Τα βιβλία του 2018

Η χρονιά απαίτησε διάβασμα με νόημα (τι συμβαίνει στον πλανήτη; τι είναι αυτό που έρχεται; τι με μαθαίνει το παρελθόν;) και μικρές ανακουφιστικές αποδράσεις στη λογοτεχνία. Αυτά είναι τα 33 βιβλία στα οποία επένδυσαν φέτος οι άνθρωποι του inside story.
Χρόνος ανάγνωσης: 
35
'

Ανάμεσα στα 10 βιβλία του 2018 που επέλεξαν οι συντάκτες του New York Times Book Review, τα 100 των New York Times αλλά και όσα ξεχώρισαν οι κριτικοί βιβλίου της εφημερίδας, τα βραβεία του Goodreads, τα 10 που ξεχώρισε η Washington Post, τα 10 του Slate (που διάλεξε και τα 10 καλύτερα audiobooks του 2018), τα καλύτερα του Guardian, του New Yorker, του Vox, του npr, του Indigo, του Literary Hub, τoυ Vulture, του Mental Floss, του αγγλικού Wired, εκείνα που επέλεξαν οι βιβλιοπώλες της Βοστώνης, κορυφαίοι επιχειρηματίες για το Bloomberg και οι συντάκτες του Amazon, τα μη λογοτεχνικά του Βuzzfeed, τα καλύτερα επιστημονικά κατά τη βιβλιοκριτικό του Nature, στρατιωτικά κατά το Military Times, μαγειρικής κατά το Book Riot και επιστημονικής φαντασίας κατά το Verge, αυτά είναι όσα ξεχώρισαν οι συντάκτες του inside story.

Τρεις συντάκτες μας ήθελαν να γράψουν για το Κάτι Τρέχει με την Οικογένεια του Δημήτρη Παπανικολάου, άλλοι τόσοι για το τελευταίο του Γιουβάλ Νόα Χαράρι, αλλά first come, first served. Να πούμε ότι το τελευταίο του Χαράρι αναμενόμενα το ξεχώρισε φέτος ο Μπιλ Γκέιτς (όπως και η Μυρτώ Λεγάκη), ενώ ο ίδιος ο Χαράρι επέλεξε το τελευταίο του Στίβεν Πίνκερ (όπως και η Λάρα Καλλίρη).

Δημήτρης Αναστασόπουλος

Ζοζέφ Αντράς, Κανακύ, μετ. Γιώργος Καράμπελας, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

«Ο δημοσιογράφος εξετάζει, ο ιστορικός φωτίζει, ο αντάρτης αναπτύσσει, ο ποιητής συναρπάζει, απομένει στον συγγραφέα να πορευτεί ανάμεσα στους τέσσερις αυτούς αδερφούς...» γράφει ο Ζοζέφ Αντράς στην εισαγωγή του βιβλίου. Σκοπός του είναι να αναζητήσει την αλήθεια γύρω από το πρόσωπο του Αλφόνς Ντιανού, ενός αγωνιστή της ανεξαρτησίας της Νέας Καληδονίας που ήθελε να χριστεί ιερωμένος, αλλά έγινε αντάρτης αντικαθιστώντας τον λόγο του Θεού με το όπλο.

Ο συγγραφέας περιπλανιέται στη Νέα Καληδονία, τη μοναδική αποικία της Γαλλίας στον Ειρηνικό, όπου τα δικαιώματα των ιθαγενών Κανάκ καταπατώνται από την εποχή του Ναπολέοντα του Γ’. Και ανασυνθέτει τα αιματηρά γεγονότα του Απριλίου του 1988, όταν μία ομάδα αυτονομιστών ανταρτών με επικεφαλής τον Ντιανού επιτέθηκε σε έναν σταθμό χωροφυλακής, πήρε ομήρους 27 χωροφύλακες και περιπλανήθηκε για κάποιες ημέρες στις σπηλιές του νησιού ώσπου κατέφτασαν οι δυνάμεις της αντιτρομοκρατικής της Γαλλίας και έβαλαν τέλος στην απέλπιδα απόπειρα διεθνοποίησης της καταπίεσης των ιθαγενών. Ο Ντιανού έπεσε νεκρός κατά την επίθεση και έγινε θρύλος και σύμβολο ανεξαρτησίας για τους ντόπιους.

Το Κανακύ (σημαίνει «η γη των Κανάκ» στη γλώσσα των αυτοχθόνων) δεν είναι μία απλή αφήγηση των γεγονότων. Ο 34χρονος Αντράς, μία ξεχωριστή περίπτωση των γαλλικών γραμμάτων, συνθέτει ένα βιβλίο ανακατεύοντας το επιτόπιο ρεπορτάζ, την ιστορία του νησιού και τα αποκόμματα του Τύπου, για να διηγηθεί χωρίς μελοδραματισμούς ή πολιτικές διακηρύξεις τη ζωή και τον θάνατο ενός ρομαντικού επαναστάτη.

Μαριλένα Αστραπέλλου

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Στ’ αμπέλια, Πόλις

Σε αντίθεση με τον Σταύρο Ζουμπουλάκη, ο οποίος θεωρεί ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο βαρετό από το να ακούς ή να διαβάζεις για τα παιδικά χρόνια κάποιου, πάντα νιώθω ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον να με κατακλύζει όταν διαβάζω για όσα αληθινά διαδραματίστηκαν στην πορεία της ζωής ενός ανθρώπου. Στην περίπτωση του βιβλίου του Στ’ αμπέλια, στο οποίο αναφέρεται στον γενέθλιο τόπο του, τη Συκιά Λακωνίας και τα εννέα καλοκαίρια που πέρασε ως παιδί στον οικισμό όπου ξεκαλοκαίριαζαν οι κάτοικοι του χωριού, το ενδιαφέρον έγινε ταύτιση. Ναι, η ανάγνωση του βιβλίου μού χάρισε αυτή τη σπάνια και ανεκτίμητη εμπειρία, να αισθανθώ ότι έχω μια ιδιαίτερη ψυχική επικοινωνία με τον συγγραφέα. Όχι, δεν έχω ζήσει από πρώτο χέρι το σύμπαν που περιγράφει, τη μεγάλη φτώχεια στα χωριά της επαρχίας τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Έχω ακούσει όμως άπειρες αφηγήσεις γι' αυτόν τον χτεσινό και «οριστικά καταποντισμένο κόσμο». Μέσα από τις περιγραφές του Ζουμπουλάκη –μια πραγματιστική προσέγγιση του παρελθόντος χωρίς μελοδραματισμούς, κορώνες, πινελιές βουκολικού φολκλόρ– ζωντανεύουν οικείες φωνές από τις αφηγήσεις αγαπημένων μου ανθρώπων που έζησαν όχι μόνο σκληρά καλοκαίρια, αλλά και χειμώνες, σε χωριά όπου η ζωή ήταν επιεικώς πρωτόγονη.

