Μια μέρα στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο της Ευελπίδων
Οι χοντροί φάκελοι με τις δικογραφίες ήταν ήδη ατάκτως αφημένοι στον πάγκο της έδρας, μαζί με την κομψή κασετίνα της γραμματέως. Τα έδρανα των συνηγόρων επίσης είχαν καταληφθεί από τους συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης που είχαν σαβουρντίσει σακάκια και ακριβές τσάντες πάνω τους, εντείνοντας μια εικόνα ακαταστασίας. Θα δικάζονταν περίπου τριάντα υποθέσεις και, καθώς οι πιο αργοπορημένοι συνάδελφοί τους δεν χωρούσαν, επέλεγαν τις θέσεις του κοινού μέχρι να έρθει η σειρά τους.
Η προτεσταντικής τεχνοτροπίας εικόνα με τον ξανθό Ιησού από τη Ναζαρέτ –σαν να μην γνωρίζουν στα δικαστήρια ποια Ομολογία ορίζει το Σύνταγμα ως επικρατούσα– κρυβόταν πίσω από την επενδυμένη με φθηνό δέρμα, άδεια ακόμα, θέση του Προέδρου, στο ίδιο ύψος με αυτή της Εισαγγελέως. Λίγο ψηλότερες και οι δυο τους από το κάθισμα της γραμματέως, που συμπλήρωνε την τριάδα.
Κάποιος ηλικιωμένος (περίπου 90 χρονών) κύριος από το κοινό μουρμούριζε στον διπλανό του ότι από τριών χρονών είναι ταμένος σε τέσσερις Αγίους και πως κάθε μέρα παρακαλάει τον Θεό να τον πάρει, όμως εκείνος δεν τον ακούει: «Κάτσε εκεί που είσαι, μου απαντάει». Συγχρόνως, ξεκίνησε ένας έντονος και διαπεραστικός ήχος που τελικά προερχόταν από έναν άλλο κύριο που καθόταν πίσω μου και προσπαθούσε να ρυθμίσει το ακουστικό βαρηκοΐας του.
Ξεκινάει η συνεδρίαση
Η διαδικασία ξεκίνησε στις 9:00 με το ξεσκαρτάρισμα των υποθέσεων που θα αναβάλλονταν και περίπου μισή ώρα μετά δικάστηκε η πρώτη υπόθεση.
Μια κυρία με γούνα δήλωσε ότι τελικά δεν ήθελε να τιμωρηθεί ο γείτονάς της για διατάραξη ησυχίας, καθώς στο ενδιάμεσο από τη μήνυση που είχε υποβάλει και μέχρι να δικαστεί η υπόθεση, είχαν γνωριστεί με την οικογένειά του και διαμόρφωσαν διαφορετική από την πρώτη άποψη για το άτομο. Εξάλλου, πλέον είχε και επιφυλάξεις για το αν όντως προκαλούσε ο ίδιος αυτός τον θόρυβο, αλλά το κυριότερο ήταν ότι πια γνώριζαν για τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε.
Η μαμά του κατηγορουμένου εξήγησε κλαίγοντας στην Έδρα ότι ο γιος της είναι ψυχικά ασθενής και δεν δημιουργεί άλλα προβλήματα από το να παίζει την κιθάρα, που είναι ο μόνος τρόπος για να ηρεμεί.
Μηνύτριες και μηνυμένοι, μαζί και η Εισαγγελέας, συμφώνησαν να αθωωθεί, έτσι αποφάσισε ο Πρόεδρος και οι δυο πλευρές έφυγαν παρέα.
Στο ίδιο συναινετικό κλίμα και η επόμενη υπόθεση ακάλυπτης επιταγής, με τους συνηγόρους των δυο αντιδίκων να βεβαιώνουν ότι έχει καλυφθεί. Όλα καλά πήγαν τελικά. Αθώος.
Έπειτα ήταν η υπόθεση μιας κυρίας που σηκώθηκε από τη θέση της στο λεωφορείο για να περάσει η διπλανή της που είχε πατήσει το κουδούνι της στάσης. Φρέναρε ο οδηγός, χτύπησε αυτή, ήρθε ο σταθμός πρώτων βοηθειών, ασθενοφόρο δεν υπήρχε, τελικά την πήγε ο γαμπρός της στο Ασκληπιείο Βούλας όπου της συνέστησαν ξεκούραση. Δεν ήθελε να διωχτεί ο οδηγός γιατί δεν έφταιγε, αλλά ήθελε την αστική της αποζημίωση. Αθώος και αυτός.
