Περάσαμε δύο μέρες στα Ασφαλιστικά Μέτρα της Ευελπίδων
Στις 9:00 ακριβώς οι καρέκλες άρχισαν να τρίζουν – με την κυριολεκτική έννοια του όρου, καθώς οι υποθέσεις δεν αφορούσαν άτομα σε θέσεις θεσμικής εξουσίας. Ήταν το τρίξιμο που προκάλεσε το κοινό της αίθουσας, καθώς σηκώθηκε σύσσωμο και συντονισμένα ως ένδειξη σεβασμού στη δικαστή, η οποία εμφανίστηκε από την εσωτερική πόρτα της πρώτης αίθουσας του Κτιρίου 5. Φορούσε λευκή μάσκα ΚΝ95 και κρατούσε έναν παχύ φάκελο με έγγραφα στο ένα χέρι και ένα στυλό Bic στο άλλο.
Στις συνεδριάσεις ασφαλιστικών μέτρων δεν υπάρχει ούτε εισαγγελέας, ούτε γραμματέας. Τα επιχειρήματά της, η κάθε πλευρά τα συνοδεύει με έγγραφους ισχυρισμούς που έχουν τρόπον τινά και ρόλο πρακτικών. Οι αποφάσεις ούτε ανακοινώνονται, ούτε εκδίδονται εκείνη τη μέρα.
Τα ασφαλιστικά μέτρα, από νομική άποψη, είναι ειδικές, ταχείες δικαστικές διαδικασίες για την προσωρινή προστασία δικαιωμάτων ή τη ρύθμιση καταστάσεων, όταν υπάρχει άμεσος κίνδυνος ή επείγουσα ανάγκη, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης. Στόχος τους είναι η αποτροπή ανεπανόρθωτης βλάβης, με προσωρινή ισχύ και χωρίς να επιλύεται οριστικά η διαφορά.
Για έναν δημοσιογράφο όμως, που μέσα από τις δικαστικές αίθουσες επιδιώκει να περιηγηθεί πίσω από τις κλειστές πόρτες των σπιτιών, η κάθε υπόθεση αποτελεί την περίληψη κάποιας οικογενειακής σύγκρουσης.
Το κοινό στα «ασφαλιστικά» αποτελείται από τους διαδίκους, τους μάρτυρες και τους δικηγόρους τους. Η φυσική τάση των διαδίκων να κάθονται στις δύο αντίθετες πλευρές της αίθουσας, στοιχισμένη η κάθε ομάδα πίσω από τη θέση των συνηγόρων της, εντείνει την εικόνα μιας πλαισιωμένης σύγκρουσης. Για τους συνηγόρους, όμως, τα ασφαλιστικά μέτρα μοιάζουν περισσότερο σαν σύντομα και ανώδυνα δικαστικά μπρα ντε φερ, άλλοτε σε κλίμα συναδελφικής άμιλλας και άλλοτε, όταν οι συνήγοροι ταυτίζονται με τα δίκια των εντολέων τους, εκπίπτοντας από κάθε ιερουργική επισημότητα.
Στην αίθουσα 1
Η δικαστής εκφωνούσε τον αριθμό της υπόθεσης και τα ονόματα των διαδίκων. Οι συνήγοροι έπαιρναν τις θέσεις τους εκατέρωθεν των πλευρών του εδωλίου και συστήνονταν ακολουθώντας το πρωτόκολλο αυτού του υπηρεσιακού τελετουργικού. Όνομα, αριθμός μητρώου και πόλη του Δικηγορικού Συλλόγου στον οποίον είναι εγγεγραμμένοι.
Το πρώτο ζευγάρι συνηγόρων, δύο γυναίκες περίπου στην ίδια ηλικία, φαίνεται πως κατόπιν προγενέστερης επικοινωνίας είχαν συμφωνήσει στην αναβολή της συζήτησης. Ο πελάτης της εξ αριστερών είχε πριν από λίγες μέρες χάσει τον πατέρα του.
