27 βιβλία για το καλοκαίρι

Εννιά ελληνικά, τρία πολιτικά, τέσσερις βιογραφίες, τρία για την ελληνική ταυτότητα. Αυτά είναι τα τέλεια βιβλία για να κρατάμε ξαπλωμένοι στην πετσέτα.
Χρόνος ανάγνωσης: 
22
'

Ανάμεσα στις λίστες των New York Times, της Washington Post, του Μπιλ Γκέιτς, του Vulture, του Wired, του The National, του Town & Country, του Ηuffington Post, του Buzzfeed, του Thrillist, 17 συγγραφέων, 6 βιβλιοπωλών της Νέας Υόρκης, κορυφαίων Αμερικανών οικονομολόγων, της JP Morgan, του Fortune, τα βιβλία που προτείνουν το Στάνφορντ και το Μπέρκλεϊ για τους νέους φοιτητές τους και τα 101 (!) βιβλία που προτείνει το TED, αυτά είναι όσα επέλεξαν οι συντάκτες του inside story για το καλοκαίρι 2017.

Δημήτρης Αναστασόπουλος
Wu Ming, H Στρατιά των Υπνοβατών, μετ. Παναγιώτης Καλαμάρας, Εξάρχεια

Η γκιλοτίνα κόβει το κεφάλι του Λουδοβίκου του ΙΣΤ’ στην πλατεία της Επανάστασης, οι αβράκωτοι του Παρισιού λιντσάρουν μαυραγορίτες και λεηλατούν τις αποθήκες τους, οι Γιακωβίνοι συγκρούονται στη Συμβατική με τους φιλοβασιλικούς Γιρονδίνους και σε άσυλα έξω από το Παρίσι οι τρελοί παίζουν το παιχνίδι της Επανάστασης μιμούμενοι τον Ροβεσπιέρο και τον Μαρά. Οι Wu Ming («ανώνυμος» στα κινέζικα), η λογοτεχνική κολεκτίβα που ιδρύθηκε το 2000 στην Μπολόνια, κατά την προσφιλή τους μέθοδο επιστρέφουν στο παρελθόν για να μιλήσουν για το παρόν. Έτσι διηγούνται ιστορίες από τα ταραγμένα χρόνια που ακολούθησαν την Γαλλική Επανάσταση ως μία αλληγορία για τη σημερινή Ευρώπη της κρίσης.

Μεριλένα Αστραπέλλου
Marilynne Robinson, Ρουθ, μετ. Κατερίνα Σχινά, Μεταίχμιο

Θεωρείται αριστούργημα, και δικαίως, αυτό το βιβλίο της Μέριλιν Ρόμπινσον που γράφτηκε το 1980 και μεταφράστηκε πρόσφατα στα ελληνικά με εξαιρετικό τρόπο, είναι η αλήθεια, από την Κατερίνα Σχινά. Στη «Ρουθ» συμπρωταγωνιστεί όχι μόνο η ομώνυμη ηρωίδα με την αδερφή της, αλλά και η σαρωτική φύση που τις περιβάλλει, αενάως αινιγματική και απρόβλεπτη μέσα από τη λυρική αφήγηση της Robinson, σε μια πόλη στις μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ. Το μεγαλείο, η σιωπή της, αλλά και η αστάθειά της συντροφεύουν τα δύο κορίτσια που περιπλανώνται σε αυτήν καθώς αναζητούν την ταυτότητά τους βυθισμένες στη μοναξιά αλλά και την απόλυτη ελευθερία μετά από μια σειρά από απώλειες κηδεμόνων –της μάνας, της γιαγιάς, των αδερφών της. Μια άλλη μοναχική ψυχή θα αναλάβει τελικώς τη φροντίδα τους, η ελαφρώς αλαφροΐσκιωτη αδερφή της μητέρας, η οποία «σπάνια έβγαζε το παλτό της και κάθε ιστορία που έλεγε είχε σχέση μ’ ένα τρένο ή με μια στάση λεωφορείων», βυθισμένη με τη σειρά της στην προσωρινότητα της ζωής και στην αναζήτηση ενός σκοπού που θα τη δέσει με έναν τόπο.

Όλγα Αυγουστάτου
Paul Auster, 4 3 2 1, Faber and Faber

Λίγο βαρύ για την παραλία με τις 866 σελίδες του, κατάλληλο όμως για καλοκαιρινό διάβασμα με χρόνο και άνεση. Η ιστορία του Άρτσι Φέργκιουσον από τα παιδικά χρόνια μέχρι την ωριμότητα σε ένα δαίδαλο τεσσάρων διακριτών αφηγήσεων, αφήνουν στον συγγραφέα τη δυνατότητα να δοκιμάσει όλες τις πιθανές εξελίξεις στη ζωή του ήρωά του αλλά και των προσώπων γύρω από αυτόν. Ο πρωταγωνιστής εδώ είναι η ίδια η αφήγηση, μαζί με την πόλη της Νέας Υόρκης, όπου ο παππούς του Άρτσι είχε φτάσει ως μετανάστης από το Μινσκ της Ρωσίας την πρώτη μέρα του 20ού αιώνα. Τίποτα όμως δεν εξελίχθηκε όπως το είχε φανταστεί. Ο Άρτσι θα μεγαλώσει τέσσερις φορές και εμείς, εκτός από τη ζωή του, θα παρακολουθήσουμε όλες τις εξελίξεις της Αμερικής των μέσων του περασμένου αιώνα.

Γιάννης Γορανίτης
Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ντεπό, Πατάκης

«Ένας μεγιστάνας του ελάχιστου». Αυτή η φράση που χρησιμοποιεί ο κεντρικός ήρωας του πρώτου διηγήματος της νέας συλλογής του Σκαμπαρδώνη, φαντάζει αρκετή, υπεραρκετή για να περιγράψει το έργο του Θεσσαλονικιού συγγραφέα. «Μεγιστάνας του ελάχιστου». Αυτό είναι εδώ και χρόνια. Αυτό κάνει ο πιο άοκνος και συνεπής εργάτης της μικρής φόρμας στη χώρα μας: αντλεί από το ελάχιστο, συλλέγει θραύσματα καθημερινότητας, και τα συνδυάζει με ψηφίδες μνήμης, πλέκοντας τα ορατά και αόρατα νήματα των δέκα έως τώρα συλλογών διηγημάτων (εν μέρει το κάνει και στα μυθιστορήματά του).