Επόμενη υπόθεση. Ο κατηγορούμενος είχε πατήσει τα 90 χρόνια αλλά η μηνύτρια είχε εν τω μεταξύ αποβιώσει. Με γνώμονα αυτήν την εξέλιξη, η Εισαγγελέας και ο Πρόεδρος διατύπωσαν την παραδοχή περί του ανέφικτου της παρουσίας της και συμφώνησαν αντί αυτής να διαβαστεί η κατάθεσή της, σύμφωνα με την οποία μια μέρα του Οκτώβρη του 2025 εκείνη ψώνιζε στη λαϊκή αγορά. Όταν τελείωσε τα ψώνια και πήγε να ξεπαρκάρει, διαπίστωσε ότι ένα φορτηγό την είχε κλείσει. Καθώς προσπαθούσε να απεγκλωβιστεί, ένας άγνωστος επιχείρησε να της κάνει κουμάντο, πλην όμως με τρόπο φορτικό. Όταν κατάφερε να βγει, την ακολούθησε αποκαλώντας την «παλιόγρια που δεν ξέρει να οδηγάει». Έπειτα άνοιξε την πόρτα της, πήρε το μπαστούνι της και την χτύπησε στο κεφάλι κατηγορώντας την ότι τον τράκαρε και ζητώντας της να κάνουν δήλωση. Μετά από αυτό έβαλε το χέρι του στη μίζα, της έσβησε τη μηχανή και πήρε την τσάντα η οποία είχε μέσα λεφτά και με αυτήν υπό μάλης μπήκε στο σπίτι του στην οδό Σαρανταπόρου.
«Εγώ δεν ξέρω τίποτα από αυτά που λέει», ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος όταν ο 45άρης πρόεδρος τελείωσε την ανάγνωση, η οποία φαίνεται τον είχε συνεπάρει, καθώς ασυναίσθητα χρωμάτιζε τη φωνή του με ένα κωμικό ταπεραμέντο αταίριαστο με το απόμακρο καίτοι κομψό στιλ του.
«Βγήκα από το σπίτι από τις φωνές», συνέχισε ο ηλικιωμένος κύριος. «Ούτε που την ξέρω, δεν ανακατεύτηκα, ούτε τράκαρε εμένα. Κάποιος από αυτούς που τους τράκαρε με ρώτησε πού πήγε και τους είπα. Τι να κάνω εγώ; Εγώ 90 χρόνων είμαι».
«Είχε εκχυμώσεις όμως, σύμφωνα με την ιατροδικαστική».
«Μα είναι δυνατόν να την χτύπησα εγώ; Εγώ το μόνο που παρακαλώ τον Θεό είναι να με πάρει αλλά δεν με ακούει, είμαι από τριών χρόνων μόνος μου».
«Τι δουλειά κάνατε;»
«Η πρώτη μου δουλειά ήταν λούστρος και μετά έγινα οδηγός. Το 1953 έγινα σοφέρ».
«Άρα τους αναγνωρίζετε εύκολα τους καλούς οδηγούς...» σημείωσε με νόημα η εισαγγελέας.
«Ποιους καλούς οδηγούς; Αυτούς που την χτύπησαν;»
«Όχι, γενικά λέω, τους καταλαβαίνετε βλέπω τους κακούς οδηγούς! Τρία τέταρτα του αιώνα οδηγάτε…»
«Χάλια είμαστε, η γυναίκα μου χάλια είναι, χάσαμε έναν γαμπρό και ένα εγγόνι 29 χρόνων τον τελευταίο χρόνο».
Στη διακοπή
Κατά τη διάρκεια της ολιγόλεπτης διακοπής που ανακοίνωσε ο Πρόεδρος, ένας από τους συνηγόρους που τόση ώρα περίμενε υπομονετικά τη σειρά του στα δικηγορικά έδρανα, κάλεσε τον εντολέα του από το κοινό για κάποια διευκρίνιση σχετική με κάποιες φωτογραφίες. Ο εβδομηντάρης κύριος με το χαλασμένο ακουστικό πλησίασε και άρχισε να απαντάει φωναχτά στις κάπως εμπιστευτικές ερωτήσεις, καθώς ο συνήγορος με χειρονομίες και φωνές προσπαθούσε να του εξηγήσει πως έπρεπε να μιλάει χαμηλόφωνα.