«Συμφωνείτε με την αναβολή;» ρώτησε την αντίδικο συνήγορο, η δικαστής.
«Ναι, αλίμονο, ειδοποιήθηκα από τη συνάδελφο, ανθρώπινος είναι ο λόγος».
Η δικαστής όρισε νέα ημερομηνία για τον Ιούνιο.
«Όχι τόσο μεγάλη αναβολή, κυρία Πρόεδρε, χάνεται το νόημα των ασφαλιστικών μέτρων αν είναι να περιμένουμε μέχρι τότε. Δεν είχαμε υπολογίσει τόσο μεγάλη αναβολή όταν συμφωνήσαμε. Τι θα πω στην πελάτισσά μου τώρα;»
«Δηλαδή τελικά διαφωνείτε με την αναβολή;»
«Για τόσο μεγάλη, ναι, ανθρώπινος ο λόγος, δεν λέω, αλλά όχι τόσο μεγάλη αναβολή».
Πλέον ήταν αργά. Ο κύβος είχε ριφθεί και θα ριχνόταν άλλες πέντε φορές μετά από ισάριθμα και διαδοχικά αιτήματα αναβολών, μέχρι να φτάσει στην πρώτη υπόθεση που θα συζητούσε το δικαστήριο.
Μοναδικός μάρτυρας σε αυτήν, ο οποίος εξιστόρησε τα περιστατικά, ήταν ο σύζυγος μιας εξαπατημένης αδελφής.
Οι επιχειρήσεις της κουνιάδας και του μπατζανάκη πήγαιναν καλά. Τουλάχιστον έτσι φαινόταν καθώς η εταιρεία τους πουλούσε πολυτελή σκάφη. Τότε η αδελφή της συζύγου ζήτησε από τη μαμά της και την αδελφή της να μπουν εγγυήτριες σε ένα δάνειο. Αφελώς εκείνες δέχτηκαν και ενώ τους λέγανε ότι το δάνειο εξυπηρετείται κανονικά και δεν υπάρχει πρόβλημα, από το 2023 άρχισαν να τους επιδίδονται διάφορα έγγραφα τα οποία τους προκάλεσαν υποψίες. Στην αρχή το ζευγάρι ήταν καθησυχαστικό, «μέχρι που αυτοί έφυγαν στο εξωτερικό, και εμείς χάσαμε τον μπούσουλα. Πέρα από το οικογενειακό δράμα της προδοσίας, καθώς έχουν εξαφανιστεί, υπάρχει τώρα κι ένα χρέος».
Στην αίθουσα 3
Η διαδικασία διακόπηκε από μία κυρία, κάποια γραμματέα πιθανότατα, που μπήκε στην αίθουσα και ενημέρωσε τη δικαστή ότι ξεκινάει το «πολυμελές». Πήγα τότε στη διπλανή αίθουσα, όπου η δικαστής επίσης φορούσε μάσκα ΚΝ95, τη στιγμή που η συνήγορος της μίας πλευράς εξηγούσε ότι το αίτημα είναι η επαναφορά των παιδιών στο σπίτι που έμεναν με τη μητέρα τους στη Δροσιά. «Ο πατέρας δημιουργεί περιστατικά, κάνει συνεχώς ασφαλιστικά μέτρα μέχρι που της πήραν την επιμέλεια των παιδιών. Έχει χάσει την επαφή με τα παιδιά της ενώ ο πατέρας έχει όπλα στο σπίτι».
«Μα τα παιδιά δεν θέλουν να επιστρέψουν», λέει η συνήγορος της πλευράς του μπαμπά. «Επίσης, τα ασφαλιστικά μέτρα της απαγορεύουν να τα προσεγγίζει!»
Ο μάρτυρας από την πλευρά του μπαμπά, ένας άντρας γύρω στα τριάντα που φορούσε ζιβάγκο κάτω από το σακάκι ήταν γείτονας της οικογένειας. Έμενε εδώ και μία δεκαετία στη διπλανή μεζονέτα. Θα κατέθετε ως αυτήκοος και όχι ως αυτόπτης μάρτυρας, καθώς λόγω γειτνίασης μπορούσε να ακούσει τι γινόταν στο διπλανό σπίτι.
