Μεγαλώνοντας στην Ελλάδα ως παιδί «δεύτερης γενιάς»

Ο πιο “διάσημος” πλέον εκπρόσωπος των Ελλήνων της δεύτερης γενιάς, Γιάννης Αντετοκούνμπο, είπε πρόσφατα εξηγώντας τον λόγο της επιτυχίας του «εγώ το μόνο που ξέρω είναι η δουλειά, γιατί είδα τους γονείς μου να το κάνουν αυτό για 100 χρόνια». Μιλήσαμε με ενήλικες, πλέον, Έλληνες με ξένη καταγωγή, για να μάθουμε πώς ήταν να μεγαλώνεις σαν παιδί μεταναστών στη χώρα μας.
Χρόνος ανάγνωσης: 
16
'
Από την ιστοσελίδα του μη κερδοσκοπικού οργανισμού νέων Generation 2.0

Είναι πρωί, όταν ο πιτσιρικάς μπαίνει σε μια δημόσια υπηρεσία στο Περιστέρι. Δεν θα είναι πάνω από 20 χρονών. Παίρνει τη θέση του στην ουρά, περιμένει υπομονετικά πίσω από τους προηγούμενους, ώσπου έρχεται η σειρά του. Κάνει δυο βήματα προς το γκισέ και λέει στον υπάλληλο πως χρειάζεται ένα έγγραφο, το οποίο θα πιστοποιεί πως δεν έχει απελαθεί ποτέ από την χώρα. «Δείξε μου την άδεια παραμονής σου», απαντάει ο υπάλληλος.

«Έλληνας ποτέ»

«Δεν έχω. Έχω το διαβατήριό μου και την προσωρινή άδεια που μου έχουν δώσει».

«Τότε δεν μπορώ να σου δώσω το έγγραφο».

«Γιατί; Αυτά είναι τα έγγραφα που έχω, αλλά δεν έχω απελαθεί ποτέ».

«Κι εγώ που το ξέρω;».

«Μα, γιατί είμαι Έλληνας. Έχω γεννηθεί εδώ».

«Άκου να σου πω κάτι», λέει ο υπάλληλος. «Έλληνας δεν θα γίνεις ποτέ».

Ο μικρός κάνει επί τόπου μεταβολή και φεύγει από την υπηρεσία.

Η ερώτηση-κουιζ

Μια ερώτηση που η Έλενα θυμάται ότι της έκαναν επαναλαμβανόμενα μικροί και μεγάλοι είναι αυτή: ποιά χώρα νιώθει περισσότερο πατρίδα της, το Ιράν ή την Ελλάδα; Πάντοτε της φαινόταν σαν τρικ, ένα κουίζ που έπρεπε να περάσει.

Ώσπου, φτάνοντας στην 5η δημοτικού, θα βρισκόταν μια συμμαθήτρια που θα απαντούσε με τον κατάλληλο τρόπο: «Δεν υπάρχει λόγος γι' αυτήν τη συζήτηση. Η Έλενα είναι Ελληνίδα. Τέλος».

«Και εκεί σταμάτησε», θυμάται η Έλενα. «Μου έκανε τρομερή εντύπωση. Ήταν τότε που είδα πόση διαφορά έχει όταν πιστεύεις κάτι και το λες, όταν σηκώνεσαι και παίρνεις μια στάση. Κάνει τρομερή διαφορά».

Και αν δεν παίζεις μπάσκετ;

Ευτυχώς, από τότε που διαδραματίστηκαν τα δύο περιστατικά έχουν περάσει πια αρκετά χρόνια. Όταν βρίσκω την Έλενα να με περιμένει σε ένα καφέ κοντά στην πλατεία Εξαρχείων, δεν είναι πια έφηβη· έχουν περάσει 7 χρόνια από τότε που ανέβηκε στην Αθήνα για ακαδημαϊκές σπουδές και εργασία. Το απόγευμα που συναντάω τον Ζερόμ Καλουτά, τον “πιτσιρικά” της εισαγωγής, σε μία καφετέρια δίπλα από το θέατρο Ιλίσια, όπου συμμετέχει για 2η συνεχή χρονιά στην παράσταση «Μαμά, θα πάω στο Χόλιγουντ», έχω μπροστά μου έναν άνδρα 34 χρονών δίπλα στον οποίον πιτσιρικάς δείχνω μάλλον εγώ.

Ο πάγος σπάει με τη συζήτηση για το πρόσωπο των ημερών τότε, τον Γιάννη Αντετοκούνμπο. Τον Γιάννη, που συχνά ούτε να προπονηθεί δεν τον άφηναν, αλλά ξαφνικά από πολίτης δεύτερης κατηγορίας έγινε Giannis μας.