Ο Ζουμπουλάκης αισθάνεται συγκίνηση γι’ αυτόν τον κόσμο, αλλά, ευτυχώς, όχι νοσταλγία. Γιατί, βέβαια, τι να νοσταλγήσει κανείς, όπως παραδέχεται κι ο ίδιος; Την παιδική θνησιμότητα, την ψυχική και σωματική βία απέναντι σε γυναίκες και παιδιά, το ασφυχτικό κουτσομπολιό, τον αναλφαβητισμό, τις ξενιτεμένες οικογένειες, τη βαναυσότητα απέναντι στα ζώα; Μια συγκίνηση εφάμιλλη, τηρουμένων των αναλογιών, αισθάνθηκα κι εγώ διαβάζοντας αυτό το μικρό βιβλίο. Αυτός υπήρξε κάποτε ο κόσμος του πατέρα μου και οι αφηγήσεις του η δική μου εξωραϊσμένη κληρονομιά. Δεν θα ήθελα να τον είχα ζήσει και τα μικρά σημερινά χνάρια του όσον αφορά στις προαναφερθείσες νοοτροπίες μού είναι έως και αποτρόπαια. Αλλά αναγνωρίζω ότι με οδήγησε, έστω και από μια ασφαλή απόσταση, στην «ηθική επιλογή», όπως το θέτει ο Ζουμπουλάκης, «να είμαι πάντα με τη μεριά των φτωχών και των αδικημένων». Και πράγμα περίεργο, στο να συνδέομαι δυνατά και ουσιαστικά μόνο με άτομα που έχουν γνωρίσει (όχι απαραίτητα μέσα από δικά τους βιώματα αλλά έστω της οικογένειάς τους) αυτόν τον παλιό ταλαιπωρημένο κόσμο. Με την εξαίρεση δυο-τριών ανθρώπων που απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Γιώργος Βλαβιανός

Τζέιμς Ντέιβιντ Βανς, Το τραγούδι του χιλμπίλη, μετ. Αριστείδης Μαλλιαρός, Δώμα

Δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να βουρκώνει διαβάζοντας ένα βιβλίο. Μου συνέβη, κρυφά από τους υπόλοιπους στο σπίτι, με Το τραγούδι του Χιλμπίλη. Από τα ωραιότερα και πιο αφοπλιστικά ειλικρινή βιβλία που έχουν πέσει στα χέρια μου τον τελευταίο χρόνο. Ένα βιβλίο για εκείνους που ενδιαφέρονται να γνωρίσουν τον πραγματικό κόσμο στον οποίο ζούμε. Που θέλουν να ξεφύγουν από το ροζ συννεφάκι και δεν θέλουν να κλείνουν τα μάτια. Μιλά για τη σύγχρονη Αμερική, για τον τρόπο που σκέφτονται οι λευκοί κάτοικοι σε εργατουπόλεις των Απαλαχίων ορέων, για τον θυμό, την παραίτηση, για πάθη που καταστρέφουν ζωές, τα σημάδια που αφήνουν οι εξωτερικές συνθήκες της ζωής μας, η οικογένεια, ο περίγυρος, η εποχή. Μιλά για ανθρώπους που κάτω από αντίξοες συνθήκες, με τραύματα παιδικά που σέρνουν στο υποσυνείδητό τους, κατάφεραν να πιάσουν το Αμερικανικό Όνειρο.

Η αυτοβιογραφία αυτή είναι ένα αδυσώπητο ψυχογράφημα μιας παραγνωρισμένης κοινωνικής τάξης, τους χιλμπίληδες, τα λευκά σκουπίδια. Μία τάξη που επανήλθε βροντερά στο προσκήνιο. Γράφει ο Τζέι Ντι Βανς, ο 34χρονος συγγραφέας και ήρωας του βιβλίου: «Είναι ανάγκη να δημιουργήσουμε έναν χώρο ώστε οι Τζέι Ντι και οι Μπράιαν αυτού του κόσμου να έχουν μία ευκαιρία στη ζωή τους. Δεν ξέρω ποια ακριβώς είναι η απάντηση, αλλά ξέρω ότι η απάντηση ξεκινάει όταν σταματήσουμε να κατηγορούμε τον Ομπάμα και τον Μπους και τις απρόσωπες εταιρείες και αρχίσουμε ν’ αναρωτιόμαστε τι μπορούμε να κάνουμε εμείς για να βελτιώσουμε την κατάσταση». Μόνον όσοι διαβάσουν το βιβλίο μπορούν να έχουν άποψη για το πώς σκέφτονται κι ενεργούν σήμερα εκατομμύρια Αμερικανοί. Όπως γράφουν και οι Τάιμς της Νέας Υόρκης, «απαραίτητο ανάγνωσμα για την ιστορική στιγμή που ζούμε».

​Γιάννης Γορανίτης

Μάικ ΜακΚόρμακ, Κόκκαλα από ήλιο, μετ. Παναγιώτης Κεχαγιάς, Αντίποδες

Πάνε αρκετά χρόνια, μπορεί και δεκαπέντε, από τότε που έπεσε στα χέρια μου μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Χτύπημα στο κεφάλι». Δεν θυμάμαι πολλά από το βιβλίο αυτό, αλλά το όνομα του συγγραφέα θα μου μείνει αξέχαστο γιατί το αντικρίζω κάθε φορά που ανοίγω ένα σκληρόδετο σημειωματάριο, όπου καταγράφω ιδέες και σημειώσεις. Στο εσώφυλλο του είναι γραμμένο: «Μάικ ΜακΚόρμακ – Τα εφόδια του νεκρού (γράψε ένα διήγημα σαν αυτό)». Τα χρόνια πέρασαν και το διήγημα ποτέ δεν γράφτηκε, αλλά η διαρκής υπόμνηση έγινε η αφορμή για να διαβάσω το νέο βιβλίο του Ιρλανδού συγγραφέα, αμέσως μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά.

Και ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα. Το βιβλίο είναι ένα καθηλωτικό πεζογραφικό μονοπλάνο: αποτελείται από μία και μόνο πρόταση, από 316 πυκνογραμμένες σελίδες δίχως ούτε μια τελεία. Μην πάει ο νους σας, όμως, σε υπερφιλόδοξα μεταμοντέρνα εγχειρήματα χωρίς αρχή, μέση και τέλος: το Κόκκαλα από ήλιο είναι μεν υπερβατικό δομικά, αλλά πλήρως γειωμένο θεματολογικά. Εξερευνά τη σχέση ενός σύγχρονου άντρα με την απώλεια και τη μνήμη, και μελετά την αλληλεπίδρασή του με τον κόσμο γύρω του και τον κόσμο μέσα του. (Και το κάνει τόσο καλά, που φοβάμαι ότι στο σημειωματάριο θα μου ξεφύγει καμιά σημείωση του τύπου «γράψε ένα μυθιστόρημα σαν αυτό»)

Να υποσημειώσουμε ότι ο Παναγιώτης Κεχαγιάς ισορρόπησε με προσοχή και μαεστρία σε μια ναρκοθετημένη, για οποιονδήποτε μεταφραστή, γλωσσική δοκό, και έφτασε στον προορισμό του που δεν ήταν άλλος από την άψογη απόδοση του έργου.

Γιολάντα Γραμματικάκη

Το Μυστικό, Συλλογή διηγημάτων 17 νέων συγγραφέων σε επιμέλεια Αμάντας Μιχαλοπούλου, Καστανιώτης

«Στην καρδιά κάθε ενδιαφέρουσας αφήγησης κρύβεται ένα μυστικό, κάτι που δεν γνωρίζει ο αφηγητής, ή ο αναγνώστης, ή και οι δυο τους. Ένας ρευστός, απροσδιόριστος πυρήνας που μας κάνει να σκιρτούμε όταν κάποιος ψιθυρίζει». Αυτό το βιβλίο είναι ένα πείραμα. Η Αμάντα Μιχαλοπούλου ζήτησε από κάποιους μαθητές δημιουργικής γραφής να πάρουν μέρος σε μια συλλογή διηγημάτων με κοινό θέμα. Το θέμα που διάλεξαν ήταν το «μυστικό» καθώς προσφέρεται για ιστορίες με ατμόσφαιρα, ψυχολογικό βάθος, ανατροπές, ταξίδια στο χρόνο, μυστήριο, ένταση, αποκαλύψεις και νεανικές αναμνήσεις.

