Η μικρή Τερέζα που δεν πατάει το τέζα

Η Βρετανή πρωθυπουργός παλεύει με πείσμα να γλιτώσει την «εντυπωσιακότερη εκπαραθύρωση αρχηγού στην ιστορία του Συντηρητικού Κόμματος».
Χρόνος ανάγνωσης: 
16
'
Γκραφίτι των Ben Slow και Carl Cashman στο Κάμντεν Τάουν. [duncan c/flickr]

Ο πατέρας της Τερέζα Μέι ήταν εφημέριος στην κωμόπολη του Γουίτλεϊ, έξω από την Οξφόρδη. Οι κάτοικοι τον θυμούνται ως έναν σοβαρό κληρικό, αφοσιωμένο στην κοινότητά του. Σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 1980 και η 25χρονη μοναχοκόρη του επιφορτίστηκε με το καθήκον να μαζέψει τα πράγματά του. Όταν έφτασε στο Γουίτλεϊ από το Λονδίνο, όπου πια ζούσε ως ανερχόμενο στέλεχος της Τράπεζας της Αγγλίας, φιλοξενήθηκε από δύο ενορίτισσες, τις αδερφές Ντόροθι και Τζόις Γούιβερεϊ.


Δεν προλαβαίνεις να διαβάσεις το άρθρο; Άκουσε το podcast από τον Θύμιο Τζάλλα:

Περισσότερα inside podcasts εδώ.


Καθώς κουβέντιαζαν ένα βράδυ, η Τζόις παρατήρησε ότι η Τερέζα ήταν ιδιαιτέρως πολιτικοποιημένη. «Φυσικά και είμαι. Μία μέρα θα γίνω πρωθυπουργός», απάντησε εκείνη. «Αρχικά πιστέψαμε ότι αστειευόταν, αλλά από το ύφος της καταλάβαμε ότι το εννοούσε», είπε αργότερα η αδελφή Γούιβερεϊ.

Με δυο λόγια

Τις τελευταίες εβδομάδες, η πίεση προς την Τερέζα Μέι με αφορμή το Brexit έχει κορυφωθεί. Συντηρητικοί βουλευτές μαζεύουν υπογραφές για να την απομακρύνουν, oι χρηματοδότες του κόμματος απειλούν ότι θα πάψουν να την υποστηρίζουν, ενώ το ιστορικό περιοδικό των Τόρις, The Spectator, την κάλεσε να φύγει αν δεν μπορεί να ηγηθεί του κόμματος.
Κανείς δεν είναι ευχαριστημένος. Οι ευρωσκεπτικιστές της ζητoύν να μη συμβιβαστεί με την ΕΕ, οι οπαδοί του Remain το ακριβώς αντίθετο, και όλοι μαζί να ξεκαθαρίσει ποια είναι η στάση της απέναντι στο Brexit.
H αντοχή της Βρετανής πρωθυπουργού είναι παροιμιώδης. Οφείλεται κυρίως στην απουσία ενός αξιόπιστου διαδόχου μέσα στο συντηρητικό κόμμα, αλλά και μίας εναλλακτικής αφήγησης για ένα Brexit που θα ικανοποιεί τους πάντες. Μεγάλο ρόλο φυσικά παίζει το πείσμα και η φιλοδοξία της Μέι. Οργανωμένη στους Τόρις από τα 14, δούλεψε σκληρά για να φτάσει στην κορυφή, και συνεχίζει με τους ίδιους ρυθμούς προκειμένου να παραμείνει στη θέση της.
Διηγούμαστε την ιστορία της πολιτικού που πραγματοποίησε το παιδικό της όνειρο να γίνει πρωθυπουργός, αλλά βρέθηκε να χειρίζεται με κυβέρνηση μειοψηφίας το μεγαλύτερο και δυσκολότερο ζήτημα στην πρόσφατη ιστορία της Βρετανίας.

Μία αντίστοιχη ιστορία διηγείται από το 1979, χρονιά εκλογής της Μάργκαρετ Θάτσερ, η συμφοιτήτρια της Μέι στην Οξφόρδη, Πατ Φράκλαντ. Η Τερέζα ήταν θυμωμένη γιατί, όπως έλεγε, είχε μόλις χάσει την ευκαιρία να γίνει εκείνη η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός της Βρετανίας. Οι πολιτικές φιλοδοξίες της Μέι άρχισαν όταν ήταν 12 χρονών, και οφείλονται στη μητέρα της, αφοσιωμένη και ενεργή οπαδό των Τόρις. Στο σόι κυκλοφορούσαν κασέτες με χαριτωμένες, αυτοσχέδιες πολιτικές ομιλίες της μικρής Τερέζα.

