Είναι οι Σλαβομακεδόνες Βούλγαροι;

Στην Ελλάδα, και ακόμη περισσότερο στην Βουλγαρία, γίνεται συχνά λόγος για «βουλγαρική καταγωγή» των Σλαβομακεδόνων και υποστηρίζεται πως τα (σλαβο)μακεδονικά δεν αποτελούν γλώσσα, αλλά διάλεκτο της βουλγαρικής. Καταγράψαμε τα εκατέρωθεν επιχειρήματα και τις εντάσεις ως προς την γλώσσα, την ταυτότητα και την ιστορία.
Χρόνος ανάγνωσης: 
23
'
Πανσέληνος πίσω από το άγαλμα του Τσάρου Σαμουήλ της Βουλγαρίας στο κέντρο των Σκοπίων. [Robert Atanasovski/AFP]

Τις τελευταίες δεκαετίες, το ενδιαφέρον της ελληνικής κοινής γνώμης αναφορικά με την γειτονική Βόρεια (;) Μακεδονία μονοπωλούν, σχεδόν, τα ευτράπελα της πολιτικής «εξαρχαϊσμού» της πρώην κυβέρνησης Γκρούεφσκι. Ο ισχυρισμός περί καταγωγής των Σλαβομακεδόνων από τους αρχαίους Μακεδόνες, πως είναι απευθείας απόγονοι και κληρονόμοι του Φιλίππου, του Αλεξάνδρου και του Αριστοτέλη, εξοργίζει την κοινή γνώμη στην Ελλάδα και την ελληνική διασπορά.

Με δύο λόγια

Το επιχείρημα πως οι Σλαβομακεδόνες είναι στην πραγματικότητα «Βούλγαροι με ψευδή συνείδηση» προβάλλεται συχνά στην Ελλάδα και την Βουλγαρία. Εξίσου συχνό είναι και το επιχείρημα ότι η (σλαβο)μακεδονική δεν αποτελεί γλώσσα, αλλά διάλεκτο της βουλγαρικής. Πράγματι, στα έργα των περιηγητών και των εθνολόγων που ασχολήθηκαν με την Οθωμανική Μακεδονία, οι Σλαβόφωνοι κάτοικοί της αναφέρονται σχεδόν πάντοτε ως Βούλγαροι. Οι περιστάσεις «μετατόπισης» της συλλογικής τους ταυτότητας είναι ιδιαίτερα περίπλοκες. Ήδη από την εποχή της εξέγερσης του Ίλιντεν ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1903, εμφανίζονται τάσεις διαφοροποίησης, από την αριστερή πτέρυγα της επαναστατικής οργάνωσης ΙΜRO. Η «χειραφέτηση» από την βουλγαρική ταυτότητα γίνεται πιο έντονη την εποχή του Μεσοπολέμου, όταν η Βουλγαρία έχει αποτύχει ήδη τρεις φορές να καταλάβει την Μακεδονία. Επί σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας αποκρυσταλλώνεται το αφήγημα του «μακεδονικού» εθνικισμού, με έντονα αντιβουλγαρικό χαρακτήρα. Μετά την ανεξαρτησία, το αφήγημα έχει εν μέρει αλλάξει, είτε με την αναθεώρηση του αντι-βουλγαρισμού, είτε με τη «στροφή στην αρχαιότητα». Παραμένει, ωστόσο, η πικρία στην Βουλγαρία γύρω από την «οικειοποίηση» ενός πανθέου ηρώων και πλήθους κεφαλαίων της βουλγαρικής ιστορίας.

Το εγχείρημα του «εξαρχαϊσμού», ωστόσο, είναι πολύ πρόσφατο ως κρατική πολιτική ενώ απέκτησε πολύ μικρή απήχηση στην ίδια την σλαβομακεδονική κοινωνία. Καθώς φαίνεται, μετά την κυβερνητική αλλαγή του 2017 και την πρόσφατη συμφωνία με την Ελλάδα, βαίνει προς το τέλος του. Για πολύ περισσότερο διάστημα και σε πολύ εντονότερο βαθμό έχει απασχολήσει την σλαβομακεδονική κοινωνία η όλη συζήτηση περί βουλγαρικής καταγωγής και ταυτότητάς της. Από τα τέλη του 19ου αιώνα διεξάγεται ένας αγώνας – πραγματικός ιδεολογικός πόλεμος – για την συλλογική ταυτότητα και την συλλογική μνήμη των Σλαβομακεδόνων. Πρόκειται για έναν αγώνα ανάμεσα στον βουλγαρικό και τον σερβικό (αργότερα γιουγκοσλαβικό) εθνικισμό, που, αρχικά τουλάχιστον, διεξήχθη συχνά ερήμην των Σλαβομακεδόνων αλλά πάνω στις πλάτες τους.

Κατά τον τελευταίο αιώνα της οθωμανικής διοίκησης της Μακεδονίας, ο σλαβικός πληθυσμός της θεωρούσε τον εαυτό του – και ο κόσμος τους έβλεπε ως – Βουλγάρους. Η πλειονότητα των πηγών δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης. Ομοφωνούν σχετικά τόσο τα κρατικά οθωμανικά έγγραφα, όσο και οι μαρτυρίες των ξένων διπλωματών και περιηγητών. Ως «Βουλγάρους» αναγνωρίζουν, καίτοι απρόθυμα, τους Σλαβομακεδόνες και οι περισσότερες ελληνικές και σερβικές πηγές της εποχής. Με τους Βαλκανικούς Πολέμους, τα εδάφη όπου κατοικούσαν οι Σλαβομακεδόνες διαμοιράσθηκαν, ερήμην τους, κυρίως μεταξύ της Ελλάδας και της Σερβίας. Η Βουλγαρία, που διεκδικούσε ολόκληρη την Μακεδονία, απέμεινε με ένα μικρό τμήμα της.

Στις επόμενες δεκαετίες συντελέσθηκε – αργά, αλλά σταθερά – μία σημαντική αλλαγή στην συλλογική συνείδηση των Σλαβομακεδόνων, που τους απομάκρυνε από την βουλγαρική ταυτότητα. Οι περιστάσεις υπό τις οποίες συντελέσθηκε η αλλαγή αυτή είναι ιδιαίτερα περίπλοκες, το ίδιο το αποτέλεσμά της όμως είναι πάραυτα εμφανές: ελάχιστοι Σλαβομακεδόνες σήμερα αυτοπροσδιορίζονται πια ως Βούλγαροι. Δεν είναι καθόλου εύκολο στον εξωτερικό παρατηρητή να κατανοήσει πώς επήλθε η σημαντική αυτή αλλαγή, που αφορά τόσο τον αυτοπροσδιορισμό των Σλαβομακεδόνων και τον τρόπο που τους βλέπουν οι τρίτοι. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες αλλαγές στην συλλογική συνείδηση μίας εθνοτικής ομάδας στην Ευρώπη του 20ου αιώνα.

Η όλη συζήτηση διεξάγεται, συνήθως, στην Ελλάδα και στην Βουλγαρία υστερόβουλα και κακή τη πίστει, ψάχνοντας επιχειρήματα που αρνούνται στους Σλαβομακεδόνες μία ξεχωριστή (σλαβο)μακεδονική ταυτότητα. Στην Βουλγαρία ειδικότερα, η διεκδίκηση από τους Σλαβομακεδόνες μιας μακραίωνης βουλγαρικής ιστορίας και ενός πανθέου Βουλγάρων ηρώων προκαλεί μεγάλη πικρία και αισθήματα εχθρότητας μεταξύ των δύο κρατών και των αντίστοιχων κοινωνιών.

Το inside story προσπαθεί να κατανοήσει την αλλαγή στον αυτοπροσδιορισμό των Σλαβομακεδόνων που συντελέσθηκε κατά τον εικοστό αιώνα, καθώς παρουσιάζει εξαιρετικό ιστορικό και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον. Χωρίς όμως το πολεμικό κλίμα που συνήθως συνοδεύει την σχετική συζήτηση και πάντοτε υπό το πρίσμα του απόλυτου σεβασμού στο δικαίωμα κάθε ομάδας στον αυτοπροσδιορισμό.