Πέρα από αυτό το κοινό θέμα, τα διηγήματα της συλλογής δεν έχουν άλλη σύνδεση μεταξύ τους, οπότε ο αναγνώστης αντιμετωπίζει κάθε ιστορία σαν ανεξάρτητη αφήγηση. Παρόλα αυτά, υπάρχει ομοιομορφία στην ποιότητα της γραφής, που βασίζεται στην αρχή της αφαίρεσης με αποτέλεσμα τα διηγήματα να μη φέρουν περιττά στοιχεία και το μέγεθός τους είναι τέτοιο ώστε να προσφέρουν απόλαυση χωρίς να κουράζουν. Η χαρά της ανάγνωσης μια τέτοιας συλλογής επιτείνεται από το ότι δεν χρειάζεται να διαβαστούν σε συγκεκριμένη σειρά, οπότε ο αναγνώστης παραλείποντας τον σελιδοδείκτη, διαβάζει τυχαία εκεί που θα ανοίξει κάθε φορά το βιβλίο.

Οι ιστορίες των μυστικών των ηρώων μάς ταξιδεύουν σε δικά μας μυστικά, αυτά που έχουμε εκμυστηρευτεί ή μας έχουν εμπιστευτεί ή αυτά που μάθαμε τυχαία ή ίσως δε θα μάθουμε ποτέ, και μας κάνουν να αναλογιστούμε πώς αυτά επιδρούν στη ζωή μας και στη ζωή των άλλων.

Ναταλία Δαμίγου-Παπώτη

Κάρμεν Μαρία Ματσάδο, Her Body And Other Parties, Profile Books Ltd

Το κοινό στοιχείο που διατρέχει τα διηγήματα του Her body and other parties είναι μάλλον η βία, μια βία παράξενη, πανταχού παρούσα αλλά όχι πάντα ρητή και καθορισμένη· η βία –και η απειλή– είναι μια δομική και αναπόφευκτη συνθήκη, η οποία εκδηλώνεται άλλοτε ως ένας θανατηφόρος ιός που μεταδίδεται με τη σωματική επαφή, άλλοτε ως μια επιδημία λόγω της οποίας γυναίκες εξαϋλώνονται σιγά-σιγά ανήμπορες να καταλάβουν τι συμβαίνει, άλλοτε με την προδοσία από έναν άντρα που «δεν είναι κακός και αυτό ακριβώς είναι που πονάει» και άλλοτε ως μια παραλλαγή του Law & Order: Special Victims Unit στην οποία οι πρωταγωνιστές Stabler και Benson, εκτός από τις γνώριμες φρικωδίες του νεοϋρκέζικου εγκλήματος, έχουν να αντιμετωπίσουν την εμφάνιση εξωγήινων, φαντασμάτων, και δύο σωσιών τους που ζούνε τη ζωή τους καλύτερα από τους ίδιους. Το ντεμπούτο της Αμερικανίδας Carmen Maria Machado που ήταν υποψήφιο για το National Book Award κινείται μεταξύ μαγικού ρεαλισμού, επιστημονικής φαντασίας, τρόμου και weird fiction, και είναι ανησυχητικό, κατά τόπους ασφυκτικό αλλά πάντα μαγνητικά απολαυστικό.

Μαρία Θερμού

Κώστας Γαβράς, Αυτοβιογραφία: Πήγαινε εκεί όπου είναι αδύνατο να πας, μετ. Ωρίων Αρκομάνης, Gutenberg

Έψαχνε στην Ελλάδα τον Βασίλη Βασιλικό για να πάρει τα πνευματικά δικαιώματα του Ζ, αλλά τον βρήκε στη Ρώμη, εξόριστο από την Χούντα. Πήρε την άδεια από τον εκτοπισμένο τότε στη Ζάτουνα Μίκη να χρησιμοποιήσει τη μουσική του, γραμμένη πάνω σ’ ένα κουτί από τσιγάρα. Γύρισε το Ζ, που δεν το ήθελε κανείς παραγωγός, στην Αλγερία, όπου ήταν αδύνατο μεταξύ άλλων να βρει γυναίκες κομπάρσoυς. «Το να κάνεις μια ταινία θυμίζει μαραθώνιο. Είναι μια παθιασμένη, ξεθεωτική, σημαδεμένη από εμπόδια περιπέτεια, της οποίας δεν ξέρεις ποτέ αν θα δεις το τέλος», λέει κάπου μέσα στην Αυτοβιογραφία του ο Γαβράς. Κάπως σαν την ίδια τη ζωή. Ποτέ δεν ξέρεις το τέλος της, μόνον που αυτός, το χωριατόπαιδο από την Αρκαδία, που έφυγε νωρίς από την μετεμφυλιακή Ελλάδα, έβαλε ο ίδιος τα θεμέλια της ζωής του και πορεύτηκε πάνω σ’ αυτά ως σήμερα. Κι αν στέκομαι στο Ζ είναι γιατί ο βαθιά πολιτικός χαρακτήρας του ανθρώπου δεν χάθηκε, όσα χρόνια κι αν πέρασαν.

Όταν ήταν μικρός ονειρευόταν τη Δημοκρατία: «Για καιρό σκεϕτόμουν ότι επρόκειτο για μια ψηλή και ωραία κυρία, που θα ’παιρνε τη θέση του βασιλιά, μια νεράιδα. Αυτή θα άλλαζε τα πάντα, θα είχαμε έναν καινούργιο, πλούσιο, αξιαγάπητο, γενναιόδωρο κόσμο», γράφει. Η πραγματικότητα προφανώς τον διέψευσε, αλλά υπήρχε καλύτερος τόπος από το Παρίσι εκείνων των δεκαετιών του ’50, του ’60, του ’70 για να την αναζητήσει; «Πήγαινε εκεί όπου είναι αδύνατο να πας» είναι το μότο του βιβλίου, δανεισμένο από μία φράση του Καζαντζάκη. Κι εκείνος πήγε πράγματι σε μέρη, που δεν μπορούσε να φανταστεί ούτε στα πιο τρελά του όνειρα, γνώρισε, συναναστράφηκε, δούλεψε με τους μεγαλύτερους δημιουργούς της εποχής, βραβεύτηκε σ’ όλον τον κόσμο για το έργο του, είχε για στενούς του φίλους μυθικά ονόματα για μας τους υπόλοιπους, όπως η Σιμόν Σινιορέ και ο Υβ Μοντάν κι είχε την τύχη, ο ίδιος το λέει, να έχει σύντροφο μια γυναίκα με ιδιαίτερα χαρισματική προσωπικότητα, την Μισέλ Ρέι.

Στο τέλος του βιβλίου, ο μακρύς κατάλογος των ονομάτων που παρελαύνουν είναι σαν την ιστορία του κινηματογράφου με ονοματεπώνυμα. Μια συναρπαστική ζωή! Μετά απ’ όλα αυτά, γιατί να πει ναι, στην πρόταση να γίνει Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας; «Ξαναγύρισα γρήγορα στο καταϕύγιό μου, το σχέδιό μου για μια ταινία πάνω στην Ευρώπη και την Ελλάδα, για την οποία εδώ και κάμποσο καιρό μάζευα υλικό, κυρίως οπτικοακουστικό, μαρτυρίες και ντοκιμαντέρ», είναι η απάντησή του. Δύσκολα διαβάζω βιογραφίες. Αλλά κάθε φορά που το κάνω, μετανιώνω που δεν διαβάζω περισσότερες.

