Πώς θα αλλάξει η στοά Μοδιάνο της Θεσσαλονίκης;

Σχεδόν εκατό χρόνια μετά την ανέγερσή της, η εμβληματική Αγορά Μοδιάνο της Θεσσαλονίκης έχει μια ευκαιρία να ανακτήσει την παλιά της αίγλη και να γίνει καταλύτης για την αστική αναγέννηση του κέντρου. Όμως το περίπλοκο ιδιοκτησιακό καθεστώς καθιστά δύσκολο το εγχείρημα της ανακαίνισης και αξιοποίησής της.
Χρόνος ανάγνωσης: 
13
'
[Sakis Mitrolidis/AFP]

Η στοά Μοδιάνο ανήκει εξ αδιαιρέτου σε 60 ιδιοκτήτες –όλοι τους έχουν ποσοστό 1%, πλην του δημοσίου, που μέχρι πρότινος κατείχε το 43,63%. Πριν ένα μήνα, αυτό το ποσοστό μεταβιβάστηκε μέσω του ΤΑΙΠΕΔ στην One Outlet, συμφερόντων Σάμι Φάις και Notos Com. Σήμερα, για πρώτη φορά μετά την πώληση, γίνεται γενική συνέλευση των ιδιοκτητών. Τα προβλήματα που πρέπει να λυθούν είναι πολλά και περίπλοκα.

Δεν έχεις χρόνο να διαβάσεις; Πάτα εδώ!

Η στοά Μοδιάνο είναι ένα από τα τοπόσημα της Θεσσαλονίκης. Χτισμένη το 1925 από τον διάσημο μηχανικό Ελί Μοδιάνο, της πάλαι ποτέ πλουσιότερης εβραϊκής οικογένειας της πόλης, τροφοδοτούσε με κρέας, ψάρια και εκλεκτά τρόφιμα τη μεσαία και ανώτερη τάξη και οι ταβέρνες της ήταν στέκια για καλλιτέχνες, διανοούμενους και πολιτικούς.
Τις τελευταίες δεκαετίες η Μοδιάνο είχε αφεθεί σε παρακμή, και κατέληξε φάντασμα του εαυτού της, έχοντας μόνο 17 μαγαζιά σε λειτουργία από τα 144. Πλέον ζωντανεύει μόνο την Πρωτοχρονιά και την Τσικνοπέμπτη, όταν στήνεται εκεί ένα από τα μεγαλύτερα γλέντια της πόλης.
Η πώληση του ποσοστού του δημοσίου στον επιχειρηματία Σάμι Φάις, ιδιοκτήτη ενός από τα μεγαλύτερα Mall της πόλης, γεννά ανησυχίες για το μέλλον της αγοράς, καθώς πλέον ο Φάις κατέχει το 44%, ενώ όλοι οι υπόλοιποι μικροϊδιοκτήτες από 1%. Ο επενδυτής όμως δεσμεύεται από τον νόμο, που δεν επιτρέπει άλλες χρήσεις πέραν της αγοράς τροφίμων. Τώρα, το πρόβλημα είναι ποιος θα πληρώσει τις αναγκαίες εργασίες συντήρησης και τη ριζική ανακαίνιση που σχεδιάζεται.

Ένα είναι βέβαιο: η στοά είναι διατηρητέα και ως προς την αρχιτεκτονική και ως προς τη χρήση της, οπότε πρέπει να παραμείνει αγορά τροφίμων. Το inside story περιφέρεται στους δαιδαλώδεις διαδρόμους, αναλύει το περίπλοκο ιδιοκτησιακό καθεστώς, μεταφέρει τις ανησυχίες των καταστηματαρχών και τα σχέδια της One Outlet για το μέλλον και κάνει μία αναδρομή στην ιστορία του κτιρίου.

Το περίπλοκο ιδιοκτησιακό

Η Κεντρική Αγορά Τροφίμων, που έμεινε γνωστή ως Αγορά ή Στοά Μοδιάνο, από το όνομα του κατασκευαστή και ιδιοκτήτη της, Ελί Μοδιάνο, εγκαινιάστηκε το 1925. Τα 144 καταστήματά της (με μέση επιφάνεια από 5 έως 50 τετραγωνικά το καθένα) νοικιάστηκαν σχεδόν αμέσως.

