Μια βόλτα στη σκοτεινή πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Ένας Έλληνας που ζει στις Βρυξέλλες και οργανώνει ξεναγήσεις στην γειτονιά των ευρωπαϊκών λόμπι, μας εξηγεί τα βασικά για τη σχέση ΕΕ και οργανωμένων συμφερόντων.
Χρόνος ανάγνωσης: 
17
'
Ο Γιώργος Βασσάλος και οι ξεναγούμενοι στην Place Schuman, μπροστά από το κτίριο Berlaymont της Κομισιόν.

Τα τελευταία 15 χρόνια οι Βρυξέλλες έχουν γίνει –μετά την Ουάσιγκτον– παγκόσμιο κέντρο του λόμπινγκ (της εκπροσώπησης δηλαδή συμφερόντων). Σύμφωνα με τον Economist, η βελγική πρωτεύουσα φιλοξενεί περίπου 25.000 λομπίστες, με συνολικό ετήσιο προϋπολογισμό –κατόπιν συντηρητικού υπολογισμού– πάνω από 3 δισ. ευρώ για την επιρροή των πολιτικών της ΕΕ.

Περίπου 7.500 από αυτούς τους εκπροσώπους συμφερόντων είναι διαπιστευμένοι στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, πράγμα που σημαίνει ότι έχουν τη δυνατότητα να συναντώνται τακτικά με ευρωβουλευτές.

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα LobbyFacts.eu, το 2015 οι 50 κορυφαίες εταιρείες δήλωσαν ότι δαπάνησαν περίπου 90 εκατ. ευρώ μεταξύ τους για λόμπινγκ – το ποσό αυτό αυξήθηκε σχεδόν σε 120 εκατ. ευρώ το 2022. Η ίδια ιστοσελίδα αναφέρει πως η σύνθεση του τοπίου των λόμπι στην ΕΕ έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια: όσον αφορά τους μεγάλους εταιρικούς παίκτες, το «Big Tech» έχει εκτοπίσει το ενεργειακό λόμπι στην κορυφή της κατάταξης. Το 2015 η Apple δεν περιλαμβανόταν καν μεταξύ των 50 κορυφαίων, ενώ σήμερα κατατάσσεται στην 3η θέση. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι πάνω από το 70% των επαγγελματιών εκπροσώπησης συμφερόντων της Google και της Meta έχουν εργαστεί προηγουμένως για κυβερνητικούς φορείς, είτε σε ευρωπαϊκό είτε σε εθνικό επίπεδο (φαινόμενο των revolving doors). Αυτό περιλαμβάνει και υψηλόβαθμα στελέχη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ευρωβουλευτές, μέχρι και επιστημονικούς συνεργάτες και ασκούμενους.

Το inside story μίλησε με τον Γιώργο Βασσάλο, διδάκτορα πολιτικής επιστήμης με έμφαση στην ΕΕ και την εκπροσώπηση συμφερόντων σε διάφορα γαλλικά πανεπιστήμια (Σορβόννη, Science Po της Λυόν, του Στρασβούργου και της Λιλ), ο οποίος διοργανώνει στις Βρυξέλλες τις ξεναγήσεις «Dark Side of EU Tours».

IS: Πώς ξεκίνησε η ιδέα για το «Dark Side of EU Tours»;

Τα «Dark Side of EU Tours» τα ξεκινήσαμε το 2021 εγώ και η Λόρα Βερέεκ από τη Γαλλία. Έχουμε κι οι δύο εργαστεί στο παρελθόν για αρκετά χρόνια στο Παρατηρητήριο της Ευρώπης των Πολυεθνικών (Corporate Europe Observatory - CEO), έναν ανεξάρτητο οργανισμό έρευνας με αντικείμενο την πολιτική δραστηριότητα των μεγάλων εταιρειών στις Βρυξέλλες, ως έδρα της ΕΕ. Οι ξεναγήσεις γκρουπ δημοσιογράφων, φοιτητών και πανεπιστημιακών, εργαζομένων και συνδικαλιστών, ακτιβιστών κ.ά. στην «ευρωπαϊκή γειτονιά» των Βρυξελλών ήταν κομμάτι της δουλειάς μας στο CEO, καθώς η παρατήρηση του ποιοι είναι εγκατεστημένοι στη γειτονιά αυτή βοηθά πολύ στην κατανόηση του ποιοι συμμετέχουν στην πολιτική διαδικασία της ΕΕ.

IS: Τι είναι το lobbying;

Πρόκειται για έναν όρο ή καλύτερα για μια έννοια που προέρχεται από την αγγλοσαξονική πολιτική παράδοση. Η καταγωγή του εντοπίζεται στον 19ο αιώνα. Με την ανακατασκευή του παλατιού του Γουέστμινστερ (έδρα των δύο βρετανικών κοινοβουλίων) μετά την πυρκαγιά του 1834, το «κεντρικό λόμπι», ένας χώρος στον οποίον οι πολίτες μπορούν να συναντήσουν τους εκπροσώπους τους, ήρθε να προστεθεί στη διαρρύθμιση. Από το 19ο αιώνα δημιουργούνται ενώσεις συμφερόντων (όπως πχ. η Anti-Corn Law League) που μετατρέπουν τη δραστηριότητα αυτή –των συναντήσεων με τους νομοθέτες– σε επάγγελμα. Το φαινόμενο αυτό παίρνει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις στις ΗΠΑ, όπου οι κρατικές δομές δημιουργούνται εκ του μηδενός και οι συγγραφείς του Συντάγματος καλωσορίζουν την οργάνωση των ιδιαίτερων συμφερόντων και τον ανοιχτό ανταγωνισμό μεταξύ τους για την εύνοια των πολιτικών, ως έναν παράγοντα συνεχούς αναζωογόνησης του δημοκρατικού κράτους. Στις ΗΠΑ έχουμε ήδη από το 1877 πολιτειακές νομοθεσίες πάνω στο λόμπινγκ. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, οι πολιτειακοί νομοθέτες ήρθαν σε ρήξη με τους συγγραφείς του ομοσπονδιακού Συντάγματος και ποινικοποίησαν το λόμπινγκ, ως πηγή διαφθοράς. Αυτό όμως ήταν κάτι το εντελώς παροδικό.

