Οι ξεχασμένοι πρόσφυγες του Ελληνικού

Το παλιό αεροδρόμιο κουβαλάει τις ταξιδιάρικες αναμνήσεις της προηγούμενης γενιάς και τις μαραμένες ολυμπιακές προσδοκίες των νεώτερων. Σήμερα, είναι ένα απέραντο no man’s land για 3.500 ανθρώπους, που δεν φαίνεται να τους θέλει κανείς.
Χρόνος ανάγνωσης: 
11
'

Δεν πάει πολύς καιρός από τότε που τα λασπωμένα αντίσκηνα της Ειδομένης φιγουράριζαν στα διεθνή πρωτοσέλιδα ως η επιτομή της αποτυχίας των ελληνικών και ευρωπαϊκών αρχών να διασφαλίσουν μιαν ανθρωπιστική διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος. Η Ειδομένη τελικά εκκενώθηκε το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου με κλειστές κάμερες και τα μικρόφωνα στο mute, κατά το δόγμα “ό,τι δεν φαίνεται, δεν υπάρχει”. Όπως ήταν αναμενόμενο, το πρόβλημα δεν λύθηκε. Κάπως αθόρυβα και μακριά από τα απανωτά φλας των φωτογράφων, παράπλευρα της λεωφόρου Ποσειδώνος, αναπτύσσεται μια νέα μικρή “Ειδομένη”, χωρίς βροχόνερα και χωράφια αλλά στα καυτά τσιμέντα του ελληνικού καλοκαιριού, με μιαν αφόρητη υγρασία που τιμωρεί ξανά και ξανά σώματα εσαεί διωκόμενα, που καταγράφηκαν ως ξένα και ταξινομήθηκαν ως ανεπιθύμητα.

Ζητείται αξιοπρέπεια

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Συντονιστικού Κέντρου Διαχείρισης Προσφυγικής Κρίσης (καταγραφή 8 Ιουλίου 2016) έχουν εγκλωβιστεί στη χώρα μας 57.148 πρόσφυγες και μετανάστες. Από αυτούς περίπου 3.500 άνθρωποι —αφγανικής κυρίως καταγωγής— βρίσκονται στον χώρο του παλιού αεροδρομίου στο Ελληνικό (γήπεδο Baseball, γήπεδο Hockey και χώρος αφίξεων). Πρόκειται επί της ουσίας όχι για έναν οργανωμένο καταυλισμό, αλλά για μια άτυπη δομή με ελάχιστη κρατική παρέμβαση, με αποτέλεσμα οι συνθήκες στις οποίες ζουν αυτοί οι άνθρωποι να είναι παντελώς άθλιες και αντιπαραθετικές με ό,τι μέχρι σήμερα είχε κατοχυρωθεί ως περιεχόμενο του δυτικού πολιτισμού.

Χιλιάδες μικροσκοπικές σκηνές και αυτοσχέδιες κουρελιασμένες τέντες αναπτύσσονται στους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους, χωρίς υποδομές κλιματισμού, ύδρευσης, καθαριότητας και χωρίς καμία ξεχωριστή μέριμνα για ευάλωτες ομάδες, όπως είναι οι ηλικιωμένοι, οι άνθρωποι με αναπηρία, οι ασθενείς ή τα παιδιά. Όλοι μαζί συνωστίζονται στα ελάχιστα τετραγωνικά μέτρα ενός αφιλόξενου τόπου, σε μια αμφίδρομη σχέση απόρριψης. Δεν τους θέλουν σ’ αυτόν τον χώρο. Οι δήμαρχοι των όμορων δήμων έχουν ζητήσει αρκετές φορές να απομακρυνθεί αυτή η σύγχρονη εκδοχή προσφυγικής παραγκούπολης. Ούτε οι ίδιοι όμως διάλεξαν να πάνε εκεί. Ξεκίνησαν από τις ρημαγμένες και εξαντλημένες λόγω πολέμου πόλεις του Αφγανιστάν και διέσχισαν τρεις χώρες για να φτάσουν στα εδάφη της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης, με σκοπό να ξαναχτίσουν με ασφάλεια την καθημερινότητά τους.