Ο πρώτος ενοικιαστής ήταν ο Ιορδάνης Νοταράς, όπως αφηγείται στο inside story ο εγγονός του, Γιάννης Νοταράς. «Ο παππούς μου είχε γνωριστεί με τον Μοδιάνο όταν κατασκευαζόταν η αγορά και έγιναν φίλοι, ερχόταν συχνά στο σπίτι μας. Ένα βράδυ πίνοντας ρετσίνα του λέει “Ιορδάνη θα σου δώσω μαγαζί να μπεις στην αγορά, για δυο χρόνια δεν θέλω να μου δίνεις ενοίκια. Μετά, αν η αγορά πιάσει τότε θα αρχίσεις να πληρώνεις”. Μπήκε πρώτος ο παππούς στην αγορά, άνοιξε καφεκοπτείο και μέσα σε πέντε μήνες γέμισαν όλα τα μαγαζιά. Για να τον ευχαριστήσει για το καλό “ποδαρικό”, του έδωσε το 2%».

Το καφεκοπτείο «Μέκκα» λειτουργεί επί 92 συναπτά χρόνια στη Μοδιάνο, πλέον από τον Γιάννη Νοταρά. Όταν κληρονόμησε το μερίδιό του στην Αγορά, έσπευσε να το παραχωρήσει στο ελληνικό δημόσιο, επειδή όπως λέει ο φόρος κληρονομιάς ήταν τεράστιος και το ιδιοκτησιακό καθεστώς πολύ περίπλοκο. Σήμερα, το νοικιάζει από το δημόσιο (πλέον τον Φάις) και τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες.

Πώς όμως κατέληξαν να είναι τόσο κατακερματισμένες οι ιδιοκτησίες; Ο Ελί Μοδιάνο πέθανε το 1968 άκληρος, και η περιουσία του πέρασε στη σύζυγό του Βικτώρια. Στην πορεία ο δικηγόρος της άρχισε να πωλεί μερίδια της Αγοράς, με βάση το παλιό ιδιοκτησιακό καθεστώς της «κοινωνίας δικαιώματος». Σύμφωνα με αυτό, ο κάθε αγοραστής γινόταν συνιδιοκτήτης εξ αδιαιρέτου.

Τα ποσοστά αυτά μεταβιβάστηκαν σε πολλούς κληρονόμους και κάπως έτσι βρέθηκαν 60 συνιδιοκτήτες, που κατείχαν εξ΄ αδιαιρέτου ποσοστά έως 1% του συνόλου της Αγοράς. Η δε ηλικιωμένη σύζυγος του Μοδιάνο, εξαιτίας κακής διαχείρισης, βρέθηκε με χρέη στην εφορία από τη μη απόδοση φόρων από τα ενοίκια και τις πωλήσεις μεριδίων. Έτσι, στις αρχές του 2000 το μερίδιο 43,63% που της είχε απομείνει κατασχέθηκε από το δημόσιο, πέρασε στην Κτηματική Εταιρεία του Δημόσιου και αργότερα στο ΤΑΙΠΕΔ.

Οι ενοικιαστές των καταστημάτων κατέθεταν το 43,63% του ενοικίου στα δημόσια ταμεία και τα υπόλοιπα τμηματικά, στους διαχειριστές που είχαν ορίσει οι μικροϊδιοκτήτες. Στις καλές εποχές η Μοδιάνο ήταν «χρυσωρυχείο» για τους καταστηματάρχες και γι’ αυτό τα ενοικιαστήρια δυσεύρετα και πανάκριβα. «Για να πάρεις μαγαζί περίμενες κάποιος από τους νοικάρηδες να βγει σύνταξη ή να πεθάνει… Για να μην μας δουν και μαθευτεί, κλείναμε ραντεβού εκτός του κέντρου της Θεσσαλονίκης, για να συμφωνήσουμε τον “αέρα” που θα πληρώναμε στον προηγούμενο ενοικιαστή. Και πάνω στο ενοίκιο πληρώναμε 20% για κοινόχρηστα. Ήταν πολλά λεφτά», λέει στο inside story o Χρήστος Γκόσιος. Για το αρτοποιείο που διατηρεί στη Μοδιάνο νοίκιασε δύο μαγαζιά και τα ένωσε, πληρώνοντας μόνο για «αέρα» 19 εκατ. δραχμές στις αρχές της δεκαετίας του ’90.