Στην εκτός Βρετανίας Ευρώπη, το λόμπινγκ διαδόθηκε βασικά μέσω της ΕΟΚ/ΕΕ. Οι οργανισμοί που από τη δεκαετία του 1950 εγκαταστάθηκαν στις Βρυξέλλες, και κυρίως η Επιτροπή, είχαν αντικειμενικό συμφέρον συνεργασίας με τις πιο εξαγωγικές ευρωπαϊκές και αμερικάνικες εταιρείες, που έβλεπαν με καλό μάτι την κατάργηση των δασμών και την ενοποίηση των ευρωπαϊκών αγορών. Η Επιτροπή χρηματοδότησε μάλιστα τη δημιουργία οργανώσεων που εκπροσωπούσαν οικονομικούς κλάδους στο επίπεδο των έξι και αργότερα των εννιά κρατών μελών. Σε δεύτερη φάση χρηματοδότησε τη δημιουργία μιας ένωσης καταναλωτών και μιας συνδικαλιστικής συνομοσπονδίας στο ίδιο επίπεδο.

Επρόκειτο για εισαγωγή του «πλουραλιστικού» μοντέλου των ΗΠΑ, όπου όλα τα είδη συμφερόντων ενθαρρύνονταν να αλληλοεπιδρούν με τους πολιτικούς θεσμούς, ώστε να δημιουργήσουν μία «αγορά ιδεών» γι’ αυτούς. Με τη Λευκή Βίβλο για την Ευρωπαϊκή Διακυβέρνηση του 2001, το λόμπινγκ ανακηρύχθηκε στον βασικό τρόπο διόρθωσης του «δημοκρατικού ελλείμματος της ΕΕ».

Η «συμμετοχική δημοκρατία» μέσω της διαβούλευσης με τις ομάδες συμφερόντων (τα λόμπι) θα κάλυπτε τα κενά στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, το γεγονός δηλαδή ότι μόνο ένα –και μάλιστα το πιο αδύναμο– από τα τρία κεντρικά όργανα της ΕΕ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκλέγεται από τους πολίτες.

Σύμφωνα με τη ρητορική των ευρωπαϊκών θεσμών, το λόμπινγκ είναι βασικό συστατικό της εύρυθμης λειτουργίας της δημοκρατίας: μέσω της ενεργής παρουσίας πολλών διαφορετικών συμφερόντων διασφαλίζεται ότι κανένα από αυτά δε μονοπωλεί τις προτιμήσεις των νομοθετών μακροπρόθεσμα. Η μελέτη ωστόσο των αριθμών γύρω από το ποιος συγκεκριμένα αλληλεπιδρά με την ΕΕ θέτει σε αμφισβήτηση τη θεώρηση αυτή.

IS: Ποιος κάνει lobbying στις Βρυξέλλες και γιατί;

Ας αρχίσουμε από το «γιατί». Η ΕΕ είναι σήμερα κάτι πολύ περισσότερο από μια ενιαία αγορά. Έχει πολιτική διαχείρισης συνόρων, περιβαλλοντική πολιτική, ακόμα και στοιχεία κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής άμυνας. Η σπονδυλική της στήλη παρόλ’ αυτά παραμένει η ενιαία αγορά. Ως εκ τούτου το λόμπινγκ στις Βρυξέλλες γίνεται κυρίως είτε για την υιοθέτηση νομοθετικών διατάξεων που δίνουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα σε συγκεκριμένους κλάδους ή εταιρείες, είτε για την αποφυγή διατάξεων που μπορεί να απειλούν μια δεσπόζουσα θέση στην αγορά.

Πολύ πρακτικά αυτό σημαίνει ότι τα 2/3 των λομπιστών στην ΕΕ εκπροσωπούν μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες. Στην ιστοσελίδα της Διεθνούς Διαφάνειας μπορούμε να δούμε ότι το 66% των οργανώσεων που καταχωρούνται με δική τους πρωτοβουλία στο «Μητρώο Διαφάνειας» της ΕΕ εκπροσωπούν συμφέροντα μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών, μέσω γραφείων συγκεκριμένων εταιρειών (in-house lobbyists), ομοσπονδιών, συμβουλευτικών και δικηγορικών εταιρειών και think-tanks. Μπορούμε επίσης να δούμε ότι το 64% των συναντήσεων υψηλόβαθμων στελεχών της Επιτροπής κατά τη θητεία Γιούνκερ (2014-2019) ήταν με εκπροσώπους πολυεθνικών.

Τι είναι το Μητρώο Διαφάνειας

Το Μητρώο Διαφάνειας είναι μια βάση δεδομένων που περιλαμβάνει τις οργανώσεις οι οποίες προσπαθούν να επηρεάσουν την νομοθετική διαδικασία και τη διαδικασία εφαρμογής πολιτικών των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Το μητρώο δείχνει καθαρά ποια συμφέροντα προωθούνται, από ποιον και με τι προϋπολογισμό. Με τον τρόπο αυτό, το μητρώο παρέχει τη δυνατότητα δημοσίου ελέγχου, ώστε οι πολίτες και άλλες ομάδες συμφερόντων να μπορούν να παρακολουθούν τις δραστηριότητες των εκπροσώπων ομάδων συμφερόντων.