Τώρα ζουν κάτω από τη βασανιστική ζέστη, περικυκλωμένοι από έναν χορό εντόμων, και μ’ ένα ασταμάτητο μαρσάρισμα στ’ αφτιά τους ατενίζουν στωικά την ύπαρξή τους μέσα από τα νοητά συρματοπλέγματα ενός ουμανισμού που φαίνεται να έχει χάσει το νόημά του. Το παλιό αεροδρόμιο, που κουβαλάει τις ταξιδιάρικες αναμνήσεις της προηγούμενης γενιάς και τις μαραμένες ολυμπιακές προσδοκίες της νεώτερης, είναι πλέον ένα απέραντο no man’s land, πεταμένο από τους χάρτες, που επανεφευρίσκει υβριδικές μορφές επιβίωσης σε μια γενικευμένη και καταστατική ανυπαρξία. Η μοναδική πρόνοια που υπάρχει εδώ είναι για τη διανομή ενός άγευστου συσσιτίου τρεις φορές την ημέρα από το κράτος και τις ΜΚΟ. Λες και η ανθρώπινη ζωή μπορεί να περιοριστεί μόνο στην κατανάλωση ενός ορισμένου αριθμού θερμίδων, αποστερημένη από εκείνες τις υλικές και πνευματικές συνθήκες που την ανυψώνουν σε κάτι παραπάνω από το απλό γεγονός της αναπνοής. Οι υπόλοιπες ανάγκες των προσφύγων για αξιοπρεπή στέγαση, καθαριότητα, ιδιωτικότητα, ιατρική φροντίδα, νομική αρωγή, ψυχολογική υποστήριξη, δημιουργική απασχόληση των παιδιών έχουν αφεθεί στην τύχη τους ή, για την ακρίβεια, στην ατυχία μιας θεσμικής αδιαφορίας.

Σε επικοινωνία μας με το Συντονιστικό Κέντρο Διαχείρισης της Προσφυγικής Κρίσης μας ενημέρωσαν ότι αυτήν τη στιγμή δεν υπάρχουν κενές θέσεις στα οργανωμένα camp. Ως εκ τούτου, οι πρόσφυγες θα παραμείνουν στο Ελληνικό μέχρι να ολοκληρωθεί η κατασκευή νέων δομών με καλύτερες συνθήκες, χωρίς όμως να δίνεται ένα σαφές χρονοδιάγραμμα, αφού κι όταν δόθηκε δεν τηρήθηκε. Μέχρι τότε λοιπόν αυτή η περιοχή θα εξακολουθεί να είναι το μεταιχμιακό σύμπαν των σύγχρονων νομαδικών υποκειμένων, που άφησαν μια παλιά ταυτότητα προκειμένου να συγκροτήσουν μια νέα, αλλά εγκλωβίστηκαν σ’ ένα δυστοπικό τράνζιτ, στο γεωγραφικό σημείο όπου η πολιτεία έχει άτσαλα κρύψει μια από τις πληγές της για να μην αναστατώνει τη βολικά εφησυχασμένη συνείδησή της. Εκεί όπου βασιλεύει η “γυμνή ζωή” του Ιταλού φιλόσοφου Τζόρτζιο Αγκάμπεν, η ζωή που αποϊεροποιείται, χάνει οποιοδήποτε προστατευτικό κέλυφος και αγγίζει τη μέγιστη απροσδιοριστία της.

Το inside story βρέθηκε εκεί, γνώρισε αυτούς τους ανθρώπους, μίλησε μαζί τους, έμαθε τα ονόματα πίσω από το registration number και σας παρουσιάζει κάποιες ιστορίες από τους ξεχασμένους πρόσφυγες του Ελληνικού.

Χαρούν, 20 ετών

Στον πρώτο όροφο του παλιού χώρου αφίξεων δεν υπάρχει ούτε ένα τετραγωνικό ελεύθερο, κάνεις μικρά βήματα ανάμεσα στις κουβέρτες που έχουν απλώσει οι άνθρωποι έξω από τις σκηνές τους και κοιτάς συνέχεια κάτω για να μη πατήσεις κανέναν. Στους τοίχους υπάρχουν σκίτσα, φωτογραφίες και κρυπτογραφημένα μηνύματα ενός ιδιότυπου ημερολογίου εξορίας. Κάποιοι κοιμούνται ή απλά κλείνουν τα μάτια τους, ενώ κάποιοι συζητάνε νωχελικά και σιγανά. Ανάμεσα τους ξεχώρισα ένα νεαρό αγόρι με πολύ ευγενική φυσιογνωμία που εξέπεμπε οικειότητα και αβρότητα. Ο Χαρούν είναι από τους ελάχιστους Αφγανούς που μιλάνε αγγλικά. Στα είκοσί του ξαφνιάζουν οι ολόλευκες τρίχες που ξεπετάγονται από τα πυκνά μαύρα μαλλιά του, δείγμα κι αυτές μιας πρόωρα και απότομα ωριμασμένης νεότητας. «Στο Αφγανιστάν δεν τις είχα, στη διαδρομή τις έβγαλα», μου λέει.

