Αντλούν Κύπρος και Ελλάδα γεωπολιτική ισχύ από τις εξορύξεις υδρογονανθράκων;

Ενώ η Άγκυρα παραβιάζει το διεθνές δίκαιο και ασκεί έντονες πιέσεις στην Κυπριακή Δημοκρατία για την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στην ΑΟΖ της, ήρθε η ώρα να δούμε πόσο «αντέχει» στην πραγματικότητα το επιχείρημα περί γεωπολιτικής αναβάθμισης Αθήνας και Λευκωσίας μέσω των εξορύξεων.
Χρόνος ανάγνωσης: 
13
'
To τουρκικό πλωτό γεωτρύπανο Γιαβούζ πριν ξεκινησει τη γεώτρηση στην κυπριακή ΑΟΖ. [CELAL GUNES / ANADOLU AGENCY]

Τον περασμένο Σεπτέμβριο έλαβε χώρα στη Λευκωσία ένα σημαντικό γεγονός στο πλαίσιο των προσπαθειών της Κυπριακής Δημοκρατίας για εντοπισμό και εξορύξεις υδρογονανθράκων: ο υπουργός Ενέργειας της Κύπρου, Γιώργος Λακκοτρύπης, υπέγραψε τις συμβάσεις για τις άδειες έρευνας υδρογονανθράκων στο τεμάχιο 7 της κυπριακής ΑΟΖ, με αντισυμβαλλόμενη την κοινοπραξία της γαλλικής Total και της ιταλικής Eni, παρουσία των πρέσβεων της Γαλλίας και της Ιταλίας στην Κύπρο, καθώς και του υπουργού Οικονομικών, Χάρη Γεωργιάδη.

Το αφήγημα περί γεωπολιτικής αναβάθμισης

Μετά την επισημοποίηση της συνεργασίας, ο κ. Λακκοτρύπης είπε ότι η υπογραφή των συμβάσεων «αποτελεί μια πολύ σημαντική εξέλιξη στο ενεργειακό μας πρόγραμμα, γιατί διευρύνεται η παρουσία των εταιρειών στην κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (στο εξής: ΑΟΖ) με την αδειοδότηση πλέον και του τεμαχίου 7 και εμβαθύνεται και ενδυναμώνεται περαιτέρω η στρατηγική συνεργασία των δύο εταιρειών μέσα στην ΑΟΖ μας». Ο ίδιος υποστήριξε ότι η υπογραφή των συμβάσεων ενδυναμώνει τις κοινοπραξίες στην κυπριακή ΑΟΖ, τεχνικά, οικονομικά και γεωπολιτικά. Όπως φαίνεται στον παρακάτω χάρτη, το τεμάχιο 7 είναι ένα από τα 12 που έχει διαμορφώσει η Λευκωσία, που από το 2013 έχει έρθει σε συμφωνία με μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες για εξορύξεις υδρογονανθράκων, δηλαδή πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Σύμφωνα με το αφήγημα της ελληνοκυπριακής πλευράς, ο δρόμος των εξορύξεων δεν είναι μόνο ζήτημα ανάπτυξης και εσόδων. Είναι, κατά τους σχεδιαστές αυτής της πολιτικής, μία προσπάθεια γεωστρατηγικής αναβάθμισης της Κυπριακής Δημοκρατίας στο πλαίσιο των σχέσεών της με γειτονικά κράτη και των διαπραγματεύσεων για την επίλυση του Κυπριακού. «H ανακάλυψη υδρογονανθράκων έχει αναβαθμίσει τον γεωστρατηγικό ρόλο της Ελλάδας και της Κύπρου», δήλωσε το 2017 ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης, ο οποίος ήδη από το 2013 υποστήριζε ότι η γεωστρατηγική θέση της Κύπρου ενισχύεται από την εύρεση υδρογονανθράκων στην κυπριακή ΑΟΖ.