Το 1974 είχε κατέβει στις εικονικές εθνικές εκλογές υποψηφίων μαθητών που διεξάγουν τα βρετανικά σχολεία για εκπαιδευτικούς λόγους. Ηττήθηκε στη μάχη για την «πρωθυπουργία» από μια συμμαθήτρια που κατέβηκε με τους Φιλελεύθερους. «Δεν ήταν διόλου χαρισματική. Ο λόγος της ήταν προβλέψιμος, σαν να τον είχαν γράψει τα κεντρικά του κόμματος. Υπήρχε όμως κάτι στην παρουσία της που ενέπνεε εμπιστοσύνη. Ήταν ειλικρινής και αυθεντική», θυμήθηκε πρόσφατα η νικήτρια της αναμέτρησης. Ανακαλεί τα ίδια χαρακτηριστικά της Μέι που διακρίνουν και σήμερα οι Βρετανοί: μία άχρωμη, βαρετή και αδιαπέραστη πολιτικός που δυσκολεύεται να υπάρξει εκτός κειμένου, όμως αφοσιωμένη και συνεπής απέναντι στη δουλειά της και τους άλλους.

Στο κόμμα με τους κακούς

H Τερέζα Μέι ξεκίνησε την κλασική πορεία μίας ανερχόμενης πολιτικού. Στα τριάντα της ήταν τοπική σύμβουλος στο Μέρτον του νότιου Λονδίνου. Πέρασε το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90 κάνοντας το «αγροτικό» της ως υποψήφια βουλευτής σε εκλογικές περιφέρειες που ήταν αδύνατον να χάσουν οι Εργατικοί. Το 1997 κατάφερε τελικά να εκλεγεί στο Μέιντενχεντ, μία από τις ασφαλέστερες έδρες για τους Τόρις. Δεν δυσκολεύτηκε να ξεχωρίσει ανάμεσα στις μόλις 14 γυναίκες βουλευτές του κόμματος. Η ανάγκη των Συντηρητικών να δείξουν μοντέρνο προφίλ απέναντι στον ακαταμάχητο εκσυγχρονιστή Τόνι Μπλερ, βοήθησε τη Μέι να ανελιχθεί και να εκλεγεί το 2002 γραμματέας του κόμματος.

Η προσοχή της βρετανικής κοινής γνώμης στράφηκε επάνω της όταν στο συνέδριο των Τόρις αποφάσισε να θίξει ένα θέμα-ταμπού για το κόμμα: είπε ότι ο κόσμος εξακολουθεί να θεωρεί τους Συντηρητικούς το «nasty party», τους κακούς της πολιτικής σκηνής που στρέφονται εναντίον των φτωχών και των αδύναμων.

Η αναφορά δεν άρεσε στους παραδοσιακούς Τόρις, αλλά ικανοποίησε τους εκσυγχρονιστές που ήθελαν να δουν το κόμμα να απαλλάσσεται από τις αρνητικές προσλήψεις του παρελθόντος. Η Μέι δεν ανήκε σε καμία από τις δύο κατηγορίες. Μπορούσε να συνομιλεί με όλους μέσα στο κόμμα, χωρίς κανένα στρατόπεδο να μπορεί να τη θεωρήσει δική του. Το πιο σημαντικό: κανείς δεν μπορούσε να αμφισβητήσει τα κομματικά διαπιστευτήρια μίας αυτοδημιούργητης πολιτικού που μοίραζε φυλλάδια από 14 χρονών, άφησε καλό όνομα ως τοπική σύμβουλος και πάλευε μόνη της ως υποψήφια στα προπύργια των Labour. Με το αυστηρό της ύφος, η γραμματέας χτυπούσε μία ακόμη ευαίσθητη χορδή στους Τόρις. Οι βουλευτές την περιέγραφαν ως «mumsy», μία αυστηρή μητρική φιγούρα που μπορούσε να επιβληθεί στις εσωκομματικές συγκρούσεις και να βάλει σε σειρά το «άτακτο» κόμμα.

Το 2010, στην πρώτη συντηρητική κυβέρνηση από το 1997, ο Κάμερον της έδωσε το υπουργείο Εσωτερικών, το χαρτοφυλάκιο που οι Βρετανοί αποκαλούν «νεκροταφείο των πολιτικών». Με τις υποθέσεις που χειρίστηκε, η πολιτική καριέρα της Μέι θα μπορούσε όντως να έχει ενταφιαστεί. Μετά από έναν χρόνο, το Λονδίνο έγινε πρώτο θέμα παγκοσμίως, όταν σημειώθηκαν τα «Riots», οι εξεγέρσεις που προκάλεσαν γενικευμένο χάος και εκτεταμένες καταστροφές.

Η Μέι βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της δημοσιότητας, αλλά χωρίς να καταφέρει να μεταδώσει κανένα μήνυμα συμπαράστασης στον κόσμο, όπως οι πολιτικοί οφείλουν να κάνουν όταν η κοινωνία δοκιμάζεται. Ψυχρή και ανέκφραστη ενώ το Λονδίνο φλεγόταν, δεν μπόρεσε να συνδεθεί με την κοινή γνώμη. Ταυτόχρονα όμως έβαλε σε εφαρμογή μία μακρά διαδικασία μεταρρύθμισης, λογοδοσίας και διαφάνειας στην αστυνομία.

Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα της θητείας της ήταν το μέγεθος των μεταναστευτικών ροών, η αρμοδιότητα των οποίων ανήκει στο υπουργείο της. Παρά τις βαρύγδουπες υποσχέσεις των Τόρις, η καθαρή μετανάστευση όχι μόνο δεν έπεσε, αλλά έκανε ρεκόρ επί υπουργίας Μέι. Η ίδια, όμως, με το αυστηρό της προφίλ και την σκεπτικιστική, αλλά όχι μισαλλόδοξη στάση της απέναντι στη μετανάστευση, κατάφερε να μην το χρεωθεί. Αντιθέτως, πέρασε στο κόμμα το προφίλ της πολιτικού που προσπαθεί να κάνει τη δουλειά της μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου στους φιλελεύθερους νεωτερισμούς των «αποϊδελογικοποιημένων» Τόρις αλά Τζορτζ Όζμπορν.

Ενώ οι Συντηρητικοί περίμεναν την ήττα το 2015, το όνομα της Μέι άρχισε να εμφανίζεται ανάμεσα στους πιθανούς διαδόχους του Κάμερον. Οι Τόρις κέρδισαν τελικά με οριακή αυτοδυναμία, αλλά έναν χρόνο μετά ήρθε το Brexit, και της άνοιξε διάπλατα τον δρόμο.

Η βαρετή πρωθυπουργός

Πριν το δημοψήφισμα, η Μέι είχε ταχθεί υπέρ της παραμονής στην ΕΕ για τρεις λόγους. Καταρχάς, γιατί πίστευε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει μία αγορά 500 εκατομμυρίων ανθρώπων. Δεύτερον, γιατί έχοντας διατελέσει υπουργός Εσωτερικών, αρμόδια για τα θέματα ασφάλειας, γνώριζε πόσο σημαντική είναι η συνεργασία με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Και τέλος, φοβήθηκε την αποχώρηση της Σκωτίας από το Ηνωμένο Βασίλειο σε περίπτωση Brexit.

Η αντικατάσταση του Κάμερον με μία επιφυλακτική Remainer ήταν το μοναδικό καλό σενάριο που απέμεινε στους φιλοευρωπαϊστές. Ταυτόχρονα, η επικράτησή της έναντι των σκληροπυρηνικών Brexiteers δημιούργησε μια αίσθηση ασφάλειας και στους μετριοπαθείς Leavers. Έτσι, στις εσωκομματικές εκλογές που ακολούθησαν την παραίτηση Κάμερον, οι Τόρις διάλεξαν τη λογική Μέι από τον αλλοπρόσαλλο και υπερφίαλο λόγο του Μπόρις Τζόνσον και τον υπερσυντηρητισμό της Άντρια Λίντσομ. Η χώρα βρισκόταν σε σοκ, με ένα τεράστιο εγχείρημα μπροστά της, και έπρεπε να τελειώνει με το δράμα του Brexit.

Η Μέι πληρούσε τα κριτήρια. Ήταν εργατική και σοβαρή, μπορούσε να συμμαζέψει τους άτακτους μέσα στο κόμμα. Ο Independent έγραψε ότι η χώρα χρειάζεται έναν βαρετό πολιτικό για να φέρει εις πέρας το Brexit. Και για τον βαρετό χαρακτήρα της Μέι, κανείς δεν είχε αμφιβολία. Ο δημοσιογράφος Νικ Ρόμπινσον του BBC διηγείται ότι αρνήθηκε ένα άτυπο γεύμα εργασίας μαζί της, όταν η Μέι ήταν υπουργός Εσωτερικών, καθώς φοβόταν ότι θα περάσει μία ώρα ακούγοντας κάποια να μιλάει σαν δελτίο Τύπου.

Η Μέι δεν χρειάστηκε καν τον τελικό γύρο στις εσωκομματικές εκλογές. Ο ένας μετά τον άλλον, οι συνυποψήφιοι της αποσύρθηκαν. Η πρωθυπουργός είχε κάνει το όνειρο της πραγματικότητα, επιδεικνύοντας ένα ακόμη χαρακτηριστικό που είχε διαβλέψει η Γκριν: την ακεραιότητα. Όταν η Λίντσομ την πληροφόρησε για την πρόθεση της να αποσυρθεί, της ζήτησε ως χάρη να μη διαρρεύσει η είδηση, ώστε να ανακοινώσει η ίδια την αποχώρησή της από την εσωκομματική διαδικασία. Η Μέι σεβάστηκε την επιθυμία της. Ακόμη και ο σύζυγός της, Φίλιπ Μέι, πληροφορήθηκε την αποχώρηση της Λίντσομ από την τηλεόραση. Η νικήτρια της εσωκομματικής μάχης είχε μάλιστα κάθε λόγο να αγνοήσει τη Λίντσομ, μετά τη δήλωσή της τελευταίας ότι ένα από τα μειονεκτήματα της αντιπάλου της ήταν ότι δεν έχει παιδιά.