Το «Ντεπό» είναι ακόμη ζεστό, σχεδόν κυριολεκτικά: μετρά λίγες εβδομάδες από τότε που βγήκε από το τυπογραφείο. Θα διακινδυνεύσω όμως μια πρόβλεψη, έχοντας πρόσφατα ολοκληρώσει την ανάγνωση και του συγκεντρωτικού τόμου με τα παλαιότερα διηγήματά του («Τα Δεδουλευμένα», εκδ. Πατάκη): Αυτή η συλλογή θα καταγραφεί ως η πιο ώριμη και μεστή της σχεδόν 30ετούς πορείας του Σκαμπαρδώνη στα γράμματα. Και κάτι ακόμη: Το διήγημα «Λευκά Χριστούγεννα του 2013», είναι το πιο ανεπιτήδευτα συγκινητικό πεζό που έχω διαβάσει ποτέ για τον Εμφύλιο. Και ταυτόχρονα μια πολύ καλή αφορμή για να απαλλαγεί η εγχώρια πεζογραφία από αυτή την εμμονή.

Κατερίνα Δαφέρμου
Elizabeth Strout, Anything is Possible, Penguin

Το πολυεπίπεδο νέο βιβλίο της Ελίζαμπεθ Στράουτ αποτελεί addendum στο εξαιρετικά ευπώλητο «My Name Is Lucy Barton», στο οποίο η ηρωίδα καταφεύγει στη Νέα Υόρκη για να γίνει συγγραφέας. Tώρα πια η Λούσι έχει ήδη διακριθεί και η αυτοβιογραφία της ανακαλύπτεται από εκείνους που άφησε πίσω της στην αγροτική πόλη Άμγκας του Ιλινόις. Με το «Anything is Possible» η Στράουτ (βραβευμένη με Πούλιτζερ για το «Ο κόσμος της Όλιβ» το 2009), διατηρεί τη φήμη της ως μία από τις πιο αξιόλογες πένες της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας για την ακρίβεια και τη διεισδυτικότητα της στην χρήση της αγγλικής γλώσσας. Η αρετή αυτή αποδεικνύεται ιδιαίτερα χρήσιμη στο συγκεκριμένο βιβλίο που εισβάλλει στην επιμελώς περιφρουρημένη ζωή των κατοίκων του Άμγκας. Κάθε κεφάλαιο εστιάζει και σε έναν διαφορετικό χαρακτήρα (όλοι τους τόσο ανάγλυφοι και ζωντανοί), προσδίδοντας έτσι το ξεχωριστό του ηχόχρωμα σε εκείνη την εποχή κοντά στη Λούσι. Ύστερα από 17 χρόνια αποφασίζει και εκείνη να τους επισκεφτεί ξανά. Ο ζόφος και το τραύμα της παιδική ηλικίας εξυφαίνεται με λεπτότητα και λιτή γραφή. Όπως υπονοεί και ο τίτλος, σε κάθε τροπή της ψιλοκεντημένης πλοκής όλα φαντάζουν πιθανά, ενσταλάζοντας το κείμενο με το βάθος και τη γοητεία του απείρου που συνοδεύει το ανθρώπινο πεπρωμένο.

Elisabetta Casalotti
Γιώργος Ρούβαλης, Congo Cha Cha, Απόπειρα

Πρώτα με κέντρισε ο τίτλος αυτού του βιβλίου που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2016 και παρουσιάστηκε μόνο πρόσφατα. Γρήγορα το ιστορικό μυθιστόρημα με ταξίδεψε σε άγνωστα μονοπάτια όπου δύο κόσμοι συναντιούνται και διηγούνται την ιστορία τους. Το βιβλίο αποτελείται από δύο μέρη: από τη μια τα γράμματα προς την οικογένεια ενός Έλληνα μετανάστη κατά τη δεκαετία του ’60, από την άλλη η ιστορία του Βελγικού Κονγκό, της αποικιοκρατίας, της ανεξαρτησίας, του ρόλου του Κονγκολέζου ηγέτη Πατρίς Λουμούμπα, του Γκεβάρα της Αφρικής, δοσμένη μέσα από τα μάτια και τη διατριβή μιας Ελληνίδας φοιτήτριας. Το συστήνω ανεπιφύλακτα.

Tατιάνα Καραπαναγιώτη
Γκίκας-Graxton-Leigh Fermor: H γοητεία της ζωής στην Ελλάδα, Λεβέντειος Πινακοθήκη

Έπειδή έχω εμμονή με τις βιογραφίες και τα obitutaries (γραπτό ανύπαρκτο τον ελληνικό Τύπο), τα νέα βιβλία που έχουν έστω μια μυρωδιά βιογραφίας με ενθουσιάζουν. Το συγκεκριμένο λεύκωμα, που βγήκε με αφορμή την ομώνυμη έκθεση στο μουσείο Μπενάκη σε επιμέλεια, όπως και η έκθεση, της Εβίτας Αράπογλου, είναι ένα βιβλίο με φωτογραφίες σχεδόν γνώριμες, αλλά κι όχι. Εικόνες που σου φέρνουν στο μυαλό μυρωδιές και παιδικές γεύσεις. Ανθρώπους που θα ήθελες να ήσουν παρών στις συζητήσεις τους, τις βόλτες τους. Παρόλο που δεν ζούσα εκείνα τα χρόνια (ή εν πάσει περιπτώσει ήμουν μικρή) σχεδόν νοσταλγείς αυτό που δεν έχεις ζήσει. Το λεύκωμα αυτό είναι ένα είδος βιογραφίας της χώρας μας. Και διαβάζοντάς το λίγο μελαγχολείς για το σήμερα. Κάπως έτσι.

Μυρτώ Λεγάκη
Πολ Μπέιτι, Ο Πουλημένος, μετ. Νίκος Α. Μάντης, Καστανιώτης

Αυτή η καυστική σάτιρα της σύγχρονης αμερικάνικης κοινωνίας πραγματεύεται ζητήματα φυλετικής ταυτότητας και ανισότητας ισοπεδώνοντας με προκλητικό τρόπο κοινωνικά ταμπού και στεγανά. Η ιστορία εκτυλίσσεται στο Λος Άντζελες και περιγράφει την ιστορία του (μαύρου) αφηγητή, ο οποίος αναφέρεται στον εαυτό του απλά ως “εγώ”, χωρίς ποτέ να διευκρινίζει το όνομά του. Καλλιεργεί artisanal μαριχουάνα και καρπούζια, ενώ στην προσπάθειά του να επαναφέρει τη δουλεία καταλήγει στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ασύλληπτα κωμικό και ταυτόχρονα τόσο ωμό και αληθινό, το βιβλίο γίνεται ενίοτε θλιβερό. Κέρδισε το Man Booker Prize και ο Μπέιτι είναι ο πρώτος Αμερικανός συγγραφέας που κατάφερε κάτι τέτοιο. Αδύνατον να μη γελάσεις δυνατά όσο το διαβάζεις, τόσο που να γίνεις ρεζίλι στην διπλανή πετσέτα. Να ενοχλείς, δηλαδή.