Η παραπάνω αντίληψη βασίστηκε εν πολλοίς στην ιδέα ότι η συμμετοχή ενεργειακών κολοσσών στην κυπριακή ΑΟΖ –εταιρειών που προέρχονται από χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Γαλλία και η Ιταλία– όχι μόνο θα ενισχύσουν την κυπριακή οικονομία, αλλά θα καταστήσουν την Κύπρο διπλωματικά και γεωστρατηγικά πιο δυνατή, στην προσπάθειά της να οικοδομήσει σταθερές συνεργασίες με χώρες της περιοχής, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την τριμερή συνάντηση μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου, καθώς και τον αγωγό EastMed, πρωτοβουλίες που θα δώσουν στη Λευκωσία περισσότερη διαπραγματευτική δύναμη στις συζητήσεις για το Κυπριακό. Ενδεικτικά, έχει εκφραστεί στους κόλπους της ελληνοκυπριακής πλευράς η εκτίμηση ότι η προοπτική κάλυψης σημαντικού μέρους των ενεργειακών αναγκών της Τουρκίας θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό κίνητρο για να συναινέσει η Αγκυρα σε λύση του Κυπριακού με φόντο την ανάπτυξη των εξορύξεων υδρογονανθράκων από την Κυπριακή Δημοκρατία. Αντίθετα, αν τελικά η Άγκυρα εξέφραζε την αντίθεσή της στους ενεργειακούς σχεδιασμούς της Λευκωσίας, θα ήταν μάλλον δύσκολο να λάβει μέτρα εναντίον εταιρειών των ΗΠΑ ή μεγάλων ευρωπαϊκών παικτών.

Η δύσκολη πραγματικότητα

Τα όρια του πολιτικού αφηγήματος περί γεωπολιτικής αναβάθμισης μέσα από τις εξορύξεις δοκιμάζονται έντονα την τελευταία περίοδο. Αυτό δείχνει ο τρόπος με τον οποίο ξετυλίγονται οι εξελίξεις μετά την παραχώρηση του τεμαχίου 7 προς τις Total και Eni.

Συγκεκριμένα, μία ημέρα μετά τις υπογραφές των συμβάσεων με τις δύο μεγάλες πετρελαϊκές, το τουρκικό ΥΠΕΞ εξέδωσε ανακοίνωση, όπου εξέφρασε την έντονη αντίθεσή του προς τη συγκεκριμένη παραχώρηση, με την Άγκυρα να υποστηρίζει ότι το μέρος του τεμάχιου 7 βρίσκεται εντός της τουρκικής υφαλοκρηπίδας.

Το τουρκικό ΥΠΕΞ είπε ότι «τα νέα που έρχονται από την ελληνοκυπριακή διοίκηση περί υπογραφής συμφωνιών με τη γαλλική Total και την ιταλική Eni για την εξερεύνηση των υπεράκτιων υδρογονανθράκων στο πλαίσιο της λεγόμενης περιοχής αδειών στο τεμάχιο 7 της AOZ, την οποία μονομερώς οριοθετεί η Κύπρος αγνοώντας εντελώς τους Τουρκοκύπριους και τα νόμιμα δικαιώματά τους για το σύνολο του νησιού, αποτελεί ένδειξη της αποτυχίας της Κύπρου να κατανοήσει την αποφασιστικότητά μας, παρά τις προειδοποιήσεις μας. Όπως επανειλημμένα υπογραμμίστηκε, ένα τμήμα του λεγόμενου τεμαχίου 7 παραμένει στην τουρκική υφαλοκρηπίδα, η οποία έχει κατατεθεί στα Ηνωμένα Έθνη. Όπως συνέβη μέχρι στιγμής, η Τουρκία δεν θα επιτρέψει σε καμία ξένη χώρα, εταιρεία ή σκάφος να πραγματοποιήσει μη εξουσιοδοτημένες δραστηριότητες εξερεύνησης και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στους τομείς της θαλάσσιας δικαιοδοσίας της και θα συνεχίσει να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων της».

Η τουρκική άποψη περί υφαλοκρηπίδας
Η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας αποτελεί από τη δεκαετία του 70 μία επίσημα αναγνωρισμένη διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, στο πλαίσιο μίας σειράς αμφισβητήσεων από την Άγκυρα, τις οποίες απορρίπτει η Αθήνα. Παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο και πιο συγκεκριμένα το δίκαιο της θάλασσας, η Τουρκία δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα μίας σειράς ελληνικών νησιών σε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, επιχείρημα που της επιτρέπει να διεκδικεί τόσο ΑΟΖ, όσο και υφαλοκρηπίδα πέραν των νομίμων ορίων, αφού ουσιαστικά «σβήνει» από τον χάρτη νησιά, όπως το Καστελλόριζο, τα οποία θεωρεί ότι δεν μπορούν να έχουν αυτές τις ζώνες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να διαμορφώνεται από τις τουρκικές Αρχές ένας χάρτης που προβλέπει για την Τουρκία μία τεράστια υφαλοκρηπίδα στην Ανατολική Μεσόγειο, που έτσι φτάνει εντός της κυπριακής ΑΟΖ.