«Α, δυνατά μιλάω πάλι; Έχει χαλάσει το ακουστικό και δεν το καταλαβαίνω», απολογήθηκε το ίδιο φωναχτά.
Ο βαρήκοος κύριος συνέχισε να εξηγεί στον συνήγορό του τι ακριβώς αποτύπωναν εκείνες οι φωτογραφίες που του είχε παραδώσει ως αποδεικτικό υλικό: αμάξια του αντίδικου συνεργείου που είχαν κλείσει όλο το πεζοδρόμιο.
«Και αυτό δικό τους, και το ταξί δικό τους, και αυτό το μηχανάκι πάνω στη ράμπα δικό τους!»
Το σύντομο μπρίφινγκ κατέληξε με τον συνήγορο, σε κάποιο όριο μεταξύ απελπισίας και εκνευρισμού, να εξηγεί στον εντολέα του, μιλώντας του πάντα στον ενικό παρά την εμφανή διαφορά ηλικίας, ότι αυτές οι φωτογραφίες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μόνο στο δικαστήριο της Δευτέρας, αυτό στο οποίο ήταν εκείνος ο μηνυτής. Σε αυτό όμως που θα άρχιζε σε λίγο θα ήταν τυχερός αν έτρωγε δεκαοκτώ μήνες, καθώς οι άλλοι έλεγαν ότι πάλι τους έβρισε ενώ υπήρχαν σε βάρος του ασφαλιστικά μέτρα.
Η έδρα εμφανίζεται και η Εισαγγελέας προτείνει την αθώωση του ενενηντάχρονου κατηγορουμένου για την κλοπή της τσάντας, αλλά την ενοχή του για την κατηγορία της σωματικής βλάβης σε βάρος της οδηγού. Την πρόταση υιοθετεί ο Πρόεδρος και τον ρωτάει αν σκοπεύει να κάνει έφεση ώστε να του επιβάλει την ελάχιστη εφέσιμη ποινή. Αν δεν σκοπεύει να κάνει έφεση, μπορεί να πάρει ακόμα μικρότερη ποινή και να τελειώνει.
«Τι έφεση; Να φύγω θέλω!»
Τρεις μήνες με αναστολή και έξοδα 100 ευρώ.
«Και να μην μαλώνετε» τον συμβουλεύει η εισαγγελέας.
«Δεν μαλώνω, μόνο με τη γυναίκα μου».
«Ούτε με αυτήν, μην αρχίσει κανένα μπιφ και με αυτήν».
Γέλια στο ακροατήριο.
Μια «αποξενώτρια» μητέρα
Καθώς ένας αστυνομικός της δικαστικής αστυνομίας συνόδευε τον ηλικιωμένο εκδικητή των ατζαμήδων οδηγών προκειμένου να διευθετήσει το ζήτημα των δικαστικών εξόδων, ένας άλλος αστυνομικός του Τμήματος Μεταγωγών πλησίασε προς την Έδρα και ζήτησε από τον πρόεδρο να προηγηθεί μια υπόθεση στην οποία ο κατηγορούμενος ήταν κρατούμενος. Ο πρόεδρος συμφώνησε να δικαστεί αμέσως μετά την υπόθεση που μόλις εκφωνήθηκε, στην οποία ο μάρτυρας και μηνυτής κατηγορούσε την πρώην σύζυγό του ότι παραβίασε την προσωρινή διαταγή που είχε εκδώσει άλλο δικαστήριο σχετικά με το δικαίωμά του στην εβδομαδιαία επικοινωνία με τα παιδιά του.
Συγκεκριμένα, ισχυριζόταν ότι δεν του παρέδωσε τα παιδιά στο καθορισμένο ραντεβού. Επί χρόνια, εξηγούσε, από τότε που χώρισαν, εκείνη ευθύνεται για το γεγονός ότι δεν έχουν βρει ηρεμία και δεν συνεργάζεται για το καλό των παιδιών. Ακόμα και ένα σκουλαρίκι που είχε συμφωνήσει με την κόρη του, της το απαγόρευσε τελικά, και ένα ζευγάρι παπούτσια που πήρε στον γιο του ακόμα του το κοπανάει. Στην ερώτηση της Εισαγγελέως για ποιον λόγο πιστεύει ότι το κάνει αυτό, εκείνος απάντησε:
«Εκδικητικά».
«Εσείς αποφασίσατε τον χωρισμό;»
«Όχι».
«Και τότε γιατί να θέλει να σας εκδικηθεί;»
«Γιατί δεν κατάφερε να με αναγκάσει να κοιμάμαι μέσα στο αμάξι...»