Η Έλενα και ο Ζερόμ έχουν συμφωνήσει να περιγράψουν στο inside story πως ήταν να μεγαλώνεις στην Ελλάδα στα δικά τους παιδικά χρόνια, γεννημένος από γονείς που έχουν έρθει από κάποιαν άλλη χώρα. Ή, αλλιώς, τι συμβαίνει όταν θέλεις να ζήσεις στον τόπο που έχεις γεννηθεί, τον τόπο που νιώθεις δικό σου, αλλά δεν τα καταφέρνεις και τόσο καλά σε κάποιο άθλημα, ώστε ο πρωθυπουργός της χώρας να προλάβει να σε φωνάξει περιχαρής και καμαρωτός στο Μέγαρο Μαξίμου, λίγο προτού κατακτήσεις όλον τον κόσμο με ένα άλμα.

«Έχω εισπράξει πάρα πολλή αγάπη»

«Κοίταξε, πρώτα απ’ όλα είναι χαρά», λέει ο Ζερόμ αναφερόμενος στην επιτυχία του Γιάννη Αντετοκούνμπο. «Είναι πολύ ωραίο να υπάρχει σε μια τέτοια διοργάνωση όπως το All Star Game ένας Έλληνας, ένα παιδί που έρχεται από εδώ, που εδώ τα έμαθε όλα. Είναι ελπιδοφόρο γι’ αυτούς που βρίσκονται εδώ, ότι μπορούν να κάνουν κάτι παραπάνω».

Όταν ο καφές του βρίσκεται πάνω στο τραπέζι, περνάμε στη δική του ιστορία. Με καταγωγή από το Κονγκό, γεννήθηκε στην Αθήνα, «εδώ πίσω, στο νοσοκομείο Αλεξάνδρα». Μεγάλωσε στο αγαπημένο του τρίγωνο, το «Τρίγωνο του Διαβόλου», όπως το λέει: Αμπελόκηποι, Ζωγράφου, Γουδή. Δημοτικό στο 106ο, μπάσκετ στον Άγιο Θωμά. Όσον αφορά τη ζωή του, «είναι πάρα πολύ όμορφη. Αυτό που μπορώ να πω είναι πως είμαι πάρα πολύ τυχερός. Έχω εισπράξει πάρα πολλή αγάπη, πολύ σεβασμό. Στο σχολείο μου, στους φίλους μου, στις ομάδες μπάσκετ, στο ωδείο που έκανα μουσική, στη χορωδία, στις κατασκηνώσεις που πήγα. Ήμουν στο 15μελές όλα τα χρόνια, μέσα στα πράγματα», συμπληρώνει και στο πρόσωπό του σχηματίζεται ένα πονηρό χαμόγελο. «Νοιαζόμουν πολύ για την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου και με συμβουλεύονταν πάρα πολύ, όπως και εγώ συμβουλευόμουν εκείνους, χάνοντας μάθημα. Κοίταξε», καταλήγει, «έχω περάσει τέλεια».

Σημαντικό θεωρεί το γεγονός ότι γεννήθηκε σε μια εποχή, όπου τα πράγματα ήταν «λίγο πιο αγνά, πιο χαλαρά». Ήταν 10 χρονών το 1993, όταν «η χώρα είχε λεφτά και η καλή ζωή σου πρόσφερε μια άνεση και ανωτερότητα. Ο κόσμος ήταν ευγενικός, δεχόταν την ξένη φύση ή καταγωγή κάποιου. Δεν ήταν βάρος, αλλά κάτι που έπαιρνε με καλό τρόπο».

Επίσης, υπήρχε κάτι που τότε θεωρούνταν αυτονόητο: πως αυτός που γεννήθηκε εδώ, θα ήταν και από εδώ. «Νομίζω πως έχω και ένα απολυτήριο από μια τάξη, που γράφει (σ.σ. εκ παραδρομής) ιθαγένεια ελληνική», εξηγεί ο Ζερόμ. Έτσι, όταν στο Λύκειο οι συμμαθητές του έλαβαν το περιοδεύων, την κλήση για να υπηρετήσουν στον ελληνικό στρατό, και ο ίδιος αλλά και οι συνομήλικοί του ξαφνιάστηκαν, επειδή η δική του κλήση δεν είχε φτάσει.

«Α, Πέρσης; Περσικά χαλιά!»

Στην περίπτωση της Έλενας, ήταν ο πατέρας της που έφτασε πρώτος στην Ελλάδα, κάποια στιγμή ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και τις αρχές του ’90, με την μητέρα της να ακολουθεί έναν χρόνο μετά. Όταν πέρασαν τα σύνορα, οι δυο τους ήταν ακόμη νεαροί, γύρω στα 18-19. Ήρθαν ως πρόσφυγες, όχι ως μετανάστες, «γιατί έπρεπε να φύγουν, δεν υπήρχε άλλη επιλογή», λέει η Έλενα. Τότε, υπήρχε ακόμη ο πόλεμος Ιράκ-Ιράν και, όπως συμβαίνει συνήθως σε ανάλογες ιστορίες, όπου η ζωή και η τύχη τα φέρνουν αλλιώτικα από τα σχέδια του καθενός, η Ελλάδα δεν ήταν ο τελικός τους προορισμός. «Η κλασική ιστορία: κανείς δεν θέλει να μείνει στην Ελλάδα, η Ελλάδα είναι το πέρασμα», εξηγεί η Έλενα. Ωστόσο, τους κέρδισε ο τόπος και αποφάσισαν να μείνουν, έτσι σήμερα έχουν ζήσει περισσότερα χρόνια εδώ από ό,τι στο Ιράν.