Μετά την ανακοίνωση του τουρκικού ΥΠΕΞ, η Τουρκία εξήγγειλε ότι θα προχωρήσει σε γεώτρηση με το πλωτό γεωτρύπανο «Γιαβούζ» για εντοπισμό υδρογονανθράκων εντός του τεμαχίου 7 της κυπριακής ΑΟΖ, η οποία ήταν προγραμματισμένη και τελικά έγινε μέσα στον Οκτώβριο. Αυτή ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία που η γεώτρηση θα γινόταν εντός μίας περιοχής της κυπριακής ΑΟΖ, όπου περιλαμβάνονται ήδη αδειοδοτημένα θαλασσοτεμάχια.

Σε αυτή την εξαγγελία αντέδρασε η Λευκωσία, λέγοντας ότι η σχεδιαζόμενη γεώτρηση παραβιάζει το Δίκαιο της Θάλασσας και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου. «Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι αποφασισμένη να συνεχίσει να υπερασπίζεται τα νόμιμα δικαιώματά της, εντείνοντας τις προσπάθειές της σε νομικό, πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο, αξιοποιώντας όλες τις δυνατότητες που της προσφέρονται, ειδικότερα μέσα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», ανέφερε η ανακοίνωση της Προεδρίας της Δημοκρατίας. Μάλιστα, τον περασμένο Ιούνιο οι κυπριακές Αρχές είχαν ήδη εκδώσει εντάλματα σύλληψης για τα μέλη του πληρώματος του έτερου τουρκικού πλωτού γεωτρύπανου «Φατίχ», όταν αυτό ήταν αγκυροβολημένο δυτικά της Κύπρου και έτοιμο να προχωρήσει επίσης σε γεώτρηση εντός της κυπριακής ΑΟΖ.

Η δήλωση της Eni που προκάλεσε ανησυχίες

Παρά τις αντιδράσεις της Λευκωσίας, σύντομα δηλώσεις και ενέργειες των πετρελαϊκών εταιρειών επρόκειτο να προκαλέσουν αμηχανία και ανησυχίες. Συγκεκριμένα, στις 10 Οκτωβρίου, καθόσον δηλαδή το «Γιαβούζ» και το «Φατίχ» έπλεαν ανοιχτά της Κύπρου, ο Κλαούντιο Ντεσκάλτσι, Διευθύνων Σύμβουλος της Eni, είπε ότι δεν ανησυχούσε σχετικά με την κλιμάκωση της έντασης με φόντο τις εξορύξεις υδρογονανθράκων εντός της κυπριακής ΑΟΖ, για να προσθέσει, ωστόσο, αμέσως μετά: «Αν κάποιος παρουσιαστεί με πολεμικά πλοία, εγώ δεν κάνω γεωτρήσεις. Σίγουρα δεν θέλω να ξεσπάσουν πόλεμοι για να κάνω γεωτρήσεις».

Η δήλωση προκάλεσε προβληματισμό στον κυπριακό Τύπο και δεν πέρασε απαρατήρητη από τη Λευκωσία. Λίγες ώρες αργότερα μετά την αναπαραγωγή της στα μίντια, ο κ. Λακκοτρύπης είχε μία κατ’ιδίαν συνάντηση με τους εκπροσώπους της ιταλικής εταιρείας, που κλήθηκαν για να εξηγήσουν το ακριβές πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση.