Ξεκίνησε από την Καμπούλ με τους γονείς και τα έξι αδέρφια του. Τους συνέλαβαν όλους στα σύνορα με το Ιράν. Μόνο αυτός ξέφυγε και συνέχισε προς την Τουρκία. «Έξι φορές προσπάθησα να περάσω στην Ελλάδα. Τη μια φορά οι Τούρκοι μας έκαψαν τη βάρκα, μας συνέλαβαν και μας έστειλαν στην Ισταμπούλ. Την τελευταία φορά τα κατάφερα, έδωσα 1.300 δολάρια και έφτασα στη Λέσβο». Από τη Λέσβο βρέθηκε στον Πειραιά κι από κει στη Βικτώρια και μετά στο Ελληνικό. Συμπληρώνει πλέον τέσσερις μήνες στην Ελλάδα. «Εμένα το όνειρό μου ήταν να πάω στη Γερμανία. Τώρα το όνειρό μου καταστράφηκε και αναγκαστικά θα μείνω στην Ελλάδα. Θέλω τουλάχιστον να μάθω ελληνικά και να βρω δουλειά», μου εξηγεί.

Ο Χαρούν πρόλαβε να ολοκληρώσει το σχολείο στο Αφγανιστάν. Από κει και πέρα όμως –όπως μου εξηγεί– δεν είχε καμία προοπτική να απολαύσει μιαν αξιοπρεπή ζωή. «Στο Αφγανιστάν εκεί που περπατάς μπορεί να σκάσει μια βόμβα. Μετά τις επτά το απόγευμα είναι επικίνδυνο να κυκλοφορείς. Ο κόσμος δεν έχει δουλειά και λεφτά και κάνει κάθε είδους παρανομίες. Μπορεί να σε απαγάγουν ή να σε ληστέψουν. Γενικά η ζωή είναι πολύ δύσκολη για όλους, εκτός από αυτούς που έχουν υψηλά αξιώματα. Οι Ευρωπαίοι νομίζουν ότι φύγαμε για πλάκα. Μακάρι να τελείωνε ο πόλεμος και θα γυρίζαμε όλοι πίσω».

Μιλάμε κάτω από το βάρος μιας αποπνικτικής μεσημεριανής ατμόσφαιρας και μιας ανυπόφορης δυσοσμίας. Οι ελάχιστες τουαλέτες που υπάρχουν είναι τόσο βρώμικες που αναρωτιέσαι αν η ύπαρξή τους βοηθάει πραγματικά σε κάτι, ή απλά κάνει πιο δύσκολη μιαν αβίωτη συνθήκη. Ο Χαρούν μου λέει πως η βρωμιά, η ζέστη, το κακό συχνά φαγητό τον ενοχλούν, αλλά αυτό που τον καθηλώνει σε μιαν αφάνταστη απελπισία είναι η απραξία. «Δεν κάνουμε τίποτα. Μόνο τρώμε και κοιμόμαστε. Είμαι 20 χρονών, γεμάτος ενέργεια και διάθεση και περνάνε οι μέρες σ’ ένα απόλυτο κενό. Αυτή η βαρεμάρα μου τσακίζει την αυτοπεποίθηση».

Στη διπλανή σκηνή παρατηρώ την ασάλευτη φιγούρα μιας γυναίκας βγαλμένης από τις μεσαιωνικές ελαιογραφίες. Είναι εντελώς κρυσταλλωμένη και αποκομμένη από τις χωροχρονικές συντεταγμένες, μόνο τα ανοιχτά της μάτια υπονοούν ότι σ’ αυτό το χαραγμένο σώμα λανθάνει κάποια μορφή –μαρτυρικής– έμψυχης δραστηριότητας. Ο Χαρούν μου λέει ότι είναι η Ζάρα, μια 65χρονη γυναίκα που έχασε τον άνδρα της και τους τέσσερις γιους της σε μια έκρηξη βόμβας στο Αφγανιστάν και βρίσκεται ολομόναχη στο Ελληνικό και στον κόσμο.