Η Μέι κέρδισε με άνεση τους υπερσυντηρητικούς Brexiteers, αλλά φρόντισε εξίσου θεαματικά να ξεφορτωθεί τους εκσυγχρονιστές του Κάμερον. Όταν απέπεμψε τον υπ’ αριθμόν 2 του κόμματος, Τζορτζ Όζμπορν, τον συμβούλεψε να εκμεταλλευτεί τον ελεύθερο χρόνο του ώστε να «μάθει το κόμμα». Υπογράμμιζε έτσι τη δική της κομματική προϋπηρεσία, αλλά και την απόσταση που χώριζε τον φιλελεύθερο μοντέρνο και αριστερίζοντα καμερονισμό από τους παραδοσιακούς Τόρις.

Στην πρώτη της ομιλία ως αρχηγός, στο επόμενο συνέδριο του κόμματος, επέστρεψε με χιούμορ και αυτοπεποίθηση στη θρυλική της ατάκα για το «nasty party», απευθύνοντάς την αυτή τη φορά στο Εργατικό Κόμμα και τις άγριες συγκρούσεις στο εσωτερικό του.

Όπως ακριβώς και το 2002 από τη θέση της γραμματέως, έτσι και το 2016 η Μέι, ως πρωθυπουργός πλέον, υπενθύμιζε ότι δεν ανήκε σε καμία πτέρυγα των Συντηρητικών. Οι συνειρμικοί και βολικοί παραλληλισμοί με τη Θάτσερ σύντομα σταμάτησαν. Η Μέι είναι «conservative με μικρό c», όπως λένε οι Βρετανοί. Πιστεύει δηλαδή στην παραδοσιακή δεξιά αντίληψη που προκρίνει τις κοινότητες και το αίσθημα του ανήκειν: One nation conservatism. Οτιδήποτε διαταράσσει την υπάρχουσα κοινότητα, όπως για παράδειγμα η μετανάστευση, κάνει τη Μέι καχύποπτη. Είναι όμως δύσκολο να βρεις έναν εκπρόσωπο της λαϊκής βρετανικής δεξιάς που να αξιολογεί, όπως έκανε η Μέι, ως δεύτερη μεγαλύτερη επιτυχία του Κάμερον μετά τη σταθεροποίηση της οικονομίας, τον νόμο για τον γάμο των ομοφυλόφιλων ζευγαριών.

Και είναι ακόμη πιο δύσκολο να βρεις έναν κλασικό Τόρι να διαφημίζει την υποψηφιότητα του για την αρχηγία του κόμματος με λόγο που θα μπορούσε να έχει κάλλιστα εκφωνηθεί από τον επικεφαλής των Εργατικών:

«Αποστολή μας είναι να κάνουμε τη Βρετανία μία χώρα που θα λειτουργεί για όλους, και όχι μόνο για τους προνομιούχους. Όσα επιβάλλουν αυτή την ανάγκη είναι γνωστά σε όλους μας, εδώ και καιρό. Αν έχεις γεννηθεί φτωχός, θα πεθάνεις εννιά χρόνια νωρίτερα από τους υπόλοιπους. Αν είσαι μαύρος, το δικαστικό σύστημα θα σε κρίνει πιο σκληρά. Αν είσαι νέος λευκός της εργατικής τάξης, έχεις μικρότερες πιθανότητες να πας στο πανεπιστήμιο. Αν είσαι σε δημόσιο και όχι ιδιωτικό σχολείο, είναι λιγότερο πιθανό να βρεθείς στα κορυφαία επαγγέλματα. Αν είσαι γυναίκα, θα κερδίσεις λιγότερα από τους άνδρες συναδέλφους σου. Αν υποφέρεις από ψυχολογικά προβλήματα, πολύ συχνά θα βρεθείς χωρίς βοήθεια. Αν ξεκινάς τώρα την καριέρα σου, είναι πιο δύσκολο από ποτέ να αποκτήσεις το δικό σου σπίτι. Απέναντι σε αυτές τις φλέγουσες αδικίες, είμαι αποφασισμένη να αγωνιστώ».

Ήταν η σειρά των φιλοευρωπαϊστών να συνειδητοποιήσουν την αδυναμία κατάταξης της πρωθυπουργού σε μία προβλέψιμη σχολή σκέψης. Η Μέι στράφηκε με αναπάντεχα λαϊκιστικό λόγο εναντίον όσων επένδυαν στο μετριοπαθές προφίλ της. Περιέγραψε το δημοψήφισμα ως τη «σιωπηρή επανάσταση του λαού απέναντι στο κατεστημένο» και επιτέθηκε στους φιλοευρωπαϊστές και τον κοσμοπολιτισμό τους, λέγοντας ότι «όποιος πιστεύει ότι είναι πολίτης του κόσμου, είναι πολίτης του πουθενά». Σε μία από τις χαρακτηριστικές συμπτώσεις της πολιτικής, την ίδια ακριβώς μέρα η επίσης δεξιά Άγκελα Μέρκελ διακήρυττε στο Global Citizens Festival του Αμβούργου ότι «είμαστε όλοι πολίτες του κόσμου».