Κατερίνα Λομβαρδέα
David Garrow, Rising Star, HarperCollins

Όταν θέλω να απολαύσω πραγματικά ένα βιβλίο, το παραγγέλνω στο Audible και το ακούω την ώρα που μαγειρεύω, κάνω δουλειές στο σπίτι ή μετακινούμαι. Έτσι κι αλλιώς, η καινούρια βιογραφία του Μπαράκ Ομπάμα «Rising Star: The Making of Barack Obama» είναι σχεδόν 1.500 σελίδες και θα ζόριζε τη βιβλιοθήκη μας. Ο Ντέιβιντ Γκάροου έχει κάνει εξαντλητική έρευνα και παρουσιάζει τη ζωή του Ομπάμα με τον μεθοδικό αλλά και κινηματογραφικό τρόπο των Αμερικανών, παρόλο που διαφωνώ με την τελική του κρίση για τον πρώην πρόεδρο, που είναι μάλλον αρνητική. Εγώ ανήκω στους φανατικούς του, που όσο περνάει ο καιρός και μπαίνουμε βαθύτερα στην εποχή του Τραμπ, τόσο μου λείπει για το μέτρο που εξέπεμπε, όχι μόνο με τις πράξεις του αλλά και με την ευθυτενή στάση του σώματος και το βλέμμα με την τέλεια ισορροπία ανάμεσα στο σοβαρό και το παιχνιδιάρικο.

Το «λαβράκι» που υποτίθεται ότι βγάζει ο βιογράφος είναι η σχέση του πρώην προέδρου με την Σίλα Τζάγκερ, στην οποίαν είχε κάνει πρόταση γάμου χρόνια προτού γνωρίσει την Μισέλ. Η σχέση δεν προχώρησε, και ο συγγραφέας αφήνει να εννοηθεί ότι ο Ομπάμα τη “θυσίασε” στον βωμό μιας πολιτικής καριέρας που από μικρός ήξερε ότι θα τον πήγαινε ψηλά. Οι κινήσεις του, ακόμα και στον συναισθηματικό τομέα, παρουσιάζονται σαν μέρος ενός καλά μελετημένου σχεδίου, που τελικό στόχο είχε να εκπληρωθεί ένα πεπρωμένο για το οποίο ήταν βέβαιος. Ο συγγραφέας μας δίνει σαν μπόνους μια ματιά στο Σικάγο του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, που μαστίζεται από την ανεργία (μετά το κλείσιμο των χαλυβουργείων), την περιβαλλοντική ρύπανση και τις φυλετικές τριβές. Η προσπάθεια των κατοίκων να αυτο-οργανωθούν για να αντιμετωπίσουν τις απειλές αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον την στιγμή που αποφασίζουν να αναζητήσουν, για πρώτη φορά, έναν Αφρoαμερικανό για να τους εκπροσωπήσει.

Μαρία Λούκα
Αμός Οζ, Ιούδας, μετ. Μάγκυ Κοέν, Καστανιώτης

Ένας από τους κορυφαίους Ισραηλινούς συγγραφείς της εποχής μας επιστρέφει με ένα αριστουργηματικό, ώριμο και βαθιά εσωτερικό μυθιστόρημα. Η ιστορία εκτυλίσσεται το 1959 στην Ιερουσαλήμ, όταν ο ταλαντούχος αλλά εσωστρεφής φοιτητής Σμούελ αναγκάζεται να εγκαταλείψει τις σπουδές του λόγω οικονομικών προβλημάτων της οικογένειας του και να πιάσει δουλειά σε ένα αλλόκοτο και απομονωμένο σπίτι με βασικό του καθήκον να συντροφεύει και να συζητάει με τον ανάπηρο διανοούμενο Γκέρσομ Βαλντ. Στο ίδιο σπίτι ζει και η Ατάλια, η γοητευτική χήρα του γιου του Βαλντ και κόρη ενός παραγνωρισμένου και συκοφαντημένου στελέχους του σιωνιστικού κινήματος που τάχθηκε υπέρ της ειρηνικής συνύπαρξης των δύο κοινοτήτων.

Μέσα από τις θυελλώδεις συζητήσεις των τριών χαρακτήρων, τους παραληρηματικούς μονολόγους αλλά και τις σπαρακτικές σιωπές, ο συγγραφέας μας προσφέρει ένα ιδανικό καλειδοσκόπιο των αντιφάσεων της ισραηλινής κοινωνίας, της ιστορικότητας της ισραηλινοαραβικής σύγκρουσης, των απωθημένων και των στερεοτύπων που τη διατρέχουν. Παράλληλα αρθρώνει μια ανατρεπτική εκδοχή της μορφής του Ιούδα που κατατρέχει το εβραϊκό συλλογικό ασυνείδητο, σύμφωνα με την οποία στην πραγματικότητα είναι ο πρώτος χριστιανός και όχι η ενσάρκωση της προδοσίας πάνω στην οποία καλλιεργήθηκε το ιδεολόγημα του αντισημιτισμού.

Το μυθιστόρημα θα μπορούσε να ιδωθεί και ως μια θρησκευτική, πολιτισμική και ανθρωπολογική αλληγορία της «προδοσίας». Μιας κατηγορίας που έχει και ο ίδιος ο συγγραφέας κατά καιρούς εισπράξει από υπερσυντηρητικούς κύκλους του Ισραήλ, καθώς έχει υποστηρίξει τη συγκρότηση δύο κρατών στην περιοχή: του Ισραήλ και της Παλαιστίνης. Και μ’ αυτό του το έργο, σκαλίζει με μαεστρία την πιο βαθιά και διαρκώς αιμορραγούσα πληγή της Μέσης Ανατολής.

Σταύρος Μαλιχούδης
Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Καρφίτσες στην άμμο, μετ. Κώστας Αθανασίου, Καστανιώτης

Τα παιδιά μεγαλώνουν τη δεκαετία του ’90 στη Λίμα, στο Περού, σε χρόνια περίεργα για τους ανθρώπους γύρω τους: συνεχείς διακοπές ρεύματος έπειτα από βόμβες που ακούγονται μες τη νύχτα· ειδήσεις για απαγωγές και δολοφονίες· συγκρούσεις του στρατού με τους αντάρτες του Φωτεινού Μονοπατιού· οικονομικές δυσκολίες και εκτεταμένη κοινωνική αδικία γύρω τους. Οι τέσσερις 15χρονοι φίλοι, όμως, ο Κάρλος και ο Μόκο και ο Μάνου και ο Μπέτο, τελείως διαφορετικοί ο ένας απ’ τον άλλον και ο καθένας με τις δικές του κρυμμένες καλά ανησυχίες, έχουν άλλα στο μυαλό τους. Πώς θα χάσουν την παρθενιά τους σε ένα καταπιεστικό περιβάλλον; Πώς θα υπομείνουν τις –στα μάτια τους– προβληματικές οικογένειες τους; Και το σημαντικότερο: Τι θα κάνουν ώστε να μην χρειάζεται πια να ανέχονται την καθηγήτρια-δυνάστη τους, την δεσποινίς Πρίνγκλιν, αλλιώς «κωλόγρια», αλλιώς «Τζόκερ χωρίς χαμόγελο»; Η απάντηση σε όλα αυτά δίνεται λίγο-λίγο, μέσα από την καταβύθιση της παρέας σε μια ιστορία, που εξελίσσεται τελείως απροσδόκητα.

