσω το σπίτι των γονιών και μετακόμισε μόλις σε δικό του.

We are only humans after all, θα πω εδώ παραφράζοντας ελάχιστα ένα αγαπημένο τραγούδι, κι ως άνθρωποι έχουμε μια ευρεία γκάμα συναισθημάτων. Νιώθω ότι ο συγγραφέας, ο δημοσιογράφος Γιάννης Παπαδόπουλος, κατάφερε με την ευθύβολη γραφή του να αποτυπώσει αυτά τα απλά όσο και περίπλοκα ανθρώπινα, έχοντας επιλέξει να βάλει δίπλα δίπλα τις ιστορίες 8 διαφορετικών ηρώων που ήρθαν αντιμέτωποι με την πανδημία του κορονοϊού. Όπως λέει, μακριά αλλά και μαζί, στα ξεχωριστά μέτωπα της πανδημίας, κανείς τους δεν το έβαλε κάτω. Οι Κυματοθραύστες διαβάζονται απνευστί εντός τριών ωρών καθώς ακουμπούν τη συλλογική μνήμη από τις «πρωτόγνωρες» και «πολεμικές» πανδημικές συνθήκες, στις οποίες κληθήκαμε ξαφνικά να προσαρμοστούμε από τον Φεβρουάριο του 2020, νοσήσαντες και μη.

Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης αναρωτήθηκα πολύ πώς γίνεται ένας νοσηλευτής να ερωτευτεί τη δουλειά του στη ΜΕΘ, ενώ τουλάχιστον τρεις φορές ανασηκώθηκα για να τσεκάρω πόσο καλά μπορώ να αναπνεύσω. Τέλος έμεινα να σκέφτομαι ότι η χήρα Φωτιάδου που κοιμόταν για πολλά χρόνια μόνη στο σπίτι πέθανε τελικά από κορονοϊό στην εντατική του ΑΧΕΠΑ, 30 μέρες μετά την εισαγωγή της και την τελευταία φορά που είδε τον γιο της, Μιχάλη. Και μάλλον αισθανόταν πολύ μόνη.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Εικόνα michelakou_margarita
Newsletter editor του inside story. Ήταν στην αρχική ομάδα της Athens Voice και διευθύντρια του Marie Claire.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.