Εγκαταστάθηκαν σε μια κωμόπολη του νομού Χανίων. «Τους άρεσε πολύ η Κρήτη, ειδικά του πατέρα μου», υπογραμμίζει η Έλενα. Παρότι δεν ήξεραν τη γλώσσα, η κοινωνία τους δέχθηκε πολύ καλά, το νεαρό ζευγάρι έκανε σχεδόν αμέσως φιλίες και οι άνθρωποι ήταν ανοιχτοί μαζί τους. «Η αλήθεια είναι πως αυτό εξαρτιόταν από τη χώρα καταγωγής σου. Οπότε, ξέρεις, το έβλεπαν κάπως έτσι: α, είσαι από το Ιράν. Είσαι... “εξωτικός”». Στα παιδικά της χρόνια, θυμάται, τα αρνητικά στερεότυπα στην τοπική κοινωνία αφορούσαν κυρίως μετανάστες αλβανικής ή ρωσικής καταγωγής. «Αλλά λέγανε, ας πούμε: Α, Πέρσης! Περσικά χαλιά!», προσθέτει εύθυμα.

«Ήταν άλλες εποχές, βρισκόταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση η Ελλάδα», σημειώνει η Έλενα, που πιστεύει πως εάν έφταναν τώρα στη χώρα οι γονείς της, μάλλον θα τύγχαναν μιας χειρότερης αντιμετώπισης. «Φαντάσου πως ήταν μια εποχή, όπου έβγαινες έξω από το σπίτι και κυριολεκτικά δεν κλείδωνες την πόρτα, ας έμπαινε μέσα όποιος ήθελε. Φάση χωριό τελείως».

Στα χρόνια που θα ακολουθούσαν, στα διάφορα τραπέζια που θα στήνονταν, οι οικογενειακοί τους φίλοι θα έκαναν ειδικές παραγγελίες: να υπάρχουν οπωσδήποτε και τα πιάτα περσικής κουζίνας που είχαν κατακτήσει τους ουρανίσκους τους. Και τώρα, που οι γονείς της πλέον ζουν σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, κάθε φορά που η Έλενα συναντάει κάποιον γνωστό από την Κρήτη, εκείνος θυμάται νοσταλγικά «εκείνο το πιάτο της μητέρας σου, με το κοτόπουλο».

«Θέματα αντιμετώπισα μόνο στο δημοτικό κι αυτό γιατί τα παιδάκια είναι λίγο σκληρά. Λένε την αλήθεια δίχως να σκέφτονται τις συνέπειες, δεν έχουν το φίλτρο των ενηλίκων», λέει η Έλενα. Ένας συγκεκριμένος συμμαθητής που θυμάται, της είπε «γύρνα από εκεί που ήρθες», για να λάβει την απάντηση «μα, εδώ γεννήθηκα». Την φράση «ε, είσαι και ξένη» έτυχε πολλές φορές να την ακούσει πάνω σε κάποιον τσακωμό.

Περιστατικά υπήρξαν κι άλλα. Όταν κάποια στιγμή ο πατέρας της αγόρασε ένα καλό αυτοκίνητο, κάποιος άρχισε να διαδίδει τη φήμη πως απέκτησε τα χρήματα πουλώντας ναρκωτικά. «Πώς γίνεται ένας ξένος να βγάλει λεφτά; Ε, θα πουλάει ναρκωτικά», θυμάται η Έλενα πως είπε κάποιος. «Μου τον έδειξε ο πατέρας μου σε κάποια βάφτιση και ήθελα να πάω να τον ρωτήσω. Γιατί το λες αυτό; Θα το έλεγες για κάποιον Έλληνα; Και όμως, ναι, το έλεγαν και για Έλληνες», γελάει. «Απλά το έλεγαν περισσότερο για τους ξένους».

«Μην περάσει καμία μάνα μου»

Φυσικά, το γεγονός ότι η Έλενα και ο Ζερόμ δέθηκαν με τον τόπο τους, έλαβαν και έδωσαν αγάπη στους ανθρώπους γύρω τους, δεν σημαίνει πως τα πάντα κύλησαν ομαλά. Τα περιστατικά που αναφέραμε στην αρχή του άρθρου δεν ήταν τα μόνα που τους έτυχαν.

Ο Ζερόμ θυμάται χαρακτηριστικά ένα βράδυ, που συνάντησε τυχαία μια φίλη σε ένα πάρκο, απέναντι από το Αθήναιον. Ενώ έκατσαν λιγάκι να μιλήσουν, έφτασαν δύο αστυνομικοί που ζήτησαν τα στοιχεία τους. «Και εγώ τότε, μικρός και αδαής, λέω “ναι, κανένα πρόβλημα, έχουμε κάνει κάτι”; “Όχι”, λέει ο αστυνομικός, απλά θέλω να δω την άδεια, το διαβατήριο, τι έχεις”. Λέω “βεβαίως, κανένα πρόβλημα”. Αυτή ήταν η ακριβής στιχομυθία».