Οι εγγεγραμμένες οργανώσεις δεσμεύονται από έναν κοινό κώδικα δεοντολογίας.

Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Τα ποσοστά αυτά ανεβαίνουν όταν εξετάζουμε συγκεκριμένες ευρωπαϊκές πολιτικές. Αν η γενική αναλογία μεταξύ μεγάλων εταιρικών και άλλων συμφερόντων είναι 2:1, στον κλάδο της ρύθμισης των χημικών συστατικών είναι 3:1, στο φάρμακο 3,5:1, στον χρηματοπιστωτικό τομέα 11:1 και στην αυτοκινητοβιομηχανία 12:1. Τα ποσοστά των μη εταιρικών συμφερόντων ανεβαίνουν όταν το λόμπινγκ αφορά πολιτικές όπου οι αρμοδιότητες της ΕΕ δεν είναι ιδιαίτερα ισχυρές (π.χ. η παιδεία ή η κοινωνική πολιτική) – όπως και τις πολιτικές συνοχής, που αφορούν τη διανομή ενός μέρους του μικρού προϋπολογισμού της ΕΕ (1% του ΑΕΠ) και στις οποίες ενεργοποιούνται κυρίως οι δημοτικές και περιφερειακές αρχές.

Στα πλαίσια της διδακτορικής διατριβής μου για τη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα (L’Europe de la finance, 2020), εντόπισα 1.740 λομπίστες των μεγάλων εταιρειών του κλάδου (τράπεζες, διαχειριστές χαρτοφυλακίων, χρηματιστήρια κ.λπ.) που στόχευαν μόλις 819 δημόσιους λειτουργούς που δούλευαν πάνω στο θέμα, έχοντας «απέναντι» τους μόλις 37 εκπροσώπους μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών και 161 εκπροσώπους μη εταιρικών συμφερόντων.

Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε σε ορισμένα μεταπολεμικά συστήματα όπως το δυτικογερμανικό ή το αυστριακό, όπου δυο-τρεις πανεθνικές οργανώσεις «κοινωνικών εταίρων» άφηναν ισχυρό αποτύπωμα σε όλους τους τομείς, στη σημερινή ΕΕ δεν υπάρχει μια χούφτα οργανώσεων που να ελέγχει το σύνολο των δημόσιων πολιτικών. Οι υπέρμαχοι της «πλουραλιστικής» θεωρίας και η πολιτική ηγεσία της ΕΕ επικεντρώνουν στο γεγονός αυτό, για να υποστηρίξουν ότι το λόμπινγκ στην ΕΕ έχει θετικό δημοκρατικό πρόσημο καθότι πρόκειται για έναν ανοιχτό διάλογο ανάμεσα σε μια πλειάδα συμφερόντων που «ελέγχουν το ένα το άλλο», χωρίς ποτέ κανένα να κυριαρχεί συνολικά και μακροπρόθεσμα.

Η περιγραφή αυτή εξωραΐζει τα πράγματα. Αυτό που έχουμε στην πραγματικότητα είναι συγκεκριμένες οργανώσεις που ελέγχονται από συγκεκριμένες εταιρείες να κυριαρχούν σε συγκεκριμένες πολιτικές. H Association for Financial Markets in Europe και η 20άδα των μεγαλύτερων τραπεζών που την ελέγχουν κυριαρχούν στη χρηματοπιστωτική ρύθμιση, η Digital Europe που εκπροσωπεί τις Google, Amazon, Facebook, Apple και Microsoft κυριαρχεί στη ρύθμιση των ψηφιακών αγορών, η EFPIA των φαρμακευτικών κυριάρχησε στις πολιτικές της ΕΕ γύρω από το εμβόλιο κατά του Covid (π.χ. το ότι η πατέντα δεν άρθηκε πριν από τον Ιούνιο του 2022) και ούτω καθεξής. H συνομοσπονδία των εθνικών εργοδοτικών οργανώσεων BusinessEurope παρεμβαίνει βασικά στη μακροοικονομική και κοινωνική πολιτική και δίνει κάποιες στοχευμένες ενισχύσεις σε κλάδους που δεν έχουν ακόμα προλάβει να οργανωθούν καλά, όπως π.χ. οι πλατφόρμες παροχής υπηρεσιών τύπου Uber και Deliveroo. H Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, από την άλλη, εκτός του ότι εκφέρει σπάνια λόγο σε τομείς εκτός κοινωνικής πολιτικής, βρίσκεται, όπως και το Ευρωπαϊκό Γραφείο Καταναλωτικών Ενώσεων (BEUC), σχεδόν πάντα στο ακραία μειοψηφικό στρατόπεδο απόψεων στα ντοσιέ με τα οποία ασχολείται.

Το ότι διαφορετικές εταιρείες κυριαρχούν σε διαφορετικές πολιτικές δε μπορεί να θεωρείται εχέγγυο αυθεντικού πλουραλισμού και παράγοντας βελτίωσης της δημοκρατίας. Μπορεί τα συστήματα «εταιρικής κοινωνικής σχέσης», όπως το δυτικογερμανικό, να κυριαρχούνταν από μια χούφτα οργανώσεις, αλλά ένα πολύ μεγάλο κομμάτι των πολιτών εκπροσωπούνταν –όσο ατελώς κι αν γινόταν αυτό– από τα συνδικάτα που συγκαταλέγονταν ανάμεσα στις λίγες αυτές οργανώσεις και είχαν σημαντικό βάρος στις αποφάσεις. Στο σημερινό σύστημα εκπροσώπησης συμφερόντων στις Βρυξέλλες, οι οργανώσεις που επιχειρούν να εκπροσωπήσουν την κοινωνική πλειοψηφία βρίσκονται μονίμως σε ακραία μειοψηφία.