Το βιβλίο του Ρονκαλιόλο μου άρεσε πολύ για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί ο τρόπος με τον οποίο οι 4 –μεγάλοι πια– φίλοι εναλλάσσονται στην αφήγηση όσων συνέβησαν είναι αριστοτεχνικός: ο καθένας παίρνει το λόγο για να διαφωτίσει, να επεκτείνει ή και να ανατρέψει τη διήγηση του προηγούμενου. Δεύτερον, γιατί οι διάλογοι τους –με όλον τον αυθορμητισμό, με την ανεμελιά αλλά και την απελπισία, με τα ευφάνταστα μπινελίκια και τα πειράγματα του ενός για τη μάνα του άλλου– αποτελούν την πιο ακριβή αναπαράσταση σχέσεων και συμπεριφορών αγοριών τέτοιας ηλικίας που έχω διαβάσει. Και μάλλον γι’ αυτό, καθώς προχωρούσε η ιστορία, με έπιανα συχνά να χαμογελάω, ενθυμούμενος τις δικές μας αντίστοιχες μέρες.

Γιάννη Μαντζίκος
Καρολίνα Μέρμηγκα, Ο Έλληνας γιατρός, Μελάνι

Ο Κωνσταντίνος Μέρμηγκας (1874-1941), που στο μυθιστόρημα εμφανίζεται ως κύριος Μ, ήταν μια ισχυρή προσωπικότητα με πλούσιο σε εμπειρίες και αναγνώριση βίο καθώς κουράριζε βασιλιάδες και είχε μεταφράσει τον «Φάουστ». Ένας αστός, συντηρητικός και μαζί φιλοπρόοδος, που διέτρεξε τον κρίσιμο εικοστό αιώνα έως τα μισά του παρακολουθώντας εκ του σύνεγγυς τις –συχνά οδυνηρές– καμπές του νεοελληνικού δράματος, από τον καταστροφικό ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 έως τις παραμονές του εμφυλίου πολέμου, περνώντας από τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Εθνικό Διχασμό και τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Το βιβλίο, γραμμένο από την εγγονή του, βασίζεται στη ζωή ενός πραγματικού προσώπου, όμως η συγγραφέας, όπως η ίδια δήλωσε, συνειδητά αυθαιρέτησε προσθέτοντας στοιχεία, ακόμα και ερωτικές ιστορίες, και δεν θα ήθελε να θεωρηθεί ότι το βιβλίο είναι η βιογραφία του παππού της. Θα μπορούσε να διαβαστεί σαν ιστορικό μυθιστόρημα ή σαν μυθιστορηματική βιογραφία, αν και υπερβαίνει κάθε στενή ειδολογική κατάταξη. Ο «Έλληνας γιατρός» είναι ένα σπουδαίο βιβλίο και λόγω του δεξιοτεχνικού χειρισμού της γλώσσας· λόγω της ικανότητας της Μέρμηγκα να κατεβάζει τα ιστορικά πρόσωπα από το βάθρο τους.

Aλέξανδρος Μασσαβέτας
Ελένη Τορόση, Όταν σου έδειξα τον ήχο του κόσμου, Πατάκης

Η ζωή δίπλα σε ένα άτομο με ειδικές ανάγκες δεν είναι απαραίτητο να βιώνεται ως ατέρμονο μελόδραμα ή αφόρητη δυστυχία. Αυτό είναι το αισιόδοξο μήνυμα του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος, κάθε σελίδα του οποίου στάζει ευαισθησία και θετική ενέργεια, που εξιστορεί την πορεία δύο γυναικών μέσα από τις συμπληγάδες του ταραγμένου ύστερου ελληνικού και ευρωπαϊκού 20ού αιώνα. Πρόκειται για την συγγραφέα και την κωφή μητέρα της και την αφήγηση της πορείας τους ανάμεσα σε χώρες και μέσα από γεγονότα που έχουν σφραγίσει την συλλογική μας μνήμη –από την χούντα των συνταγματαρχών έως την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Χωρίς να αποσιωπά τις καθημερινές δυσκολίες μιας τέτοιας συμβίωσης, καταγράφει πώς η ντροπή και η αμηχανία μιας έφηβης και η αίσθηση ανεπάρκειας μιας μητέρας που εξαρτάται από αυτήν μεταλλάσσονται στην τρυφερή ενσυναίσθηση της πρώτης για τον έρωτα που βιώνει, σε προχωρημένη ηλικία, η δεύτερη. Το βιβλίο αφοπλίζει με την ειλικρίνειά του. Και αφήνει τον αναγνώστη με μια αίσθηση πίστης στη ζωή και την αγάπη, καθώς η συγγραφέας, κάνοντας την αποτίμηση της πορείας της, καταθέτει πως η συμβίωσή της με μία κωφή μητέρα υπήρξε για την ίδια το μεγαλύτερο σχολείο.

Mαργαρίτα Μιχελάκου
Dolores Payás, Πίνοντας με τον Πάτρικ Λι Φέρμορ, Key Books

Διαβάζω οτιδήποτε έχει στον τίτλο τις λέξεις Πάτρικ Λη Φέρμορ και το συγκεκριμένο το κατάπια σε δύο μέρες. Αν δεν έχεις διαβάσει κανένα βιβλίο του ανθρώπου «που έπινε από διαφορετική πηγή από όλους εμάς», αυτό δεν είναι το βιβλίο για να ξεκινήσεις να τον αγαπάς (η «Μάνη» είναι), ούτε μια πλήρης βιογραφία του (όπως το «Πάτρικ Λη Φέρμορ: Μια περιπέτεια» της Άρτεμις Κούπερ), αλλά είναι το βιβλίο που προσθέτει ακόμα ένα κομματάκι στο υπέροχο παζλ της ζωής του. Η μεταφράστρια Ντολόρες Παγιάς επισκέφτηκε τον Λη Φέρμορ στην Καρδαμύλη το 2009, όταν πια ο Πάντι ήταν 94 ετών. Της άνοιξε το σπίτι του και τη γέμισε με φαγητό, λέξεις και αλκοόλ. Η Παγιάς διηγείται τις συναντήσεις τους με απέραντη ευγνωμοσύνη. Και για να μην μακρηγορούμε, όπως έγραψε το Times Literary Supplement, «τo μικρό αυτό βιβλίο είναι ένα έξοχο συνοδευτικό για το πρώτο ποτό της ημέρας».