Τον Ιανουάριο του 2017, η πρωθυπουργός υιοθέτησε τη σκληρή γραμμή του Brexit: έξοδος από την ενιαία αγορά και την τελωνειακή ένωση, έλεγχος των συνόρων, κατάργηση της δικαιοδοσίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στις βρετανικές υποθέσεις. Τον Απρίλιο, αιφνιδίασε τους πάντες προκηρύσσοντας εκλογές. Μέχρι λίγα λεπτά πριν την ανακοίνωση, κανείς δεν ήξερε το περιεχόμενό της, εκτός από ελάχιστους ανθρώπους μέσα στην ομάδα της. Και μετά, ήρθε η καταστροφή από την οποία η πρωθυπουργός ακόμη παλεύει να συνέλθει.

Maybot

Η Μέι ξεκίνησε την προεκλογική καμπάνια με 20 μονάδες διαφορά στις δημοσκοπήσεις. Ήταν η ευκαιρία της να αυξήσει την οριακή αυτοδυναμία των 13 βουλευτών που παρέλαβε από τον Κάμερον και να διαπραγματευτεί το Brexit όπως ήθελε. Η προσωπική της δημοφιλία ήταν τέτοια, που η πρωθυπουργός αφαίρεσε το λογότυπο του κόμματος από την καμπάνια και το αντικατέστησε με το «Theresa May’s team».

Πολύ γρήγορα, όμως, ο κόσμος άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι η Μέι δυσκολευόταν να διαχειριστεί την ανελέητη έκθεση στη δημοσιότητα που συνεπάγεται μια καμπάνια υποψήφιου πρωθυπουργού. Η γλώσσα του σώματος, οι μορφασμοί, οι γεμάτες ένταση απαντήσεις της σε στοιχειώδεις ερωτήσεις, προκαλούσαν αμηχανία σε όλους. Ο Τύπος άρχισε να την ειρωνεύεται. Ο ξύλινος λόγος και η μηχανική επανάληψη των προεκλογικών της μηνυμάτων όποτε τα έβρισκε δύσκολα, της έδωσαν το προσωνύμιο «Maybot».

Οι εφημερίδες άρχισαν να μετράνε πόσες φορές επαναλάμβανε τη φράση «strong and stable» (δυνατή και σταθερή), το μότο της προκειμένου να υπογραμμίζει τα πλεονεκτήματα της υποψηφιότητάς της. Ακόμη και η Μέρκελ περιέγραψε off the record στους δημοσιογράφους μία αντίστοιχη, άβολη συνάντηση με τη Βρετανή πρωθυπουργό, όπου η Μέι επαναλάμβανε μηχανικά τη φράση: «make me an offer».

Όταν η Μέι προσπάθησε να δείξει πιο ανθρώπινο προφίλ, το αποτέλεσμα ήταν εξίσου άβολο, σχεδόν κωμικό. Άρχισε να αναφέρεται στον εαυτό της ως «bloody difficult woman». Ο χαρακτηρισμός ανήκε σε έναν Remainer βουλευτή των Τόρις, αλλά η Μέι τον επαναλάμβανε με έναν αλλόκοτο ενθουσιασμό που δεν συμμεριζόταν κανείς. Όταν οι δημοσιογράφοι της ζήτησαν να περιγράψει τη μεγαλύτερη αταξία της, η απάντησή της προκάλεσε νέο κύμα ειρωνείας: είχε τρέξει με την καλύτερη της φίλη στο χωράφι ενός αγρότη.

Μετά ήρθαν οι εμπνεύσεις των συνεργατών της να συμπεριλάβουν στο προεκλογικό πρόγραμμα περικοπές για όσους συνταξιούχου είχαν χρήματα στην άκρη. Η διαφορά με τον Κόρμπιν που υποσχόταν τα πάντα στους πάντες, άρχισε να μικραίνει. Στο τέλος η Μέι ηττήθηκε εντυπωσιακά, χάνοντας και την οριακή πλειοψηφία που της είχε παραδώσει ο Κάμερον και πλέον εξαρτιόταν από το υπερσυντηρητικό αντιδραστικό DUP της Βορείου Ιρλανδίας, για να σχηματίσει κυβέρνηση μειοψηφίας. Λίγες μέρες μετά την ήττα, η πρωθυπουργός παρουσιάστηκε ενώπιον της ιστορικής Επιτροπής 1922 των Τόρις και τους είπε ότι η ίδια έμπλεξε το κόμμα σε αυτή την ιστορία, και η ίδια θα το ξεμπλέξει.

Ελλείψει αξιόπιστων εναλλακτικών, οι Συντηρητικοί δεν είχαν άλλη επιλογή. Η κοινοβουλευτική ομάδα τρέμει την εικόνα του Μπόρις Τζόνσον ως πρωθυπουργού εξίσου με το ενδεχόμενο εισόδου του Τζέρεμι Κόρμπιν στην Ντάουνινγκ Στριτ. Συνέχισαν λοιπόν με τη Μέι.