IS: Ποιες είναι οι πιο σημαντικές στάσεις του tour και γιατί;

Συνήθως ξεκινάμε από το κέντρο του κυκλικού κόμβου Schuman, απ’ όπου μπορούμε να δούμε την έδρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με το μεταλλικό κουβούκλιο όπου συναντιούνται οι 27 επίτροποι κάθε Τετάρτη καθώς και τα κτίρια Justus Lipsius και Europa που στεγάζουν το Συμβούλιο της ΕΕ και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Στην άλλη πλευρά του κόμβου έχουμε τέσσερα κτίρια που στεγάζουν λόμπι όπως η BP, η City of London Corporation, η BMW, η Pernot-Ricard, η μεγάλη συμβουλευτική Kreab κ.ά. Εκεί κάνουμε μια γενική εισαγωγή για το πώς δομείται η μόνιμη σχέση εργασίας της ΕΕ με τα λόμπι, μέσω των υποχρεωτικών διαβουλεύσεων, καθώς και μια γενική γεωγραφική περιγραφή του ενός τετραγωνικού χιλιομέτρου που καλύπτει η ευρωπαϊκή γειτονιά, ως μιας εξαιρετικά σπάνιας συγκέντρωσης πολιτικής και οικονομικής εξουσίας σε έναν τόσο συμπυκνωμένο αστικό χώρο.

Στη συνέχεια ανάλογα με τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα κάθε γκρουπ κάνουμε μια στάση είτε σε κάποιο τραπεζικό λόμπι, είτε μπροστά στα γραφεία της Shell, είτε στα γραφεία της Frontex, μιλώντας για τις πυκνές επαφές της με τις οπλοβιομηχανίες και τις βιομηχανίες επεξεργασίας βιομετρικών δεδομένων και κυβερνοασφάλειας.

Συνήθως κάνουμε μια στάση στα γραφεία της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας, αναδεικνύοντας το ρόλο που έχει παίξει στην αύξηση της διαφάνειας σε σχέση με το λόμπινγκ και τα διαπλεκόμενα συμφέροντα των αξιωματούχων της ΕΕ, τα τελευταία χρόνια.

Σταματάμε επίσης μπροστά στα γραφεία της Google. Σε όλες τις στάσεις, τοποθετούμαστε έτσι ώστε να μπορούμε να διαβάσουμε τις ταμπέλες που μας πληροφορούν ποιες είναι οι οργανώσεις-ένοικοι κάθε κτιρίου. Καμιά φορά καλημερίζουμε και τους λομπίστες που μπαινοβγαίνουν στα γραφεία τους κι όταν είμαστε πραγματικά τυχεροί, κάποιος από αυτούς σχολιάζει πάνω σε αυτά που λέμε κι έτσι έχουμε έναν σύντομο διάλογο.

Σημαντικές στάσεις είναι επίσης το κτίριο Borschette, που στεγάζει τις συμβουλευτικές ομάδες της Επιτροπής (expert groups) στις οποίες συμμετέχουν χιλιάδες λομπίστες, αλλά και το «δέντρο των λομπιστών». Πρόκειται για ένα δέντρο που φύτεψε μία από τις τρεις επαγγελματικές ενώσεις λομπιστών των Βρυξελλών μαζί με την πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Νικόλ Φοντέν το 2001, ανάμεσα σε δύο κτίρια του θεσμού αυτού. Η πλακέτα που βρίσκεται πάνω στο δέντρο κάνει λόγο για τη συμβολή των λομπιστών στη διευκόλυνση των συζητήσεων και αποφάσεων. Για εμάς, το δέντρο αυτό είναι μια χειροπιαστή αποτύπωση της νομιμοποίησης που απολαμβάνουν οι λομπίστες ως συνομιλητές των οργανισμών της ΕΕ.

Τελειώνουμε τη ξενάγηση στην Place du Luxembourg, έναν από τους πιο συνήθεις τόπους συνάντησης των μελών του προσωπικού της Ευρωβουλής με τους λομπίστες. Εάν υπάρχει χρόνος για χάζι, καθόμαστε και για ένα καφέ ή μια μπίρα περιτριγυρισμένοι από το εκλεκτό αυτό κοινό.

IS: Πείτε μας για μερικές σημαντικές μάχες lobbying που έχουν δοθεί στις Βρυξέλλες

Στις Βρυξέλλες δίνονται συνεχώς πολύ σημαντικές μάχες διαδρόμων, που επηρεάζουν άμεσα τις ζωές όλων μας. Πέρυσι, είχα τη τύχη να εργαστώ ως σύμβουλος μιας ΜΚΟ δημοσίου συμφέροντος πάνω στον κανονισμό για τις ψηφιακές αγορές (Digital Markets Act). Παρότι ήμασταν το πολύ πενήντα άτομα συνολικά που δουλεύαμε πάνω στη νομοθεσία αυτή για μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, έχοντας απέναντί μας πάνω από 1.400 λομπίστες των ψηφιακών εταιρειών, ορισμένα θετικά βήματα διασφαλίστηκαν: η αναγνώριση του δικαιώματος των χρηστών να αλλάζουν τις προεπιλεγμένες ρυθμίσεις (default settings) ή η υποχρέωση των διάφορων παρόχων λογισμικών αποστολής μηνυμάτων να εξασφαλίσουν τη διαλειτουργικότητα. Να μη χρειάζεται δηλαδή να έχουμε όλοι πέντε διαφορετικά λογισμικά εγκαταστημένα στις συσκευές μας, ούτε να υποχρεωνόμαστε να βάλουμε μία από αυτές «επειδή την έχουν όλοι» (π.χ. Viber), ενώ για παράδειγμα η πολιτική ασφάλειας των δεδομένων μας δεν μας ικανοποιεί, αλλά να μπορούμε να επιλέγουμε ένα λογισμικό και με αυτό να μπορούμε να επικοινωνούμε με όλα τα άλλα.