Elisabetta Casalotti

Αμάντα Μιχαλοπούλου, Μπαρόκ, Καστανιώτης

Δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που υποκύπτουν σε κάποιο σημείο της σταδιοδρομίας τους στον πειρασμό να διηγηθούν με λεπτομέρειες τη ζωή τους συντάσσοντας ένα αμιγώς αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. Όταν το εγχείρημα αυτό πετυχαίνει, είναι κάτι σαν δώρο για τους αναγνώστες του. Και αυτή είναι η περίπτωση του Μπαρόκ της Αμάντας Μιχαλοπούλου. Μικραίνει η ηρωίδα στο μυθιστόρημα αντί να μεγαλώνει και μέσα από τη διαδικασία αυτή, η συγγραφέας ξαναβρίσκει τη φρεσκάδα και την ειλικρίνεια των νεανικών της χρόνων. Το διάβασα με περιέργεια και χαρά ανακαλύπτοντας κρυμμένους θησαυρούς και πτυχές της ζωής όλων μας, που βιώσαμε με τις ανατροπές των τελευταίων δεκαετιών. Μου άφησε μια γλυκόπικρη γεύση που αντανακλά το χιούμορ αλλά και τη θλίψη της συγγραφέως απέναντι στα γεγονότα που συνθέτουν μια γεμάτη ζωή.

Διαβάστε το κείμενο της Αμάντας Μιχαλοπούλου στο inside story για το πώς γράφτηκε το Μπαρόκ εδώ.

Λάρα Καλλίρη

Στίβεν Πίνκερ, Enlightenment Now: The Case for Reason, Science, Humanism, and Progress, Penguin Random House

Ας ξεκινήσουμε λέγοντας ότι ο Bill Gates δήλωσε πως πρόκειται για το νέο αγαπημένο του βιβλίο όλων των εποχών (ενώ το προηγούμενο αγαπημένο του βιβλίο ήταν άλλο ένα έργο του Στίβεν Πίνκερ).

Ο εξαιρετικός κοινωνικός επιστήμων κύριος Πίνκερ, είναι εδώ για να να θυμίσει στην ανθρωπότητα ότι τα πράγματα δεν πάνε όντως κατά διαόλου. Η βασική ιδέα του βιβλίου του συνοψίζεται στο εξής: η δική μας, είναι η καλύτερη εποχή για να είσαι ζωντανός. Η γενικευμένη ιδέα ότι οδεύουμε προς την καταστροφή, η οποία αναπαράγεται κυρίως από τα μίντια (η λεγόμενη Ψευδαίσθηση της Καταστροφής, the Doom Delusion), μας λέει ο κύριος Πίνκερ, είναι εντελώς αβάσιμη. Όσο κι αν πιστεύουμε το αντίθετο, η ανθρωπότητα στην πραγματικότητα οδεύει προς το καλύτερο σε κάθε τομέα της ζωής. Αναλύοντας στοιχεία για κάθε τομέα ανθρώπινης προόδου μέσα σε 15 κεφάλαια, ο συγγραφέας υποστηρίζει την άποψη ότι σε παγκόσμιο επίπεδο, ταλαιπωρoύμαστε όλο και λιγότερο από τη βία, την ακραία φτώχεια, τον αναλφαβητισμό, τις ασθένειες και τους λιμούς, ενώ το προσδόκιμο ζωής ανεβαίνει σταθερά.

Αυτό, εξηγεί ο κύριος Πίνκερ, το έχουμε καταφέρει βασιζόμενοι στις αρχές του Διαφωτισμού: χρησιμοποιώντας τη λογική και τη συμπόνοια, η ανθρωπότητα μπορεί να πετύχει την πρόοδο. Ο τέλειος κόσμος είναι ακατόρθωτος, υποστηρίζει, λόγω της εντροπίας που τον κυβερνά (τα πράγματα έχουν την τάση να οδεύουν προς την αταξία). Παρόλα αυτά, η δημοκρατία και η επιστήμη έχουν βοηθήσει τον άνθρωπο να δημιουργήσει έναν κόσμο σημαντικά καλύτερο απ’ ό,τι στο παρελθόν. Αυτά είναι τα εργαλεία που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε για να αναγνωρίσουμε και να λύσουμε τα προβλήματα που παραμένουν, καθότι η πρόοδος, προειδοποιεί ο κύριος Πίνκερ, είναι κάθε άλλο παρά αυτονόητη και προδιαγεγραμμένη.

Όπως όλα τα σημαντικά έργα με μεγάλη επιρροή, το βιβλίο αυτό έχει και τους επικριτές του, που υποστηρίζουν ότι ο Πίνκερ δεν έχει καταλάβει πραγματικά τον Διαφωτισμό, και είναι κατά βάθος ένας αθεράπευτα αισιόδοξος διανοητής. Ένας λόγος παραπάνω για να το διαβάσετε και να σχηματίσετε τη δική σας άποψη. Υπάρχει πάντα η περίπτωση να σας εμπνεύσει και να σας γεμίσει ελπίδα για το είδος μας. Δεν είναι και λίγο, ε;

Γιάννης Καραμαγκάλης

Λίντα Γκράντον & Άντριου Σκοτ, Ο Γρίφος των 100 Χρόνων: Ζωή, Eργασία και Εκπαίδευση στην Εποχή της Μακροβιότητας, διαΝΕΟσις

Η Λίντα Γκράτον και ο Άντριου Σκοτ περιγράφουν πολύ παραστατικά πώς ο κόσμος, όπως τον γνωρίζουμε, θα αλλάξει δραματικά, λόγω της αύξησης του προσδόκιμου ζωής. Τα παιδιά που γεννιούνται αυτά τα χρόνια έχουν πάνω από 50% πιθανότητα να ζήσουν έως τα 105 τους χρόνια. Αυτό συνεπάγεται κατακλυσμιαίες αλλαγές στις τρεις φάσεις της ζωής μας: Στην εκπαίδευση, στην εργασία και στη συνταξιοδότησή μας. Το βιβλίο περιγράφει μέσα από σενάρια και παραδείγματα πόσα χρόνια θα χρειαστεί να δουλεύουμε, τι θα αλλάξει στον τρόπο που εργαζόμαστε, πότε θα συνταξιοδοτούμαστε και –το κυριότερο– πώς θα πρέπει να επανεκπαιδευόμαστε στη μέση της επαγγελματικής μας ζωής.

Την ελληνική έκδοση του The 100 Year Life επιμελήθηκε ο καθηγητής Πλάτων Τήνιος, ο οποίος μέσα από το επίμετρο που έχει προσθέσει, παρουσιάζει τη θέση της Ελλάδας στη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται από τις δημογραφικές εξελίξεις που περιγράφονται στο βιβλίο. Ο Γρίφος των 100 Χρόνων είναι ένα βιβλίο-προοίμιο ενός μέλλοντος που δεν απέχει πολύ από το 2019.

Τατιάνα Καραπαναγιώτη

Μαρία Τοπάλη, Γράμμα προς Ράινερ Μαρία Ρίλκε,από τη σειρά Ανοιχτές Επιστολές, Edition Romiosini/CeMoG

Στο πλαίσιο της Γιορτής του Βιβλίου, που διοργανώνεται δύο φορές τον χρόνο από την Edition Romiosini, του Κέντρου Νέου Ελληνισμού (Centrum Modernes Griechenland/CeMoG) που ιδρύθηκε το 2014 με την υποστήριξη του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου και του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, σύγχρονοι άνθρωποι των γραμμάτων και της τέχνης από την Ελλάδα απευθύνουν μια ανοιχτή επιστολή σε απόντες ομότεχνούς τους.