Σήμερα, ο ένας μετά τον άλλον οι εναπομείναντες ενοικιαστές λαμβάνουν ειδοποιητήρια έξωσης, καθώς στην πλειονότητά τους οφείλουν μισθώματα ων ουκ έστιν αριθμός. Οι λιγοστοί συνεπείς ανησυχούν ότι θα αναγκαστούν και αυτοί να εγκαταλείψουν την επαγγελματική τους στέγη των τελευταίων 30 χρόνων, καθώς η ανακαίνιση που σχεδιάζει ο επενδυτής θα είναι ριζική και θα κρατήσει μήνες, είναι δε πολύ πιθανό τα ενοίκια της ανακαινισμένης αγοράς να είναι απλησίαστα γι' αυτούς.

Κατά της ιδιωτικοποίησης μίας... ιδιωτικής αγοράς

Ήταν βέβαια καιρός να αλλάξει κάτι. Τις τελευταίες δεκαετίες, πολλοί από τους ενοικιαστές μετακόμισαν σε πιο μεγάλα μαγαζιά με βιτρίνα και η στοά άρχισε να αδειάζει σταδιακά. Σκοτεινή και σκονισμένη σήμερα, έχει μόλις 17 μαγαζιά σε λειτουργία.

Την περίοδο που η Θεσσαλονίκη προετοιμαζόταν για να «στεφθεί» τον τίτλο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, διατυπώθηκαν μεγαλόπνοα σχέδια για τη Μοδιάνο. Tο μεγαλύτερο μέρος των κονδυλίων που διατέθηκαν, ύψους 300 εκατ. δραχμών, απορρόφησε η μελέτη, την οποία όσο κι αν έψαξε δεν βρήκε ποτέ ο διαχειριστής του ακινήτου (και εκπρόσωπος της πλειοψηφίας των ιδιοκτητών), δικηγόρος Μάρκος Τρέμμας. Οι εργασίες αποκατάστασης της ξύλινης οροφής έμειναν στη μέση, καθώς στο μεταξύ εξαντλήθηκαν τα κονδύλια, και έτσι η μισή στέγη μπαλώθηκε με λαμαρίνες.

Τα επόμενα χρόνια, η πρόταση του Οργανισμού Λαϊκών Αγορών για αξιοποίηση της αγοράς έπεσε στο κενό, όπως και η προσπάθεια ιδιώτη να πετύχει μακροχρόνια μίσθωση. Η συνεννόηση μεταξύ εξήντα ιδιοκτητών (ένας εκ των οποίων το κράτος) κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν. Έτσι, η Αγορά αφέθηκε να ρημάζει, χωρίς θωράκιση απέναντι στη φθοροποιό επίδραση του χρόνου, με τα καταστήματα να χάσκουν ερειπωμένα.

Το 2013 το ΤΑΙΠΕΔ ανακοίνωσε ότι σκόπευε να πουλήσει το 43% της αγοράς που του ανήκε. Η αγορά είναι τόσο συνυφασμένη με την ιστορία της Θεσσαλονίκης, που στη συνείδηση των περισσότερων ήταν ένα δημόσιο κτίριο. Έτσι, η προσπάθεια πώλησής της προκάλεσε αντιδράσεις «κατά της ιδιωτικοποίησης» –κι ας λειτουργούσε πάντα ως ιδιωτική αγορά.

«Το να ξεπουλάς υπό το κράτος του “επείγοντος” την πολιτισμική και ιστορική κληρονομιά σου δείχνει πόσο μικρόψυχη, στενή κι εν τέλει επαρχιώτικη είναι η λογική της κυβέρνησης», έγραφε τότε ο συντονιστής Παιδείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού του ΣΥΡΙΖΑ, Τάσος Κουράκης.