Ουσέφ, 50 ετών

Κάτω από μια γκρι αυτοσχέδια τέντα βρίσκω τον Ουσέφ με τη γυναίκα και το γιο του. Έχουν έναν συλλέκτη ηλιακής ενέργειας. Απαραίτητο αξεσουάρ για να φορτίζουν το κινητό τους. Γι αυτούς είναι κάτι περισσότερο από μια αυτονόητη δυτική συνήθεια. Το κινητό τους είναι εργαλείο ταξιδιού και συνδετικός κρίκος με συγγενείς και φίλους. Είναι η τελευταία μέρα του Ραμαζανιού και οι ίδιοι πίνουν μόνο νερό και προσεύχονται σ’ ένα μικρό χώρο που έχουν αφήσει κενό οι πρόσφυγες γι αυτόν το λόγο. Σ’ εμάς προσφέρουν τσάι. Ο Ουσέφ κατάγεται από την πόλη Χεράτ, όπου δούλευε στο στρατό στην προσωπική φρουρά του θείου του, που ήταν διοικητής. Την απόφαση να φύγει την πήρε τη μέρα που ο θείος του δολοφονήθηκε μπροστά του. «Όταν πυροβόλησαν τον θείο μου σοκαρίστηκα, πέθανε στα χέρια μου. Φοβήθηκα για τη ζωή μου και το γιο μου. Αποφάσισα ότι δεν πάει άλλο. Πήγαμε σπίτι, μαζέψαμε λίγα ρούχα και όσα λεφτά είχαμε και φύγαμε».

Το πέρασμα από τα τουρκικά παράλια στη Λέσβο τους κόστισε 4.000 δολάρια. Τα έδωσαν, με την ελπίδα ότι μετά από μερικές μέρες θα βρίσκονταν στην Αυστρία. Η ζωή τα 'φερε αλλιώς. «Είναι άδικη η απόφαση της Ευρώπης να κλείσει τα σύνορα. Δέχτηκαν τόσες χιλιάδες κι εμάς μας παράτησαν εδώ. Ξέρεις, πιστεύω ότι υπάρχει ρατσισμός απέναντι στους Αφγανούς. Έρχεται καμιά φορά κόσμος που θέλει να βοηθήσει και μόλις τους λέμε ότι είμαστε Αφγανοί φεύγουν. Έχουν στο μυαλό τους ότι μόνο οι Άραβες υποφέρουν στις πατρίδες τους. Αν ζούσαν έστω κι ένα λεπτό στο Αφγανιστάν θα καταλάβαιναν τι συμβαίνει», υποστηρίζει.

Ο γιος του είναι 14 χρονών κι έχει μείνει έναν ολόκληρο χρόνο χωρίς σχολείο. Αυτή είναι η βασική του έγνοια. «Είμαι πολύ λυπημένος εδώ. Δε μπορούμε να κοιμηθούμε από τη ζέστη και το θόρυβο. Το παιδί πρέπει να πάει σχολείο, δεν γίνεται να μείνει έτσι. Δεν ξέρω τι να κάνω. Οι διακινητές μου είπαν ότι υπάρχει ένας νέος τρόπος να περάσουμε τα σύνορα. Ακούγονται πολλά όμως για ανθρώπους που το προσπάθησαν και δεν τα κατάφεραν, τους γύρισαν πίσω κακοποιημένους και χωρίς λεφτά. Αν ήμουν μόνος θα το ρίσκαρα. Με τη γυναίκα και το γιό μου φοβάμαι», λέει.