Ήταν Βούλγαροι πριν την διαίρεση της οθωμανικής Μακεδονίας;

Με εξαίρεση πηγές της ελληνικής και σερβικής προπαγάνδας και τις παροιμοιωδώς αναξιόπιστες «απογραφές» της εποχής, δεν αμφισβητείται πως οι σλαβόφωνοι αποτελούσαν, στις αρχές του εικοστού αιώνα, την απόλυτη πλειονότητα του πληθυσμού στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας (συμπεριλαμβανομένου του τμήματός της που πέρασε στην Ελλάδα). Δεν υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ως προς το ότι αυτοπροσδιορίζονταν, συνήθως, ως Βούλγαροι.

Στην περιοχή, ωστόσο, ο αυτο- και ετερο- προσδιορισμός αποτελούσε ζήτημα εξαιρετικά πολύπλοκο. Το οθωμανικό σύστημα ήταν θεοκρατικό και δεν αναγνώριζε – μέχρι πολύ αργά – εθνικές ομάδες, παρά μόνο «εκκλησιαστικά έθνη» – τα «μιλλέτ», που προσδιορίζονταν όχι βάσει εθνικών χαρακτηριστικών αλλά με αποκλειστική αναφορά στο δόγμα τους. Έτσι, η δημιουργία της Βουλγαρικής Εξαρχίας το 1870 προκάλεσε διαίρεση της σλαβομακεδονικής κοινότητας στις απογραφές, καθώς τα μέλη της καταγράφονταν είτε ως «Πατριαρχικοί» είτε ως «Εξαρχικοί» (και οι μέν πρώτοι στις οθωμανικές πηγές ως «Ρουμ», στην ίδια κατηγορία με τους Έλληνες, Αλβανούς, Βλάχους και άλλους ορθοδόξους που παρέμεναν υπό το Πατριαρχείο).

Το οθωμανικό θεοκρατικό σύστημα δεν παρέχει, συνεπώς, ασφαλή συμπεράσματα ως προς την εθνοτική δημογραφία. Οι οθωμανικές αρχές θεωρούσαν «Βουλγάρους» την εξαρχική πλειονότητα των Σλαβομακεδόνων και « Έλληνες» την πατριαρχική μειονότητα. «Συχνά στην Μακεδονία η έννοια του Έλληνα έφερε εκκλησιαστικούς, όχι εθνικούς, συνειρμούς» παρατηρεί ο Σλοβένος εθνολόγος Μπόζινταρ Γέζερνικ. Μιλά για την έκπληξη των Ευρωπαίων περιηγητών όταν διαπίστωναν πως η φυλή και η γλώσσα δεν είχαν αντίστοιχο βάρος στον αυτοπροσδιορισμό του προσώπου όπως στις χώρες τους (Wild Europe, Saqi 2004 – εφεξής WE).

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η διαπίστωση πολλών εξωτερικών παρατηρητών πως, για σειρά ιστορικών και κοινωνικών περιστάσεων, οι Σλαβομακεδόνες αποτελούσαν την χριστιανική ομάδα της περιοχής με το ασθενέστερο «εθνικό συναίσθημα». Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι επρόκειτο για αγροτοποιμενικούς πληθυσμούς που δεν διέθεταν μία ισχυρή αστική τάξη, όπως οι Έλληνες ή οι Βούλγαροι, ή δική τους διανόηση χειραφετημένη από το όχημα των εθνικισμών των γύρω εθνικών κρατών. Οι Σλάβοι αγρότες της Μακεδονίας δεν έχουν δική τους φωνή, δεν γράφουν δική τους ιστορία. Τους «καπελώνει» η φωνή της κρατικής ή εκκλησιαστικής προπαγάνδας Βουλγάρων, Ελλήνων και Σέρβων, και της αντίστοιχης διανόησης – οι ίδιοι οι Σλαβομακεδόνες υιοθετούν και διαδίδουν αυτήν την προπαγάνδα, σημειώνει ο Βούλγαρος ιστορικός Τσάβνταρ Μαρίνοφ.

Στην έλλειψη αυτή διανόησης και επίσημης φωνής εν ονόματι ενός πληθυσμού αγράμματου και απλοϊκού οφείλονται τα απαξιωτικά (και στα σημερινά μας μάτια απαράδεκτα) σχόλια εξωτερικών παρατηρητών. «Οι χωρικοί της Μακεδονίας [...] δύσκολα μπορεί να πει κανείς πως διαθέτουν εθνική ψυχή, ή ψυχή υπό οποιαδήποτε έννοια» γράφει ο Τζ. Φ. Άμποτ. Ο δε Σέρβος εθνολόγος και γεωγράφος Γιόβαν Τσβίγιτς κάνει λόγο για μια «άμορφη μάζα» σλαβικού πληθυσμού που έχει την προδιάθεση να αφομοιωθεί στον σερβικό ή τον βουλγαρικό παράγοντα (WE). Ο Στρατής Μυριβήλης, στο Η ζωή εν τάφω (εφεξής ΗΖΤ), μιλά – με περισσότερη οπωσδήποτε ενσυναίσθηση – για «την πρωτόγονη ψυχή των ανθρώπων που με φιλοξενούν».

Διεκδικώντας τους Σλαβομακεδόνες: εκκλησία, παιδεία, εθνογραφία

Στο άρθρο του In Defence of the Native Tongue (εφεξής DNT), ο Τσάβνταρ Μαρίνοφ εξηγεί πώς Βούλγαροι και Σέρβοι καταφεύγουν σε γλωσσικά επιχειρήματα, τον ύστερο 19ο αιώνα, προκειμένου να «διεκδικήσουν» τους Σλαβομακεδόνες ως κομμάτι του δικού τους έθνους. Μελετητές των δύο πλευρών σκύβουν πάνω στα σλαβικά ιδιώματα της Μακεδονίας αναζητώντας λεξιλογικές και συντακτικές ομοιότητες με την δική τους γλώσσα. Στόχος τους, να αποδείξουν πως η ομιλούμενη από τους Σλαβομακεδόνες γλωσσική ποικιλία αποτελεί διάλεκτο της γλώσσας τους.

Για τους περισσότερους εξωτερικούς παρατηρητές της περιόδου, τα σλαβομακεδονικά δεν είναι παρά διάλεκτος της βουλγαρικής. Υπάρχουν όμως και οι εξαιρέσεις. Η Αγγλίδα εθνογράφος Edith Durham αναφέρεται στην γλώσσα των χωρικών. «Οι περισσότεροι μιλούν μια σλαβική διάλεκτο, που δεν είναι τα σερβικά του Βελιγραδίου ή του Μαυροβουνίου. Ούτε, μου λένε οι ίδιοι, τα βουλγαρικά της Σόφιας. Περιλαμβάνουν, όπως είναι φυσικό, μεγάλο αριθμό τουρκικών, ελληνικών και αλβανικών λέξεων, ενώ παρουσιάζουν γραμματικές ιδιαιτερότητες [….] το οριστικό άρθρο ακολουθεί το ουσιαστικό – χαρακτηριστικό της βουλγαρικής, αλλά και της ρουμανικής και αλβανικής – αλλά δεν βρίσκεται σε γενική χρήση». Η Durham, αφού εξετάζει διάφορα συντακτικά φαινόμενα της σλαβομακεδονικής, καταλήγει: «Η αλήθεια είναι πως η διάλεκτος των Μακεδόνων Σλάβων δεν είναι ούτε σερβική ούτε βουλγαρική, αλλά ενδιάμεση, όπως κι εκείνοι...» (The Burden of the Balkans, εφεξής ΒοΒ).

Την εποχή αυτή, η Μακεδονία γεμίζει ελληνικά, βουλγαρικά και σερβικά σχολεία. Η εκπαίδευση θεωρείται – και είναι – ο καλύτερος δρόμος προς την αφομοίωση. «Οι υφιστάμενες διαφορές μεταξύ Σέρβων και Βουλγάρων είναι σχεδόν απολύτως ζήτημα παιδείας» (WE). «Τα γλωσσικά επιχειρήματα πήγαιναν πάντοτε χέρι-χέρι με ιστορικά και εθνογραφικά», σημειώνει ο Μαρίνοφ (DNT). Η φιλολογία είχε την ίδια αποστολή με την ιστοριογραφία και την εθνογραφία – την παροχή μιας δεξαμενής επιχειρημάτων που θα δικαιολογούσαν την επέκταση των συνόρων του αντίστοιχου κράτους.