Μετά τη συνάντηση, ο κ. Λακκοτρύπης προσπάθησε να δώσει μία εξήγηση συμβατή με τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς για τα όσα λέχθηκαν από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ιταλικής πετρελαϊκής: «Φαίνεται ότι ο κ. Ντεσκάλτσι –χωρίς βέβαια να θέλω να μιλήσω εκ μέρους του– απαντούσε σε ερώτημα αν τον ανησυχούν οι κλιμακούμενες προκλήσεις της Τουρκίας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και γενικότερα στην περιοχή μας και ο ίδιος, αν δείτε την απάντηση, απάντησε ότι δεν τον ανησυχούν και συνέχισε βεβαίως να πει ότι δεν θέλουν να προκληθεί οποιοδήποτε επεισόδιο», είπε ο υπουργός Ενέργειας, για να προσθέσει: «Εμείς το αντιλαμβανόμαστε (σ.σ.: αυτό που λέχθηκε) ότι δεν έχει αλλάξει οτιδήποτε ως προς την δέσμευσή τους προς τη χώρα μας, ο ίδιος (σ.σ.: ο κ. Ντεσκάλτσι) στην αναφορά του είχε πει ότι δεν τον απασχολεί ή προβληματίζει το τι συμβαίνει και όπως μας έχουν εξηγήσει η δήλωσή του αφορούσε την ασφάλεια του προσωπικού της εταιρείας». Σε κάθε περίπτωση, ο Κύπριος υπουργός είπε ότι όσο λιγότερα λέγονται, τόσο το καλύτερο, ζητώντας μάλιστα από τις εταιρείες να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές στις δηλώσεις τους.

Ο προβληματισμός για το τεμάχιο 7

Δεν πέρασε ένας μήνας και στις αρχές Νοεμβρίου η κοινοπραξία Total και Eni αποφάσισε να αλλάξει τον αρχικό σχεδιασμό της και να μην ξεκινήσει τις επικείμενες εντός των επόμενων μηνών δραστηριότητές της από το τεμάχιο 7, αλλά από τα τεμάχια 6 και 8, τα οποία επίσης της έχουν παραχωρηθεί για έρευνες, για να προχωρήσει αργότερα, στα τέλη του 2020 ή τις αρχές του 2021, σε έρευνες εντός του τεμαχίου 7.

Αμέσως μετά την κυκλοφορία των δημοσιευμάτων που μιλούσαν για υπαναχώρηση της γαλλοϊταλικής κοινοπραξίας, ο κυπριακός Τύπος επικαλέστηκε κυβερνητικές πηγές που υποστήριξαν ανώνυμα ότι «η κοινοπραξία θα ξεκινήσει τις νέες έρευνες από το σημείο ή τα σημεία που κρίνουν ότι αυξάνονται οι πιθανότητες σε αυτό το χρονικό σημείο να υπάρξουν καλύτερα αποτελέσματα». Από την πλευρά του, ο κ. Λακκοτρύπης έσπευσε να πει ότι οι εταιρείες αποφασίζουν να αρχίσουν από τους πιο ενδιαφέροντες και ώριμους στόχους και ότι οι αποφάσεις τους λαμβάνονται με βάση κυρίως γεωλογικά δεδομένα. Είναι αξιοσημείωτο ότι και μερίδα του κυπριακού Τύπου απέρριψε τα περί υποχώρησης των πετρελαϊκών.

Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, αρκετά ήταν και τα δημοσιεύματα που συνέδεσαν την απόφαση των πετρελαϊκών με τις έντονες πιέσεις που ασκεί η Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο, κάτι που αποτυπώνει τις ανησυχίες ότι το πολιτικό αφήγημα της Λευκωσίας περί γεωπολιτικής αναβάθμισης μέσω των υδρογονανθράκων δοκιμάζεται έντονα και κινδυνεύει να πληγεί ανεπανόρθωτα από την επιθετικότητα της Άγκυρας και την αποφασιστικότητα της τελευταίας να αναθεωρήσει τα σχέδια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αργά ή γρήγορα, ανάλογοι προβληματισμοί θα προκύψουν και για τη βιωσιμότητα αντίστοιχων αφηγημάτων που συναντώνται σε άλλες χώρες της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της Αιγύπτου, του Ισραήλ και, φυσικά της Ελλάδας, όπου επίσης έχει διαχρονικά υποστηριχθεί το επιχείρημα ότι υδρογονάνθρακες σημαίνει μεγαλύτερη γεωπολιτική ισχύ. Και το ερώτημα για τη χώρα μας είναι: αν το ελληνοκυπριακό αφήγημα χάσει τη δυναμική του ή, στην τελική των αναλύσεων, τα όριά του φανούν πολύ περιορισμένα, πού θα βασιστεί η ελληνική αισιοδοξία περί γεωπολιτικής αναβάθμισης της Αθήνας μέσω των εξορύξεων, όταν έρθει η ώρα να κριθεί η εκμετάλλευση των πόρων στο νοτιοανατολικό Αιγαίο, όπου υπάρχουν έντονες αποκλίσεις με την Άγκυρα που μιλάει για συνεκμετάλλευση;