Φατονά, 34 ετών

Καθισμένη σε μια πετσέτα στο έδαφος, στη μικρή σκιά που κάνει ένα αυτοκίνητο για να προφυλαχθεί από τον ήλιο, η Φατονά παίζει με τους δύο γιους της σε μια προσομοίωση κανονικής οικογενειακής ζωής. Ο πιο πιτσιρικάς είναι γεμάτος τσιμπήματα από κουνούπια στα χέρια και το πρόσωπο. «Η σκηνή μας είναι εδώ έξω, μέσα δεν είχε χώρο αλλά τέτοια ώρα τη βλέπει ο ήλιος και δε μπορείς να σταθείς», μου λέει. Κατάγεται κι αυτή από τη Χεράτ. Δεν θέλει να μου πει λεπτομέρειες για τους λόγους που την ώθησαν να διασχίσει τα σύνορα. Αρκετοί από αυτούς τους ανθρώπους έχουν υποστεί τόσο μεγάλη βία που νιώθουν ότι οι διώκτες τους ακολουθούν παντού. «Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι ότι στο Αφγανιστάν η ζωή μας κινδύνευε», μου αναφέρει. Ο σύζυγός της ήταν ράφτης στην πατρίδα του και κάποτε είχαν μια συμπαθητική ζωή μ’ ένα σπίτι και μια μικρή φάρμα. Τα πούλησαν όλα για να εξασφαλίσουν τους πόρους που απαιτούνταν για να φτάσουν στην Ευρώπη.

Αυτό που θυμάται πιο έντονα από το ταξίδι είναι η λαχτάρα που πήρε στη βάρκα από την Τουρκία στην Ελλάδα. «Κουνούσε πάρα πολύ. Εγώ δεν ήξερα να κολυμπάω, κρατούσα σφιχτά το μικρότερό μου γιο και κοίταζα τον άνδρα μου που κρατούσε τον άλλον και μου έκανε νεύματα να καλμάρω. Κάποια στιγμή η βάρκα σταμάτησε και μείναμε στη μέση της θάλασσας. Οι στιγμές που περάσαμε εκεί μέχρι να έρθει το ελληνικό λιμενικό ήταν από τις χειρότερες της ζωής μου. Όταν πατήσαμε στη στεριά έκλαψα όσο μπορούσα για να φύγει από μέσα μου ο φόβος».

Η Φατονά και η οικογένειά της πέρασαν περίπου έναν μήνα στην Ειδομένη περιμένοντας να ανοίξουν τα σύνορα. Μια μέρα –όπως διηγείται– ο πεθερός της πονούσε έντονα στο στήθος, ειδοποίησαν τους γιατρούς και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι αντιμετωπίζει καρδιακό πρόβλημα. Στη συνέχεια ήρθαν στην Αθήνα και ο πεθερός της νοσηλεύεται σ’ ένα μεγάλο δημόσιο νοσοκομείο, περιμένοντας μιαν ακόμα επέμβαση καρδιάς. Κάπως έτσι βρέθηκε εδώ. «Το βασικότερο πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε έναν ιδιωτικό χώρο εδώ, έχεις την αίσθηση διαρκώς ότι σε παρακολουθεί ο οποιοσδήποτε. Το βράδυ είναι κάπως πιο υποφερτά γιατί πέφτει ο ήλιος. Βέβαια η φασαρία από τα αυτοκίνητα δεν σταματάει ποτέ. Απλά κάποια στιγμή τη συνηθίζεις», μου εξηγεί.

Ήθελε να πάει στη Γερμανία, όπου ζει εδώ και επτά χρόνια ο αδερφός της. «Ο αδερφός μου δουλεύει στη Γερμανία κι έχει μια καλή ζωή. Μας περίμενε για να μας βοηθήσει. Τώρα κάθε φορά που μιλάμε στο τηλέφωνο με πιάνουν τα κλάματα». Τον τελευταίο καιρό τους έχουν προσεγγίσει διακινητές, τάζοντάς τους ότι με 1.000 δολάρια το άτομο θα τους περάσουν από την Πάτρα στην Ιταλία. Μου ομολογεί ότι αν δεν ανοίξουν τα σύνορα, θα το δοκιμάσουν. «Δηλαδή δεν σ΄ αρέσει καθόλου να μένεις στην Ελλάδα;» τη ρωτώ. «Όχι, δεν μ’ αρέσει. Δεν έχω πρόβλημα με τη χώρα και οι Έλληνες μας έχουν φερθεί καλά. Πουθενά όμως δεν είναι ωραία αν δεν έχεις σπίτι και δουλειά», απαντά.