Έτσι, εθνογράφοι συντεταγμένοι με την αντίστοιχη «εθνική γραμμή» αναζητούν μύθους και θρύλους των Σλαβομακεδόνων που εμφανίζονται και στην δική τους λαογραφία. Οι Βούλγαροι έχουν στο οπλοστάσιό τους τους Κύριλλο-Μεθόδιο και την παλαιοσλαβική γλώσσα της εκκλησίας, τον Άγιο Κλήμη της Αχρίδας, τον Τσάρο Σαμουήλ. Οι Σέρβοι τον μυθικό πρίγκιπα Μάρκο (Kraljević Marko), που βασίλευσε από την Πρίλαπο (Prilep) – ένα είδος Νοτιοσλάβου Διγενή Ακρίτα, που βασίζεται όμως σε ιστορικό πρόσωπο, όπως σημειώνει στο inside story o Τσάβνταρ Μαρίνοφ. Τα τρία κράτη που διεκδικούν την Μακεδονία προβάλλουν, συνεπώς, πάνω στους Σλαβομακεδόνες ένα υποθετικό παρελθόν γεμάτο «εθνικές δόξες».

Η ελληνική προπαγάνδα της εποχής έχει ως κύριο όπλο το Πατριαρχείο, στην προσπάθεια να τους προσεταιρισθεί. Το κάνει με επιτυχία: πολλοί «πατριαρχικοί» Σλάβοι θα υιοθετήσουν μια ελληνική πολιτιστική ταυτότητα, συστρατευόμενοι μάλιστα με τα ελληνικά εκστρατευτικά σώματα κατά τον Μακεδονικό Αγώνα. Η Ελλάδα δεν μπορεί, πειστικά, να διεκδικήσει ως «ελληνική διάλεκτο» την σλαβομακεδονική, παρόλο που κάποιοι ευρηματικοί, πράγματι, διανοούμενοι το επιχειρούν! (WE, DNT). Έχει όμως υπέρ της την παράδοση της ελληνικής εκπαίδευσης, με την καθαρεύουσα και την αρχαιολατρεία της. Το κύρος των ελληνικών σχολείων δυσκολεύονται να φθάσουν τα βουλγαρικά και τα σερβικά. Ως τις αρχές του εικοστού αιώνα, η γνώση της λόγιας ελληνικής προσδίδει στον κάτοχό της αυξημένο κοινωνικό κύρος, το οποίο δεν μπορεί να αποκτήσει μέσω της παιδείας σε γλώσσα σλαβική (WE).

Στα τέλη του 19ου αιώνα η ελληνική προπαγάνδα, αντιμέτωπη με την σκληρή πραγματικότητα πως η πλειονότητα του πληθυσμού σε περιοχές της Μακεδονίας που διεκδικεί είναι και σλαβόφωνη και εξαρχική, θα καταφύγει σε ένα όπλο που μέλλει να γυρίσει ως μπούμεραγκ έναν αιώνα αργότερα. Αρχίζει να προωθεί, μέσω των σχολείων που ιδρύει παντού, την ιδέα πως οι ντόπιοι Σλάβοι δεν είναι παρά γλωσσικά εκσλαβισμένοι αρχαίοι πληθυσμοί, που κατάγονται απευθείας από τους Αρχαίους Μακεδόνες!

Σε ερώτηση του inside story, ο Μαρίνοφ συμφωνεί με την θέση πως το όλο αφήγημα περί καταγωγής των Σλαβομακεδόνων από τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο έχει, εν μέρει, τις ρίζες του στην προσπάθεια της τότε ελληνικής προπαγάνδας να τους «αποβουλγαρίσει». «Η αρχαία Μακεδονία και οι φιγούρες του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου έγιναν δημοφιλείς μεταξύ των Σλάβων της Μακεδονίας χάρη στην ελληνική παιδεία. Ο Ρώσος λαογράφος και ιστορικός Βίκτωρ Γκριγκόροβιτς, που περιηγήθηκε την Μακεδονία στα μέσα του 19ου αι., αναφέρει την δημοτικότητα μεταξύ των Σλάβων τόσο του Krali Marko/Marko Kraljević όσο και του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σημειώνει, ωστόσο, πως αν η παράδοση του Μάρκο είναι αυθεντικό τοπικό φολκλόρ, εκείνη του Αλεξάνδρου έχει διαδοθεί πρόσφατα από ντόπιους δασκάλους (πιθανότατα Έλληνες) ως τμήμα της “υψηλής” κουλτούρας. Η αρχαία μακεδονική καταγωγή διεδόθη σκοπίμως και από ακτιβιστές του ελληνικού Μακεδονικού Αγώνα (Σουλιώτης/Νικολαΐδης)».

Η Durham αναφέρει πως, λίγο μετά την εξέγερση του Ίλιντεν το 1903, η ιδέα της καταγωγής από τον Αλέξανδρο είναι διαδεδομένη μεταξύ των «Βουλγάρων»: «Δεν υπάρχει θεωρία υπερβολικά τρελή για τα Βαλκάνια, αλλά τούτη είναι ίσως η πλέον τρελή. Οι Βούλγαροι ισχυρίζονται και αυτοί πως είναι απόγονοι του Αλεξάνδρου. Ο Αλέξανδρος, μου είπαν απολύτως σοβαρά, διέταζε τους στρατιώτες του [...] σε γλώσσα άλλη από την ελληνική, οπότε αναμφίβολα στην βουλγαρική! Στον τελευταίο ξεσηκωμό στην Μακεδονία τραγούδησαν ένα άσμα, κατά το οποίο [...] ξεσηκώνονταν οι γιοι του Αλεξάνδρου...».

Ο Μαρίνοφ τονίζει, ωστόσο, πως δεν πρέπει να υπερεκτιμηθεί, την εποχή εκείνη, η αναφορά στην αρχαιότητα. «Η αρχαία Μακεδονία, ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος αποτελούν κάτι μάλλον αξιοπερίεργο για τους ακτιβιστές της (βουλγαρικής) Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΙΜRO) και για τους πρώτους Σλαβομακεδόνες εθνικιστές…».

Από το 1890, πάντως, αρχίζει να κερδίζει έδαφος στις σλαβικές σπουδές η ιδέα πως η μακεδονική αποτελεί διακριτή σλαβική γλώσσα. Πρώτος προωθεί την θέση αυτή ο Πέταρ Ντραγκάνοφ, Βούλγαρος της Βεσσαραβίας και πρώην δάσκαλος στο βουλγαρικό γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης. Την υιοθετεί η ρωσική πολιτική, ζητώντας με την αυτονόμηση της σλαβομακεδονικής να αποδείξει την ύπαρξη στην Μακεδονία σλαβικής εθνότητας χωριστής από τους Σέρβους και τους Βουλγάρους – σε μια εποχή που προσπαθεί να εξισορροπήσει την επιρροή των δύο στην περιοχή, σημειώνει ο Μαρίνοφ. Καθώς η σερβική επιρροή επί του πληθυσμού ήταν πολύ μικρότερη από την βουλγαρική, η θέση αυτή εξυπηρετούσε και τους Σέρβους (DNT).

Η «αποβουλγαροποίηση» και η «μακεδονική» ταυτότητα

Οι εξεγερθέντες του Ίλιντεν κατά των Οθωμανών, το 1903, σηκώνουν συνήθως την σημαία της Βουλγαρίας. Ο Μαρίνοφ σημειώνει πως ενίοτε υψώνονται λάβαρα με την εικόνα της «Ελευθερίας» ή της «Μακεδονίας», αν και αυτή θα μπορούσε να φέρνει τη βουλγαρική σημαία.