«Άκουγα τη μητέρα των παιδιών να ουρλιάζει στα ρωσικά και τα παιδιά να τρέχουν πανικόβλητα».
«Πώς ξέρετε ότι έτρεχαν πανικόβλητα αφού δεν βλέπατε;» τον διέκοψε η δικαστής.
«Άκουγα σκάλες».
«Αλλά δεν παρεμβαίνατε;»
«Δεν ήξερα ότι έπρεπε, δεν είχα την ηλικιακή ωριμότητα. Θεωρούσα ότι αν το πω στον σύζυγο θα δημιουργούσα πρόβλημα στο ζευγάρι».
Μία μέρα είδε το ένα παιδί γυμνό στην αυλή, το θέαμα τον σόκαρε, ντράπηκε και μπήκε στο σπίτι. Μία άλλη φορά πάλι, η μητέρα του μάρτυρα ρώτησε το παιδί τι σημάδι είναι αυτό στο χέρι, το παιδί απάντησε ότι το έκανε η μαμά του και όταν του είπε ότι θα έγινε σίγουρα κατά λάθος εκείνο της είπε ότι έγινε επίτηδες. Γινόταν μαινάδα, κοπάναγε πράγματα και τα παιδιά κλαίγανε πανικόβλητα. Σχεδόν μία φορά την βδομάδα γινόταν χαμός και μόνο όταν ο μπαμπάς επέστρεφε από τα επαγγελματικά του ταξίδια ηρεμούσαν τα πράγματα. Επιπλέον, η κυρία είχε φτιάξει και ένα παράνομο εκτροφείο σκύλων στην αυλή με περισσότερα από δέκα σκυλιά που προκαλούσε έντονη δυσοσμία.
«Πού ξέρετε ότι ήταν παράνομο; Ζητήσατε κάποια άδεια;»
«Δεν το ξέρω».
Επίσης, σημείωσε πως η μητέρα των παιδιών ήταν απαξιωτική προς τη χώρα μας και τους Έλληνες και έλεγε ότι με την πρώτη ευκαιρία θα επιστρέψει στη Ρωσία.
«Τι μήνας ήταν όταν είδατε γυμνό το παιδί;» τον ρώτησε η υπεράσπιση της μητέρας.
«Καλοκαίρι».
«Και πόσο χρονών ήταν τότε;»
«Πρέπει να ήταν οκτώ».
«Και είναι τόσο περίεργο που σας έκανε να ντραπείτε και να μπείτε στο σπίτι σας;»
«Ούρλιαζε και χτύπαγε την πόρτα. Ήταν σαν να ήταν τιμωρία».
Έπειτα του έδειξε τις φωτογραφίες από το εκτροφείο σκύλων και αφού ο μάρτυρας βεβαίωσε ότι πρόκειται για το ίδιο που είχε αναφέρει, η συνήγορος σχολίασε πως «εδώ στα σόσιαλ μίντια του μπαμπά έχει φωτογραφίες του στο ίδιο εκτροφείο και γράφει ότι είναι δικό του και ότι ετοιμάζει τα σκυλιά για αγώνες…».
Η μάρτυρας από την πλευρά της μαμάς, ήταν μία γυναίκα κάπου στα σαράντα, της οποίας τα παιδιά πήγαιναν στο ίδιο κολυμβητήριο εδώ και τέσσερα χρόνια. Πάντα μόνη της τα πήγαινε τα παιδιά και είχε έντονο ενδιαφέρον για αυτά. Πάντα ρωτούσε τη γνώμη των άλλων μαμάδων για φροντιστήρια, για γλώσσες και για δραστηριότητες. Ήταν πάντα πολύ τρυφερή. Τα παιδιά στο κολυμβητήριο τα βλέπουν κάθε μέρα εκατό άτομα γυμνά. Σημάδια δεν έχει δει κανείς.