Διακόπτει αυθόρμητα την ιστορία για να πει τη σκέψη που του έφερε η ανάκληση της ανάμνησης: «Ήταν οι εποχές που κουβάλαγες τα πάντα πάνω σου –διαβατήριο, ληξιαρχική πράξη γέννησης κ.ο.κ.– ώστε αν τύχει κάτι, να βγάλεις μια ολόκληρη έκθεση, σαν να ζητάς βίζα». Την ώρα που του έκαναν σωματικό έλεγχο, αντιλήφθηκε πως του φορούσαν χειροπέδες. Η εξήγηση που του δόθηκε ήταν πως θα πήγαιναν στο τμήμα, επειδή αντιστάθηκε να δώσει τα στοιχεία του.

«Εντάξει, λέω, αφού αντιστάθηκα, τι να σας πω. Εντωμεταξύ, είμαι με τις χειροπέδες στη Βασιλίσσης Σοφίας και λέω: τώρα μην περάσει καμία μάνα μου και με δει. Τι να της πεις; Να δει το γιο της με χειροπέδες η γυναίκα, να στραβώσει το στόμα της και να πάθει εγκεφαλικό».

Ώσπου να φτάσει στο τμήμα, ο Ζερόμ άκουσε τους αστυνομικούς να σχολιάζουν πως μιλούσε πολύ καλά ελληνικά. Τελικά συνειδητοποίησαν πως ίσως και να μην ήταν ο έμπορος ναρκωτικών που αναζητούσαν. Όπως και να’ χει, η μητέρα του όντως ήταν εκείνη που τον παρέλαβε από το τμήμα κάποιες ώρες μετά.

«Ανεπιθύμητος ποτέ»

Ακούγοντας τις ιστορίες των δύο συνομιλητών μου, έχω μια απορία: υπήρξαν ποτέ άνθρωποι, που με τα φερσίματα και τις συμπεριφορές τους κατάφεραν να τους κάνουν να νιώσουν ξένοι, ανεπιθύμητοι;

Γενικά, αποκρίνεται η Έλενα, από την πλειοψηφία των ανθρώπων που συνάντησε, δεν έχει «κανένα παράπονο. Η δική μου περίπτωση ήταν σχετικά εύκολη, δεν είχα προβλήματα που έχουν άλλοι». Και ας ντρεπόταν μικρή λίγο για το επώνυμό της –το οποίο δεν θέλει να αποκαλύψει αλλά, παρεμπιπτόντως, ακούγεται ούτως ή άλλως ελληνικό.

«Κοίτα, ανεπιθύμητος δεν έχω νιώσει και δεν θα έδινα σε κανέναν τη δύναμη να με κάνει να νιώσω», απαντάει από την πλευρά του ο Ζερόμ. «Ποιός μπορεί να σε κάνει να νιώσεις ανεπιθύμητος στο σπίτι σου; Δεν υπάρχει αυτό το πράγμα. Δεν έχω θέματα ιδιοκτησίας, με λαγκάδια και βουνά, αλλά το κομμάτι President-Hilton είναι σπίτι. Κινούμαι άφοβα, κινούμαι με αγάπη, γιατί η καρδιά μου είναι εδώ».

Απέναντι στην κρατική αδιαφορία

Βέβαια, εάν υπάρχει κάποιος που θα μπορούσε να κάνει ακόμη και τον Κέκροπα, τον ιδρυτή της πόλης των Αθηνών, να νιώσει ξένος στον τόπο του, αυτός δεν είναι άλλος από τις ελληνικές δημόσιες υπηρεσίες. Για τον Ζερόμ, η καταβύθιση στην παράνοια του ελληνικού δημοσίου ξεκινάει ήδη στην εφηβεία του.

«Τονίζω το “εφηβεία”, γιατί αλλιώς σκεφτόμαστε ως έφηβοι, αλλιώς μεγαλώνοντας λίγο», υπογραμμίζει. «Όταν είσαι έφηβος, περιμένεις να σου εξηγηθούν κάποια πράγματα, έτσι; Δεν μπορούν απλά να σου πουν ότι θα μπεις σε μια ουρά, στην οποία μπαίνουν άνθρωποι που έχουν έρθει από αλλού, ενώ εσύ έχεις γεννηθεί εδώ. Λες: πώς θα μπω εγώ τώρα σε αυτή την σειρά; Δεν μπορείς να έχεις κάνει σχολείο εδώ και να σου πουν: θα κάνεις εξετάσεις, επειδή κατάγεσαι από τρίτη χώρα, να δούμε αν είσαι υγιής».