Στην απολογία της η κατηγορούμενη εξήγησε ότι η κόρη της δεν ήθελε να πάει, παρά τις επίμονες προτροπές της. Ο γιος ήθελε να πάει και πήγε.
«Δεν γίνεται στο ένα μου παιδί να σεβάστηκα την απόφαση και στο άλλο όχι. Δεν είναι η πρώτη φορά που κάνει μήνυση για τον ίδιο λόγο. Μια φορά δεν είχε έρθει να πάρει τα παιδιά και κάλεσα την Αστυνομία να βεβαιώσει ότι δεν τα κρατάω εγώ και έτσι έμαθα ότι εκείνη την ώρα ήταν στο Τμήμα να κάνει μήνυση, κατηγορώντας με ότι δεν του τα δίνω. Μια άλλη φορά έπρεπε να πάρει τον μικρό για διακοπές. Τον πήρε τηλέφωνο και του είπε ότι πρέπει να πάω στο Τμήμα να υπογράψω υπεύθυνη δήλωση γιατί διαφορετικά δεν μπορεί να τον πάρει. Πήγα στο Τμήμα και με κράτησαν να περάσω αυτόφωρο γιατί μου είχε κάνει μήνυση. Έχω αποσύρει μηνύσεις για ενδοοικογενειακή βία, ενώ σε άλλες αθωώνεται με τη δική μου συνδρομή για να εξομαλυνθούν οι σχέσεις μας. Σε άλλες, παρότι προσπαθώ να τον αθωώσω για το καλό των παιδιών, τα δικαστήρια δεν με πιστεύουν και τον καταδικάζουν. Όσο για τα παπούτσια που είπε, φυσικά και δεν είχα κανένα πρόβλημα αφού δεν έχει βάλει ούτε ένα ευρώ τόσα χρόνια…»
Αθώα.
Ένας έσκορτ με πλαστά πεντακοσάευρα
Όσην ώρα παρατηρούσα τον κύριο με το χαλασμένο ακουστικό να το χτυπάει με αγωνία πάνω στο μπράτσο της ξύλινης καρέκλας με την ελπίδα ότι με αυτόν τον τρόπο θα λειτουργούσε, εμφανίστηκε ξανά στην αίθουσα ο αστυνομικός του Μεταγωγών, κρατώντας από τον αγκώνα έναν 35άρη άντρα με τις χειροπέδες πίσω από την πλάτη. Τα χαρακτηριστικά του σώματος και του προσώπου δεν παρέπεμπαν σε άνθρωπο δαρμένο από τις κακουχίες της φυλακής, ούτε μιας αντίστοιχης προηγούμενης ζωής. Φαινόταν να μην ανήκει σε εκείνες τις κοινωνικές τάξεις που αποτελούν και τη συνήθη μαγιά του εγκάθειρκτου πληθυσμού.
Το ίδιο και η μητέρα του, μια κομψή κυρία της μεσαίας τάξης που κατέθετε, πελαγωμένη, ως μάρτυρας υπεράσπισής του για την κατηγορία της «ιδιαίτερα ελαφριάς μορφής πλαστογραφίας» την οποία ο ίδιος αρνιόταν.
Τα τρία πλαστά χαρτονομίσματα των 500 ευρώ, σύμφωνα με την ίδια, συνδέονταν με τη χρήση ναρκωτικών από πλευράς του. Βρέθηκαν ανάμεσα στο ενάμιση εκατομμύριο που εντοπίστηκε στο αμάξι του μετά από έρευνα που ακολούθησε την παράδοσή του το 2022 στις Αρχές.
«Και πώς είχε τόσα λεφτά στο αμάξι του», ήταν η εύλογη απορία της εισαγγελέως.
«Από τη δουλειά του».
«Τι δουλειά έκανε;»
«Ήταν έσκορτ».
«Δηλαδή;»
«Συνοδός».
«Τι συνοδός; Κυριών;»
«Και αντρών», είπε σχεδόν ψιθυριστά.