Αντέχει το αφήγημα;

Για το κατά πόσο τουρκικές ενέργειες μπορούν να επηρεάσουν de facto τους χειρισμούς Λευκωσίας και πετρελαϊκών εταιρειών, θα πρέπει να αναφέρουμε ένα ιστορικό προηγούμενο, όταν τον Φεβρουάριο του 2018 η Τουρκία παρεμπόδιζε την τοποθέτηση της πλατφόρμας Saipem 12000 της ιταλικής Eni στο αδειοδοτημένο θαλάσσιο τεμάχιο 3 της κυπριακής ΑΟΖ.

Ο Γιάννης Ιωάννου, διεθνολόγος και ιδρυτής του Geopolitical Cyprus, είπε στο inside story: «Μετά το συμβάν του Φεβρουαρίου του 2018 με την παρεμπόδιση της γεώτρησης της Eni η κατάσταση στην κυπριακή ΑΟΖ προχώρησε από την παρεμπόδιση του ενεργειακού προγράμματος της Κυπριακής Δημοκρατίας στην de facto ακύρωσή του με την έλευση δύο τουρκικών γεωτρυπάνων, του Φατίχ και του Γιαβούζ, στην Κύπρο – εντός κι εκτός αδειοδοτημένων, από τις κυπριακές αρχές, θαλασσοτεμαχίων. Το τεμάχιο 7 παραχωρήθηκε πρόσφατα στην γαλλοϊταλική κοινοπραξία, στο συνορεύον όμως 6 εκκρεμεί επιβεβαιωτική γεώτρηση. Με το Γιαβούζ να παραμένει εντός του 7, η ανακοίνωση της Total δεν αποτελεί θετική εξέλιξη, μιας και προκαταλαμβάνει το σενάριο αποφυγής ενός παρεμφερούς σκηνικού με αυτό της Eni. Κυριότερα όμως οδηγεί και στην κατάρρευση του αφηγήματος που προέκυψε σε επίπεδο ανάλυσης, αλλά και σε κυβερνητικό επίπεδο στην κυπριακή δημόσια σφαίρα, το οποίο εδράζεται στο “η Γαλλία δεν είναι Ιταλία”, δεδομένης και της γεωπολιτικής αναβάθμισης των σχέσεων Παρισιού-Λευκωσίας τα τελευταία χρόνια. Αυτό το αφήγημα ενισχύθηκε από τις πρόσφατες δηλώσεις της γαλλίδος πρέσβεως στη Λευκωσία πως “η Γαλλία θα υπερασπιστεί την εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας για λόγους που δεν συνδέονται με την Total”».

Ψηφίδες της παραπάνω μεγάλης εικόνας για τις εξελίξεις στην Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο συμμερίζονται εν πολλοίς και άλλοι αναλυτές και μερίδα του Τύπου. Ενδεικτικά, σε σχόλιο της, η Καθημερινή ανέφερε στα μέσα Οκτωβρίου ότι «ο πρόεδρος Αναστασιάδης έπαιξε καλά τα γεωπολιτικά χαρτιά του. Μοίρασε τα οικόπεδα προς έρευνα στις σημαντικές χώρες. Επένδυσε πολύ στη σχέση με το Ισραήλ και το αμερικανοεβραϊκό λόμπι. Προφανώς όμως το παιχνίδι αυτό είχε κάποια όρια, τα οποία δεν μπορεί να ξεπεράσει. Η ισραηλινή ηγεσία ξεκαθάρισε πολύ γρήγορα ότι, όσο στενή και αν είναι η σχέση με την Κύπρο, “κανείς δεν πολεμάει για λογαριασμό άλλου στην περιοχή μας”. Η σχετική αφωνία του ισραηλινού πρωθυπουργού το τελευταίο διάστημα υποδηλώνει ίσως και τα όρια παρέμβασης όταν ο Ερντογάν τραβάει το σχοινί. Οι σχέσεις Ισραήλ-Τουρκίας μπορεί να μείνουν στο ναδίρ για δεκαετίες, αλλά τα όρια αυτά δύσκολα θα ξεπεραστούν. Το ίδιο συμβαίνει με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Η Τουρκία είναι ένας μεγάλος εμπορικός εταίρος. Ο Ερντογάν κρατάει τον μοχλό της πίεσης των ροών μεταναστών και προσφύγων προς την Ευρώπη και μαζί στα χέρια του το πολιτικό μέλλον των ηγετών της».