«Με ενδιαφέρει πάρα πολύ η λογική στα πράγματα, όχι η τρέλα», συνεχίζει. «Και όπου βρω τρέλα –εννοώ με την έννοια της ειρωνείας, με την έννοια του “εδώ που ήρθες σήμερα δεν θα βγάλεις άκρη”– προκειμένου να μπω σε ιστορίες, φεύγω. Φεύγω για κανένα τρίμηνο, μετά επιστρέφω», λέει χαμογελώντας.

Ένα από τα περιστατικά “τρέλας” με τα οποία ήρθε αντιμέτωπος ο Ζερόμ, είναι εκείνο με το οποίο αρχίσαμε το παρόν άρθρο. Με αφορμή το χαρτί του στρατολογικού, που δεν του ήρθε ποτε, θα εμπλακεί σε ένα γαϊτανάκι, που θα διαρκέσει δύο χρόνια. Στη διάρκεια αυτών, καθώς επιχειρεί να μάθει τι είναι αυτό που χρειάζεται προκειμένου να “γίνει” Έλληνας και να συλλέξει τα απαραίτητα έγγραφα (που περιλαμβάνουν την άδεια παραμονής, ληξιαρχική πράξη γέννησης, βεβαίωση μη απέλασης και ένα παράβολο), θα παραπέμπεται από τη μία δημόσια υπηρεσία στην άλλη, θα στήνεται σε διαφορετικές ουρές για να μπορέσει να κάνει μια ερώτηση που θα απαντηθεί ξερά, θα μπαίνει σε κτίρια «με ανθρώπους και υπηρεσίες μη διαθέσιμους». Θα βρεθεί να απευθύνεται σε ανθρώπους από τους οποίους μιλά καλύτερα ελληνικά, αλλά τον αντιμετωπίζουν σαν ξένο. Χάνοντας ημέρες ολόκληρες, με αβεβαιότητα, πασχίζοντας να φτάσει στην πηγή.

Δύο χρόνια παραλογισμού

Εκείνη την εποχή, με δεδομένη και την –παραδοσιακά ανύπαρκτη– έφεση του ελληνικού δημοσίου στην αξιοποίηση νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων, η πληροφόρηση ήταν ελάχιστη. «Τις ελληνικές υπηρεσίες, γενικά, τις έχουν φτιάξει μεθυσμένοι», λέει αστειευόμενος ο Ζερόμ. «Γιατί, μπορεί 50 άνθρωποι να περιμένουν κάπου. Δεν περιμένουν όλοι για το ίδιο πράγμα, αλλά όλοι περιμένουν την ίδια ώρα. Έχεις έρθει να κάνεις ερώτηση; Να κλείσεις το μάτι; Να πεις ένα γειά; Έχεις έρθει να φτιάξεις κληρονομιά; Κι έρχονται και κάποιοι άλλοι, οι οποίοι κλέβουν και λένε να κάνουν μια ερώτηση, και όλοι περιμένουν να κάνουν μια ερώτηση. Η οποία δεν μπορώ εγώ να ζητήσω το εξωπραγματικό, να είναι αναρτημένη σε κάποιο site, ώστε να γλιτώνουμε τα πήγαινε-έλα».

Το έγγραφο το οποίο δυσκολεύτηκε περισσότερο να βγάλει ο Ζερόμ ήταν η άδεια παραμονής, που του κόστισε πολύ χρόνο και υπομονή.

«Κάποια στιγμή στο υπουργείο Εσωτερικών, αφού έχουν περάσει δύο χρόνια, λέω, ρε παιδιά, να ρωτήσω: το ότι η μαμά μου έχει άδεια παραμονής, έχει κάποια σημασία ή όχι; Μου λένε έχει η μαμά σου άδεια παραμονής; Λέω ναι. Μου λένε γιατί δεν μας το’ πες; Λέω δεν με ρώτησε κανένας, τι νομιζατε, ρε παιδιά, ότι φύτρωσα; Και μου λένε εντάξει σε αυτή την περίπτωση φέρε ένα λογαριασμό που να έχει μέσα 500 ευρώ (αντί των 3.000 που είχαν φτάσει να ζητάνε) και θα γίνει. Και από εκείνη τη φλασιά τη δική μου, μπορώ να πω, άλλαξε. Αλλά ένας άνθρωπος δεν φιλοτιμήθηκε να πει: αγόρι μου εσύ φύτρωσες, από που είσαι, είσαι μόνος σου σε αυτό τον κόσμο; Και δεν το θεωρώ ανικανότητα, δεν μπαίνω σε αυτή τη διαδικασία».

«Εγώ λοιπόν», καταλήγει, «έπρεπε να κάνω τη σωστή ερώτηση για να πάρω μία άδεια παραμονής. Βέβαια, ήταν ληγμένη αυτή που ήρθε, αλλά ήταν η συγκίνηση τόσο μεγάλη που την πήρα έστω και ληγμένη, που μετά μπήκα σε μια διαδικασία και πήρα τη σωστή».