«Έχει κάνει προσπάθειες να δει τα παιδιά και δεν την αφήνουν. Προσπάθησε να τα δει στο κολυμβητήριο και στο σκάκι, αλλά από τότε που τα πήρε ο πατέρας, σταμάτησαν τις δραστηριότητες».
«Εκτός από κολυμβητήριο και σκάκι, τι άλλες δραστηριότητες κάνανε τα παιδιά;», ρώτησε η συνήγορος της πλευράς του μπαμπά.
«Από όσο ξέρω μαθαίνουν, κινέζικα, αγγλικά και γερμανικά».
«Και χωράνε όλα αυτά σε ένα πρόγραμμα παιδιού;» διερωτήθηκε ρητορικά η συνήγορος προς επίρρωση των ισχυρισμών περί κακοποίησης.
Αφού συμφωνήθηκε η μέρα που η δικαστής θα εξέταζε ιδιωτικώς και τα παιδιά, πέρασε στην επόμενη υπόθεση όπου θα συζητιόταν τα ασφαλιστικά μέτρα ενός ιδιοκτήτη διαμερισμάτων που αξίωνε να μην τον πλησιάζει ο αντίδικος μάστορας.
Το θέμα, όπως το εξήγησε ο δικηγόρος του παθόντος, ήταν ότι κάποιος άλλος ιδιοκτήτης διαμερισμάτων της πολυκατοικίας, και κατόπιν από κοινού συμφωνίας, ανέλαβε την ανακαίνιση της ταράτσας και τη διαμόρφωσή της σε χώρο αναψυχής. Ο μάστορας στο πλαίσιο των εργασιών ξήλωσε τον ηλιακό θερμοσίφωνα του παθόντος, κάτι που προκάλεσε την αντίδρασή του και τα πράγματα φτάσανε σε σημείο ξυλοδαρμού του από τον μάστορα, το οποίο είναι καταγεγραμμένο και σε βίντεο.
«Το βίντεο ποιος το τραβούσε;» ρώτησε η δικαστής.
«Ο παθών».
«Δηλαδή έτρωγε ξύλο και τραβούσε βίντεο;»
«Τραβούσε έτσι κι αλλιώς για να καταγράψει συνολικά τα λάθη που έγιναν από τον μάστορα και ο μάστορας ενοχλήθηκε γιατί τραβούσε και τον ίδιο και του επιτέθηκε οπότε είναι καταγεγραμμένο… Τώρα φοβάται. Όποτε έρχεται ο μάστορας κρύβεται στα δωμάτιά του. Πρέπει να του επιβληθούν ασφαλιστικά μέτρα και να του απαγορευτεί να τον πλησιάζει και όχι να κρύβεται ο εντολέας μου μέχρι να τελειώσει το έργο!»
Δεν είχε φτάσει καν δώδεκα το μεσημέρι και οι υποθέσεις είχαν τελειώσει. Φεύγοντας ο μάστορας προσπαθούσε να πείσει τον συνήγορο ότι δεν χρειάζονται όλα αυτά και θα φροντίσει από μόνος του να κρατάει απόσταση. Το δικό μου πρόβλημα ήταν ότι με τόσες λίγες υποθέσεις δεν μπορούσε να βγει το κομμάτι μου και έπρεπε να πάω και την επόμενη μέρα να μαζέψω ιστορίες.
Η δεύτερη μέρα
Την επόμενη μέρα διάλεξα την αίθουσα 2 του Κτιρίου 13. Η συνεδρίαση και πάλι ξεκίνησε με τους συνηγόρους να ζητάνε αναβολές, να τις παίρνουν και να φεύγουν ευχαριστημένοι.
«Θα σας βάλω Παρασκευή στις 9:00», είπε η δικαστής σε κάποιον συνήγορο.
«Όχι τόσο νωρίς αν γίνεται, είναι μετά από την Τσικνοπέμπτη, πιο αργά αν μπορείτε να καθαρίσει λίγο το κεφάλι».