Οι ενέργειες της Άγκυρας επηρεάζουν έντονα και τις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό. Σύμφωνα με τον κ. Ιωάννου, η χώρα παραβιάζει καταφανώς το διεθνές δίκαιο, οδηγώντας ταυτόχρονα σε μία ένταξη «χωρίς επιστροφή» του ζητήματος των υδρογονανθράκων στα ουσιώδη κεφάλαια της διαπραγμάτευσης του Κυπριακού. Και προσθέτει: «Το εντυπωσιακότερο στοιχείο εδώ είναι πως αυτή η πολιτική είναι ανοικτή. Δημόσια. Μπορεί να τη δει κανείς –στην πληρότητά της ως προς τη σύλληψη της στρατηγικής της– στην επίσημη σελίδα του τουρκικού ΥΠΕΞ διαδικτυακά. Η Άγκυρα με το επιχείρημα αποκλεισμού των Τουρκοκυπρίων από τις αποφάσεις για τις εξορύξεις εντάσσει την κεφαλαιώδους σημασίας πτυχή της πολιτικής ισότητας του Κυπριακού στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης. Την ίδια στιγμή στέλνει και ένα ισχυρό γεωπολιτικό μήνυμα σε όλους τους δρώντες της περιοχής –ανάμεσα στους οποίους είναι η Ελλάδα, η Αίγυπτος και το Ισραήλ– σχετικά με τον μη αποκλεισμό της από τις υπό διαμόρφωση ενεργειακές συνεργασίες».

Την ώρα που η Τουρκία προγραμματίζει νέες γεωτρήσεις ανοικτά της Κύπρου, η αξιοπιστία του επιχειρήματος της γεωπολιτικής αναβάθμισης μέσα από τις εξορύξεις θα πρέπει να ειδωθεί και με φόντο την απόφαση της Αθήνας να προχωρήσει σε παραχωρήσεις για έρευνες και εξορύξεις υδρογονανθράκων από το Ιόνιο μέχρι την Κρήτη. Και αυτό γιατί το ίδιο επιχείρημα έχουν υποστηρίξει ένθερμα τόσο η νυν κυβέρνηση Μητσοτάκη, όσο και η απελθούσα κυβέρνηση Τσίπρα. Μάλιστα, αυτή η γεωπολιτική αναβάθμιση έχει συνδεθεί και με την ανάγκη αναχαίτισης του τουρκικού αναθεωρητισμού. Υπάρχουν βέβαια και οι φωνές που συστήνουν μετριοπάθεια. Είναι χαρακτηριστικό το σχόλιό που έκανε τον περασμένο Δεκέμβριο ο Θάνος Ντόκος, Δρ. Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών και πλέον αναπληρωτής Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, που είπε ότι πρέπει «να αναληφθούν εγκαίρως ρεαλιστικές πρωτοβουλίες για την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στην ευρύτερη περιοχή με τρόπο που να κατοχυρώνονται τα ζωτικά συμφέροντα Ελλάδας και Κύπρου, χωρίς μαξιμαλισμούς και, ει δυνατόν, χωρίς δογματικούς αποκλεισμούς».