«Το ΤΑΙΠΕΔ βγάζει στο σφυρί την ίδια την ιστορία της πόλης, καθώς τόσο σε γεωγραφικό όσο και πολιτιστικό επίπεδο από την εποχή της ανέγερσής της η Στοά Μοδιάνο αποτελεί ένα από τα εντυπωσιακότερα κτίρια της Θεσσαλονίκης, λειτουργώντας ως το κέντρο της εμπορικής κίνησης της πόλης, σήμα κατατεθέν της», έλεγε το τμήμα Τέχνης και Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ Θεσσαλονίκης, που μαζί με τη δημοτική κίνηση «Θεσσαλονίκη Ανοιχτή Πόλη» πραγματοποίησαν το 2014 μουσική διαμαρτυρία στο σημείο.

Τελικά, επί των ημερών της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ προκηρύχτηκε ο διαγωνισμός. Ο πρώτος ενδιαφερόμενος ήταν το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, που θέλησε έτσι να σώσει τα αποθεματικά του από νέο κούρεμα, πλην όμως διαπίστωσε ότι εκ του καταστατικού του δεν μπορούσε να προχωρήσει σε μια τέτοια κίνηση.

Όταν τελικά ανακοινώθηκε η μία και μοναδική προσφορά, της One Outlet (1,9 εκατ. ευρώ έναντι αποτίμησης 1,75 εκατ. ευρώ), ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου Μιχάλης Ζορπίδης χαρακτήρισε την εξέλιξη αρνητική για την αγορά Μοδιάνο και την πόλη της Θεσσαλονίκης, γιατί «το τίμημα που προσέφερε ο προτιμητέος επενδυτής είναι εξαιρετικά χαμηλό για το μέγεθος της επένδυσης και τις προοπτικές που μπορεί να έχει».

Παρόλα αυτά, πριν από έναν ακριβώς μήνα ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση του ακινήτου.

«Eίναι ένα τοπόσημο και η αποκατάστασή του θα λειτουργήσει ως καταλύτης για την αναβάθμιση της γύρω περιοχής, που τα τελευταία χρόνια είναι αρκετά υποβαθμισμένη» λέει στο inside story ο πρόεδρος του Τμήματος Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής του Α.Π.Θ. Νίκος Καλογήρου. «Είναι σχετικά εύκολο να ανακτήσει την αίγλη που είχε το Ιστορικό Κέντρο της Θεσσαλονίκης, να γίνει πόλος έλξης και για νεότερες γενιές. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εκσυγχρονιστούν οι λειτουργίες του. Αν αυτό το εγχείρημα καταφέρει να συνδεθεί με τον τουρισμό αλλά και την εξυπηρέτηση των πολιτών της Θεσσαλονίκης, νομίζω ότι θα έχει επιτυχία», προσθέτει.

Τα σχέδια της One Outlet

Το 1,9 εκατ. ευρώ που πλήρωσε η One Outlet φαντάζει πράγματι λίγο, για ένα κτίριο 2.707 τ.μ. (700 ευρώ/τ.μ.) στην καρδιά της Θεσσαλονίκης. Βέβαια η εταιρεία δεν αγόρασε ολόκληρη την Αγορά, αλλά ένα μειοψηφικό ποσοστό της (43,63%). Επιπλέον, θα χρειαστεί να γίνουν εργασίες δομικής αποκατάστασης καθώς, σύμφωνα με έκθεση της πολεοδομίας, «οι κτιριακές εγκαταστάσεις της Στοάς παρουσιάζουν επικινδυνότητα δομική». Χρειάζεται και αντικατάσταση δικτύων και αρχιτεκτονικές εργασίες, που θα πρέπει πρώτα να εγκριθούν από την Εφορεία Νεοτέρων Μνημείων. Για όλα αυτά η εταιρεία υπολογίζει ότι θα χρειαστούν περί τα 5 εκατ. ευρώ επιπλέον του τιμήματος αγοράς.