Γιάννης Μπαμπούλιας
Paul Lever, Berlin Rules: Europe And The German Way, IB Tauris

Τι θέλουν πια οι Γερμανοί; Η ερώτηση δεν έχει απασχολήσει μόνο τα μυαλά των Ελλήνων τα τελευταία χρόνια. Πανευρωπαϊκά (αλλά και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού), το Γερμανικό Όραμα, το πώς βλέπει η Γερμανία το ρόλο της και τι θέλει από την Ευρώπη, αποτελεί ένα μεγάλο ερωτηματικό. Ο Πολ Λέβερ, για πολλά χρόνια πρέσβης της Βρετανίας στη γερμανική πρωτεύουσα, προσπαθεί να απαντήσει μια σειρά τέτοιων ερωτήσεων μέσα από τις δικές του εμπειρίες και την Ιστορία. Τα τραύματα του Ναζισμού και η ιδιαίτερη θεώρηση της οικονομίας ως αρετής κυριαρχούν σαν θέματα και ο συγγραφέας δίνει το βάθος που λείπει στη σημερινή συζήτηση με κατανόηση, αλλά όχι εγκωμιαστικά. Παρά το βαρύ θέμα του, το βιβλίο είναι γραμμένο με τρόπο άμεσο και μπορεί να διαβαστεί κεφάλαιο-κεφάλαιο. Προτείνεται για οποιονδήποτε θέλει να καταλάβει τι συμβαίνει αυτήν την στιγμή στην Ευρώπη (αφορά φυσικά και τη χώρα μας) και δεν αρκείται σε εύκολες, βολικές εξηγήσεις.

Γεωργία Νάκου
Edith Hall, Αρχαίοι Έλληνες, μετ. Ουρανία Τουτουντζή, Διόπτρα

Οι αρχαίοι Έλληνες έγιναν Έλληνες όχι χάρη σε κάποια ιδιαιτερότητα του DNA τους, αλλά χάρη στη βραχώδη γη τους, που τους ανάγκασε να αποδημήσουν από τις μητροπόλεις τους και να ιδρύσουν αποικίες στα πέρατα της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου. Τότε ήταν που αισθάνθηκαν να τους ενώνουν κοινά ιδεώδη, κοινά έθιμα και κοινοί βωμοί, με άλλα λόγια η αντίληψη της «ελληνικότητας». Τότε ήταν που, απέναντι σε άλλες συνθήκες και καθημερινές προκλήσεις στην επιβίωση τους, έπαψαν να είναι μοιρολάτρες και έβαλαν τα θεμέλια των φυσικών επιστημών (στην Ιωνία και τη Σικελία, όχι στην Αθήνα και την Κόρινθο). Τότε έκαναν τα μεγάλα άλματα που δημιούργησαν τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Το βιβλίο της Ίντιθ Χολ, καθηγήτριας στο Kings College του Λονδίνου, αναθεωρεί τη συμβολή του αρχαιοελληνικού πολιτισμού χωρίς την άκριτη αρχαιολατρεία που έχουμε συνηθίσει, αλλά με πραγματική αγάπη και βαθιά γνώση του αντικείμενου, με τρόπο ευκολοδιάβαστο αλλά ποτέ απλουστευμένο. Για αρχαιομαθείς και μη, σε όποια παραλία κι αν το ξεφυλλίσετε θα εκτιμήσετε την Ελλάδα από άλλη σκοπιά.

Δημήτρης Ξενάκης
Rosemary Sullivan, Η Κόρη του Στάλιν, μετ. Πέτρος Γεωργίου, Πατάκης

Πώς μπορεί κανείς να φανταστεί πώς είναι να είσαι το παιδί του Στάλιν; Γιατί να θέλεις να βρεθείς σε τέτοια θέση, έστω και στη φαντασία σου; Τα συναισθήματα που προκαλεί ακόμα και η ερώτηση ήταν που με έκαναν να ξεκινήσω αυτό το βιβλίο και δεν το μετάνοιωσα καθόλου. Η Ρόζμαρι Σάλιβαν δίνει μια ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη εικόνα ενός ανθρώπου που, χωρίς να το θέλει καθόλου, βρέθηκε στο επίκεντρο της ιστορίας του 20ού αιώνα. Οι περισσότεροι από την οικογένεια της πέθαναν νωρίς ή εκτελέστηκαν, με κυρίαρχη τη μάνα της που αυτοκτόνησε όταν η Σβετλάνα ήταν μικρή. Κάποια στιγμή, αφού πέθανε και ο πατέρας της, η Σβετλάνα Αλιλούγεβα άρχισε να αντιλαμβάνεται τη σημασία των γεγονότων στα οποία ήταν παρούσα χωρίς να το καταλαβαίνει. Και βέβαια, όλη της η ζωή ήταν ετεροκαθορισμένη από τον Στάλιν ή από τα άτομα που επέλεγε στην προσπάθειά της να βγει από αυτήν τη δίνη –χωρίς μεγάλη επιτυχία. Κάποια στιγμή, προς το τέλος, κατάφερε να γίνει άσημη και να ζήσει για λίγο μια φυσιολογική, φτωχική ζωή με την κόρη της, Όλγα. Η Σβετλάνα (Λάνα Πάρκερ όπως είχε κάνει το όνομα της στην Αμερική) πάλεψε γενναία και με πάθος όλη της την ζωή για να είναι ο εαυτός της, και το βιβλίο της Σάλιβαν μας το μεταφέρει με συναρπαστικό τρόπο.

Kατερίνα Οικονομάκου
Hisham Matar, The return: Fathers, Sons and the Land In Between, Penguin

«Με κάθε μέρα που περνάει ο πατέρας ταξιδεύει πιο βαθιά μέσα στη νύχτα, χάνεται στην ομίχλη, αφήνοντας πίσω απομεινάρια του εαυτού του, καθώς και το ακλόνητο κι όμως αναπόφευκτο γεγονός, βασανιστικό και την ίδια στιγμή παρηγορητικό -διότι πώς αλλιώς μπορεί ο γιος να συνεχίσει να ζει εάν δεν αναγκαστεί να λησμονήσει- ότι όσο σκληρά κι αν προσπαθήσουμε δεν μπορούμε ποτέ να γνωρίσουμε τον ίδιο μας τον πατέρα», γράφει ο Χισάμ Ματάρ, στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο. Την τελευταία φορά που είδε τον πατέρα του, ο Ματάρ ήταν 19 ετών. Ο Λίβυος επιχειρηματίας Τζαμπάλα Ματάρ ζούσε αυτοεξόριστος στο Κάιρο, κυνηγημένος από το καθεστώς του Καντάφι, στον αγώνα ενάντια του οποίου είχε αφιερώσει τη ζωή του. Από το Κάιρο τον απήγαγαν το 1990 άνδρες των αιγυπτιακών μυστικών υπηρεσιών, για να τον παραδώσουν στον Λίβυο δικτάτορα κι από εκεί να χαθούν για πάντα τα ίχνη του. Έκτοτε, ο γιος του δεν θα πάψει να τον αναζητεί, αγωνιωδώς, επίμονα και απελπισμένα. Ο Ματάρ και η οικογένειά του δεν θα μάθουν ποτέ τι συνέβη στον Τζαμπάλα –το πιθανότερο είναι ότι ο άνδρας ήταν ανάμεσα στα θύματα της σφαγής των αντιφρονούντων που οργάνωσε το καθεστώς στις διαβόητες φυλακές του Αμπού Σαλίμ το 1996.