Η Τουρκία θα δοκιμάσει και το ελληνικό αφήγημα

Εδώ γεννιέται το ερώτημα κατά πόσον είναι μαξιμαλιστικές οι θέσεις των ελληνικών κυβερνήσεων για τις εξορύξεις. Αυτό που μέχρι τώρα ξέρουμε είναι ότι η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε παραχωρήσεις θαλασσοτεμαχίων προς πετρελαϊκές σε περιοχές από την Κέρκυρα μέχρι και νότια της Κρήτης, χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχα τεμάχια ανατολικότερα στο Αιγαίο. Για να το πούμε απλά, μέχρι τώρα οι περιοχές που έχουν δοθεί προς έρευνα και εκμετάλλευση φτάνουν μέχρι τα όρια των ακραίων τουρκικών διεκδικήσεων, οι οποίες παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και τις ελληνικές θέσεις. Αν πράγματι οι εξορύξεις φέρνουν τόσο μεγάλο γεωπολιτικό πλεονέκτημα, όπως συχνά υποστηρίζεται, περιμένει κανείς από τις ελληνικές κυβερνήσεις να εφαρμόσουν αυτή την ιδέα στην πράξη και να προωθήσουν έρευνες και εκεί όπου αυτό το πλεονέκτημα θα βοηθήσει έμπρακτα την Αθήνα έναντι της Άγκυρας.

Είναι σημαντικό να πούμε ότι, όπως και στην περίπτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Τουρκία παρουσιάζει αξιώσεις στο Αιγαίο κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου. Και αυτό γιατί από τη δεκαετία του 70 η Άγκυρα είδε ότι το διεθνές δίκαιο περιόριζε τις διεκδικήσεις της σε μία λεπτή ζώνη παράλληλη με τις μικρασιατικές ακτές, μιας που αυτό αναγνώριζε στα ελληνικά νησιά χωρικά ύδατα, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα. Εξαιτίας αυτού η Άγκυρα δεν υπέγραψε ποτέ τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας και αντ’ αυτής έχει προτείνει να γίνει το Αιγαίο ουσιαστικά μία ζώνη συνεκμετάλλευσης, από την οποία τα οφέλη θα μοιράζονται «καζάν-καζάν», δηλαδή εξ ημισείας μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας. Διαφορετικά, καμία από τις δύο χώρες δεν θα καταφέρει να εκμεταλλευτεί τα όποια ωφελήματα βρεθούν.

Σε αυτό το πλαίσιο, τον Απρίλιο του 2012 η Τουρκία επιχείρησε να διεκδικήσει μία μεγάλη περιοχή που ξεκινά δυτικά της Κύπρου και φτάνει μέχρι νότια της Ρόδου, εκχωρώντας την στην TPAO, μία πετρελαϊκή που ανήκει στο τουρκικό δημόσιο. Πρόκειται για μία από τις πολλές ενέργειες που εντάσσονται στο τουρκικό αφήγημα της «γαλάζιας πατρίδας», δηλαδή μίας μεγάλης περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου που καλύπτει την περιοχή όχι μόνο της κυπριακής ΑΟΖ, αλλά και της υφαλοκρηπίδας του Καστελλόριζου, της Ρόδου, της Καρπάθου, της Κάσου και του ανατολικού τμήματος της Κρήτης, εκεί δηλαδή που «τελειώνουν» σήμερα τα τεμάχια που το ελληνικό κράτος έχει παραχωρήσει σε πετρελαϊκές εταιρείες. Αξιοσημείωτο στην πολιτική που εφαρμόζει η Άγκυρα στην Ανατολική Μεσόγειο είναι ότι μία εβδομάδα μετά την ανακοίνωση της πραγματοποίησης των γεωτρήσεων, οι τουρκικές Αρχές ανακοίνωσαν την πραγματοποίηση στρατιωτικής άσκησης με πραγματικά πυρά ανοιχτά της Ελλάδας και της Κύπρου, με τις τουρκικές υδρογραφικές υπηρεσίες να εκδίδουν NAVTEX που «κάλυψαν» το Καστελλόριζο και μεγάλο μέρος της «γαλάζιας πατρίδας».

Παράλληλα η Τουρκία επιχειρεί να εκμεταλλευτεί στη Λιβύη τις σχέσεις της με την αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ Μουσουλμανική Αδελφότητα - Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (GNA), η οποία βρίσκεται σε σύγκρουση με τον Λιβυκό Εθνικό Στρατό (LNA), με σκοπό να πετύχει μία συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Άγκυρας και Τρίπολης. Ένα τέτοιο σενάριο, αν και θα ήταν δύσκολο να επιτευχθεί και θα ήταν κατά παράβαση του Διεθνούς Δικαίου, θα οδηγούσε σε κάλυψη της ΑΟΖ των ελληνικών νησιών και θα ασκούσε μεγάλες πιέσεις στην Ελλάδα, η οποία στο παρελθόν απέτυχε να συμφωνήσει την ΑΟΖ με τη Λιβύη του Μουαμάρ αλ Καντάφι.