Οι Google, Microsoft, Facebook κ.λπ. είχαν βέβαια κι αυτές τις επιτυχίες τους, καθότι κατάφεραν να εξασφαλίσουν ότι κάθε μέτρο που πρέπει να πάρουν για να συμμορφωθούν στη νέα νομοθεσία θα πρέπει πρώτα να συζητιέται για ένα εξάμηνο μαζί τους, ή ότι η πλήρης διαλειτουργικότητα που θα καλύπτει ακόμα και συλλογικές βιντεοκλήσεις θα εφαρμοστεί σε τέσσερα χρόνια και μόνον όταν ένας πάροχος υποβάλει αίτημα να συνδεθεί με έναν άλλον. Με άλλα λόγια, τo Messenger της Facebook θα είναι υποχρεωμένο να δεχτεί το αίτημα, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι π.χ. το Viber ή το Signal θα υποβάλουν τέτοιο αίτημα. Κέρδισαν επίσης το να περιοριστεί η απαγόρευση των στοχευμένων διαφημίσεων, μόνο στους ανηλίκους και για τους ενηλίκους να γίνει απλά υποχρεωτική η συγκατάθεση. Όλη αυτή η νομοθεσία, βέβαια, πιθανόν να μην έβλεπε ποτέ το φως της ημέρας, αν το Brexit δεν είχε στερήσει από τις μεγάλες αμερικανικές ψηφιακές πολυεθνικές το βασικό πολιτικό τους στήριγμα στην ΕΕ: το βρετανικό κράτος.

Μέχρι το τέλος του 2022, η ΕΕ πρέπει επίσης να αποφασίσει αν θα ανανεώσει για έναν χρόνο την άδεια χρήσης της γλυφοσάτης (και το 2023 θα πρέπει να αποφασίσει για 5 έτη). Πρόκειται για την πιο διαδεδομένη δραστική ουσία που χρησιμοποιείται στα φυτοφάρμακα και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας την έχει κατατάξει ως «πιθανώς καρκινογόνα». Η τελευταία 5ετής άδεια δόθηκε το 2017 μετά από ένα πραγματικό διετές πολιτικό θρίλερ, που έληξε με τον γερμανό υπουργό να ψηφίζει υποτίθεται ενάντια στις οδηγίες της Μέρκελ. Ο λόγος που αυτή τη στιγμή συζητιέται μια προσωρινή μονοετής ανανέωση είναι ότι η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων (EFSA) δήλωσε ότι δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στην αποστολή που της ανέθεσαν οι νομοθέτες να ολοκληρώσει φέτος την αξιολόγησή της. Τα κράτη-μέλη όμως αδυνατούν αυτή τη στιγμή να συμφωνήσουν ακόμα για τη μονοετή αυτή ανανέωση.

Οφείλω να σημειώσω ότι σε ντοσιέ υψηλής σημασίας, οπού ο πολιτικο-τεχνικός συσχετισμός είναι αμφίρροπος, όπως π.χ. στην αντικαπνιστική νομοθεσία, παρατηρούνται ακραία φαινόμενα, όπως διαρρήξεις γραφείων ΜΚΟ με κλοπές υπολογιστών. Oι ένοχοι τέτοιων ενεργειών δεν έχουν ποτέ μέχρι τώρα βρεθεί από την αστυνομία.

IS: Έχουν υπάρξει ευτράπελα;

Μία υπόθεση που αναφέρω στις ξεναγήσεις και πάντα προκαλεί γέλιο είναι αυτή του πατέρα του τωρινού προέδρου του Ευρωπαϊκό Συμβούλιου Σαρλ Μισέλ, του Λουί Μισέλ, που ως ευρωβουλευτής κατέθεσε 229 τροπολογίες εκ των οποίων οι 158 ήταν copy paste από τις Google και Σία. Κάτι τέτοια περνάν συχνά απαρατήρητα, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Μισέλ πιάστηκε «με τη γίδα στην πλάτη» από φλαμανδούς δημοσιογράφους, που έβγαλαν την υπόθεση σε τηλεοπτική εκπομπή το ίδιο βράδυ. Για να υπερασπιστεί τον εαυτό του ο έμπειρος πολιτικός δήλωσε ότι τις τροπολογίες κατέθεσε με ατομική πρωτοβουλία ο επικεφαλής του γραφείου του χωρίς να τον ενημερώσει, αλλά ότι δε θα τον απολύσει γιατί «είναι ανθρωπιστής».

Μια άλλη περίπτωση ιστορικής φαιδρότητας ήταν όταν ο ευρωβουλευτής και πρώην υπουργός εσωτερικών της Αυστρίας Ερνστ Στράσερ παγιδεύτηκε από δημοσιογράφους που παρέστησαν τους λομπίστες. O Στράσερ δέχτηκε την πρότασή τους να καταθέσει μια τροπολογία που είχαν γράψει σε αντάλλαγμα ενός συμβολαίου «παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών» ύψους €100.000, κοκορευόμενος μάλιστα ότι αυτό θα ήταν το έβδομο τέτοιο συμβόλαιό του. Η σκηνή της συναλλαγής έχει καταγραφεί από κρυφή κάμερα και μπορείτε να την απολαύσετε στο ΥouΤube. Τελικά, πήγε τέσσερα χρόνια φυλακή και η πολιτική του καριέρα έλαβε άδοξο τέλος.