Χαμίς, 18 ετών

Ο Χαμίς είναι από αυτούς που έχουν στήσει τη σκηνή τους μέσα στις εγκαταστάσεις του παλιού αεροδρομίου. Το περιβάλλον είναι τόσο πνιγηρό που προτιμάμε να βγούμε έξω για να μιλήσουμε. Είναι μια από τις καλές μέρες του Ιουλίου, όπου η υποψία ενός ελαφρού αέρα σε κάνει κάπως να αναθαρρείς. Μου λέει ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια πόλη κοντά στα σύνορα με το Τατζικιστάν. Η μητέρα του πέθανε πριν πέντε χρόνια βαριά άρρωστη και πριν δύο χρόνια την ακολούθησε και ο πατέρας του. Απολύτως μόνος πλέον, χωρίς αδέρφια, αναγκάστηκε να σταματήσει το σχολείο και να κάνει ευκαιριακά μεροκάματα κυρίως σε οικοδομές για να μαζέψει λίγα χρήματα. «Δεν υπήρχε τίποτα πλέον να με κρατήσει στο Αφγανιστάν. Μόλις συγκέντρωσα τα χρήματα, έφυγα. Το πιο δύσκολο κομμάτι του ταξιδιού ήταν στα σύνορα με το Ιράν. Εκεί οι φύλακες πυροβολούσαν και αρκετός κόσμος τραυματίστηκε. Μετά πήγα στην Τουρκία, έδωσα 900 δολάρια και πέρασα στη Λέσβο».

Μου απευθύνεται πάντα με κατεβασμένο βλέμμα, απόρροια ενός συνδυασμού δομικής συστολής και βαθιά εμπεδωμένης μοναχικότητας. Ξαναβρίσκει όμως κάτι από τον χαμένο ενθουσιασμό της εφηβείας του όταν αναφέρεται στη Γαλλία, τη δική του φανταστική Ιθάκη. «Θέλω να πάω στη Γαλλία. Δεν έχω ούτε συγγενείς, ούτε φίλους. Απλά μου αρέσει. Την έχω φανταστεί σαν μια όμορφη χώρα που θα είμαι ασφαλής και θα μαθαίνω νέα πράγματα. Ιδανικά θα ήθελα να σπουδάσω. Μικρός πίστευα ότι θα γίνω γιατρός. Ξέρω ότι είμαι μεγάλος πια γι αυτό, αλλά θα ήθελα να σπουδάσω κάτι και να μάθω γαλλικά».

Ο Χαμίς ταξίδευε μ’ έναν φίλο του. Όπως μου είπε ο φίλος του βαρέθηκε να περιμένει, πλήρωσε έναν διακινητή και κατάφερε να φτάσει στην Ιταλία. «Εγώ δυστυχώς δεν έχω λεφτά να πληρώσω. Εύχομαι μόνο να ανοίξουν ξανά τα σύνορα, γιατί εδώ δεν έχω τίποτα να κάνω. Τρώω και κοιμάμαι ή προσπαθώ να κοιμηθώ γιατί δεν αντέχω την άσχημη μυρωδιά που βγαίνει από την τουαλέτα. Το μοναδικό ωραίο πράγμα που κάνω καμιά φορά είναι να πηγαίνω μέχρι την παραλία, αλλά όταν έχει πολύ κόσμο το αποφεύγω», λέει. Τον ρωτώ αν θυμάται καθόλου πώς ήταν όταν ξεκίνησε ο πόλεμος. Η απάντηση του είναι τόσο αληθινή που επιφέρει αναπόφευκτα μιαν αμήχανη σιωπή: «Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ακριβώς ξεκίνησε ο πόλεμος, γιατί δεν τελείωσε ποτέ».

Ουαχίκα, 40 ετών και Σούμα, 17 ετών

Ελάχιστα μέτρα από την ακατάσχετη κίνηση της Ποσειδώνος η Σούμα έχει στήσει ένα υπαίθριο κουζινάκι και μαγειρεύει πατάτες με ρύζι. Καθόμαστε στους ξύλινους σκελετούς δύο παλιών πολυθρόνων με φόντο δεκάδες ειρωνικά κόκκινα χείλη απλωμένα σ’ ένα λευκό σεντόνι. Κατάγεται από το Μπαρλόν του Αφγανιστάν, εκεί πήγε επτά χρόνια στο σχολείο, μετά ήρθαν οι Ταλιμπάν που ενοχλούσαν τα κορίτσια και σταμάτησε. Μεγάλωσε επί της ουσίας με τη μητέρα και τα δύο αδέρφια της. Ο πατέρας της δολοφονήθηκε μυστηριωδώς όταν ήταν πέντε ετών. «Μια μέρα ήρθαν στο σπίτι και με ειδοποίησαν ότι ο άνδρας μου σκοτώθηκε. Δεν πρόλαβα ούτε να τον αποχαιρετήσω», λέει η μητέρα της, Ουαχίκα. Είναι μια γυναίκα μόλις 40 ετών που φαίνεται 55. Όλοι οι άνθρωποι εδώ φαίνονται πολύ μεγαλύτεροι απ’ ότι είναι, ο χρόνος βαραίνει διαφορετικά πάνω τους, ζωγραφίζει ανάγλυφα το αποτύπωμα της δυστυχίας και της κακουχίας που έχουν υποστεί.