Στο μεταξύ, μικρές και μεγάλες στιγμές έχτιζαν διαρκώς την εικόνα μίας αδέξιας και ανεμάρτιστης πολιτικού. Στην τραγωδία του Γκρένφελ Τάουερ, όπως ακριβώς και στις ταραχές του 2011, η Μέι απέφυγε οποιαδήποτε επαφή με το κοινό. Η δημοφιλία της έπεσε κατακόρυφα, ο κόσμος δεν μπορούσε να καταλάβει πώς είναι δυνατόν η πρωθυπουργός να αποφεύγει να μιλήσει στους συγγενείς των θυμάτων.

Στο Συνέδριο των Τόρις, τη στιγμή της υποτιθέμενης επιστροφής της μετά την εκλογική ήττα, την έπιασε κρίση βήχα. Συμβολικά, τα γράμματα στο φόντο πίσω της άρχισαν να πέφτουν, ενώ o κωμικός Σάιμον Μπρόντκιν ξέφυγε από την ασφάλεια και της παρέδωσε ένα ψεύτικο σημείωμα απόλυσης, υπογεγραμμένο υποτίθεται από τον Μπόρις Τζόνσον. «Η ομιλία της είναι μία μικρογραφία της πρωθυπουργίας της. Είναι τελειωμένη» έγραψε o δεξιός Telegraph.

Όταν η Μέι επιχείρησε ανασχηματισμό, δύο Τόρις αρνήθηκαν τις θέσεις που τους έδωσε. Οι δημοσιογράφοι τη ρωτάνε διαρκώς αν είναι σε θέση να παύει ή να διορίζει τους υπουργούς της.

Θείτσα Μέι

Από την ημέρα των εκλογών μέχρι σήμερα, σε εβδομαδιαία βάση, η βρετανική κοινή γνώμη ακούει ότι η Μέι είναι ένα βήμα πριν από την παραίτηση. Η κριτική κορυφώθηκε στις αρχές Φεβρουαρίου, όταν ο Spectator, το κλασικό συντηρητικό περιοδικό της Βρετανίας, κυκλοφόρησε με τίτλο «Lead or go», ζητώντας της να φύγει εφόσον δεν μπορεί ηγηθεί του κόμματος και να καθοδηγήσει τη χώρα στο Brexit. Ακολούθησαν οι μεγαλύτεροι χρηματοδότες των Συντηρητικών που απείλησαν ότι θα αποσύρουν τη στήριξή τους στο κόμμα αν η Μέι «δεν πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα».

Tην εβδομάδα που η Μέι γινόταν στόχος γενικευμένης κριτικής και απαξίωσης στη Βρετανία, γνώριζε μέρες δόξας στην Κίνα όπου πραγματοποιούσε επίσημη επίσκεψη. Οι Κινέζοι της χάρισαν ένα ακόμη προσωνύμιο: Auntie May, αναγνωρίζοντας τα χαρακτηριστικά που είχαν εντοπίσει σε εκείνη οι σύντροφοι της όταν της προσέδιδαν το χαρακτηρισμό «Mumsy». «Μακάρι, να είχε την ίδια απήχηση και εντός της χώρας», σχολίασε σκωπτικά ο Spectator.

Όσοι όμως ζητάνε από την Μέι να επιδείξει πυγμή, γνωρίζουν ότι το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται δεν οφείλεται απλώς στην πολιτική της, αλλά στο μέγεθος και τα χαρακτηριστικά του θηριώδους εγχειρήματος που έχει αναλάβει χώρα: την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Απέναντι στο Brexit κυριαρχούν δύο απόψεις. Η μία είναι των Remainers: αποδέχονται μεν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, επιδιώκουν όμως μία ήπια μορφή εξόδου που θα διατηρήσει τα περισσότερα, αν όχι όλα τα οφέλη που σήμερα απολαμβάνει η χώρα ως μέλος της ΕΕ. Η άλλη είναι των Brexiteers. Υποστηρίζουν έξοδο με συνοπτικές διαδικασίες, αφού θεωρούν πως η χώρα θα ισοσκελίσει τα σημερινά οφέλη με άλλα, που θα προκύψουν από τη θέση της ως ελεύθερου παίκτη στην παγκόσμια σκηνή.