Εντός της Μοδιάνο δεν μπορεί να αναπτυχθεί ένα πολυκατάστημα τύπου Mall (κάτι που θα ήταν αναμενόμενο από την One Outlet, που αντιπροσωπεύει μεγάλα brands στην Ελλάδα και λειτουργεί ήδη ένα πολυκατάστημα στη Δυτική Θεσσαλονίκη), γιατί η αγορά είναι διατηρητέα και ως προς τη χρήση. «Επομένως η οποιαδήποτε φημολογία για μετατροπή της Aγοράς Μοδιάνο σε πολυκατάστημα λιανικής και εμπορίας ρούχων ή οτιδήποτε άλλο, είναι μάλλον κακόβουλη και μακριά από τους σχεδιασμούς μας και την πραγματικότητα», ξεκαθαρίζει στο inside story ο επικεφαλής του επιχειρηματικού σχήματος Σάμι Φάις.

Ακριβώς δίπλα εξάλλου βρίσκεται ή Νέα Αγορά, ένα επίσης εγκαταλειμμένο κτίριο, που ανήκει κατά μεγάλο ποσοστό στην Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης (ΙΚΘ) και δεν είναι διατηρητέα όπως η Μοδιάνο, άρα εκεί θα μπορούσε να αναπτυχθεί ένα mall. Αν και η ΙΚΘ εμμέσως πλην σαφώς έχει εκφράσει ενδιαφέρον για αξιοποίηση του ακινήτου από την One Outlet, η πλευρά Φάις απορρίπτει (προς το παρόν) αυτό το ενδεχόμενο, εστιάζοντας αποκλειστικά στη Μοδιάνο.

«Είναι προφανές ότι θα σεβαστούμε απολύτως όλες τις αποφάσεις του Υπουργείου Πολιτισμού και θα εργαστούμε σε στενή συνεργασία με την Εφορεία Νεότερων Μνημείων Θεσσαλονίκης, έτσι ώστε να βρεθούν οι βέλτιστες τεχνικές και οικονομικές λύσεις, αφενός για να διατηρηθεί ο παραδοσιακός χαρακτήρας της Στοάς ως αγοράς τροφίμων, αλλά με σύγχρονες υποδομές, όπως συμβαίνει σε αντίστοιχες αγορές του εξωτερικού τις οποίες θεωρούμε πρότυπα, όπως η Saint Miguel στην Μαδρίτη και οι αντίστοιχες της Βαρκελώνης», προσθέτει ο Φάις.

Τα σενάρια για τους μικροϊδιοκτήτες

Σήμερα συγκαλείται η γενική συνέλευση των ιδιοκτητών, προκειμένου να ληφθούν οι αναγκαίες αποφάσεις για την αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων που εντόπισε η Πολεοδομία και τη συμμετοχή όλων στις δαπάνες. Τα ερωτήματα είναι πολλά: θα μπορέσουν οι μικροϊδιοκτήτες να συμμετάσχουν στα σχέδια αποκατάστασης και ανακαίνισης της αγοράς; Θα εξαγοράσει η «Οne Outlet» κάποια από τα ποσοστά των μικροϊδιοκτητών; Ή μήπως θα τα αποκτήσει έναντι του κόστους αποκατάστασης της Αγοράς, στο ποσοστό που αναλογεί στον κάθε ιδιοκτήτη;

«Δεν αποτελεί προϋπόθεση για μας η απόκτηση συγκεκριμένου ποσοστού για να προχωρήσουμε στην υλοποίηση της επένδυσής μας. Έχουμε ήδη συναντήσει ή έρθει σε επαφή σχεδόν με το σύνολο των συνιδιοκτητών του ακινήτου. Τους έχουμε εξηγήσει τις προθέσεις μας και το μοντέλο λειτουργίας της αγοράς και τους έχουμε προτείνει διάφορες μορφές συνεργασίας. Προφανώς θα κληθούν όλοι να συνεισφέρουν την αναλογία τους στην επένδυση και να αποκομίσουν τα οφέλη από την αξιοποίησή της», λέει ο κ. Φάις, προσθέτοντας: «Έχουμε μάθει να επιχειρούμε σε πολυμετοχικά σχήματα και πιστεύουμε ότι θα καταφέρουμε να συνεννοηθούμε με όλους για το κοινό καλό των ιδιοκτητών και της πόλης».