Ο Μακεδονικός Αγώνας που ξεκινά το επόμενο έτος διεξάγεται, συχνά ανελέητος και δολοφονικός για τους αμάχους, μεταξύ ελληνικών και βουλγαρικών σωμάτων, στο όνομα της Ελλάδας ή της Βουλγαρίας. Ήδη πριν τους Bαλκανικούς και τον διαμοιρασμό της οθωμανικής Μακεδονίας, ωστόσο, εκφράζονται φωνές (εντός της ΙΜRO) για «μακεδονική» ταυτότητα και συμφέροντα, που δεν συμπίπτουν απαραίτητα με εκείνα της Βουλγαρίας.

Οι απαρχές, εξηγεί στο inside story ο Τσάβνταρ Μαρίνοφ, τοποθετούνται λίγο μετά το Ίλιντεν, όταν εντός της IMRO αρχίζει να αποκρυσταλλώνεται μία διάκριση ανάμεσα σε μία δεξιά πτέρυγα, προσηλωμένη στο στράτευμα και τον κλήρο του βουλγαρικού βασιλείου, και μία αριστερή που αρχίζει να διεκδικεί την πολιτική της αυτονομία έναντι της Σόφιας. Στην αριστερή πτέρυγα ενσωματώνονται πολλοί Βούλγαροι αναρχικοί και σοσιαλιστές χωρίς μακεδονική καταγωγή· περιορίζεται στην πολιτική αυτονόμηση έναντι της Σόφιας και δεν προωθεί ακόμη, διευκρινίζει ο ιστορικός, μία σλαβομακεδονική ταυτότητα διαφορετική της βουλγαρικής.

Η διάκριση μιας δεξιάς που αγωνίζεται για την Μεγάλη Βουλγαρία και μιας αριστεράς που εκφράζει τα συμφέροντα των «Βουλγάρων της Μακεδονίας» παραμένει προβληματική ως το πέρας των Βαλκανικών (και την συμφορά που επιφέρουν στα βουλγαρικά συμφέροντα στην περιοχή). Η διάσταση απόψεων εντός της IMRO εντείνεται μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την νέα συμφορά για την Βουλγαρία που αυτός επιφέρει. Τότε η δεξιά πτέρυγα της IMRO μεταμορφώνεται σε ένα είδος βουλγαρικού παρακράτους, με αντικομμουνιστικό χαρακτήρα, ενώ η αριστερή πτέρυγα συγκεντρώνει όλους τους Σλαβομακεδόνες που διαφωνούν με την στάση αυτή και την πολιτική της Σόφιας. Έτσι, ο (σλαβο)μακεδονικός εθνικισμός αναπτύσσεται τον Μεσοπόλεμο γύρω από ένα αριστερόστροφο αφήγημα, εξηγεί ο ιστορικός.

Μία σωρεία παραγόντων θα συμβάλει, την εποχή του Μεσοπολέμου, ώστε η άλλοτε «πολιτική χειραφέτηση» της αριστεράς από την Σόφια να εξελιχθεί σε σλαβομακεδονικό εθνικισμό. Οπωσδήποτε, στην αυτονόμηση του τελευταίου συμβάλλει η πλήρης αποτυχία (δις) της Βουλγαρίας να καταλάβει τις περιοχές της Μακεδονίας που διεκδικεί. Καθοριστικό ρόλο, σημειώνει ο Μαρίνοφ, παίζει επίσης η σοβιετική πολιτική στο ζήτημα των εθνοτήτων: η Κομιντέρν το 1934 αναγνωρίζει ξεχωριστή «μακεδονική» εθνότητα και γλώσσα, αποτελώντας τον πρώτο διεθνή οργανισμό που προβαίνει σε αντίστοιχη αναγνώριση. Το ίδιο έτος η βουλγαρική κυβέρνηση απαγορεύει και διαλύει την IMRO.

Κατά τον Μεσοπόλεμο, σημειώνει ο Μαρίνοφ, αναπτύσσεται στην γιουγκοσλαβική Μακεδονία μία νέα κίνηση, από την βάση του σλαβομακεδονικού πληθυσμού, που προωθεί μία μακεδονική ταυτότητα ανεξάρτητη από την βουλγαρική αλλά και από τον σερβικό εθνικισμό, που έχει υποβάλει τον πληθυσμό σε βίαιο εκσερβισμό. Το φαινόμενο συγκινεί και πρόσφυγες από την ελληνική και γιουγκοσλαβική Μακεδονία που έχουν καταφύγει στην Βουλγαρία. Η δεξιά δεν υιοθετεί το αφήγημα αυτό και μιλά, ακόμη, για βουλγαρική ταυτότητα των Σλαβομακεδόνων.

Το πρόβλημα, ευθύς εξαρχής, με την οικοδόμηση ξεχωριστής σλαβομακεδονικής ταυτότητας, είναι οι γλωσσικές και ιστορικές αναφορές της. Η Βουλγαρία ποτέ δεν δέχθηκε (και ακόμη δεν δέχεται) πως η σλαβομακεδονική είναι διαφορετική γλώσσα και όχι μία διάλεκτος της βουλγαρικής. Το σλαβομακεδονικό ιστορικό αφήγημα (που σπανίως επεκτείνεται ως την αρχαιότητα) αναζητά τις ρίζες των Σλαβομακεδόνων στον Σλαβικό μεσαίωνα της περιοχής. Υιοθετεί ως προπάτορες τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο, τον Άγιο Κλήμη της Οχρίδας, αλλά και τον Τσάρο Σαμουήλ, που έκανε την Οχρίδα πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο των νότιων Σλάβων. Μιλούν για μια αδιάλειπτη συνέχεια χιλιετίας ως τους «Μακεδόνες» ήρωες του Ίλιντεν.

Η οικειοποίηση αυτή εξοργίζει τα μάλα τους Βουλγάρους, που θεωρούν – και δικαίως – τους μεν πρώτους θεμελιωτές της βουλγαρικής ταυτότητας, τους δε δευτέρους αγωνιστές των δικαίων της Βουλγαρίας στην Μακεδονία. «Τσάρο των Βουλγάρων» αναφέρουν, φυσικά, τον Τσάρο Σαμουήλ και οι πηγές της Ρωμανίας (του «Βυζαντίου»), και «Βουλγάρους» τους υπηκόους του, όπως και των διαδόχων του. Για «Επισκοπή Αχρίδος και πάσης Βουλγαρίας» κάνουν λόγο οι εκκλησιαστικές πηγές του Πατριαρχείου, καθ’ όλους τους επτάμισι αιώνες ζωής του θεσμού (1019-1767).

Στην Βουλγαρία κυκλοφορεί το αστείο ότι πρόκειται για την μόνη χώρα που συνορεύει με τον εαυτό της. Η σλαβομακεδονική «κλοπή» ολόκληρου του βουλγαρικού εθνικού αφηγήματος προκαλεί μέχρι σήμερα εντάσεις, σημειώνει στο inside story ο Μαρίνοφ. «Οι βουλγαρικές αντιδράσεις ποικίλλουν από την εχθρότητα ως την γελοιοποίηση των σλαβομακεδονικών ισχυρισμών. Εθνικιστές πολιτικοί και διανοούμενοι ρίχνουν συχνά λάδι στην φωτιά, φουσκώνοντας την δυσαρέσκεια. Το μακεδονικό ζήτημα, ωστόσο, δεν θα έκανε χιλιάδες Βουλγάρους να πάρουν τους δρόμους διαδηλώνοντας, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα. Αυτό ίσως οφείλεται στο ότι στο επίσημο βουλγαρικό αφήγημα, οι (Σλαβο)Μακεδόνες δεν παρουσιάζονται ως εχθροί των Βουλγάρων, αλλά ως “ανόητοι” Βούλγαροι που αγνοούν την ιστορία τους».