Η Πρόεδρος δέχτηκε γελώντας και απευθυνόμενη σε άλλον συνήγορο που είχε ζητήσει και εκείνος αναβολή είπε: «Εσάς πιο ήσυχο σας βλέπω, θα βάλω εσάς στις 9:00».
Η πρώτη υπόθεση της ημέρας, ένας μπαμπάς που ήθελε να πάρει την επιμέλεια του τρίχρονου παιδιού από τη μαμά. Τα επιχειρήματα, σύμφωνα με τον αδελφό του που κατέθεσε ως μάρτυρας από την πλευρά του, ήταν ότι βγάζει περισσότερα λεφτά και έχει πιο ευέλικτο πρόγραμμα. Επιπλέον μπορεί να βοηθάει και η μητέρα τους.
«Η μητέρα σας μένει μόνη της;» ρώτησε η συνήγορος από την πλευρά της μαμάς.
«Όχι, μένει με τη μητέρα της».
«Η οποία πόσο χρονών είναι;»
«106».
«Οπότε εκτός από τη μητέρα της θα μπορεί να φροντίζει και το παιδί;»
«Δεν χρειάζεται φροντίδα η γιαγιά, αυτοεξυπηρετείται».
Σύμφωνα με τη μαρτυρία της αδελφής της μαμάς, ο μπαμπάς δεν φροντίζει επαρκώς το παιδί όποτε μένει σε εκείνον και στις διακοπές που έμεινε μαζί του μία βδομάδα το επέστρεψε άλουστο.
Η επόμενη υπόθεση αφορούσε ακάλυπτες επιταγές ύψους 40.000 ευρώ. Μία υπόθεση για την οποία ο καταβεβλημένος ενάγων ασχολείται από το 2009. Ένιωθε πια τόση οικειότητα που μιλούσε με τον συνήγορο του εναγόμενου στον ενικό, τον αποκάλεσε απατεώνα χωρίς κάποια ένταση ή απόχρωση στη φωνή και χωρίς ο συνήγορος να αντιδράσει. Σαν να πρόκειται για έναν κοινό τόπο, έναν τόπο που το να είσαι απατεώνας δεν είναι και κάτι τόσο μεμπτό. Τελικά η υπόθεση αναβλήθηκε για κάποιον τεχνικό λόγο πριν ξεδιπλωθεί η ιστορία και έτσι ήρθε η σειρά μίας υπόθεσης οικογενειακής διατροφής.
Η τελευταία υπόθεση
Το παιδί είναι 15 χρονών και έχει έξοδα: μπάσκετ, φροντιστήρια, συν οι φυσιοθεραπείες από τραυματισμό στο μπάσκετ. Μαζί με τα γενικά έξοδα, τα 250 ευρώ τον μήνα που δίνει ο μπαμπάς δεν φτάνουν.
«Ο αδελφός μου είναι δάσκαλος», εξήγησε ο μάρτυρας προκειμένου να πείσει ότι είναι αδύνατον να αυξηθεί το ποσό της διατροφής. «Το εισόδημά του είναι συγκεκριμένο. Δίνει 200 ευρώ τον μήνα που είναι το ύψος της διατροφής και από μόνος του δίνει άλλα 100. Επιπλέον πληρώνει κάθε μήνα και τη μισή δόση του δανείου για το σπίτι που είχαν αγοράσει από κοινού με την πρώην σύζυγό του».
«Και στο σπίτι για το οποίο πληρώνει τη μισή δόση του δανείου, ποιος μένει;» ρώτησε η συνήγορος της μαμάς.
«Ο αδελφός μου!»
Πλησίαζε ξανά 12:00. Οι διάδικοι θα μάθαιναν σε λίγες μέρες τις αποφάσεις ενώ ο προβληματισμός, που επαναλήφθηκε αρκετές φορές από την δικαστή προς κάποιους συνηγόρους σχετικά με τα γεμάτα πινάκια από υποθέσεις που θα έπρεπε να ρυθμίζονται ιδιωτικά, καταλάμβανε σαν απόηχος και σαν περίληψη την άδεια πλέον αίθουσα.