Μετά την εξέγερση που οδήγησε στην ανατροπή του Καντάφι, ο συγγραφέας θα επιχειρήσει για πρώτη φορά την επιστροφή στον τόπο που είχε εγκαταλείψει παιδί ακόμη, το 1979. Εκεί, στο τοπίο μιας ρημαγμένης χώρας, ο 42χρονος πια Χισάμ Ματάρ θα προσπαθήσει να διασώσει οτιδήποτε μπορεί να ανακαλύψει για τον άνδρα που υπήρξε ο πατέρας του, να συμφιλιωθεί με την απώλεια που διαμόρφωσε τον ίδιο, αλλά και να αποκαταστήσει την τραυματισμένη σχέση με την πατρίδα του. Η μαρτυρία του Ματάρ, που διαβάζεται σαν πολιτικό θρίλερ, είναι ταυτόχρονα και η ιστορία για το λυτρωτικό τέλος μιας πολύ οδυνηρής προσωπικής περιπέτειας.

Γιώργος Παναγιωτάκης
Hans Fallada, Και τώρα, ανθρωπάκο;, μετ. Ιωάννα Αβραμίδου, Gutenberg

Το νεαρό ζεύγος Χανς και Έμα Πίνεμπεργκ (ή Μικρός και Μανάρι όπως αποκαλεί ο ένας τον άλλον) κάνει τα πρώτα του ασταθή βήματα στον κόσμο της ενήλικης, οικογενειακής ζωής. Οι εποχές όμως είναι οριακές. Βρισκόμαστε στη Γερμανία των αρχών της δεκαετίας του 1930, όταν η δημοκρατία της Βαϊμάρης καταρρέει και ο ναζισμός ορθώνεται. Χρησιμοποιώντας μια ανάλαφρη, σχεδόν εύθυμη αφήγηση, ο Φάλαντα μας χαρίζει ένα ζωντανό ρεπορτάζ εκείνων των ημερών. Βλέπουμε λοιπόν τις μικρές καθημερινές στιγμές που εκτυλίσσονται στο σπίτι του ζευγαριού, στους δρόμους του Βερολίνου, στους χώρους εργασίας, στις δημόσιες υπηρεσίες και στα πάρκα όπου περνούν τη μέρα τους οι άνεργοι, οι απόβλητοι και οι απελπισμένοι. Και καταλαβαίνουμε πολύ καλά γιατί έγινε ό,τι έγινε.

Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1932, έναν χρόνο πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Θα μπορούσε δε, να διαβαστεί παράλληλα με το «Μόνος στο Βερολίνο» (εκδ. Πόλις, μετ. Άντζη Σαλταμπάση) του ίδιου συγγραφέα, το οποίο, γραμμένο αμέσως μετά τον πόλεμο, περιγράφει τη ζωή στα χρόνια του ναζισμού.

Βασίλης Παναγιωτόπουλος
Emily Bell και Taylor Owen, Journalism After Snowden, Columbia University Press

Σίγουρα όχι το πιο ανάλαφρο καλοκαιρινό ανάγνωσμα, αλλά αν είσαι συνδρομητής του inside story, η πιθανότητα να σε ενδιαφέρει η ερευνητική δημοσιογραφία και το μέλλον της στην εποχή της μαζικής ψηφιακής παρακολούθησης είναι μεγάλη. Το βιβλίο περιλαμβάνει κείμενα των βασικών συντελεστών που συμμετείχαν στις αποκαλύψεις που έκανε το 2013 ο πρώην συμβασιούχος της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ Έντουαρντ Σνόουντεν. Στο βιβλίο που κυκλοφορεί από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια, πέρα από του ίδιου του Σνόουντεν, υπάρχουν άρθρα του Άλαν Ράσμπριγκερ, αρχισυντάκτη της Guardian την εποχή των αποκαλύψεων, της Τζιλ Έιμπραμσον, πρώην executive editor των New York Times, αλλά και του γνωστού ερευνητικού δημοσιογράφου Γκλεν Γκρίνγουολντ που έβγαλε την υπόθεση στο φως της δημοσιότητας. Το βιβλίο καταπιάνεται με ζητήματα όπως η προστασία των δημοσιογραφικών πηγών, οι πρακτικές ψηφιακής ασφάλειας, τα νομικά δικαιώματα των δημοσιογράφων και η πρόσβαση σε απόρρητα δεδομένα.

Λένα Παπαδημητρίου
Κατερίνα Σχινά, «Μυστικά του Συρταριού-Η τέχνη και οι τεχνίτες της ημερολογιακής γραφής», Πατάκης

«26 Aπριλίου 1824. Το αποτέλεσμα των ημερών μου είναι πάντα το ίδιο: μία ατέλειωτη επιθυμία γι’ αυτό που δεν αποκτάται ποτέ, ένα κενό που δεν μπορεί να γεμίσει, μια ακράτητη λαχτάρα να παράγω με όλους τους τρόπους, να πολεμώ όσο γίνεται περισσότερο ενάντια στο χρόνο που μας παρασύρει και στις διασκεδάσεις που ρίχνουν σχεδόν πάντα ένα πέπλο στην ψυχή μας». Ο Ευγένιος Ντελακρουά είναι ένας από τους 130 δεινούς ημερολογιογράφους που παρελαύνουν στην καταιγιστική ανθολογία της Κατερίνας Σχινά. Ημερολογιακές εγγραφές για όλα τα γούστα (από Κάφκα, Κοκτό και Γκαίτε μέχρι Γουόρχολ, Καβάφη, και Βιρτζίνια Γουλφ) έρχονται να υπενθυμίσουν ότι ο λόγος περί εαυτού είναι μια πολύ παλιά υπόθεση (σίγουρα πολύ πιο παλιά από κάτι στυλιζαρισμένα de profundis ποσταρίσματα στο Faceboοk). Προς τι μια τέτοια ανθολογία σήμερα που ο εαυτός είναι εμμονικά διάφανος; Η ίδια η Σχινά δίνει την απάντηση στην εισαγωγή της: «Ίσως για να δούμε πώς συνδιαλεγόταν κανείς με τα φαντάσματα και τους καημούς του, πριν αποφασίσει να κατοικήσει σε γυάλινο σπίτι· τι αποσιωπούσε δημοσίως και τι εκμυστηρευόταν ιδιωτικώς, προτού τα όρια ανάμεσα στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα, στο μέσα και στο έξω, στο υποκείμενο και το αντικείμενο γίνουν ρευστά και εναλλάξιμα...». Εδώ τουλάχιστον μιλάμε για τεχνίτες του είδους και όχι για άτσαλα αυτοικανοποιούμενους των social media.