Η ανοιχτή επιστολή έχει μια μακρά παράδοση. Ο παραλήπτης είναι συνήθως γνωστή προσωπικότητα και η επιστολή έχει δημόσιο χαρακτήρα, τον χαρακτήρα του διαλόγου όπου ο παραλήπτης χάνει την ιδιότητα του. Γίνεται υποκίνηση, διαμαρτυρία, πρόσκληση, ό,τι θέλει ο καθένας. Η ανοιχτή επιστολή της Μαρίας Τοπάλη στον Ράινερ Μαρία Ρίλκε με συνεπήρε. Γιατί; Διότι με ταξίδεψε πίσω στον χρόνο, τότε που ανακαλύπταμε τον Σεφέρη και τα Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή του Ρίλκε και ταραζόμασταν πιστεύοντας στη μοναδικότητά μας (little did I know...). Δεν είναι και λίγο.

Οι Offene Briefe/Ανοιχτές Επιστολές δημοσιεύονται σε δίγλωσση έκδοση. Το κείμενο, όπως και άλλα, προσφέρεται δωρεάν προς ηλεκτρονική ανάγνωση κατόπιν εγγραφής στην ψηφιακή βιβλιοθήκη.

Γιώργος Λαουτάρης

Νεοκλής Γαλανόπουλος, Ο ιδανικός ντετέκτιβ, Καστανιώτης

Συνηθίσαμε στον πολιτικό όρο «δολοφονία χαρακτήρα» και η πιο περιληπτική περιγραφή του νέου αστυνομικού μυθιστορήματος του Νεοκλή Γαλανόπουλου θα ήταν «δολοφονία λογοτεχνικού χαρακτήρα».

Η σχέση του συγγραφέα με το λογοτεχνικό είδος «whodunit» («ποιος-το-έκανε») έχει αφήσει ήδη δύο μυθιστορήματα, πολλά διηγήματα και μεταφράσεις, αλλά το νέο του βιβλίο αναμετράται με το θεωρούμενο ως αρχέτυπο: Τον δημοφιλέστερο λογοτεχνικό ήρωα και εξιχνιαστή μυστηρίων, τον Σέρλοκ Χολμς. Τα ονόματα του πρωτοτύπου παραλλάσσονται (ο ήρωας του Γαλανόπουλου ονομάζεται Σέργουιν Χομπς), οι τίτλοι παλιών ιστοριών παραφράζονται, ο πυρήνας όμως της αναγνωστικής απόλαυσης παραμένει αναλλοίωτος: Ποιος ήταν ο δολοφόνος;

Από τη σκοπιά της λογοτεχνικής θεωρίας, ο Ιδανικός ντετέκτιβ κατατάσσεται μάλλον στα «pastiche», στις απομιμήσεις δηλαδή λογοτεχνικών τόπων και χαρακτήρων, που αντίθετα από τις παρωδίες, στόχο έχουν την εξύψωση του προτύπου παρά τη διακωμώδηση.

Ωστόσο, οι πλούσιες διακειμενικές σχέσεις του νέου μυθιστορήματος με το έργο και τον ήρωα του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ δομούνται σε πολλαπλά επίπεδα και οι διαθέσεις έναντι του πρωτοτύπου εναλλάσσονται από τον θαυμασμό και τη συμπάθεια ως την ειρωνεία και το χιούμορ (με αμέτρητα inside jokes για τους μυημένους στο μυθοπλαστικό σύμπαν του Χολμς). Συνολικά, ο Γαλανόπουλος αποδομεί τον δικό του ήρωα, αποκαθηλώνοντάς τον από το βάθρο του πανέξυπνου τύπου με τις υπερφυσικές διανοητικές ικανότητες.

Επιμελημένη γλώσσα, εξεζητημένες παλιές λέξεις, εγκιβωτισμοί ιστοριών και συγγραφικά τρικ από την πρώτη κιόλας σελίδα οδηγούν σε μια πληθωρική αναγνωστική εμπειρία.

Μυρτώ Λεγάκη

Γιουβάλ Νόα Χαράρι, 21 μαθήματα για τον 21ο αιώνα, μετ. Μιχάλης Λαλιώτης, Αλεξάνδρεια

Περισσότερο συλλογή από δοκίμια παρά ολοκληρωμένο βιβλίο με συνοχή, το τελευταίο έργο του Χαράρι καταπιάνεται με μια σειρά από ενδιαφέροντα θέματα που απασχολούν (ή θα έπρεπε να απασχολούν) τον σύγχρονο άνθρωπο περισσότερο, όπως η AI (τεχνητή νοημοσύνη), η δικαιοσύνη, ο εθνικισμός, η παιδεία, η ηθική, ο εθνικισμός, η θρησκεία και η πίστη ή το μέλλον στην αγορά εργασίας. Έχει πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις και κάποιες επαναστατικές «λύσεις». Για παράδειγμα αναφέρει ότι με την πρόοδο της τεχνολογίας οι περισσότερες δουλειές θα εξαλειφθούν στο μέλλον, οπότε μια λύση θα είναι να διευρύνουμε τον ορισμό του τι θεωρούμε «εργασία», προτείνοντας για παράδειγμα ότι η ανατροφή ενός παιδιού είναι ίσως η σημαντικότερη εργασία που υπάρχει, και εδώ δεν θα διαφωνήσω! Καμιά φορά όμως μιλά σαν αυθεντία χωρίς πολλά επιχειρήματα, προβάλλοντας τις απόψεις του ως δεδομένα. Για παράδειγμα αναφέρει ότι στο μέλλον η AI θα μπορεί να δημιουργήσει ανώτερα έργα τέχνης σε σχέση με τους ανθρώπους, κάτι που χτύπησε κόκκινο σε μένα.

Στο τελευταίο κεφάλαιο με χαρά διάβασα την αναφορά του στον διαλογισμό (ο ίδιος ασκείται στον βουδιστικό διαλογισμό), όπου αφήνει να εννοηθεί ότι αυτό αποτελεί ίσως ό,τι πιο κοντινό υπάρχει σε απάντηση στα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε ως είδος. Δεν είναι τόσο στιβαρό όσο τα προηγούμενα δύο βιβλία του (Sapiens και Deus), αλλά έχει όπως πάντα μεγάλο ενδιαφέρον.

Κατερίνα Λομβαρδέα

Αγγελική Πεχλιβάνη, Πεζή οχούμενη, Κίχλη

Στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής Πεζή Οχούμενη στην Κίχλη, ρώτησαν την Αγγελική Πεχλιβάνη γιατί άργησε τόσο να εκδώσει το πρώτο της βιβλίο (είναι 52). Απάντησε πως όταν ήταν νέα, έκανε το λάθος να πιστεύει ότι θα έπρεπε να γράψει μόνο αν είχε να δώσει κάτι παραπάνω στη λογοτεχνία από αυτό που υπήρχε, κι ο στόχος φαινόταν άπιαστος. Αργότερα κατάλαβε ότι μπορούσε (και μάλλον έπρεπε) να μπει στο ζωντανό σώμα της τέχνης δίνοντας ό,τι διαθέτει, χωρίς υπερβολικές προσδοκίες από τον εαυτό της.