Οι ιδιοκτήτες από την πλευρά τους κάνουν αναγωγές, προσθέτουν, αφαιρούν και προβληματίζονται. Με βάση την προσφορά της One Outlet για την απόκτηση του 43,63%, οι μερίδες του 1% που κατέχουν αντιστοιχούν σε ποσά που δεν ξεπερνούν τις 45.000 ευρώ. Αυτό ακριβώς όμως είναι και το ποσό που αντιστοιχεί στο 1% της προϋπολογισθείσας δαπάνης ανακαίνισης, συνολικού ύψους 4,5 εκατ. ευρώ.

Σύμφωνα με πληροφορίες του inside story, αρκετοί ιδιοκτήτες προτίθενται να πουλήσουν το μερίδιό τους στην One Outlet και να αποχωρήσουν. Άλλοι σκοπεύουν να πουλήσουν ένα ποσοστό, για να καλύψουν μέρος των εξόδων ανακαίνισης και ταυτόχρονα να παραμείνουν συνιδιοκτήτες της Αγοράς.

Ο μοναδικός ιδιοκτήτης που ταυτόχρονα διατηρεί και κατάστημα στη Μοδιάνο είναι ο κρεοπώλης Μιχάλης Γκόσης.

Πλέον το κατάστημα πέρασε στα παιδιά του και ο ίδιος ανησυχεί για το τι μέλλει γενέσθαι. «Η τιμή είναι πολύ χαμηλή, είναι εξευτελιστική και κανένας δεν το δέχεται», λέει στο inside story. Πάντως και ο ίδιος παραδέχεται ότι «το καλύτερο είναι να γίνει ανακαίνιση γιατί η αγορά είναι σε πολύ κακά χάλια. Εγώ δέχομαι να συμμετάσχω στα έξοδα ανακαίνισης, με βάση ό,τι αντιστοιχεί στο ποσοστό μου για να το κρατήσω. Είμαι πάνω από 50 χρόνια στην αγορά και θέλω να μείνουν και τα παιδιά μου».

Τι θα γίνει αν κάποιος από τους εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτήτες δεν θέλει ούτε να πουλήσει το ποσοστό του αλλά ούτε και να συμμετάσχει στα έξοδα ανακαίνισης; Το πιθανότερο είναι, εφόσον το 51% των ιδιοκτητών συμφωνήσει στην ανακαίνιση, να προχωρήσει η επένδυση και στη συνέχεια να γίνουν αγωγές για να διεκδικηθούν τα ποσά συμμετοχής από τους υπολοίπους ή εναλλακτικά να συμψηφιστούν με το ποσοστό τους στην Αγορά Μοδιάνο. Ο δρόμος πάντως θα είναι μακρύς.

Η ιστορία των Μοδιάνο και η κατασκευή της στοάς

Κατά τον 19ο αιώνα η οικογένεια Μοδιάνο ήταν από τις πλουσιότερες όχι μόνο της Θεσσαλονίκης αλλά και ολόκληρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. O τραπεζίτης Σαούλ Μοδιάνο, παππούς του διάσημου μηχανικού Ελί Μοδιάνο, που κατασκεύασε τη στοά, ήταν ένα από τα πιο γνωστά πρόσωπα της αναδυόμενης μεγαλοαστικής τάξης της πόλης και ο πλουσιότερος Εβραίος της Θεσσαλονίκης.

Το οικογενειακό δέντρο των Μοδιάνο είχε φτάσει τα 3.200 ονόματα μέχρι το 2012, μεταξύ των οποίων βρισκόταν και του διάσημου Ιταλού ζωγράφου Μοντιλιάνι και του Γάλλου λογοτέχνη Πατρίκ Μοντιανό, που έλαβε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2014. Την τελευταία δεκαετία, 140 μέλη της οικογένειας καθιέρωσαν τακτικά reunion σε πόλεις-σταθμούς για την ιστορία της οικογένειας. Μια τέτοια συνάντηση πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 22 Ιουνίου 2007 και όπως ήταν αναμενόμενο οι συγγενείς γευμάτισαν στις ταβέρνες της Αγοράς Μοδιάνο.