Oι Σλαβομακεδόνες – παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της αριστεράς – δεν ξεσηκώθηκαν ενάντια στους Βουλγάρους κατά την κατοχή της περιοχής (1941-1944) στον Δεύτερο Παγκόσμιο. Αντιθέτως, έχοντας υποφέρει από τις πολιτικές εκσερβισμού, η πλειονότητα δέχθηκε τα βουλγαρικά στρατεύματα ως ελευθερωτές. Φιλοβουλγαρικά αισθήματα κυριάρχησαν τα πρώτα χρόνια της κατοχής. Ωστόσο, ο Μαρίνοφ παρατηρεί: «Τα προβλήματα με τους Βουλγάρους αρχίζουν κυριολεκτικά τις πρώτες εβδομάδες της κατοχής – π.χ. λόγω της έλλειψης ανεκτικότητας από βουλγαρικής πλευράς σχετικά με την χρήση της σλαβομακεδονικής “διαλέκτου”». Όχι μόνο δεν σημειώθηκε κάποιο κίνημα αντίστασης, αλλά το 60% των βουλγαρικών στρατευμάτων το αποτελούσαν Σλαβομακεδόνες (ο Μαρίνοφ θεωρεί πως στρατολογήθηκαν υποχρεωτικά). Οι δυνάμεις των παρτιζάνων άρχισαν να αποκτούν μια κάποια απήχηση μόνο μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943.

Σε κάθε περίπτωση, η ήττα της Βουλγαρίας και η επιβολή των παρτιζάνων στην γιουγκοσλαβική Μακεδονία έδωσε την χαριστική βολή στον βουλγαρικό εθνικισμό στην περιοχή. Επέβαλλε το «μακεδονικό» εθνικό αφήγημα που κατέστη το αναμφισβήτητο ιδεολόγημα της «Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας». Αυτή ιδρύθηκε από τους κομμουνιστές στις 2 Αυγούστου 1944, ανήμερα της επετείου της Εξέγερσης του Ίλιντεν. Καθ’ όλη την γιουγκοσλαβική περίοδο, το αριστερόστροφο αφήγημα του «μακεδονισμού» οικοδομήθηκε πάνω στην βουλγαροφοβία. Αναγνώριζε ως γνήσιους Μακεδόνες πατριώτες μονάχα την αριστερή πτέρυγα της άλλοτε IMRO, αποποιούμενο την δεξιά ως «βουλγαρόφιλη».

Το γιουγκοσλαβικό καθεστώς ήταν που κωδικοποίησε για πρώτη φορά την σλαβομακεδονική, δημιουργώντας και το μέχρι σήμερα χρησιμοποιούμενο αλφάβητό της. Η ιδιότητα του Γιουγκοσλάβου πολίτη υπήρξε πολύ πιο γοητευτική για τους Σλαβομακεδόνες από εκείνη του Σέρβου. Η ταύτιση του (σλαβο)μακεδονικού εθνικισμού με τον γιουγκοσλαβικό κομμουνισμό υπήρξε τέτοια, σημειώνει ο ιστορικός, ώστε κάθε επίθεση κατά του δευτέρου να εκλαμβάνεται ως άρνηση του πρώτου.

Η αναθεώρηση του αφηγήματος μετά την ανεξαρτησία του 1991, εξηγεί ο Μαρίνοφ στο άρθρο του Historiographical Revisionism and Re-Articulation of Memory in the Former Yugoslav Republic of Macedonia (εφεξής HR), έλαβε πάντα αντι-κομμουνιστικό και αντι-γιουγκοσλαβικό τόνο. Είτε επρόκειτο για την αναθεώρηση του αντι-βουλγαρισμού είτε για την «στροφή στην αρχαιότητα» και την ταύτιση με τους αρχαίους Μακεδόνες, με την τελευταία τάση να ξεπηδά από τις σλαβομακεδονικές παροικίες της Αυστραλίας και των ΗΠΑ.

Παράλληλα, Βούλγαροι εθνικιστές διανοούμενοι εκφράζουν ενθουσιασμό για κάθε ρεβιζιονισμό στην (Βόρεια) Μακεδονία, θεωρώντας πως θα ανοίξει τον δρόμο για την επανα-βουλγαροποίηση των (Σλαβο)Μακεδόνων και την «επιστροφή στις (βουλγαρικές) ρίζες». Ωστόσο, η υιοθέτηση ενός «βουλγαρικού παρελθόντος» για την (Βόρεια) Μακεδονία απέτυχε και ο (σλαβο)μακεδονικός εθνικισμός απεδείχθη πολύ πιο ισχυρός από όσο πίστευαν κάποιοι στην Σόφια, καταλήγει ο Μαρίνοφ. (HR)

Το εύλογο ερώτημα: είναι η σλαβομακεδονική ταυτότητα κάτι το τεχνητό, ένα πολιτικό δημιούργημα; «Όχι περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εθνική ταυτότητα» λέει ο Μαρίνοφ. «Όλα τα έθνη κατασκευάζονται μέσω διαφορετικών πολιτικών και πολιτιστικών τεχνασμάτων, όπως η παραχάραξη ιστορικών γεγονότων, η εφεύρεση “παραδόσεων” κ.λπ. Το μακεδονικό έθνος θεωρήθηκε συχνά από τα γειτονικά του έθνη προϊόν κοινωνικής μηχανικής “από τα πάνω προς τα κάτω” –για τους Βουλγάρους, δημιούργημα των Σέρβων, για όλα τα γειτονικά έθνη δημιούργημα του Στάλιν/Τίτο. Κατά την αντίληψή, μου, ωστόσο, το πρόβλημα των Σλαβομακεδόνων είναι ακριβώς το αντίθετο: ότι πρόκειται για έναν εθνικισμό “από κάτω προς τα πάνω”. Περί το 1944, η πλειονότητα των Σλάβων στην (Βόρεια) Μακεδονία αλλά και την ελληνική Μακεδονία ήταν πια πεπεισμένοι πως είναι “Μακεδόνες” και δεν επιθυμούσαν την βουλγαρική διοίκηση. Ο πληθυσμός αυτός, ωστόσο, δεν διέθετε κάποια ελίτ πριν την δημιουργία της σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας. Η διανόηση της περιοχής ήταν παραδοσιακά ελληνική, βουλγαρική ή σερβική. Aυτό δεν σημαίνει πως η “μακεδονική ταυτότητα” γεννήθηκε φυσικά, χωρίς πολιτικά κριτήρια και χειρισμούς. Απλώς, δεν την θεωρώ πιο “τεχνητή” από εκείνες άλλων εθνών».

Κάποτε ήμαστε Βούλγαροι: μια προσωπική μαρτυρία

«Και οι τέσσερις παππούδες μου κατάγονται από χωριά της Φλώρινας» λέει ο Βίκτωρ Κανζούροφ, δημοσιογράφος που γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει στα Σκόπια. «Της μητέρας μου από την Σέτινα, σημερινό Σκοπό, και του πατέρα μου από την Ποπάντια (Παπαδιά), που σήμερα δεν υπάρχει. Οι γονείς μου έφυγαν παιδιά, κατά τον ελληνικό εμφύλιο. Η προπαγάνδα εδώ και σε όλη την πρώην Γιουγκοσλαβία, είναι πως τους έδιωξαν οι νικητές. Δεν συνέβη όμως έτσι. Το ΚΚΕ, που τότε ήλεγχε την περιοχή, μάζεψε τα παιδιά και τα έστειλε σε χώρες του ανατολικού μπλοκ. Δεν λέω ότι δεν θα μπορούσαν να τους έχουν διώξει οι νικητές, ή ότι το αποτέλεσμα δεν τους εξυπηρέτησε. Απλά, τους πρόλαβε το ΚΚΕ! Έτσι συμβαίνει πολλές φορές, η μια γενιά αποφασίζει για την επομένη…».

Όλοι οι γονείς των παππούδων του Κανζούροφ συμμετείχαν στον ξεσηκωμό του Ίλιντεν το 1903. «Ο προπάππος μου Τάνε Κανζούροφ ανέλαβε την αρχηγία του ξεσηκωμού στην Σέτινα. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους Βουλγάρους της Μακεδονίας. Σήκωσαν την σημαία του βασιλείου της Βουλγαρίας. Την εποχή εκείνη “Βούλγαρος” και “Μακεδόνας” ήταν συνώνυμα στο μυαλό τους. Ήταν εξαρχικοί – ένας από τους παππούδες της μητέρας μου ήταν ιερέας της Εξαρχίας. Οι παππούδες μου ήταν αγράμματοι. Η γιαγιά μου εκ μητρός, που πρόλαβα να την γνωρίσω, δεν έβλεπε διαφορά μεταξύ “Βουλγάρων” και “Μακεδόνων”. Καθώς δεν είχε πάει σε γιουγκοσλαβικό σχολείο, δεν είχε καταλάβει πώς είχε αλλάξει η οπτική στην Γιουγκοσλαβία γύρω από το τι είναι Βούλγαρος και τι Μακεδόνας».