Η Μέι δεν ανήκει σε καμία από τις παραπάνω κατηγορίες. Η στάση της είναι διφορούμενη. Ναι μεν είναι υπέρ της παραμονής, αλλά με αρνητική διάθεση απέναντι στη μετανάστευση, έχοντας μάλιστα δηλώσει διατεθειμένη, αν παραστεί ανάγκη, να υιοθετήσει τη σκληρότερη εκδοχή του Brexit, να φύγει δηλαδή ατάκτως χωρίς συμφωνία από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κανείς δεν είναι σίγουρος αν η Μέι πιστεύει το σκληρό Brexit ή το χρησιμοποιεί πολιτικά ώστε να ισορροπήσει απέναντι στην ετυμηγορία του δημοψηφίσματος, αλλά και να πιέσει διαπραγματευτικά την ΕΕ. Το βέβαιο είναι ότι όταν η Μέι στις εκλογές τους Ιουνίου του 2017, έναν χρόνο μετά το δημοψήφισμα, ζήτησε από τους Βρετανούς καθαρή εντολή ανανέωσης της θητείας τως ώστε να επιχειρήσει το σκληρό Brexit, εκείνοι δεν της έδωσαν την πλειοψηφία. Η ανανεωμένη ετυμηγορία του εκλογικού σώματος επέτρεψε στην πρωθυπουργό να κάνει στροφή και να επιχειρήσει συμβιβασμό με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτή υπήρξε η πολιτική της μέχρι πριν από μερικές εβδομάδες. Η Βρετανία ζήτησε παράταση δύο ετών για να ξεκινήσει το Brexit, εγγυήθηκε τα δικαιώματα των πολιτών της ΕΕ στη Βρετανία μετά την αποχώρησή της, συμφώνησε σε ειδικό καθεστώς σχέσης της ΕΕ με τη Βόρειο Ιρλανδία, και δέχθηκε να πληρώσει 40 έως 60 δισεκατομμύρια ευρώ για τον λογαριασμό της εξόδου.

Όταν η συμφωνία επιτεύχθηκε στο τέλος του χρόνου, η Μέι ήταν πρόσκαιρα και ανέλπιστα στην ισχυρότερη θέση στην οποία είχε βρεθεί μετά τις εκλογές. Οι μετριοπαθείς Brexiteers υπουργοί τη στήριξαν, όπως και οι Remainers Τόρις. Σε μερικές εβδομάδες όμως, η πίεση από τους σκληροπυρηνικούς ευρωσκεπτικιστές εντάθηκε ξανά. Η Μέι ενέδωσε και επιχείρησε εκ νέου στροφή, υιοθετώντας πιο σκληρή στάση. Είπε, για παράδειγμα, ότι όσοι Ευρωπαίοι υπήκοοι έρθουν στη Βρετανία κατά τη διάρκεια της διετούς παράτασης, δεν θα έχουν τα ίδια δικαιώματα με όσους ζουν ήδη στη χώρα. Η ΕΕ απορρίπτει κατηγορηματικά αυτό το ενδεχόμενο, αφού κατά την περίοδο προσαρμογής το Ηνωμένο Βασίλειο θα πρέπει να υπακούει σε όλους τους ευρωπαϊκούς κανόνες.

Μέχρι να συμβεί το Brexit, θα δούμε μάλλον το συγκεκριμένο έργο πολλές φορές, τη Μέι να άγεται και να φέρεται από τις ομάδες πίεσης μέσα στην κοινοβουλευτική της ομάδα. Οι Τόρις της ζητάνε να επιδείξει πυγμή και να κυβερνήσει επιτέλους τη χώρα παρουσιάζοντας μία συγκεκριμένη θέση για το Brexit. Εύκολο να το ζητάς, δύσκολο να το κάνεις.

Η απίθανη θέση της πρωθυπουργού

H βρετανική βουλή έχει 650 έδρες. Για να κυβερνήσει κάποιος χρειάζεται την πλειοψηφία, δηλαδή 326 βουλευτές. Στις εκλογές η Μέι έπεσε στις 318 έδρες και συμφώνησε με το DUP για να τη στηρίξουν οι δέκα βουλευτές του. Από τις 318 έδρες των Τόρις οι 50 περίπου αντιστοιχούν σε Brexiteers που δεν θέλουν συμβιβασμούς. Περίπου 10 είναι οι δηλωμένοι Remainers. Είναι αδύνατον να μείνουν ευχαριστημένες και οι δύο ομάδες. Το ίδιο ισχύει σχεδόν με κάθε πρωτοβουλία της Μέι: από τα επιτόκια στα δάνεια των φοιτητών μέχρι το πλαφόν στους λογαριασμούς ρεύματος. Αν υπάρχει στοιχειωδώς ισχυρή διαφωνία μέσα στο κόμμα, το νομοσχέδιο εγκαταλείπεται.

Στο μεγαλύτερο ζήτημα απ’ όλα, το Brexit, όταν η Μέι υιοθετεί τη σκληρή γραμμή, οι δέκα αντιδρούν. Oι Remainers, καταψήφισαν ήδη μία φορά την κυβέρνηση σε σχετική κοινοβουλευτική ψηφοφορία. Όταν η πρωθυπουργός επιχειρεί μεγάλους συμβιβασμούς, επαναστατούν οι πενήντα. Οι Brexiteers έχουν μαζέψει υπογραφές για να τη διώξουν. Στα απέναντι έδρανα καραδοκούν οι Εργατικοί που έχουν υιοθετήσει τον ιστορικό ρόλο της βρετανικής αντιπολίτευσης στο ζήτημα της Ευρώπης: προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τον διχασμό ώστε να προκαλέσουν εκλογές. Το έκαναν το 1974 και το 1992, και είναι σίγουρο ότι θα το επιχειρήσουν ξανά.