Στο βιβλίο δίνει πράγματι ό,τι έχει, με την έννοια ότι αποκαλύπτεται στον αναγνώστη ολόκληρη, με το χιούμορ, τις αδυναμίες, τα πάθη της: τη μουσική, τη γλώσσα, τις γάτες, το ποδόσφαιρο. Δεν είναι δήθεν η Πεχλιβάνη και δεν υποκρίνεται στην ποίησή της. Γυρίζει τον εαυτό της ανάποδα σαν ρούχο για να την δούμε μέσα κι έξω, να γίνουμε μάρτυρες στα καλά και τα άσχημα, στο βάρος που σηκώνει, το οποίο προέρχεται και από μια θαρραλέα στάση ζωής, μια διανοητική και συναισθηματική ειλικρίνεια ολοφάνερη στη γραφή της, η οποία καταλήγει να απελευθερώνει κι εμάς καθώς πετάμε από πάνω μας τα περιττά και συγκεντρωνόμαστε στην ουσία. Η ποίηση του Πεζή Οχούμενη έρχεται από βαθιά και χτυπάει απευθείας στο κέντρο, εκεί που νιώθουμε πιο πολύ και σκεφτόμαστε πιο καθαρά. Κερδίζει ο αναγνώστης από μία βουτιά σε αυτά τα υγρά κείμενα, όπου η θάλασσα, το σάλιο, η υγρασία του φυσήματος, τον περιβάλλουν από παντού.

Απόψε Ι

Η εξημμένη νύχτα μου
δεν εμπιστεύεται παρά
μονάχα το δεξί σου χέρι
αυτό που μου υπέδειξε
το εξαίσιο νυχτερινό μας
τέλος –
έλα και δώσε μου
το ευφορότερο φιλί σου
και μη φοβάσαι
τη νύχτα τη ρητορική.
Αυτή ό,τι θελήσει θα το πάρει.
Καμιά απώλεια
δεν μας απειλεί


Απόψε.

Ελπίζω κι εγώ, όπως είπε μία αναγνώστρια στην παρουσίαση, ότι θα την δούμε στα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας. Ως «παιδί-θαύμα», της απάντησε αυτοσαρκαζόμενη, με την ίδια ειρωνεία που χαρακτηρίζει τα κείμενά της, που δεν είναι υπεροπτική, αλλά πηγάζει από την ίδια τη γλυκόπικρη εμπειρία της ζωής.

Μαρία Λούκα

Μορίς Αττιά​, Η Λευκή Καραϊβική, μετ. Χαρά Σκιαδέλλη, Πόλις

«Ποτέ δεν αλλάζουμε στ’ αλήθεια. Στην καλύτερη περίπτωση, εξερευνούμε κάποια παρθένα ακόμα εδάφη του χάρτη μας, στη χειρότερη τα έλη της ιστορίας μας... Η ζωή είναι μια ατελείωτη σειρά μπελάδων με μερικές γαλήνιες στιγμές που οι άνθρωποι ονομάζουν ευτυχία».

Ο Πάκο Μαρτίνεθ, ο ιδιότροπος αστυνόμος που γνωρίσαμε στην τριλογία του Αττιά (Το μαύρο Αλγέρι, Η κόκκινη Μασσαλία, Παρίσι μπλουζ, όλα από τις εκδόσεις Πόλις), επιστρέφει αυτή τη φορά στην εξωτική και βασανισμένη Γουαδελούπη. Έχει εγκαταλείψει την αστυνομία και εργάζεται πλέον ως δικαστικός συντάκτης. Η πρόσκαιρη κανονικότητά του διαλύεται με ένα τηλεφώνημα. Πηγαίνει στην Καραϊβική να βοηθήσει τον παλιό του συνεργάτη Κουπί που έχει εγκλωβιστεί σε έναν λαβύρινθο αίματος και αλκοόλ. Εκεί, θα αναμετρηθεί με ένα πολυπλόκαμο σύστημα οικονομικής και πολιτικής διαφθοράς, θλιβερής υγρασίας και διαρκών κινδύνων. Ο 69χρονος Αττιά, από τους επιφανέστερους εκπροσώπους του σύγχρονου γαλλικού νουάρ, συνδυάζει ξανά την πλοκή χωρίς ανάσα με το πολιτικό σχόλιο για το χνάρι της αποικιοκρατίας και την υπαρξιακή αγωνία.

Σταύρος Μαλιχούδης

Γιάννης Παντελάκης, Η χαμένη τιμή της δημοσιογραφίας: 20+1 ιστορίες κιτρινισμού, Θεμέλιο

Δεν ξέρω ποιο από τα περιστατικά του βιβλίου, που καλύπτουν την πορεία της ελληνικής δημοσιογραφίας από τη Μεταπολίτευση έως σήμερα, με έκανε να αισθανθώ περισσότερο άβολα. Η διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών πριν λίγα χρόνια; Οι δίχως αιδώ εισβολές δημοσιογράφων, οι οποίοι αυτόκλητα εξυψώνονταν σε τηλεδικαστές, στην ιδιωτική ζωή πολιτών; Οι δήθεν πολεμικές ανταποκρίσεις, για τις οποίες εάν δεν αποδεικνυόταν πως στέλνονταν από άλλη χώρα, οι δημιουργοί τους πιθανόν ακόμη να κόμπαζαν; Ή οι ιστορίες των ανθρώπων που ξυπνούσαν αμέριμνοι ένα πρωί για να ανακαλύψουν ότι υποδεικνύονταν ως μέλη της «17 Νοέμβρη» και δράστες δολοφονικών επιθέσεων, από ανθρώπους που δούλευαν στο ίδιο δημοσιογραφικό συγκρότημα με εκείνους; Ίσως να ήταν η ιστορία του πατέρα που αυτοκτόνησε επειδή ένα κανάλι τον παρουσίασε (άδικα, όπως αποδείχθηκε) ως βιαστή του παιδιού του.

Ποιος είναι ο πραγματικός σκοπός της δημοσιογραφίας; Η ικανοποίηση συμφερόντων –ακόμη και της δικής μας ματαιοδοξίας– ή η πληροφόρηση των πολιτών και η προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος; Το βιβλίο του Γιάννη Παντελάκη παρουσιάζει 21 περιστατικά στα οποία ματαιοδοξία και συμφέροντα υπερίσχυσαν, άρα η δημοσιογραφία απέτυχε για τα καλά, και παρουσιάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο άνθρωποι που δεν έπρεπε βρέθηκαν ανεπανόρθωτα εκτεθειμένοι. Χρήσιμο τόσο για νέους όσο και έμπειρους δημοσιογράφους, μας θυμίζει γιατί εισπράττουμε εκείνο το βλέμμα καχυποψίας όταν λέμε τι επάγγελμα ασκούμε. Ακόμη περισσότερο, όμως, μας θυμίζει τι συνέπειες μπορεί να έχει η δουλειά μας.

Δανάη Μαραγκουδάκη

Πάκο Iγνάσιο Tάιμπο II​, Αρχάγγελοι, μετ. Δήμητρα Σταυρίδου, Έρμα

Λίγο δημοσιογράφος, λίγο συγγραφέας, στα όρια της ιστοριογραφίας και της λογοτεχνίας, ο Μεξικανός Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ μας δίνει 12 ιστορίες που διατρέχουν τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου των αρχών του 20ού αιώνα, εκεί όπου η επανάσταση έγραψε τη δική της ιστορία. Μπορεί να είναι χιλιοειπωμένο, μπορεί να ακούγεται μπανάλ εν έτει 2018 να μιλάς για αιρετικούς επαναστάτες του προηγούμενου αιώνα, ωστόσο υπάρχει κάτι μαγικό στο να διαβάζεις για ανθρώπους που σε πείσμα των καιρών δεν αφέθηκαν, δεν γύρισαν την πλάτη στις προκλήσεις και τις αδικίες της εποχής τους. Λίγοι ξέρουν την ιστορία της Λαρίσα Ράισνερ, του Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι αλλά και του μυστηρίου που καλύπτει τη ζωή του Σεμπαστιάν Σαν Βισέντε, γι’ αυτό ο Τάιμπο προσπάθησε να σπάσει τη σιωπή της Ιστορίας. Το βιβλίο δεν είναι μια βαρετή βιογραφία 12 «ξεχασμένων», αλλά μια απόδειξη ότι οι αληθινοί ήρωες δείχνουν το θάρρος τους στις δύσκολες αποφάσεις της καθημερινότητας.