Ο πατέρας του Κανζούροφ ήταν 5 ετών όταν συνθηκολόγησε η Ελλάδα και άρχισε η τριπλή κατοχή από τις δυνάμεις του Άξονα (1941). «Το ελληνικό κράτος είχε ιδρύσει παιδικούς σταθμούς σε όλα τα σλαβόφωνα χωριά. Εκεί οι δάσκαλοι μάθαιναν τα παιδιά πως είναι Έλληνες, απόγονοι του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου. Ότι οι κύριοι εχθροί των Ελλήνων είναι οι Βούλγαροι, που τους παρουσίαζαν σαν ανθρωποφάγα τέρατα. Όταν συνθηκολόγησε η Ελλάδα, οι χωριάτες ήταν πανευτυχείς. Πανηγύριζαν, κτυπούσαν οι καμπάνες. Πίστευαν πως θα έλθουν οι Βούλγαροι, μιλούσαν για την “Μητέρα Βουλγαρία”. Καθώς ο πατέρας μου είχε μάθει στο σχολείο ότι οι Βούλγαροι είναι τέρατα, έβαλε τα κλάματα. “Μα είναι δικοί μας, έρχονται να μας ελευθερώσουν!” του είπαν οι γονείς του. Τότε ο μπαμπάς για πρώτη φορά κατάλαβε πως οι γονείς και οι συγχωριανοί του αισθάνονταν Βούλγαροι, όχι Έλληνες».

Η βουλγαρική ζώνη κατοχής, όμως, περιορίσθηκε στην ανατολική Μακεδονία, πολύ μακριά από την Φλώρινα που πέρασε σε γερμανική κατοχή. «Οι Γερμανοί ήταν πολύ σκληροί με τους χωριάτες. Παρότι δεν υπήρχαν πολλοί κομμουνιστές στην περιοχή, ήθελαν να τους εκφοβίσουν ώστε να μην “επηρεασθούν” από τον κομμουνισμό. Συνελάμβαναν κόσμο συνέχεια. Ο μόνος που βοηθούσε και έπαιρνε το μέρος τους ήταν ο Άντον Κάλτσεφ, αρχηγός της βουλγαρικής οργάνωσης Οχράνα. Για την γιαγιά μου, όπως μου τα διηγήθηκε, ο Κάλτσεφ ήταν συνώνυμο της βουλγαρικής προστασίας».

Κατά τον ελληνικό εμφύλιο, παρτιζάνοι του ΚΚΕ δίδαξαν τον πατέρα και τους συγχωριανούς του από γιουγκοσλαβικά εγχειρίδια, πως ήταν «Μακεδόνες». «Το ίδιο συνεχίσθηκε και στην Ουγγαρία, όπου στάλθηκαν από το ΚΚΕ και οι δύο γονείς μου χωρίς να γνωρίζονται ακόμη. Στην Βουδαπέστη γνωρίσθηκαν και παντρεύθηκαν, το 1967. Για δεκαετίες άκουγαν να τους προσδιορίζουν ως “Μακεδόνες”. Στην Ουγγαρία και αλλού, όμως, ο “μακεδονισμός” δεν ενείχε αντι-βουλγαρισμό. Καθώς έφθασαν ενήλικες πια στα Σκόπια, το γιουγκοσλαβικό αφήγημα δεν τους είχε αγγίξει. Στην Βουδαπέστη, ο πατέρας μου είχε Βουλγάρους συμφοιτητές. Εκεί, από τις επαφές μαζί τους, άρχισε να αμφιβάλλει για το “Μακεδόνας” που τον είχαν μάθει. Πρόσεξε πως τα τραγούδια, οι μύθοι, τα έθιμα των Βουλγάρων συμφοιτητών του ήταν απαράλλαχτα με τα δικά του. Μερικοί κατάγονταν από την ελληνική Μακεδονία».

Όταν σπούδαζε ο πατέρας του Κανζούροφ στην Βουδαπέστη, το ΚΚ Βουλγαρίας ακολουθούσε ακόμη την γραμμή της Κομιντέρν. «Σύμφωνα με αυτήν, όχι μόνο εμείς, αλλά και οι κάτοικοι της Μακεδονίας του Πιρίν στην Βουλγαρία ήταν “Μακεδόνες” – έγραφαν την εθνικότητα αυτή στα βουλγαρικά διαβατήριά τους. Από το 1963, όταν ανέλαβε ο Ζίβκοφ, άλλαξε γραμμή, γυρνώντας στην θέση πως οι (Σλαβο)Μακεδόνες είναι Βούλγαροι και η γλώσσα μας βουλγαρική».

Ο ίδιος ο Κανζούροφ πέρασε από την γιουγκοσλαβική εκπαίδευση στην Ομόσπονδη Δημοκρατία της Μακεδονίας. «Στα εγχειρίδια δεν έκρυβαν πως οι ήρωες του Ίλιντεν αυτοπροσδιορίζονταν ως “Βούλγαροι”, αλλά στους προλόγους τους σημείωναν πως η λέξη Βούλγαρος σήμαινε άλλο πράγμα τότε και άλλο σήμερα... Αν όλα αυτά σου τα μάθουν από μικρό παιδί, είναι δύσκολο να τα αποποιηθείς, να τα πετάξεις. Πρέπει μετά να αλλάξεις τα πάντα. Τότε δεν είχαμε ίντερνετ, δεν είχαμε πρόσβαση σε πηγές εκτός του ανατολικού μπλοκ…».

Θεωρεί πως τα αντιβουλγαρικά αισθήματα στην άλλοτε γιουγκοσλαβική Μακεδονία τα εξέθρεψαν όχι τα ίδια τα γεγονότα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά η ερμηνεία τους από την κομμουνιστική ηγεσία και το επίσημο γιουγκοσλαβικό αφήγημα. «Αν το ψάξει κανείς, αμέσως συνειδητοποιεί πως δεν υπήρξε εδώ αντίσταση κατά του βουλγαρικού στρατού μέχρι σχεδόν το τέλος, και πως ο κόσμος δεν ήταν δυσαρεστημένος από την κατοχή. Η μακεδονική ταυτότητα που οικοδομήθηκε στηρίζεται σε ένα αφήγημα εξόχως πολιτικό. Την φύτεψαν εδώ ως φρένο στον εκβουλγαρισμό και τον εκσερβισμό».

Ο ίδιος ο Κανζούροφ μπορεί να αισθάνεται Βούλγαρος, ή τουλάχιστον απόγονος Βουλγάρων, είναι όμως κατηγορηματικός: στην (Βόρεια) Μακεδονία ελάχιστοι αυτοπροσδιορίζονται ως Βούλγαροι. «Τα νούμερα είναι μικρά – από δέκα ως τριάντα χιλιάδες, όχι παραπάνω. Τουλάχιστον τώρα είμαστε περισσότερο ελεύθεροι να εκφράσουμε τις ιδέες μας και δεν υπάρχει ο αντι-βουλγαρισμός του παρελθόντος. Ο κόσμος ξέρει ότι μέχρι πριν εβδομήντα χρόνια οι πρόγονοί του αυτοπροσδιορίζονταν ως Βούλγαροι. Σήμερα όμως υφίσταται μια νέα ταυτότητα, την οποία αποδέχονται. Πολλοί λένε πως οι πρόγονοί τους ήταν Βούλγαροι, αλλά οι ίδιοι είναι Μακεδόνες».

Ο Μαρίνοφ τονίζει πως ο Κανζούροφ και οι θέσεις του αποτελούν την εξαίρεση στον δημόσιο λόγο της Βόρειας Μακεδονίας και των Σλαβομακεδόνων εν γένει.

Βούλγαροι; Δεν το έχω ακούσει ποτέ!