O Ελί, που γεννήθηκε το 1881, σπούδασε στο Παρίσι και αφού γύρισε στη Θεσσαλονίκη ανέλαβε τον σχεδιασμό πολλών δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων. Άλλα έργα του είναι η «Έπαυλη Μοδιάνο» ή «Παλαιό Κυβερνείο» (1906) όπου σήμερα στεγάζεται το Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης, το εμβληματικό κτίριο του Τελωνείου (1910) που ήταν μάλιστα το πρώτο κτίριο στη Θεσσαλονίκη χτισμένο με σκελετό από οπλισμένο σκυρόδεμα, το ξενοδοχείο «Λουξεμβούργο» και το κτίριο «Άτλας».

Το 1922, μαζί με τον αρχιτέκτονα Ζακ Ολιφάν, ζήτησαν άδεια για την ανέγερση της «Κεντρικής Στοάς Τροφίμων». Η κατασκευή ξεκίνησε το 1922 και ολοκληρώθηκε το 1925. Τα εγκαίνια της Αγοράς Μοδιάνο έγιναν στις 26 Μαρτίου 1925. Όπως περιγράφει ο λαογράφος Κώστας Τομανάς, οι μπάντες Σπεράντζα και Μακάμπη έπαιζαν μουσική μέχρι αργά το βράδυ στο φωταγωγημένο ισόγειο, τα γκαρσόνια σέρβιραν σαμπάνια και μαύρο χαβιάρι στους επισήμους, προσφορά της αποθήκης τροφίμων Μπέζα και Ρέβαχ, ενώ οι λαϊκοί τύποι που βρέθηκαν στα εγκαίνια αρκέστηκαν σε αυγά χαμινάδος, τουρσιά, αλλαντικά του Τσοχατζόπουλου και του Γιαννιώτη και ούζο Ναχμίας…

Ιστορίες από την αγορά

Στο κέντρο ήταν τα κρεοπωλεία, αριστερά και δεξιά τα παντοπωλεία και τα ιχθυοπωλεία. Η Μοδιάνο ήταν η αγορά που τροφοδοτούσε με εκλεκτά τρόφιμα κυρίως τη μεσαία και ανώτερη τάξη οι τιμές της δεν ήταν για τη φτωχολογιά, που ψώνιζε από το γειτονικό Καπάνι. Ο Μιχάλης Γκόσης από πιτσιρικάς βοηθούσε στο μαγαζί του πατέρα του και θυμάται πως « οι διάδρομοι της αγοράς ήταν φρακαρισμένοι, έσπρωχνες για να περάσεις». Κι ο Χρήστος Γκόσιος που μετά το σχολείο κατέβαινε να δουλέψει στην οικογενειακή επιχείρηση, θυμάται πως τα Σάββατα έφευγε στις 11 το βράδυ, για να προλάβει το τελευταίο αστικό, τόση δουλειά είχε η Μοδιάνο.

Ο ιστορικός Μάρκ Μαζάουερ περιγράφει στον πρόλογο του βιβλίου του «Πόλη των Φαντασμάτων» τις πρώτες εντυπώσεις από την επίσκεψή του στην Θεσσαλονίκη, και η Αγορά Μοδιάνο δεν θα μπορούσε να λείπει από μια τέτοια περιγραφή: «Οι πολύβουες στοές της αγοράς παρείχαν ίσκιο καθώς άνοιγα δρόμο μέσα από καρότσια φορτωμένα ως πάνω με σύκα, ξηρούς καρπούς, ιμιτασιόν σινιέ πουκάμισα και πειρατικές κασέτες. Το μπουζούκι του Τσιτσάνη τσίτωνε τα φτηνιάρικα ηχεία των πωλητών, δίχως όμως να μπορεί να παραβγεί με το κλαρίνο και το νταούλι που παίζαν τα γυφτάκια ξεκουφαίνοντας τους συνωστισμένους θαμώνες των ουζερί στην Αγορά Τροφίμων Μοδιάνο. Γύρω από τα τραπεζάκια της “Μυροβόλου Σμύρνης”, που με τ’ όνομά της θύμιζε τις δόξες και τις συμφορές του ελληνισμού της Ανατολής, το τσίπουρο και οι μεζέδες έκαναν πιο εύκολη τη μετάβαση από τη δουλειά στον μεσημεριανό ύπνο. Είδα άραγε στ’ αλήθεια μία αρκούδα να χορεύει για τους περαστικούς στην κρεαταγορά;».