Αν η Μέι είχε την κοινοβουλευτική ομάδα 400 βουλευτών που έδειχναν οι δημοσκοπήσεις όταν προκήρυξε τις εκλογές, δεν θα ενδιαφερόταν ιδιαίτερα ούτε για τους πενήντα Brexiteers, ούτε για τους δέκα Remainers. Θα ήταν επίσης κυρίαρχη μέσα στο κόμμα αφού οι νεοεκλεγμένοι βουλευτές θα όφειλαν την παρουσία τους στη δική της απόφαση να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές. Τώρα, τα χέρια της είναι δεμένα.

H θολή ιδεολογική ζώνη στην οποία έτσι κι αλλιώς κινείται η Μέι, σε συνδυασμό με την προεκλογική εγκατάλειψη του προγράμματος της, την έλλειψη πλειοψηφίας στη Βουλή ώστε να εφαρμόσει την εσωτερική ατζέντα της και το θηριώδες ζήτημα του Brexit έχει φέρει τη Μέι στη σημερινή απίθανη θέση. Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς πώς θα καταφέρει να τη γλιτώσει.

Ο ιστορικός του Συντηρητικού κόμματος Στούαρτ Μπολ είπε πως είμαστε μπροστά «στην εντυπωσιακότερη εκπαραθύρωση αρχηγού στη σύγχρονη ιστορία της Βρετανίας». Πολύ καιρό πριν από τον Μπολ όμως, ο φιλελεύθερος Ντέιβιντ Λόουζ χαρακτήρισε τη Μέι την πιο απρόβλεπτη αρχηγό στη σύγχρονη ιστορία των Τόρις. To 2010, όλοι προεξοφλούσαν το τέλος της υπουργικής της θητείας στο θανάσιμο υπουργείο Εσωτερικών εντός λίγων μηνών, κατέληξε όμως η μακροβιότερη υπουργός Εσωτερικών της χώρας.

Η Μέι δίνει μάχη επιβίωσης με το Brexit, ένα θέμα που πολλοί περιγράφουν ως άλλο ένα νεκροταφείο για όποιον πολιτικό κληθεί να το φέρει εις πέρας. Οι Βρετανοί διάλεξαν για τον ρόλο την Τερέζα Μέι, την πιο βαρετή και απρόβλεπτη πρωθυπουργό στην πρόσφατη ιστορία της χώρας.

Η εσωκομματική ανταρσία ενάντια στη Μέι
Ιούλιος 2017 Κορυφαίοι υπουργοί σε ανταρσία για τις δημόσιες δαπάνες
Ιούλιος 2017 Ανταρσία για τα σχέδια δαπανών στα σχολεία
Ιούλιος 2017 Ανταρσία για την αποχώρηση από την Euratom
Αύγουστος 2017 Ανταρσία βουλευτών για τον λογαριασμό του Brexit
Αύγουστος 2017 Ανταρσία για την αύξηση των επιτοκίων στα φοιτητικά δάνεια
Σεπτέμβριος 2017 Η Μέι επιχειρεί να σταματήσει ανταρσία 50 βουλευτών
Σεπτέμβριος 2017 Ανταρσία δύο υπουργών ενάντια στα σχέδια για τη μετανάστευση
Σεπτέμβριος 2017 Οι φιλοευρωπαϊστές προειδοποιούν με ανταρσία τη Μέι
Σεπτέμβριος 2017 Κοινοβουλευτική ανταρσία 80 βουλευτών για τις τιμές ενέργειας
Σεπτέμβριος 2017 Βουλευτές απειλούν ότι θα καταψηφίσουν περιορισμό των εργατικών δικαιωμάτων
Οκτώβριος 2017 Ανταρσία βουλευτών για το ζήτημα των κοινωνικών επιδομάτων
Νοέμβριος 2017 Ο αριθμός των βουλευτών που συλλέγουν υπογραφές για να διώξουν τη Μέι φτάνει τους 40
Δεκέμβριος 2017 Φιλοευρωπαϊστές Τόρις καταψηφίζουν την κυβέρνηση στη Βουλή
Δεκέμβριος 2018 Απειλή ανταρσίας από τον Μπόρις Τζόνσον
Δεκέμβριος 2018 Προειδοποιητική επιστολή από Brexiteers βουλευτές
Ιανουάριος 2018 48 βουλευτές μαζεύουν υπογραφές για να την διώξουν
Ιανουάριος 2018 Παρ’ολίγον ανταρσία στο υπουργικό συμβούλιο για το NHS
Ιανουάριος 2018 Τελεσίγραφο από αντάρτες βουλευτές για το Brexit
Φεβρουάριος 2018 Απειλή ανταρσίας βουλευτών για το ζήτημα της τελωνειακής ένωσης
Φεβρουάριος 2018 Φιλοευερωπαϊστές προειδοποιούν τη Μέι ότι θα την καταψηφίσουν
Είναι δημοσιογράφος. Eργάζεται σε think tank στο Λονδίνο, και παράλληλα αρθρογραφεί σε ελληνικά και βρετανικά μέσα αναλύοντας την πολιτική επικαιρότητα. Από τις εκδόσεις Επίκεντρο κυκλοφορεί το βιβλίο του με τίτλο "Brexit, Ευρώπη και Ελλάδα".

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.