Η «Εύα» (όχι το πραγματικό της όνομα) μεγάλωσε σε χωριό πολύ κοντά στην Θεσσαλονίκη. «Όλοι οι κάτοικοι ήταν σλαβόφωνοι – μιλούσαν τα ντόπια» λέει, τονίζοντας πως έτσι αναφέρονταν στην «απαγορευμένη» από το ελληνικό κράτος γλώσσα τους. «Στα ελληνικά έλεγαν ντόπια, στα ντόπια πάλι έλεγαν “τα δικά μας”». Η έμμεση – ανώνυμη, ουσιαστικά – αναφορά στην γλώσσα τους θυμίζει αντίστοιχες πρακτικές από ομάδες που ένιωθαν παραδοσιακά ανασφάλεια. Έτσι, οι Ρωμιοί της Πόλης και της Ίμβρου αναφέρονταν παραδοσιακά στις μεταξύ τους συζητήσεις στους Τούρκους ως «οι λεγάμενοι», ενώ οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης ρωτούσαν στην ιουδαιοϊσπανική, όταν εμφανιζόταν κάποιος άγνωστος: Es de mozotros? («Είναι από εμάς;» Ανάλογα με το εάν ο νεοφερμένος/η ήταν Εβραίος/α, καθορίζονταν και τα επιτρεπτά πλαίσια της συζήτησης).

Η μητέρα της Εύας έχει σλαβομακεδονική καταγωγή. Ο πατέρας της ήταν από την Θεσσαλονίκη. «Έμαθε όμως τα ντόπια εδώ στο χωριό. Πώς θα μπορούσε, εξάλλου, να συνεννοηθεί με τους εργάτες, που πολλοί δεν μιλούσαν παρά ελάχιστα ελληνικά;». Δεν γνωρίζει αν οι πρόγονοί της από την μητρική πλευρά υπήρξαν «πατριαρχικοί» ή «εξαρχικοί». «Αυτοαποκαλούνταν “ντόπιοι”, ενώ οι “άλλοι” τους αποκαλούσαν “σλαβόφωνους”. Μέχρι εκεί ξέρω. Βουλγάρους τους αποκαλούσαν οι πρόσφυγες που είχαν έλθει εδώ από την Ανατολική Ρωμυλία και τις ελληνικές πόλεις της βουλγαρικής Μαύρης Θάλασσας, καθώς τα “ντόπια” τους φαίνονταν ίδια με τα βουλγαρικά. Δεν έχω ακούσει ποτέ για προγόνους που θεωρούσαν τους εαυτούς τους Βουλγάρους. Το γεγονός είναι πως, μέχρι δύο γενιές πριν, στο χωριό δεν μιλούσαν ελληνικά – τα μάθαιναν στο σχολείο. Εξού και το διαδεδομένο ανέκδοτο για την εκμάθηση του ελληνικού αλφαβήτου: Η δασκάλα ρωτά τα παιδιά: Γ και α; Απαντούν: γα. Τ και α; Απαντούν τα. Όλο μαζί; Τα παιδιά, ομόφωνα: μάτσκα! Μάτσκα ήταν η λέξη που από το σπίτι γνώριζαν για την γάτα. Το “γάτα” το έμαθαν στο σχολείο...».

Από όσο γνωρίζει η ίδια, οι «ντόπιοι» θεωρούσαν τους εαυτούς τους «αλλόγλωσσους Έλληνες» και όχι κάτι άλλο. «Για το χωριό μου μόνο μπορώ να μιλήσω. Δεν άκουσα ποτέ να θεωρούν τους εαυτούς τους μη Έλληνες. Υπήρξε βέβαια η πικρία για την καταστολή της μητρικής τους γλώσσας από το κράτος. Εστιάζουν στην έννοια του ντόπιου. Εμείς εδώ ήμαστε από πάντα, οι άλλοι – Μικρασιάτες πρόσφυγες, ελληνόφωνοι της Μακεδονίας – ήρθαν και μας βρήκαν εδώ». Η ίδια και ο αδελφός της, πάντως, δεν γνωρίζουν τα «ντόπια». «Καταλαβαίνουμε ελάχιστα. Οι γονείς μας δεν ασχολήθηκαν να μας τα μάθουν – ίσως γιατί ήταν μια γλώσσα υπό διωγμό...».

Γλώσσα ή διάλεκτος: η μακεδονική

Είναι η μακεδονική ίδια με την βουλγαρική; Είναι γλώσσα ή διάλεκτος; Μοιάζει περισσότερο με τα βουλγαρικά ή τα σερβικά; Τα ερωτήματα αυτά τα αντιμετωπίζει κανείς συχνά, στην Βουλγαρία ή την (Βόρεια) Μακεδονία, όπως επισημαίνει ο Τσάβνταρ Μαρίνοφ (DNT). Το θέμα της γλώσσας που μιλούν οι Σλαβομακεδόνες είναι ιδιαίτερα πολιτικοποιημένο, καθώς άπτεται της ταυτότητάς τους. Η βουλγαρική και η σλαβομακεδονική είναι αμοιβαία κατανοητές. Πρόκειται όμως για ποικιλίες της ίδιας γλώσσας; Το πρόβλημα έγκειται στην παραδοσιακή αντίληψη περί εθνικής ταυτότητας, που την ταυτίζει με την γλωσσική και την εθνοτική.

Οι Βούλγαροι ειδικοί αρνούνται πως υφίστανται σημαντικές διαφορές ανάμεσα στην βουλγαρική και την μακεδονική γλώσσα· αισθάνονται πως αντίθετη απάντηση θα διακύβευε την βουλγαρική ιστορία και ταυτότητα. Από τα χρόνια του Ζίβκοβ, η επίσημη θέση στην Βουλγαρία είναι πως το μακεδονικό έθνος είναι τεχνητό δημιούργημα της Γιουγκοσλαβίας, κατ’ ουσία Βούλγαροι με «ψευδή συνείδηση», και η μακεδονική μία βουλγαρική διάλεκτος που υπέστη εκσερβισμό. Καθώς αυτή κωδικοποιήθηκε αμέσως μετά τον πόλεμο από τις γιουγκοσλαβικές αρχές, Βούλγαροι ειδικοί καταγγέλλουν πως κατά την κωδικοποίηση εφαρμόσθηκε σύστημα ορθογραφίας με κανόνες της σερβικής.

Συνήθως όσοι χαρακτηρίζουν την σλαβομακεδονική «διάλεκτο» της βουλγαρικής εστιάζουν στην μεγαλύτερη εγγύτητά της προς εκείνη (ιδίως όσον αφορά την σύνταξη), παρά προς την σερβοκροατική. Οι Σλαβομακεδόνες, πάλι, βλέπουν και τις τρεις ως διαφορετικές γλώσσες, καθεμία με τις ιδιαιτερότητές της και την χωριστή ιστορική της εξέλιξη. Αντιλαμβάνονται την περιγραφή της γλώσσας τους ως «βουλγαρικής» ως άρνηση της ταυτότητάς τους.

Προφανώς, η όλη συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα: πότε μία γλωσσική ποικιλία μπορεί ή πρέπει να θεωρηθεί «γλώσσα» και πότε «διάλεκτος»; Υπάρχει κάποιος σχετικός κανόνας; Το ζήτημα δεν είναι καθόλου απλό και η σχετική διαφορά μάλλον παρεξηγημένη, εξηγεί στο inside story ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης, καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Στο βιβλίο του Μίλα μου για Γλώσσα (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2014) ασχολείται τόσο με το θέμα της διάκρισης μεταξύ γλώσσας και διαλέκτου (σ. 113-118) όσο και με την (σλαβο)μακεδονική γλώσσα (σ. 130-133).

Ο κ. Παναγιωτίδης είναι κατηγορηματικός: «Το εάν μία γλωσσική ποικιλία χαρακτηρίζεται γλώσσα ή διάλεκτος αποτελεί ζήτημα κυρίως εξωγλωσσικό» τονίζει. «Περισσότερο από τους λεξιλογικούς και τους γραμματικούς, βαρύνουν παράγοντες ιστορικοί, πολιτιστικοί, πολιτικοί». Αναφέρει πλήθος παραδειγμάτων, που καταδεικνύουν το συχνά αυθαίρετο (από γλωσσική άποψη) και ρευστό της διάκρισης μεταξύ γλώσσας και διαλέκτου, καθώς και τον ρόλο που παίζουν τα κοινωνικά συμφραζόμενα.