«Όταν γεννήθηκα εγώ είχαμε πόλεμο με τη Ρωσία. Όταν γεννήθηκε η κόρη μου είχαμε πόλεμο με την Αμερική. Η ειρήνη είναι λέξη που μάθαμε από τα βιβλία. Και η κατάσταση χειροτερεύει. Ξεφυτρώνουν συνέχεια μικρές τρομοκρατικές ομάδες, ικανές για κάθε είδους βία και απειλή. Παλιά στο Αφγανιστάν δεν είχαμε επιθέσεις αυτοκτονίας. Αυτό προκλήθηκε τα τελευταία χρόνια», υποστηρίζει η Ουαχίκα. Για την ίδια το να είναι επικεφαλής μονογονεϊκής οικογένειας στο βαθιά θεοκρατικό και πατριαρχικό πλαίσιο του Αφγανιστάν ήταν ακατόρθωτο. «Ήταν πολύ δύσκολο για μένα να μεγαλώσω μόνη μου τα παιδιά μου. Βρήκα δουλειά σε μια κυβερνητική υπηρεσία, υπό την εποπτεία κάποιων Γερμανών αξιωματούχων και οι Ταλιμπάν με εκβίαζαν διαρκώς ότι αν δε σταματούσα, θα με σκότωναν. Γι αυτό φύγαμε. Στα σύνορα συνέλαβαν τον ένα μου γιο και τον γύρισαν πίσω. Εμείς χαλάσαμε συνολικά 10.000 δολάρια από το Αφγανιστάν μέχρι εδώ για τρία άτομα».

Ακόμα κι εδώ η ζωή για δύο γυναίκες που ταξιδεύουν μόνες μ’ ένα νεαρό αγόρι είναι δύσκολη. Δεν υπάρχει κάποια ιδιαίτερη προστασία γι αυτές. «Ξέρουν ότι είμαστε μόνες μας και μας ενοχλούν συχνά. Ξυπνάμε και κοιμόμαστε με το φόβο. Κάνουμε μπάνιο μια φορά την εβδομάδα και φυλάει η μία την άλλη», μου εξηγούν. Το σφράγισμα των συνόρων και η παρατεταμένη παραμονή σ’ έναν τόσο ακατάλληλο χώρο, χωρίς καμία υπόσχεση απεγκλωβισμού, έχει ρίξει το ηθικό τους. «Εγώ δεν γυρίζω στο Αφγανιστάν. Αν δεν ανοίξουν τα σύνορα θα αυτοπυρποληθώ», μου λέει η Ουαχίκα στον αποχαιρετισμό, αλλά η έκκλησή της επικαλύπτεται από τον θόρυβο των διερχόμενων οχημάτων. Δυο διαφορετικοί κόσμοι, ένας πραγματικός κι ένας λησμονημένος, που συμβαδίζουν καθημερινά χωρίς να τέμνονται.

No man’s land

Ένα φωτογραφικό άλμπουμ για τους ξεχασμένους πρόσφυγες του Ελληνικού.
Γεννήθηκε (1977) στην Ελευσίνα. Σπούδασε φωτογραφία στη Focus. Οι φωτογραφίες του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικές και διεθνείς εκδόσεις (Spiegel, Die Zeit, Rolling Stones Magazine, Le Monde, Washington Post, International NY Times). Έχει κάνει αποστολές σε πολλές χώρες.
Έχει συνεργαστεί με το VICE, το Έψιλον της Ελευθεροτυπίας, το protagon.gr και από το 2012 με το ΒΗΜΑgazino. Συμμετείχε στην ερευνητική ομάδα για τα ντοκιμαντέρ Φυλές της Αθήνας (ΕΡΤ) και Beyond Gender Greece (ANT1). Τιμήθηκε με το Δημοσιογραφικό Βραβείο «Ελένη Βλάχου» 2013.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.