Σε δεύτερο επίπεδο, συνεχίζει, μεγαλώνοντας έμαθε πως «κάποια πράγματα δεν πρέπει να τα παίρνεις προσωπικά, υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να γίνουν». Κι ένα συμπέρασμα: «Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι αυτή η χώρα έχει την τάση να γίνεται πολύ άδικη με τους πολίτες της. Για να το πω απλά χωρίς να το χρωματίσω. Με όλους, έτσι;».

Από την ηρεμία της Κρήτης, στις ουρές της Αθήνας

«Γραφειοκρατικά, η αλήθεια είναι ότι είναι λίγο δύσκολη χώρα η Ελλάδα», επιβεβαιώνει από την πλευρά της η Έλενα. Με το που γεννήθηκε, ήταν ήδη αναγνωρισμένη από το κράτος του Ιράν, αλλά έπρεπε να φτάσει 14 χρονών για να αναγνωριστεί και από την Ελλάδα, όταν δηλαδή αναγνωρίστηκαν και οι δικοί της. «Μέχρι τα 14 μου δεν μπορούσαμε να βγούμε από την χώρα, γιατί μετά θα έπρεπε να ξαναμπούμε παράνομα. Λίγο αστείο», λέει.

Μικρή ακόμη η Έλενα, θυμάται πως οι γονείς της ήταν εκείνοι που τράβηξαν όλο το ζόρι. «Τους θυμάμαι αμυδρά, να πρέπει να ανεβαίνουν στην Αθήνα για τα χαρτιά τους, να τρέχουν για πράσινη κάρτα. Άκουγα εγώ τώρα λέξεις και ορισμούς που δεν καταλάβαινα. Να πηγαίνουν στα υπουργεία, να μην βγάζουν άκρη, η μητέρα μου να τσακώνεται εκεί πέρα», γελάει. Η βάφτιση του πατέρα της διευκόλυνε κάπως τις διαδικασίες και, κυρίως, την ένταξη στην κοινωνία, παρότι οι γονείς της «δεν είναι καθόλου άνθρωποι της θρησκείας, είναι λίγο της λογικής και της επιστήμης».

«Δεν ήθελα να σε βαφτίσω, αλλά αν δεν σε βάφτιζα, θα λέγανε ότι “φταίει η μητέρα της που είναι μουσουλμάνα”», της είχε πει η μητέρα της. Η Έλενα, ωστόσο, πέρασε την «θρησκευτική φάση» της, όπως την χαρακτηρίζει, στην οποία ήθελε να πηγαίνει στην εκκλησία. «Δεν μου αρέσουν αυτά τα πράγματα, λογικέψου παιδί μου, αλλά εντάξει, δεν σου λέω τίποτα», απαντούσε η μητέρα. Και η μικρή Έλενα πήγαινε στην εκκλησία τακτικά, ώσπου της πέρασε ο ενθουσιασμός.

Τι ισχύει σήμερα

«Παλιότερα, η διαδικασία για να κάνεις μια απλή αίτηση για άδεια διαμονής ήταν απερίγραπτη. Πήγαινες και περίμενε από τις τρεις το πρωί, δεν υπήρχε καλή συμπεριφορά ή επικοινωνία για τα δικαιολογητικά, αργούσε πολύ να βγει η άδεια σου. Υπήρχε ένα χάος», επιβεβαιώνει στο inside story η 26χρονη Σεμπένε Ισέτε, από τον Generation 2.0, έναν οργανισμό ιδρυμένο από νέους και νέες ξένης και ελληνικής καταγωγής, που έχει βοηθήσει τα μέγιστα στην ανάδειξη των ζητημάτων που αφορούν μετανάστες και παιδιά μεταναστών. «Από άποψη γραφειοκρατίας, πριν 5-10 χρόνια, μιλάμε για μια άγρια κατάσταση».

Τα πρώτα θετικά βήματα αρχίζουν να γίνονται ουσιαστικά από το 2010. Τότε, με το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, είναι ο νόμος 3838/2010 –γνωστός και ως «νόμος Ραγκούση»– που εξασφαλίζει την ελληνική ιθαγένεια σε παιδιά μεταναστών που έχουν γεννηθεί ή φτάσει σε μικρή ηλικία στη χώρα, με προϋπόθεση την συμπλήρωση πέντε χρόνων νόμιμης παραμονής στην Ελλάδα.

Τρία χρόνια αργότερα, ωστόσο, το ΣτΕ κρίνει αντισυνταγματικές ορισμένες διατάξεις του νόμου, αφήνοντας περίπου τα 2/3 των αιτούντων μετέωρα, δίχως οι αιτήσεις τους να έχουν καν προλάβει καν να εξεταστούν. Με την έλευση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, ο νόμος 4332/2015 εισάγει την προϋπόθεση της φοίτησης σε ελληνικό σχολείο –μέτρο που θεωρείται πιο αυστηρό, αλλά ταυτόχρονα αποτρέπει τον κίνδυνο να εκπέσει επίσης ο νέος νόμος στο ΣτΕ– και, θεωρητικά. εκκινεί εκ νέου η απόδοση ιθαγένειας στους δικαιούχους.