Αρελίνα Μεράκου

Ντάνιελ Κλόουζ, Υπομονή, μετ. Δημήτρης Πολιτάκης, Oξύ

Ο Δημήτρης Πολικάκης μας είχε γράψει τις πρώτες μέρες του inside story για την ψυχεδελική ιστορία αγάπης του Τζακ και της Υπομονής (Patience). Φέτος μετέφρασε ο ίδιος το τελευταίο –και μεγαλύτερο σε έκταση– graphic novel του Ντάνιελ Κλόουζ, ένα έπος που παρακολουθεί την αγωνία του Τζακ να βρει τους δολοφόνους της Υπομονής. Είναι μια συνταρακτική ιστορία αγάπης, επιστημονικής φαντασίας, μελαγχολίας και έντασης με ταξίδια στον χρόνο και πολλές υπαρξιακές διαπιστώσεις. Η Υπομονή έμεινε 19 εβδομάδες στα μπεστ σέλερ των New York Times και επειδή μοιάζει με ταινία, ήδη ετοιμάζεται η μεταφορά της στο σινεμά.

Μαργαρίτα Μιχελάκου
Νόρμαν Όλερ,Υπερδιέγερση: Τα ναρκωτικά στο Τρίτο Ράιχ, μετ. Χρήστος Κοκκολάτος, Βασίλης Τσαλής, Μεταίχμιο

Τη δεκαετία του ’90, ο Νόρμαν Όλερ άκουσε στη χορευτική σκηνή του Βερολίνου μια φήμη για μια παρτίδα ισχυρών ναρκωτικών χαπιών Pervitin, ξεχασμένων από τον Β’ΠΠ, που διαρρήκτες βρήκαν σε ένα φαρμακείο στον πρώην Ανατολικό τομέα. Αποφάσισε να το ψάξει περισσότερο. Ανακάλυψε ότι επρόκειτο για καθαρή –γερμανικής παραγωγής– μεθαμφεταμίνη, την οποία οι στρατιώτες της Βέρμαχτ είχαν πάντα στο σακίδιό τους, αλλά αγόραζαν με μανία και οι νοικοκυρές της εποχής. Ερευνώντας σχολαστικά γερμανικά και αμερικανικά αρχεία, ο Όλερ κατέληξε ότι το Τρίτο Ράιχ ήταν βουτηγμένο στα ναρκωτικά.

Το βιβλίο που έγραψε δεν είναι απλώς η ιστορική καταγραφή μιας άγνωστης πτυχής του Πολέμου, αλλά και ένα συναρπαστικό αστυνομικό, καθώς παρακολουθούμε την Bayer να παράγει ηρωίνη (ήταν νόμιμη στη Γερμανία μέχρι το 1950), πλοία να καταφτάνουν στο Αμβούργο φορτωμένα με τόνους όπιου και κόκας και τον περίφημο Δρ Μορέλ να χορηγεί ενδοφλέβια στον Χίτλερ κοκτέιλ κοκαΐνης και μορφίνης. Makes sense.

Διαβάστε τις πρώτες σελίδες του βιβλίου εδώ.

Κωνσταντίνος Μπούγας

Άλις Μπόλιν, Dead Girls: Εssays on surviving an american obsession, HarperCollins

Η συλλογή δοκιμίων της Άλις Μπόλιν ξεκινά με το διασημότερο κείμενό της, στο οποίο διερευνά την «ανάγκη» της αμερικανικής ποπ κουλτούρας να τοποθετεί τον φόνο μιας νεαρής γυναίκας ως κεντρικό θέμα πολλών τηλεοπτικών σειρών μυστηρίου. Γράφτηκε με αφορμή την πρώτη σεζόν της σειράς True Detective, αλλά αναφέρεται και σε παλαιότερες σειρές, όπως το Twin Peaks. Δεν μένει όμως μόνο στην τηλεόραση.

Στα δοκίμια του πρώτου μέρους του βιβλίου διερευνά και άλλες περιπτώσεις (αστυνομικά μυθιστορήματα, για παράδειγμα) όπου ο δημιουργός χρησιμοποιεί τον βίαιο θάνατο μιας γυναίκας για να μιλήσει για όσα απασχολούν τον δολοφόνο, τον ντετέκτιβ και όλους τους ανθρώπους που τους περιβάλλουν. Στην ουσία όμως, μιλάει για κάτι πολύ πιο βαθύ και μύχιο που βρίσκεται στην καρδιά της αμερικανικής κοινωνίας. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, «αν δεις πολλές σειρές με φόνους, νιώθεις ένα περίεργο déjà vu, βλέποντας τους ίδιους φόνους να επαναλαμβάνονται από σειρά σε σειρά».

Το άλλο κύριο ζήτημα που την απασχολεί στις σελίδες του βιβλίου είναι οι περιπέτειές της στο Λος Άντζελες. Μια πόλη που είχε θαυμάσει μέσα από τα γραπτά συγγραφέων όπως η Τζόαν Ντίντιον και ο Ρέιμοντ Τσάντλερ, αλλά που οι περιγραφές τους απέχουν πολύ από την πραγματικότητα που συναντά μια φτωχή κοπέλα φτάνοντας στη μητρόπολη χωρίς να γνωρίζει κανέναν. Μερικά από τα πιο ωραία και αστεία κομμάτια του βιβλίου είναι οι αναστοχασμοί της σε σχέση με την πόλη, με αυτά που περίμενε να βρει και με τις δυσκολίες που τελικά αντιμετώπισε.

Συνοδοιπόρος της καθ’ όλη τη διάρκεια του βιβλίου είναι οι συνεχείς λογοτεχνικές αναφορές –εκτός από τον Τσάντλερ και την Ντίντιον, χρησιμοποιεί τα Φλογοβόλα της Ρέιτσελ Κάσνερ και κείμενα του Τζέιμς Μπόλντουιν– αλλά και διάφορες άλλες πιο ανάλαφρες εκφάνσεις της ποπ κουλτούρας, όπως τα τραγούδια της Μπρίτνεϊ Σπίαρς. Ένα καθόλα απολαυστικό ανάγνωσμα.

Γεωργία Νάκου

Τίμοθι Σνάιντερ, The Road to Unfreedom: Russia, Europe, America, Penguin Random House

Μέσα στη δίνη των πολιτικών εξελίξεων των τελευταίων ετών –την άνοδο του λαϊκισμού στην Ευρώπη, το Brexit, την εκλογή του Τραμπ και τα επεισόδια των «αγανακτισμένων» κίτρινων γιλέκων στη Γαλλία– το αφήγημα του «ρωσικού δακτύλου» είναι τόσο ελκυστικό σε κάποιους κύκλους όσο και απορριπτέο σε άλλους ως φιλελεύθερη θεωρία συνωμοσίας. Το βιβλίο The Road to Unfreedom (Ο Δρόμος προς την Ανελευθερία) του ιστορικού Τίμοθι Σνάιντερ μας γυρνάει μερικά χρόνια πίσω, στην άνοδο του Πούτιν, και ακόμα πιο πριν, στην Ρωσική Επανάσταση και τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, για να εξηγήσει την κοσμοθεωρία της Νέας Ρωσίας, που εκφράζεται τόσο από την επίσημη πολιτική του Κρεμλίνου όσο και από το φαινόμενο των ιντερνετικών «τρολ» και των «fake news».