Aχιλλέας Πατσούκας
Γιώργος Κακουλίδης, Μην ακούς τον Παράδεισο, Γαβριηλίδης

Πόσο διαρκεί μια ανάσα; Πόσο διαρκεί ένα όνειρο; Αν το όνειρο είναι έντονο, έχεις την αίσθηση πως διαρκεί ώρες. Αν η θέα ενός γεγονότος ή ενός έργου είναι διαπεραστική, τότε συνειδητοποιείς πως οι αναπνοές σου δεν έχουν διάρκεια ενός, δευτερολέπτου αλλά ολόκληρων λεπτών. Σαν αυτές που παίρνουν οι ουκάδες.

Ένα απόγευμα ο ποιητής Γιώργος Κακουλίδης στο παγκάκι του Σισμανόγλειου, στο οποίο έδωσε τη μάχη της ζωής του, υπό την κόπωση και την επήρεια των φαρμάκων έκλεισε τα μάτια του και είδε ένα όνειρο. Ευτυχώς κατόρθωσε και νίκησε την μάχη με τον καρκίνο και έτσι σήμερα έχουμε τη χαρά να κρατάμε στα χέρια μας, το «Μην ακούς τον Παράδεισο» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Όταν διαβάζεις το ποίημα αυτό, έχεις την αίσθηση πως διαβάζεις ένα σκληρό ομηρικό έπος, που δεν είναι άλλο από τη θυελλώδη ζωή του Κακουλίδη. Ένα ποίημα-έπος που το διαβάζεις με μια ανάσα και στη διάρκεια της κλαις, μειδιάς, γελάς, μουδιάζεις, ταξιδεύεις.

Μαργαρίτα Πουρνάρα
Λου Γιούρενεκ, Η Μεγάλη Φωτιά, μετ. Χρήστος Καψάλης, Ψυχογιός

Δεν το λέω για να υποστηρίξω το σινάφι μου, αλλά οι δημοσιογράφοι που γίνονται συγγραφείς έχουν μια ξεχωριστή δεξιότητα: υποτάσσουν την πείρα του ρεπορτάζ στην διήγηση, δεν αφήνουν τίποτε χωρίς τεκμηρίωση. Ο Αμερικανός καθηγητής δημοσιογραφίας και πρώην ρεπόρτερ Λου Γιουρένεκ (για την ακρίβεια είναι μισός Πολωνός και μισός Μανιάτης από την πλευρά της μητέρας του), μας ξαναγυρίζει στις κρίσιμες ημέρες της καταστροφής της Σμύρνης το 1922 στο βιβλίο του «Η Μεγάλη Φωτιά». Στηρίζει την αφήγηση σε πραγματικούς χαρακτήρες και μας γνωρίζει τον Έισα Κ. Τζένινγκς, έναν Αμερικανό πάστορα που έσωσε εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες μεταφέροντάς τους σε ασφαλές έδαφος.

Μελίνα Σιδηροπούλου
Tobias Wolff, Η χαρά του πολεμιστή και άλλα διηγήματα, μετ. Τάσος Αναστασίου & Γιάννης Παλαβός, Ίκαρος

Βιρτουόζος της μικρής φόρμας, ο Αμερικάνος Tομπάιας Γουλφ γεννά ένα γοητευτικό σύμπαν από αντιήρωες, ανθρώπους καθημερινούς που θα μπορούσαν να κάθονται δίπλα σου πίνοντας μπύρα σε κάποια μπαρ της Αλαμπάμα ή θα τους κρυφοκοίταζες από την κλειδαρότρυπα να αναμετριούνται με τις απαιτήσεις του αμερικάνικου ονείρου. Με καθαρή γραφή ο Γουλφ συνθέτει πρώτα ένα σκηνικό και έπειτα αφήνει τους ήρωές του να χορεύουν μέσα σ’ αυτό, ενώ η ανατροπή δεν αργεί. Ο πιστός στη γυναίκα του καθηγητής Μπρουκ, ένας πατέρας και ένας γιος που γλιστρούν πάνω στο χιόνι σαν δύο ανόμοια πέδιλα σκι, κάποιος που θα τολμήσει να γελάσει με τις βλακώδεις ατάκες ληστών, φίλοι που πάνε για κυνήγι “όπως παλιά”, λίγες γραμμές κόκα για τον εορτασμό των τριάντα και βέβαια εκείνος ο παθολογικός ψεύτης. Κεντημένες με υποδόριο χιούμορ και ευφυή κριτική σε μια γυαλιστερή κοινωνία, οι ιστορίες του Γουλφ καθρεφτίζουν έναν μαέστρο της γραφής. Εξάλλου, όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος, είχε μάθει να λέει ψέμματα και ιστορίες για να επιβιώνει, όπως τότε που έγραψε ο ίδιος τις συστατικές του επιστολές για να μπει στο σχολείο που ήθελε, πριν η πατρίδα τον στείλει στο Βιετνάμ. Εξαιρετική η δουλειά των μεταφραστών.

Τάσος Τέλλογλου
Ανδρέας Κακριδής, Κυριάκος Βαρβαρέσος, Η βιογραφία ως οικονομική ιστορία, Κέντρο Πολιτισμού, Έρευνας και Τεκμηρίωσης της Τραπέζης της Ελλάδος

Αρκετοί διάδοχοί του συνήθιζαν να λένε ότι ο Κυριάκος Βαρβαρέσος, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες του 20ού αιώνα, καθηγητής Οικονομικών στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος και υπουργός Οικονομικών που διαχειρίσθηκε την κρίση του 1932, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπεύθυνος για τον οικονομικό κύκλο των υπουργείων μετά την απελευθέρωση, υπήρξε από τους πιο αδικημένους Έλληνες του περασμένου αιώνα.