Έτσι, ενώ τα δανικά και τα νορβηγικά είναι αμοιβαίως κατανοητά και παρουσιάζουν εκτενέστατες λεξιλογικές και γραμματικές ομοιότητες, θεωρούνται σήμερα διαφορετικές γλώσσες – αν μη τι άλλο επειδή αποτελούν τις επίσημες γλώσσες των αντίστοιχων κρατών. Αντίστοιχα, η σερβοκροατική της άλλοτε Γιουγκοσλαβίας διακρίνεται σήμερα σε τρεις διαφορετικές «γλώσσες», την σερβική, την κροατική και την βοσνιακή – για λόγους καθαρά πολιτικούς, καθώς πρόκειται για ντόπιες ποικιλίες με μικρότατες μεταξύ τους διαφορές. Στην Κίνα, αντιθέτως, γλωσσικές ποικιλίες που δεν είναι αμοιβαίως κατανοητές και παρουσιάζουν έντονες γραμματικές και λεξιλογικές διαφορές (μανδαρίνικα, καντονέζικα κ.α.) θεωρούνται από το κινεζικό κράτος, αλλά και ευρύτερα, απλές διάλεκτοι της μίας και ενιαίας κινεζικής γλώσσας, ακριβώς επειδή ομιλούνται εντός του ιδίου κράτους εδώ και χιλιετίες και επειδή χρησιμοποιούν το ίδιο σύστημα γραφής. Στα ευρωπαϊκά συμφραζόμενα μια αντίστοιχη κατάσταση θα ήταν περίπου να θεωρούμε τα ιταλικά, τα ισπανικά και τα γαλλικά διαλέκτους της λατινικής, επισημαίνει.

Στην διάκριση βαραίνει, εξηγεί ο Παναγιωτίδης, το εάν μία γλωσσική κοινότητα επιθυμεί να αποκοπεί ή να «χειραφετηθεί» από μία άλλη· συνεπώς η δημιουργία νέων κρατών μπορεί, όπως στην περίπτωση της πρώην Γιουγκοσλαβίας, να «προαγάγει» τέως διαλέκτους σε επίσημες γλώσσες. Όσον αφορά την ίδια την (σλαβο)μακεδονική, καταρρίπτει την παγίως επαναλαμβανόμενη στην Ελλάδα (σημειωτέον, και στην Βουλγαρία) θέση πως «δεν πληροί κάποιες προϋποθέσεις ώστε να χαρακτηρισθεί γλώσσα». Δεν δέχεται το επιχείρημα πως την ιδιότητα αυτή της την στερεί, δήθεν, το γεγονός ότι έχει επηρεασθεί από διάφορες άλλες γλώσσες: το ίδιο ισχύει για πολλές γλώσσες άλλωστε (η ρουμανική είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο τέτοιο παράδειγμα στην περιοχή των Βαλκανίων).

Σχετικά, ο Μαρίνοφ αναφέρεται στην θέση περί «γλωσσικής ένωσης» των βαλκανικών γλωσσών, η οποία προϋποθέτει πως όλες, παρά τις διαφορετικές ρίζες τους, μοιράζονται κοινά δομικά χαρακτηριστικά εξαιτίας της μακραίωνης πολύγλωσσης συγκατοίκησης. Ανάμεσα σε αυτά αναφέρονται η διατήρηση (αλλά σε απλοποιημένη μορφή) των πτώσεων (σε νεοελληνική, ρουμανική, βλαχική), η κατάργησή τους (σε βουλγαρική, μακεδονική) και η κατάργηση του απαρεμφάτου (σε νεοελληνική, βουλγαρική, μακεδονική).

Σε κάθε περίπτωση, η σημαντική γραμματική και λεξιλογική εγγύτητα της (σλαβο)μακεδονικής με την βουλγαρική δεν επαρκεί για να της «στερήσει» την ιδιότητα της γλώσσας, όπως δεν την στερεί στην δανική και την νορβηγική, τονίζει ο Παναγιωτίδης. Το γεγονός ότι παρέμεινε για αιώνες προφορική ποικιλία αγροτοποιμενικών πληθυσμών και έτσι δεν έχει μακραίωνη γραπτή παράδοση επίσης δεν την καθιστά «μη γλώσσα». Τα βλάχικα ή τα αρβανίτικα δεν διαθέτουν αξιόλογη γραπτή παράδοση για τον ίδιο λόγο, ενώ, σε αντίθεση με την (σλαβο)μακεδονική, δεν τυποποιήθηκαν ποτέ.

Ο Παναγωτίδης θεωρεί άτοπη την πρόταση του Γ. Μπαμπινιώτη να χαρακτηρισθεί η (σλαβο)μακεδονική «σερβοβουλγαρική». «Σερβοβουλγαρική γλώσσα» ήδη υπάρχει, σημειώνει: πρόκειται για μια ενδιάμεση γλωσσική ποικιλία που ομιλείται στην ανατολική Σερβία και την δυτική Βουλγαρία και είναι γνωστή ως τορλακική.

Ο Μαρίνοφ αφενός αμφισβητεί την υπόθεση περί «φυσικού χαρακτήρα» των εθνικών γλωσσών, αφετέρου υπογραμμίζει την σημασία του εκάστοτε κρατικού μηχανισμού στην «κωδικοποίηση» της εθνικής γλώσσας αλλά και στην γλωσσική ομογενοποίηση της επικράτειας, μέσω της εκπαίδευσης, του στρατού, του τύπου. Αναφέρει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την «οικοδόμηση» του γαλλικού έθνους μετά το 1789 δια της επίσημης γαλλικής γλώσσας και της καταστολής εις βάρος των διαλέκτων και τοπικών ιδιωμάτων. Παραθέτει την άποψη του Noam Chomsky ότι τα θέματα που έχουν να κάνουν με την γλώσσα είναι πρωτίστως θέματα ισχύος –πολιτικές σκοπιμότητες υπεισέρχονται πάντοτε στην γλωσσική πολιτική κάθε κράτους (DNT).

Η Βουλγαρία υπήρξε η πρώτη χώρα που αναγνώρισε την Μακεδονία μετά την ανεξαρτησία, το 1992 – αλλά κατέστησε σαφές ότι δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη χωριστού μακεδονικού έθνους. Στην θέση αυτή συμπίπτει, καθ’ ιστορικό παράδοξο, με την προαιώνια αντίζηλό της στην διεκδίκηση του ευρύτερου μακεδονικού χώρου, την Ελλάδα. Τα σλαβομακεδονικά, καθώς δεν θεωρούνται γλώσσα, δεν διδάσκονται πουθενά στην Βουλγαρία. Ως αντίποινα, δεν διδάσκεται η βουλγαρική στην (Βόρεια) Μακεδονία.

Το «γλωσσικό ζήτημα», που ταλάνισε τις σχέσεις των δύο πλευρών την δεκαετία του 1990, παραμένει – μαζί με την από κοινού διεκδίκηση ιστορικών προσώπων και περιόδων – αγκάθι στις βουλγαρο-(σλαβο)μακεδονικές σχέσεις. Η αδιαλλαξία της Βουλγαρίας ως προς την σλαβομακεδονική γλώσσα και ταυτότητα της στέρησε την ευκαιρία να ασκήσει πολιτιστική και οικονομική επιρροή στους Σλαβομακεδόνες και να επηρεάσει, όπως φιλοδοξούσε, τον αυτοπροσδιορισμό τους, καταλήγει ο Μαρίνοφ.

Σπούδασε νομικά σε Αθήνα και Cambridge. Έζησε νομαδικά με βάση του την Πόλη (2003-2015). Εκεί έγραψε δύο βιβλία για την Κωνσταντινούπολη και ένα για την Μικρά Ασία, ενώ συνεργάσθηκε με ελληνικά και ξένα έντυπα. Σήμερα συνεχίζει την νομαδική του ύπαρξη, με βάση την Αθήνα.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
1

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.