 

 

IS: Ωραία, και πώς με αφορά εμένα το λόμπινγκ; Γιατί είναι σημαντικό; Ποιος ο αντίκτυπος στην Ελλάδα;

Η Ελλάδα ίσως να μην είχε μπει ποτέ στα μνημόνια αν το 2009-2010, το τραπεζικό λόμπι δεν ήταν τόσο αποτελεσματικό ώστε να αποτρέψει την άμεση απαγόρευση της κερδοσκοπίας με κρατικά ομόλογα. Γαλλογερμανικοί πολιτικοί κύκλοι είχαν βάλει το ζήτημα αυτό στην ατζέντα της ΕΕ, αλλά το τραπεζικό λόμπι κατάφερε να κερδίσει χρόνο, εξασφαλίζοντας δοκιμαστικές περιόδους εθελοντικής ρύθμισης και διαβουλεύσεις με τον τότε αρμόδιο επίτροπο Τσάρλι ΜακΚρίβι, που μετά το τέλος της θητείας του πήγε κι ο ίδιος να δουλέψει για τις τράπεζες. Η κερδοσκοπία αφέθηκε έτσι να οδηγήσει το επιτόκιο δανεισμού της Ελλάδας στο 12% και τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει αυτή τη στιγμή με τις τιμές της ενέργειας. Ο πόλεμος έχει κάνει πιο δυσεύρετο το φυσικό αέριο, όχι τις άλλες πηγές ενέργειας. Με βάση όμως την ισχύουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία, η τιμή όλων των ειδών ενέργειας καθορίζεται από την ακριβότερη, που είναι αυτή του φυσικού αερίου. Αντί να καταργηθεί το σύστημα αυτό με συνοπτικές διαδικασίες ώστε να σταματήσει η οικονομική αιμορραγία εκατοντάδων εκατομμυρίων πολιτών σε όλη την ΕΕ, τα ενεργειακά λόμπι έχουν πείσει τους λήπτες αποφάσεων να περιορίζονται σε διάφορα μέτρα μηδενικής αποτελεσματικότητας, όπως η επιπλέον φορολόγηση και αναδιανομή των κερδών. Εντωμεταξύ, τα κέρδη τους έχουν ήδη τουλάχιστον διπλασιαστεί σε σχέση με πέρυσι και συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται, ενώ οι λογαριασμοί μας συνεχίζουν να φουσκώνουν.

IS: Υπάρχει κάποιο ρυθμιστικό πλαίσιο για τους λομπίστες στις Βρυξέλλες και πώς αυτό εφαρμόζεται στην πράξη;

Υπάρχει το Μητρώο Διαφάνειας, που έχει γίνει de facto υποχρεωτικό καθότι οι οργανώσεις που δεν βρίσκονται σε αυτό δε μπορούν να γίνουν δεκτές για συναντήσεις από Επιτρόπους, μέλη των γραφείων τους ή Γενικούς Διευθυντές της Επιτροπής. Η Επιτροπή όμως δεν ελέγχει την ποιότητα των πληροφοριών που παρέχονται στο Μητρώο σε σχέση με το πόσα χρήματα ξοδεύονται και πόσοι λομπίστες εργάζονται για κάθε οργάνωση – σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου η καταχώρηση αναληθών πληροφοριών μπορεί να οδηγήσει σε ποινές φυλάκισης.

Υπάρχει επίσης η νομοθεσία που επιτρέπει σε κάθε πολίτη να ζητήσει έγγραφα από τους θεσμούς της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της αλληλογραφίας τους με τα λόμπι. Δημοσιογράφοι, ερευνητές και ακτιβιστές έχουν ανακαλύψει πολλές ενδιαφέρουσες ιστορίες μέσω των εγγράφων αυτών.

Από εκεί και πέρα, υπάρχει μια αρκετά αδύναμη ρύθμιση των παράλληλων οικονομικών δραστηριοτήτων των ευρωβουλευτών. Το ένα τρίτο εξ αυτών περίπου εργάζεται παράλληλα για κάποια εταιρεία, με ορισμένους, όπως o λαλίστατος επικεφαλής των ευρωπαίων Φιλελευθέρων Γκι Φερχόφστατ, να βγάζουν περισσότερα από αυτές τις δουλειές, παρά από τον βουλευτικό τους μισθό.

Τα τελευταία χρόνια αυξάνονται επίσης οι περίοδοι (1 με 2 χρόνια) κατά τις οποίες αποχωρήσαντες ευρω-υπάλληλοι και επίτροποι πρέπει να ζητούν έγκριση προτού μεταπηδήσουν στον κόσμο του λόμπινγκ. Το πρόβλημα είναι ότι οι περιπτώσεις που δεν δίνεται το πράσινο φως μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, σε αντίθεση με το πλήθος των περιπτώσεων που δημιουργούν ερωτηματικά.

Όλα τα παραπάνω μέτρα όμως αφορούν βασικά τη διαφάνεια. Η επίσημη αντίληψη είναι ότι αν το λόμπινγκ είναι διαφανές, τότε είναι και δημοκρατικά αποδεκτό. Αιτήματα που έχουν κατά καιρούς εκφραστεί από διάφορες πλευρές για τη θέσπιση ορίων και ποσοστώσεων στον βαθμό που η ΕΕ συνδιαλέγεται με τα διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά συμφέροντα, έχουν μπει στο περιθώριο.

Αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα γιατί, κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για κεντρικό αίτημα εκδημοκρατισμού στη σύγχρονη εποχή όπου η επιστημονική και τεχνική γνώση παίζει έναν αντικειμενικά αυξημένο ρόλο στη δημόσια ζωή. Και είναι ένα ζήτημα που δεν αφορά μόνο την ΕΕ αλλά και τα κράτη και πάει πολύ πέρα από το ποια μπορεί να είναι η άποψη του καθενός για την ΕΕ (παραμονή ή έξοδος) ή περί του αν το υπάρχον ελιτίστικο –για να μην πω ολιγαρχικό– σύστημα εκπροσώπησης συμφερόντων μπορεί να αντικατασταθεί από μια αυθεντική δημοκρατία δια μέσου μεταρρύθμισης ή δια μέσου επανάστασης. Νομίζω ότι όλα τα παραπάνω στοιχεία σχετικά με το πώς διακυβερνάται η ΕΕ, ενισχύουν την ευτυχώς αρκετά διαδεδομένη σήμερα ανάλυση ότι οι εκλογές από μόνες τους δε διασφαλίζουν ότι υπάρχει δημοκρατία. Αυτό που δεν έχει απαντηθεί επαρκώς είναι το ποιες είναι οι σύγχρονες προϋποθέσεις μιας διακυβέρνησης που να λειτουργεί πραγματικά για τους πολλούς. Η τεχνική πολυπλοκότητα των σημερινών κοινωνιών αυξάνει αντικειμενικά τον ρόλο της επιστήμης στη διακυβέρνηση. Η κλιματική αλλαγή και η ενεργειακή μετάβαση που επιβάλλει, οι πανδημίες και η απώλεια βιοποικιλότητας που σχετίζονται με αυτές, η ψηφιοποίηση και η τεχνητή νοημοσύνη και ο τρόπος με τον οποίο μεταμορφώνουν τους τρόπους παραγωγής αγαθών τονίζουν το γεγονός αυτό.

Μεγάλο κομμάτι της επιστημονικής γνώσης όμως σήμερα μονοπωλείται με ποικίλους τρόπους από μια κοινωνική μειοψηφία και κυρίως από τις πολυεθνικές εταιρείες. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι ευρωπαϊκοί αλλά και άλλοι πολιτικοί οργανισμοί, απλά επαληθεύουν τα στοιχεία που τους παρέχονται από τις πολυεθνικές και τα χρησιμοποιούν ως βάση για να πάρουν αποφάσεις (έτσι κάνει π.χ. και η EFSA όσον αφορά τη σχέση του καρκίνου με τη γλυφοσάτη). Η κοινωνία χωρίζεται σε μια χούφτα «γνωρίζοντες» και σε μια μάζα που οι σημερινές πολιτικές δυνάμεις κινητοποιούν συνήθως στη βάση απλοϊκών συνθημάτων, θεωρώντας τους «πολλούς» ανίκανους να αντιληφθούν τις πραγματικές επιλογές μπροστά στις οποίες βρίσκονται οι σημερινές κοινωνίες.

Γι’ αυτό και υπάρχει πολύπλευρη απαξίωση της δημοκρατίας. Η απαξίωση αυτή δεν έρχεται μόνο από τη φασίζουσα και φασιστική Δεξιά που διαφημίζει ανοιχτά τον αυταρχισμό ως ένα πιο αποτελεσματικό σύστημα. Προωθείται κι από τους ίδιους θεσμούς της ΕΕ, π.χ. όταν ο πρόεδρος της Κομισιόν Γιούνκερ ανακοίνωνε ότι «δεν υπάρχουν δημοκρατικές επιλογές εκτός των [σημερινών] Συνθηκών», όταν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα απειλούσε ή έκοβε τη νομισματική ρευστότητα για να αλλάξει τις αποφάσεις εκλεγμένων πολιτικών, κοινοβουλίων ή δημοψηφισμάτων ή, πρόσφατα, όταν η Επιτροπή αγνόησε δύο ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπέρ της άρσης της πατέντας στα εμβόλια. Στις νομοθετικές διαπραγματεύσεις που γίνονται ανάμεσα σε Συμβούλιο, Επιτροπή και Κοινοβούλιο το τελευταίο κατηγορείται συχνά από τους πρώτους ότι εκφράζει «πολιτικές απόψεις» που δεν έχουν υποβληθεί αρκετά σε «μελέτες επιπτώσεων». Η δημοκρατική διαδικασία απαξιώνεται προς όφελος μια διαδικασίας που υποτίθεται ότι βασίζεται στην επιστημονική «τεκμηρίωση» (evidence-based), αλλά στην πραγματικότητα μονοπωλείται από ισχυρά οικονομικά συμφέροντα που ντύνουν τα επιχειρήματά τους με επιστημονικοφανή λόγο και ομοβροντίες δεδομένων αμφίβολης συχνά αξίας.

Κι από την Αριστερά όμως, που δημιουργήθηκε και υπάρχει στο όνομα της υπεράσπισης της κοινωνικής πλειοψηφίας, βλέπουμε μια αμηχανία γύρω από το φαινόμενο αυτό. Στην ουσία τα περισσότερα αριστερά κόμματα καλούν τους πολίτες να τα φέρουν στην εξουσία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και να τα εμπιστευτούν ότι θα λύσουν τα προβλήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι η αριστερά στην Ελλάδα δεν αναδεικνύει τα ζητήματα γύρω από τον ρόλο του λόμπινγκ στη σύγχρονη πολιτική, ή σε κάθε περίπτωση, το κάνει πολύ λιγότερο από ό,τι συμβαίνει σε άλλες χώρες όπως η Γαλλία, το Βέλγιο ή η Γερμανία.