Τώρα ο Ανδρέας Κακριδής μας δίνει, χάρη στην έκδοση της Τραπέζης της Ελλάδος, μια βιογραφία του Βερβαρέσου ασυνήθιστη. Στην ουσία μέσα από αυτή διατρέχει την οικονομική ιστορία της χώρας από την επανάσταση στο Γουδί μέχρι τον θάνατο του Βερβαρέσου το 1957, εξηγεί πώς και γιατί απέτυχε να εξορθολογίσει τη φορολογία και να πατάξει την φοροδιαφυγή, να ελέγξει τις τιμές και να εξισορροπήσει το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας και μας δείχνει γιατί το 1945 απέτυχε το πείραμά του που συνάντησε τη λυσσαλέα αντίδραση βιομηχάνων, εμπόρων, εφοπλιστών και των πολιτών που τους εκπροσωπούσαν. Στην έκθεσή του το 1952 στην κυβέρνηση του στρατηγού Πλαστήρα, ο Βερβαρέσος περιέγραφε το βαθύτερο πρόβλημα της χώρας, το πολιτισμικό: «Αι καθυστερημέναι χώραι δεν υστερούν μόνο από απόψεως κεφαλαίων και τεχνικών γνώσεων, αλλά και από απόψεως της όλης αυτών πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής οργανώσεως». Γράφοντας για την αμερικανική βοήθεια που έδινε τη θέση της στις ιθαγενείς προσπάθειες ανάπτυξης, επισήμαινε ότι η ξένη βοήθεια υποστηρίζεται σθεναρά από την ελίτ χωρών όπως η Ελλάδα γιατί «καθιστούσε δυνατήν την ικανοποίησιν των επιδιώξεων των λαϊκών τάξεων χωρίς να απαιτήσει σοβαράν θυσίαν εκ μέρους των κατόχων του πλούτου…»

Θύμιος Τζάλλας
Τζον Γουίλιαμς, Ο Στόουνερ, μετ. Αθηνά Δημητριάδου, Gutenberg

To 2013 ήταν η χρονιά δύο μεγάλων ξεχασμένων Αμερικανών συγγραφέων. Πρώτα του Τζέιμς Σόλτερ, ο οποίος με αφορμή την κυκλοφορία του «All That Is», στα 87 του προκάλεσε την εύλογη απορία του Guardian και του New Yorker για το πώς ένας τόσο σημαντικός συγγραφέας παραμένει ουσιαστικά άγνωστος στο ευρύ κοινό. Και μετά, ο ακόμη πιο δυσεύρετος Τζον Γουίλιαμς με το «Στόουνερ», bestseller το 2013 στη Μεγάλη Βρετανία, με ημερομηνία πρώτης έκδοσης το 1965. Ο New Yorker το περιέγραψε ως «το σημαντικότερο μυθιστόρημα για το οποίο δεν έχετε ακούσει ποτέ». Είχε προηγηθεί η επιτυχία του βιβλίου από στόμα σε στόμα σε όλη την Ευρώπη.

Το «Στόουνερ» περιγράφει τη ζωή ενός καθηγητή πανεπιστημίου στο κεντρικό Μιζούρι με αφετηρία το πέρασμά του από την αγροτική ζωή στην ακαδημία. Η ζωή του κεντρικού ήρωα δεν έχει δραματικές μεταπτώσεις, μόνο πολύ αργές μεταλλάξεις. Ο Γουίλιαμς καταφέρνει να τις περιγράψει μέσα σε 409 σελίδες με ταχύτητα την οποία εκτιμάς, μόνο όταν έχεις προχωρήσει γρήγορα και χωρίς να το καταλάβεις, πολύ μέσα στο βιβλίο. Βαθύ, και λίγο αμήχανα μελό σε κάποιες στιγμές, το «Στόουνερ» άξιζε την εντυπωσιακή του επιστροφή το 2013, και φυσικά την ελληνική του μετάφραση πριν από λίγους μήνες.

Θεόφιλος Τραμπούλης
Νικήτας Σινιόσογλου, Αλλόκοτος Ελληνισμός, Κίχλη, Βραβείο δοκιμίου Aναγνώστη 2017

Αποτελούν πάντα στιγμές αναγνωστικής κορύφωσης τα βιβλία που συνδυάζουν ακαδημαϊκή εμβρίθεια και λογοτεχνική απόλαυση, που ανοίγουν νέους χώρους στοχασμού όχι μόνον με τη θεματολογία τους αλλά και με την τεχνική τους. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι ο «Αλλόκοτος ελληνισμός» του Νικήτα Σινιόσογλου. Ο «Αλλόκοτος ελληνισμός» βιογραφεί στα κεφάλαιά του μορφές που σπάνια ή με αμηχανία περιλαμβάνονται στις ιστορίες του Ύστερου Βυζαντίου ή του Νεώτερου Ελληνισμού: από τον Κυριακό Αγκωνίτη, ο οποίος στα χρόνια των Παλαιολόγων περιηγείται την ελληνική χερσόνησο και πλάθει για πρώτη φορά εγκώμια των ερειπίων, μια πρώιμη μορφή αρχαιολογίας, και τον Γεώργιο Πλήθωνα, ο οποίος προτείνει μια πλατωνικής έμπνευσης ουτοπία σε ρήξη με την “άκτιστη” πολιτεία του Βυζαντίου, μέχρι τον Μιχαήλ Μάρουλο Ταρχανιώτη, μισθοφόρο ποιητή του 15ου αιώνα, γεννημένου τη χρονιά της Άλωσης στην Πόλη, τον Χριστόδουλο Παμπλέκη, σπινοζικής πνοής αντικληρικό διανοούμενο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, που υπέστην τον πατριαρχικό αφορισμό, μέχρι τον Παναγιώτη Σοφιανόπουλο, εισηγητή του Σεν Σιμόν και του Φουριέ τον 19ο αιώνα και τον Κωνσταντίνο Σιμωνίδη, τυχοδιώκτη και πλαστογράφο στις απαρχές του νέου ελληνικού κράτους.

Ο Σινιόσογλου ωστόσο δεν βιογραφεί απλώς δέκα γοητευτικές και σχετικά αποσυνάγωγες ιστορικές προσωπικότητες. Επιχειρεί μέσα από την φαινομενική παραδοξότητά τους να ανιχνεύσει το ανεπαίσθητο και αργό πέρασμα από την θεολογική πολιτεία του Βυζαντίου στη γέννηση μιας καινούργιας μορφής συνείδησης που έχει τα χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας και σιγά σιγά γίνεται εθνική. Ο Σινιόσογλου εντοπίζει τα οριακά σημεία στα οποία το έθνος ως κατασκευάζεται ως λόγος. Από την άποψη αυτή, ο τίτλος του έργου διαβάζεται με δύο τρόπους: από τη μία ως μια σύνθεση βιογραφιών αλλόκοτων μορφών του ελληνισμού. Από την άλλη όμως, και τούτο είναι πιο σημαντικό, ως ένα εγχείρημα που επιχειρεί να κατανοήσει τον ίδιο τον ελληνισμό ως μια αλλόκοτη συγκρότηση, μια αναπάντεχη μετάβαση της νεωτερικότητας. Και τούτο, παρά τις επιμέρους ενστάσεις που μπορεί να έχει κανείς, καθιστά το βιβλίο ένα από τα οξύτερα δοκίμια που εκδόθηκαν προσφάτως.

 

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus
2

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.