«Συνοδός ανδρών ήμουν» είπε ο κατηγορούμενος ξεκινώντας την απολογία του. «Έχω υπάρξει και συνοδός γυναικών αλλά ελάχιστες φορές. Έκανα συνευρέσεις, με άντρες κατά κύριο λόγο, κρυφά από την οικογένειά μου. Το 2016 γνώρισα τη γυναίκα μου και έκανα παιδιά. Είχα πάρα πολλά λεφτά, αλλά και πολλές ενοχές που έκανα αυτή τη δουλειά και έτσι άρχισα τη χρήση ναρκωτικών. Όταν το έμαθε η γυναίκα μου, με χώρισε και τότε έπεσα ακόμα πιο πολύ στα ναρκωτικά. Κόντεψα να πεθάνω από οβερντόουζ και τότε πήρα την απόφαση να παραδοθώ γιατί ήταν ο μόνος τρόπος να τελειώσει αυτό. Πήγα στα δικαστήρια της Λουκάρεως και παρέδωσα λεφτά και ναρκωτικά».
«Και τώρα γιατί είστε κρατούμενος;» ήταν η επόμενη εύλογη απορία της εισαγγελέως.
«Όταν αποφυλακίστηκα ξανάπεσα στα ναρκωτικά γιατί ξανάρχισα τη δουλειά. Ξανάρχισα τη δουλειά για να μαζέψω λεφτά, να αγοράσω ένα μίνι μπας και να κάνω μια δουλειά αποδεκτή. Ήθελα να ανοίξω γραφείο που να κάνω τουρ στους τουρίστες στη Ρόδο. Όμως άρχισα να δέχομαι απειλές και έτσι αγόρασα ένα όπλο για να προστατευτώ. Πριν οκτώ μήνες, πήγα στο τμήμα να δώσω το “παρών” των περιοριστικών όρων που μου είχαν επιβληθεί, πήρα και το όπλο μαζί για να το δηλώσω, γιατί δεν ήξερα πώς γίνεται η διαδικασία. Είχα και ενάμισι γραμμάριο ναρκωτικά για δικιά μου χρήση και με πιάσανε για αυτό».
«Από ποιον πελάτη σας είναι τα πλαστά, θυμάστε;»
«Όχι, πού να θυμάμαι;»
«Τόσα 500άρικα κυκλοφορούν δηλαδή στη δουλειά σας που να μην θυμάστε ποιος σας πλήρωσε με τέτοιο νόμισμα;»
«Ναι, ήταν συνηθισμένο. Ας πούμε είχα έναν μεγαλοάραβα στη Ρόδο που με πλήρωσε μόνο με μωβ».
«Τι ποσά παίρνατε;»
«Δεν είναι στάνταρ. Έχω πάρει από 100 για μια συνεύρεση μέχρι 18.000 για ένα βράδυ».
Αμφιβολίες ως προς τον δόλο. Αθώος.
Ψύχωση με τον ΚΟΚ
Ο κύριος με το ακουστικό σταμάτησε εκείνη τη στιγμή να το χτυπάει και το φόρεσε βιαστικά, σαν να μην ήθελε να χάσει μια κρίσιμη φράση σε κολ που μόλις θα ξεκινούσε, ενώ εκείνο συνέχιζε να σφυρίζει με τον διαπεραστικό του ήχο.
Ο συνήγορός του δήλωσε ότι αρνείτο τις κατηγορίες της παραβίασης των ασφαλιστικών μέτρων που του είχαν επιβληθεί και ότι ήταν σε άμυνα όταν έβρισε τον αντίδικό του, ο οποίος κατέθεσε ότι «από το 2017 που ήρθε στην πολυκατοικία να μείνει με τη μητέρα του, δεν έχει σταματήσει να δημιουργεί προβλήματα. Λόγω των προβλημάτων που δημιουργούσε του έχουν επιβληθεί ασφαλιστικά μέτρα να μην πλησιάζει το συνεργείο και να μην μας μιλάει. Παρά τα ασφαλιστικά μέτρα, την τελευταία φορά σε έξαλλη κατάσταση έβριζε από το μπαλκόνι “θα σας γαμήσω, θα σας κατουρήσω”. Αρχικά πήγα στη μάνα του να τον μαζέψει αλλά τελικά πήγα στην αστυνομία γιατί δεν σταματούσε. Λέει ασυνάρτητα πράγματα, θα μας κλείσει, θα μας κατουρήσει, βρίζει τους πελάτες. Από το 1987 είμαστε εκεί κι από το 2017 που ήρθε έχουμε δικαστήρια μαζί του. Πιο παλιά με είχε κουτουλήσει κιόλας. Λέει ότι κλείνουμε τις ράμπες αναπήρων με δικά μας αμάξια τα Σαββατοκύριακα, εν τω μεταξύ ποτέ δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο, είναι άσχετα τα αμάξια που παρκάρουν, δεν είναι δικά μας. Δεν μας έχουν γράψει ποτέ!».