Σταδιακά πλάι στα καταστήματα τροφίμων άρχισαν να ανοίγουν και ταβερνάκια, όπου αστοί και διανοούμενοι ανακάλυπταν τη γοητεία της λαϊκότητας. Εκεί στήθηκαν για πολλά χρόνια αυτοσχέδια γλέντια με μουσικούς του δρόμου, που έχουν μείνει αλησμόνητα. Ο «εξωτισμός» που απέπνεε η Μοδιάνο γοήτευε τους επισκέπτες από την Αθήνα που ανέβαιναν στη Θεσσαλονίκη, ιδίως σε μέρες Διεθνούς Έκθεσης ή Φεστιβάλ Κινηματογράφου και έφευγαν με αναμνήσεις από κάποιο θρυλικό γλέντι στις ταβέρνες της.

Η «Μυροβόλος Σμύρνη» ήταν για χρόνια (έκλεισε πριν από μερικούς μήνες) ένα από τα ιστορικά στέκια της στοάς, που ενέπνευσε τον Αργύρη Μπακιρτζή για το εξώφυλλο του δίσκου των Χειμερινών Κολυμβητών «Από το Πάρκο στη Μυροβόλο», ενώ τα σουτζουκάκια ήταν από μόνα τους… πηγή έμπνευσης για τους αμέτρητους θαμώνες της. Τα γειτονικά «Βομβίδια» και το «Ουζερί Πέτρος» ήταν για μία περίπου εικοσαετία στέκια πολιτικής ζύμωσης, με τακτικούς θαμώνες τον Άκη Τσοχατζόπουλο και τον Στέλιο Παπαθεμελή.

Ο Κώστας Σημίτης, ο Κώστας Λαλιώτης και ο Κώστας Καραμανλής, η Αλέκα Παπαρήγα, ο Χαρίλαος Φλωράκης και ο Λεωνίδας Κύρκος, όλοι έδωσαν τα διαπιστευτήριά τους. Στις στοές της Μοδιάνο τραγούδησε η Γιασμίν Λεβή για τα γυρίσματα της ταινίας «Καναρίνι μου Γλυκό» για τη ζωή της Ρόζας Εσκενάζι, ενώ ο Τζόν Μάλκοβιτς, προσκεκλημένος του 48ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου εθεάθη στο μπαρ «Στοά» της Αγοράς Μοδιάνο.

Ακόμα και σήμερα, κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς έξω από τη Μοδιάνο στήνεται το πιο μεγάλο υπαίθριο γλέντι της πόλης, με κλαρίνα, νταούλια και χάλκινα, τσίπουρα και μεζέδες στο πόδι, και από το μεσημέρι μέχρι μετά τα μεσάνυχτα η οδός Βασιλέως Ηρακλείου παραμένει αδιάβατη για τα αυτοκίνητα. Όμως τις υπόλοιπες 364 μέρες του χρόνου η Μοδιάνο παραμένει φάντασμα του παλιού καλού της εαυτού.

Ο χρόνος θα δείξει αν ο νέος επενδυτής θα καταφέρει να ξαναδώσει ζωή στο διατηρητέο κτίριο, διατηρώντας ταυτόχρονα τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του, που φέρει τη σφραγίδα ενός αιώνα ιστορίας της Θεσσαλονίκης.

Γεννήθηκε στην Καβάλα το 1976 και ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Ευρωπαϊκό Πολιτισμό στο ΕΑΠ και Δημοσιογραφία και Νέα Μέσα στο ΑΠΘ. Για επτά χρόνια εργάστηκε σε τοπικά ΜΜΕ της Καβάλας. Από το 2007 γράφει στη «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.