Ωστόσο, η ύπαρξη του νόμου δεν διασφαλίζει κάτι, καθώς εξακολουθούν να συναντώνται σημαντικές δυσλειτουργίες στην εφαρμογή του.

Αρχικά τα ζητήματα είναι δύο, σύμφωνα με την Σεμπένε. Πρώτον, ο νόμος ψηφίστηκε τον Ιούλιο του 2015, αλλά μέχρι να δημιουργηθεί το πληροφοριακό σύστημα που χρειαζόταν ώστε να κινηθούν οι διαδικασίες, έφτασε Μάρτιος. Υπήρχε, δε, ένα στοκ “παγωμένων” αιτήσεων από τις δύο προηγούμενες φάσεις, οι οποίες και έπρεπε να τεθούν σε προτεραιότητα. Το δεύτερο ζήτημα προκύπτει με τον ανασχηματισμό. Με την δημιουργία του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, παρότι μετακόμισαν εκεί κάποιες σχετικές διευθύνσεις που υπάγονταν στο υπουργείο Εσωτερικών, η Διεύθυνση Ιθαγένειας δεν ακολούθησε και έμεινε στο Εσωτερικών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, εκ των πραγμάτων, υποθέσεις να μείνουν πίσω, καθώς προέκυψαν διοικητικά κενά που δεν έχουν αναπληρωθεί έως σήμερα. Για παράδειγμα, ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει Γ.Γ. Ιθαγένειας στο υπουργείο Εσωτερικών, ενώ κανένα από τα δύο υπουργεία δεν έχει οργανόγραμμα.

Ένα ακόμη ζήτημα είναι πως υπάρχει τρομερή ανομοιογένεια στους ρυθμούς με τους οποίους εξετάζονται οι αιτήσεις σε κάθε περιοχή. Παραδείγματος χάριν, μόλις πριν από λίγες ημέρες έγινε γνωστή η εξαιρετική περίπτωση της Κρήτης, όπου από τις 3.500 αιτήσεις που έχουν κατατεθεί έχουν ήδη εγκριθεί –ή βρίσκονται σε τελικό στάδιο έγκρισης– περισσότερες από 3.000. Στον αντίποδα, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, όπου υπάρχει και ο μεγαλύτερος όγκος αιτήσεων, τα πράγματα κυλούν σημαντικά πιο αργά: σχεδόν 6.000 είναι οι αιτήσεις που έχουν εξεταστεί στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής, σε ένα σύνολο 20.000 που εκκρεμούν, για το τέλος του 2016.

«Εμάς μας ενδιαφέρει να προχωρούν οι αιτήσεις παντού γρήγορα. Ανοίγουν φάκελοι, εκδίδονται αποφάσεις, αλλά όχι στο βαθμό που θα πούμε όλα καλά. Σε καμία περίπτωση», σχολιάζει η Σεμπένε.

Ένα ακόμη ζήτημα προκύπτει –τι έκπληξη!– στη διαδικασία συλλογής των δικαιολογητικών. «Σε μία από τις νέες κατηγορίες, για τη δεύτερη γενιά που λέμε, χρειάζεται ένα πιστοποιητικό ότι έχεις φοιτήσει σε ελληνικό σχολείο. Για να πάρεις αυτό το πιστοποιητικό, λοιπόν, μπορεί να σου πάρει 5-6 μήνες. Και εσύ κάθεσαι και περιμένεις 6 μήνες. Κι άντε να τα μαζέψεις, άντε να κάνεις την αίτηση, κι άντε να “ανοίξει” μετά από 1 ή 1,5 ή 2 χρόνια, ανάλογα με την περιφέρεια που έχεις καταθέσει. Μάνι-μάνι έχεις χάσει πολύ καιρό», λέει η Σεμπένε.

Όσην ώρα μιλάμε, στα γραφεία του Generation 2.0 στην οδό Αναξαγόρα μπαίνουν άνθρωποι, κυρίως νέοι, χαιρετούν, λαμβάνουν βοήθεια και πληροφόρηση, τα τηλέφωνα χτυπάνε διαρκώς. Αναρωτιέμαι τι θα μπορούσε να αλλάξει με τον εξαιρετικά πιθανό σχηματισμό διαφορετικής κυβέρνησης μετά από τις επόμενες εκλογές. Δημιουργείται, ίσως, κάποιο άγχος, καθώς υπάρχει και το προηγούμενο της ανάκλησης του 3838/2010; «Στο μυαλό του κόσμου υπάρχει ανησυχία, γιατί δεν υπάρχει μια σταθερή αντιμετώπιση του ζητήματος και τα πράγματα αλλάζουν μονίμως», απαντάει η Σεμπένε σχετικά. «Καλλιεργείται αυτή η επισφάλεια, ούτως ή άλλως. Και όχι μόνο σε αυτά, παντού. Στα φορολογικά, τα ασφαλιστικά, κ.ο.κ.».