Γεμάτος αυτοπεποίθηση ο συνήγορός του, κρατάει τις φωτογραφίες με το αποδεικτικό υλικό για να αποδείξει, αν μη τι άλλο, αν όχι το καθεστώς άμυνας, τουλάχιστον τη δίκαιη αγανάκτηση του εντολέα του.
«Αυτό το σκυρόδεμα στη ράμπα αναπήρων είναι νόμιμο δηλαδή;»
«Αυτό είναι από τον δήμο, το έχει βάλει ο δήμος από το 1990, δεν το βάλαμε εμείς!»
«Αυτό το παρκαρισμένο αυτοκίνητο εδώ ποιανού είναι;»
«Πού να ξέρω; Δεν είναι καν από την πλευρά του συνεργείου αυτό που μου δείχνετε!»
«Αυτό το ταξί;»
«Του ταξιτζή, πού να ξέρω;»
«Αυτό το μηχανάκι;»
«Δεν ξέρω».
«Δεν είναι για το συνεργείο;»
«Δεν επισκευάζω καν μηχανάκια!»
«Βγήκα στο μπαλκόνι για καφέ και τσιγάρο το πρωί», εξήγησε απολογούμενος ο κατηγορούμενος φωνάζοντας για να ακούει τη φωνή του. «Είδα στη ράμπα των αναπήρων να έχουν ένα αμάξι να φτιάχνουν και να τρέχουν από κάτω τα λάδια, και τους λέω “ρε παιδιά γιατί δεν πάτε μέσα στο συνεργείο;”. “Άντε γαμήσου” μου λένε! Εγώ τους έχω κάνει πολλές καταγγελίες γιατί έχω ψύχωση με τον ΚΟΚ και αυτοί προσπαθούν να με καταδικάσουν γιατί τους βγάζω στη φόρα. Ούτε έναν πόντο δεν έχω τιμωρία στο δίπλωμα μου. Και η ράμπα τους αντί για τρία επί τρία είναι δέκα επί δώδεκα».
«Δεν μπορείτε να τα κάνετε αυτά, αν έχετε πρόβλημα πρέπει να κάνετε καταγγελία και όχι να συμπεριφέρεστε έτσι», του εξήγησε η εισαγγελέας.
Το ακουστικό εκείνη τη στιγμή άρχισε να σφυρίζει πιο δυνατά και ο κατηγορούμενος έδειχνε απολογητικά το αυτί του.
«Είχα κι άλλα να σας πω αλλά…» φώναξε αποκαρδιωμένος σαν να εξαντλούνταν η βεβαιότητα για το δίκιο του συγχρόνως με την μπαταρία του ακουστικού.
«Λέω, δεν μπορείτε να τα κάνετε αυτά. Δεν πρέπει να συμπεριφέρεστε έτσι» του εξήγησε με αργές κινήσεις των χειλιών και προφέροντας δυνατά τις λέξεις, η εισαγγελέας.
Έδειξε το αυτί του και κούνησε το κεφάλι του, «δεν ακούω» συμπλήρωσε μακάρια σχεδόν ενώ η ψυχή του πιξέλιαζε καθώς χανόταν μια και καλή η σύνδεση σε αυτό το φυσικό κολ.
«Δεν υπάρχει επικοινωνία» ξεφύσησε και η εισαγγελέας, απελπισμένη σαν admin που μονολογούσε εκτός σύνδεσης. Έπειτα πρότεινε την ενοχή του.
Δέκα μήνες φυλάκιση συμφώνησαν με τον πρόεδρο. Η εισαγγελέας πρότεινε να μην του δοθεί αναστολή παρά να τους εκτίσει καθότι υπότροπος. Η αίθουσα πάγωσε. Ακόμα και ο αντίδικος έντρομος από το σενάριο μιας τέτοιας εξέλιξης γούρλωσε τα μάτια του. Ο συνήγορος έβγαλε σε μια μονάχα στιγμή το κοστούμι του μαχητικού δικηγόρου και απεκδύθηκε τον ρόλο αγανακτισμένου υπερασπιστή, έριξε τους τόνους και άρχισε να εκλιπαρεί για επιείκεια.
«Πρέπει να φροντίζει την 90χρονη μητέρα του...», κατέληξε.
Ο πρόεδρος κούνησε καθησυχαστικά το κεφάλι του και ανέστειλε την ποινή για τρία έτη.