Το ζήτημα που μπαίνει σήμερα είναι πώς οι εργαζόμενοι, οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και αγρότες, οι μετέχοντες σε συνεταιριστικά εγχειρήματα, οι ελεύθεροι επαγγελματίες που φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια σε διάφορους κλάδους, μπορούν να συμμετέχουν και να εκπροσωπηθούν στη λήψη κομβικών δημοσίων αποφάσεων, όχι μόνο ή βασικά δια μέσω της κομματικής τους ψήφου, αλλά ως κοινωνικοοικονομικές κατηγορίες, με βάση την –στην πραγματικότητα– πολύτιμη και σημαντική γνώση που έχει ο καθένας για τον κλάδο της δραστηριότητάς του.

Για να βρεθεί ένας τέτοιος τρόπος που να βελτιώνει ουσιαστικά τη συμμετοχή και εκπροσώπηση των πολιτών πρέπει πρώτα να σπάσουν ορισμένοι μύθοι του δημοσίου λόγου, όπως η ανάλυση ότι το σημερινό λόμπινγκ αποτελεί έκφραση δημοκρατικού πλουραλισμού ή ο βολικός μύθος ότι οι πολίτες «δεν ενδιαφέρονται» και προτιμούν να μην έχουν λόγο. Πρέπει η πολιτική εξουσία –σε όλα τα επίπεδα, όχι μόνο στο ευρωπαϊκό– να υποχρεωθεί να αναγνωρίσει ότι οι υπάρχουσες διαδικασίες διαβούλευσης είναι εξαιρετικά προβληματικές και πως ο υπάρχων κύκλος διαβουλευομένων είναι εξαιρετικά στενός. Στη συνέχεια πρέπει να υποχρεωθεί να δεχτεί μεταρρυθμίσεις όπως οι ποσοστώσεις στις επαφές κάθε τύπου (διμερείς συναντήσεις, γραπτές διαβουλεύσεις, συμβουλευτικές ομάδες, συνέδρια ίσως ακόμα και άλλου τύπου επικοινωνίες) με τις οργανώσεις των διαφόρων κοινωνικών ομάδων ανάλογα με το ποσοστό των πολιτών που εκπροσωπούν. Το γεγονός ότι οι πολυεθνικές μονοπωλούν σήμερα τουλάχιστον τα 2/3 του χρόνου των δημόσιων αξιωματούχων (εκλεγμένων και μη) είναι δημοκρατικά απαράδεκτο. Υπάρχουν και άλλου τύπου οργανώσεις –που συνδέονται μάλιστα πιο οργανικά με το δημόσιο συμφέρον– από τις κερδοσκοπικές εταιρείες, που μπορούν να παράγουν επιστημονική και τεχνική γνώση (πανεπιστήμια, συνδικάτα κ.ά.) και που θα έπρεπε ως εκ τούτου να θεωρούνται καλύτεροι «σύμβουλοι» από τις πολυεθνικές.

Η προσοχή των εκλεγμένων και μη δημόσιων λειτουργών σε κάθε είδος οργάνωσης πρέπει να είναι αντίστοιχη του μεγέθους της κοινωνικής ομάδας στην οποίαν αναφέρεται. Δεν μπορεί σήμερα να βαφτίζεται «πλουραλισμός» το ότι οι πολυεθνικές, των οποίων οι μέτοχοι αποτελούν το 1 με 2% το πληθυσμού, μονοπωλούν τουλάχιστον τα 2/3 του χρόνου των κυβερνώντων, ενώ τα συνδικάτα που εκπροσωπούν την κοινωνική πλειοψηφία βρίσκονται στο περιθώριο (1% των λομπιστών στην ΕΕ, 4,3% των συναντήσεων με υψηλόβαθμους της Επιτροπής και 9% των εδρών σε συμβουλευτικές ομάδες). Τα ποσοστά αυτά πρέπει να αντιστραφούν και αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν ένα τέτοιο αίτημα διατυπωθεί με ευκρίνεια από πολιτικά κόμματα και κοινωνικά κινήματα.

IS: Ποια είναι η άποψή σας για τον νόμο περί λόμπινγκ στην Ελλάδα;

Με τον νόμο αυτό η Ελλάδα ακολουθεί δυστυχώς το βρετανικό μοντέλο ρύθμισης, που είναι από τα πιο αδύναμα που υπάρχουν: αντί να καλύψει όλες τις οργανώσεις που έχουν τακτικές επαφές με πολιτικούς και δημόσιους υπαλλήλους, όπως γίνεται σε ΗΠΑ, Καναδά, Αυστρία, Ιρλανδία και Σλοβενία, περιορίζεται στις συμβουλευτικές εταιρείες που παρέχουν υπηρεσίες λόμπινγκ σε συγκεκριμένες περιστάσεις και με συγκεκριμένη αμοιβή. Αυτό σημαίνει ότι το σύστημα αυτό δε θα υποχρεώσει τον ΣΕΒ ή π.χ. την Capital Maritime Trading Corp του Βαγγέλη Μαρινάκη να δηλώσουν απολύτως τίποτα, ούτε θα μπορούμε εμείς ως πολίτες να μάθουμε κάτι παραπάνω από το Μητρώο που θα δημιουργηθεί για τις σχέσεις των οργανώσεων αυτών με τον κρατικό μηχανισμό, εκτός αν επιλέξουν οι ίδιες να εγγραφούν εθελοντικά.

Εικόνα panagiotopoulos
Έχει ζήσει και εργαστεί στον τομέα της επικοινωνίας σε Λονδίνο, Ουάσινγκτον και Βρυξέλλες. Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί στο Quartz, το CityMetric του Νew Statesman, στο Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Δημοσιογραφίας, το οpenDemocracy, το Wired, την Copenhagen Post, και το HowWeGetToNext.

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
6

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.