Λίγο πριν αποχωρήσω από τα γραφεία τους, η Σεμπένε μιλάει για την στάση της Generation 2.0 στο συγκεκριμένο θέμα. «Δεν σταματούμε ποτέ να παρατηρούμε την εφαρμογή της νομοθεσίας. Και διεκδικούμε να υπάρχει διαφάνεια, να βλέπουμε τα δεδομένα, να ξέρουμε πώς πηγαίνουν τα πράγματα».

Το χαμένο δυναμικό

Πολύς κόσμος δεν έχει μπει στη διαδικασία να σκεφτεί πόσο λιγότερα δικαιώματα έχει κάποιος που δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια, κι ας έχει γεννηθεί ή ζήσει πολλά χρόνια στην Ελλάδα.

«Ακόμα και σήμερα, που έχει γίνει όλο αυτό με τον Αντετοκούνμπο», λέει η Σεμπένε, «υπάρχει πολύς κόσμος που θα πει “μα, γεννήθηκες εδώ, πως γίνεται να μην έχεις ιθαγένεια”; Και δεν μιλάμε μόνο για μικρά παιδιά, που μπορεί να μην τους έχει περάσει καν από το μυαλό, ότι κάποια δικαιώματα είναι μόνο για εκείνους που έχουν την ελληνική ιθαγένεια».

«Γι’ αυτό υπάρχει ανάγκη να ευαισθητοποιείς», συνεχίζει, «γιατί επηρεάζεται το επίπεδο ζωής ενός ανθρώπου, κάτι που εσύ δεν μπορείς να το φανταστείς αν δεν το βιώνεις. Και σου βάζουν πάντα ένα όριο: ότι μπορείς να φτάσεις μέχρι εκεί. Ότι από κει και πέρα δεν είναι για σένα. Πάντα νιώθεις λίγο λιγότερος, ότι μπορείς λίγο λιγότερο».

Και ο Γιάννης; «Η υπόθεση του Γιάννη Αντετοκούνμπο αισθητοποιεί το χαμένο δυναμικό του κόσμου που δεν παίρνει ιθαγένεια», αποκρίνεται η Σεμπένε. «Βλέπουμε πόσο μεγάλη διαφορά μπορεί δυνητικά να φέρει σε μια ζωή ένα τόσο απλό πράγμα. Νομίζω αυτό είναι που πρέπει να κρατήσουμε από αυτήν την υπόθεση».

Η αληθινή απολογία του Σωκράτη

Πριν αποχαιρετήσω τον Ζερόμ μπροστά από την είσοδο του θεάτρου όπου σε λίγο έχει παράσταση, τον ρωτάω αν θίγεται από τις φωνές που υψώνονται κόντρα στην παροχή δικαιωμάτων και ιθαγένειας στα παιδιά προσφύγων ή μεταναστών, που πλέον εκφράζονται έντονα και εντός της Βουλής από τη Χρυσή Αυγή.

Εκείνος επιλέγει να απαντήσει αναφερόμενος σε μια προηγούμενη παράσταση στην οποία είχε συμμετάσχει, ως μέλος της ομάδας Σπείρα-Σπείρα του Σταμάτη Κραουνάκη. «Ο Βάρναλης έχει γράψει ένα βιβλίο, το 1936, βασιζόμενος στην Απολογία του Σωκράτη», αποκρίνεται. «Σε μια εποχή, όπου η κατάσταση στα πολιτικά δρώμενα ήταν σαν αυτήν τώρα και, κυρίως, τρία-τέσσερα χρόνια πριν. Οι ισχυροί κλέβουν, δεν τιμωρούνται, ο λαός υποφέρει και τα λοιπά. Κάποια στιγμή, λοιπόν, πριν πιεί το κώνειο ο Σωκράτης, λέει το εξής: Κανείς δεν ξέρει εάν το σπέρμα θα βγάλει έναν βασιλιά ή έναν σκλάβο. Είναι όλα θέμα τύχης».

Και καταλήγει: «Αυτές λοιπόν οι περιπτώσεις που αναφέραμε, δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι είναι τυχεροί. Ότι κάποιος –εγώ θεωρώ ο Θεός, κάποιοι μπορεί να θεωρούν κάποιον άλλον– έριξε "τα ζάρια του" και βγήκε αυτό το αποτέλεσμα. Έτυχε κάποιος να είναι βασιλιάς, κάποιος να’ ναι σκλάβος. Όσοι λοιπόν νομίζουν ότι είναι κάτι το ιδιαίτερο, μην το παίρνουν και τόσο πολύ πάνω τους. Γιατί έτυχε. Θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι πολύ διαφορετικά».

Γεννήθηκε το 1992. Σπούδασε Επικοινωνία και Πολιτισμό στο Πάντειο, όπου συνέχισε με μεταπτυχιακό στις Σπουδές Φύλου και την Ανθρωπολογία. Έχει εργαστεί στην ελληνική έκδοση της The Huffington Post και το Κανάλι Ένα 90,4 FM. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα Μέσα.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.