Ο κ. Ιωάννου σχολίασε σχετικά στο inside story: «Το σύμπλεγμα του Καστελλόριζου και Μεγίστης και εν γένει ο γεωγραφικός χώρος του 25ου μεσημβρινού αποτελούν πεδίο διαχρονικού γκριζαρίσματος εκ μέρους της Άγκυρας. Κυπριακό και ελληνοτουρκικά, σε επίπεδο διαπραγμάτευσης, αποτελούν για την Τουρκία ένα κομμάτι “πακετοποίησης”, εξέλιξη που είναι non-starter για Αθήνα και Λευκωσία. Στη περίπτωση όμως της Ελλάδας είναι διαφορετικά τα πράγματα μιας και παρά τις επιμέρους εντάσεις, τις εικονικές αερομαχίες και τις σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αναθεωρητισμού ως προς το καθεστώς του Αιγαίου και της υφαλοκρηπίδας δεν έχουν υπάρξει ιδιαίτερα τετελεσμένα. Στην Κύπρο λόγω ιδιαίτερων συνθηκών –de facto κατοχή, απουσία σοβαρής αποτρεπτικής ισχύος, μη εξεύρεση λύσης στο Κυπριακό– οι τουρκικές έκνομες ενέργειες επί της ΑΟΖ τείνουν να δημιουργήσουν νέα τετελεσμένα. Που σε συνδυασμό με την εμπλοκή της Άγκυρας στον ιδιότυπο πόλεμο για τον έλεγχο της Τρίπολης μεταξύ της GΝΑ και του LNA θα μπορούσαν να επηρεάσουν ολιστικά το Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο ανοίγοντας ένα νέο μέτωπο αμφισβητήσεων των κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδας και Κύπρου».

Λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές μεταξύ Κύπρου και Ελλάδας, οι εξελίξεις που προωθεί η Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο αφενός δημιουργούν εύλογες ανησυχίες για τα όρια του ελληνοκυπριακού αφηγήματος για τις εξορύξεις μπροστά σε μία επιθετική Άγκυρα –που μπορεί να κλιμακώσει την ένταση ενόψει και των εκλογών του 2020 στην ΤΔΒΚ– αφετέρου προκαλούν ερωτήματα για το κατά πόσο η ύπαρξη μεγάλων πετρελαϊκών στα ανοιχτά της Ελλάδας θα καταστήσει πρακτικά τη χώρα ισχυρότερη και ασφαλέστερη. Και αυτό θα το δούμε σε μεγάλο βαθμό όταν η Ελλάδα αποφασίσει να ανοίξει την πίστα της εκμετάλλευσης θαλάσσιων περιοχών που η Άγκυρα ανοιχτά, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, διεκδικεί. Γιατί μπορεί σε θεωρητικό επίπεδο να μας αρέσει η μαξιμαλιστική προσέγγιση και οι εθνικές κορώνες με αφορμή εξορύξεις στο δυτικό τμήμα της χώρας, όπου εδώ και δεκαετίες δεν υπάρχει καμία απειλή, ωστόσο ο τρόπος με τον οποίο ΕΕ, διεθνής κοινότητα και πετρελαϊκές εταιρείες υπερδυνάμεων αντιμετωπίζουν με αμφισημία τον τουρκικό αναθεωρητισμό στην Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο ίσως δείχνει την αντίθεση της πραγματικότητας με τις μεγάλες προσδοκίες που συχνά καλλιεργούνται για τη γεωπολιτική σημασία των εξορύξεων τόσο σε Ελλάδα, όσο και σε Κύπρο.

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πήρε το δημοσιογραφικό βάπτισμα του πυρός στην Popaganda. Εργάστηκε στο γερμανικό κανάλι Offener Kanal και το Vice και συνεργάζεται ως fixer/producer με διεθνή ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ. Έχει ασχοληθεί με το βίντεο και τη φωτογραφία.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.