Ο Σνάιντερ μιλάει και διαβάζει ρωσικά, ουκρανικά και πολωνικά, και έχει ζήσει σε χώρες του πρώην Ανατολικού Μπλοκ. Οι αφηγήσεις του συχνά ακολουθούν βήμα-βήμα το news cycle των ρωσικών ΜΜΕ. Περιγράφει π.χ. τη διαδοχή των σεναρίων που παρουσιάστηκαν στα ρωσικά δελτία γύρω από την κατάρριψη της πτήσης των Μαλαισιανών Αερογραμμών ΜΗ17 πάνω από την ανατολική Ουκρανία το 2014 (την πρώτη μέρα ερμηνεύθηκε ως απόπειρα δολοφονίας του ίδιου του Πούτιν, τη δεύτερη ως προβοκάτσια με τη CIA να έχει στείλει αεροπλάνο φορτωμένο με πτώματα για να καταρριφθεί). Αυτό το μοντέλο ειδήσεων θα χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από το Κρεμλίνο των αρχών του 21ου αιώνα, τόσο για τη δημιουργία εθνικής συνείδησης και την πάταξη των αντιφρονούντων στο εσωτερικό της Ρωσίας, όσο και για την αποσταθεροποίηση των «εχθρών» της χώρας στο εξωτερικό.

Εμπνευστής των συγκεκριμένων πρακτικών κρατικής παραπληροφόρησης είναι ο Ιβάν Ιλίν, ένας κατά τα άλλα αφανής αντι-μπολσεβικικός φιλόσοφος, νεκρός για τουλάχιστον μισό αιώνα. Ο Ιλίν, που έζησε στη δυτική Ευρώπη εξόριστος από το σοβιετικό καθεστώς, υπήρξε θαυμαστής του Μουσολίνι και του Χίτλερ. Εμπνευσμένος από την άνοδό τους ανέπτυξε την πολιτική του φιλοσοφία σύμφωνα με την οποία η «ρωσική ψυχή» θα σωζόταν μόνο από έναν ήρωα που θα επιβαλλόταν με τη δύναμη της θέλησής του – με άλλα λόγια από την επιβολή του φασισμού.

Ο Πούτιν, πουλέν των ολιγαρχών που περιστοίχιζαν τον πρόεδρο Γιέλτσιν, επιλέχθηκε συνειδητά για να παίξει αυτόν τον ρόλο. Ο νέος ηγέτης επαναπάτρισε τελετουργικά τη σωρό και το έργο του Ιλίν και διέταξε την επανέκδοση των δοκιμίων του. Το 2014 τα άπαντα του Ιλίν διανεμήθηκαν με κρατική δαπάνη σε κάθε δημόσια υπηρεσία της Ρωσίας προς κατήχηση των διοικούντων, και ο ίδιος ο Πούτιν τον επικαλείται σε κάθε ευκαιρία ως αυθεντία στα εθνικά θέματα.

Μη τη βοήθεια της πολιτικής θεωρίας του Ιλίν, κάθε φαινομενική αδυναμία του ρωσικού κράτους (π.χ. η οικονομική ανισότητα, η δυσλειτουργία των θεσμών) εξηγείται ως μέρος της «εθνικής αθωότητας». Η απόλυτη έκφραση της ρωσικής εξαίρεσης δεν επιδέχεται «δυτικόφερτους» θεσμούς όπως η δημοκρατία, παρά μόνο ως άλλοθι για την παραμονή στην εξουσία του «ήρωα». Η αθώα «ρωσική ψυχή» πρέπει να προστατευθεί πάση θυσία από τον κίνδυνο του εκφυλισμού. Εχθροί της είναι στο εξωτερικό η Ευρωπαϊκή Ένωση και στο εσωτερικό η ομοφυλοφιλία, που προωθείται από τους Ευρωπαίους για να αποδυναμώσει την αναδυόμενη Ρωσία. Αυτός ο συσχετισμός επαναλαμβάνεται συχνά στις κυβερνητικές δηλώσεις, στα μίντια, και στη «μάτσο» προσωπική εικονογραφία του Πούτιν.

Το σύγχρονο ρωσικό υπερόπλο ενάντια στους εχθρούς της ρωσικής αθωότητας εντός και εκτός των τειχών είναι η παραπληροφόρηση, η καλλιέργεια κάθε μορφής σύγχυσης, η αμφισβήτηση των θεσμών. Όσο πιο τερατώδες το ψέμα, γράφει σε κάποια στιγμή ο Σνάιντερ, τόσο πιο αποτελεσματικό, γιατί η απόρριψή του συνεπάγεται την αμφισβήτηση των πιο θεμελιωδών παραδοχών. Όσο πιο πολύ και όσο πιο καταφανώς ψεύδεται ο ηγέτης, τόσο πιο πολύ «επενδύει» σε αυτόν ο λαός για να μην διαψευσθούν τα πιστεύω του. Ο ίδιος ο όρος «fake news» πρωτοεμφανίστηκε στα ρωσικά μίντια για να αμαυρώσει τους επικριτές του Πούτιν.

Το βιβλίο έχει πολλές πτυχές, που αναδεικνύονται μέσα από διαδοχικά παραδείγματα και πλέκουν μια πειστική αφήγηση του πώς φτάσαμε εδώ που είμαστε τώρα. Χωρίς συνομωσιολογικές υστερίες, μας δίνει ένα ιστορικό πρίσμα μέσα από το οποίο μπορούμε, έστω και με κάποια καθυστέρηση, να ερμηνεύσουμε την αλληλουχία των φαινομένων και των γεγονότων που καθορίζουν την εποχή μας.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Κατερίνα Οικονομάκου

Κάπκα Κασαμπόβα, Border: A Journey to the Edge of Europe, Granta

Το κίνητρο πίσω από τη συγγραφή αυτού του βιβλίου ήταν η επιθυμία της Κάπκα Κασαμπόβα να επισκεφθεί τους απαγορευμένους τόπους των παιδικών της χρόνων. Να εξερευνήσει όλα εκείνα τα χωριά, τις πόλεις, τα ποτάμια, αλλά και τα πυκνά δάση που ακουμπούν τη γη εκεί όπου εκτείνονται τα τελευταία χερσαία σύνορα της Ευρώπης. Εκεί που συναντιούνται η Βουλγαρία, η Τουρκία και η Ελλάδα. Γεννημένη και μεγαλωμένη στα περίχωρα της Σόφιας, η Κασαμπόβα ανήκει στη γενιά που ενηλικιώθηκε ταυτόχρονα με την πτώση του Τείχους και την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Από την Σκοτία, όπου ζει σήμερα, επιστρέφει στα Βαλκάνια, στις εσχατιές της ευρωπαϊκής ηπείρου, για να επιχειρήσει μια περιήγηση στον χώρο και τον χρόνο.

«Ταξίδεψα με την οργή μου, που μας είχαν αλυσοδεμένους σαν περιφρονημένα σκυλιά πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Και ταξίδεψα με την περιέργειά μου, για να γνωρίσω τους ανθρώπους σε αυτήν την τέρα ινκόγκνιτα», γράφει. Η Κασαμπόβα παρατηρεί ότι καθώς ξεκινάει το ταξίδι της, μοιράζεται τη συλλογική άγνοια για αυτούς τους τόπους, όχι μόνο με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, αλλά κυρίως με όλους εμάς που κατοικούμε στα μεγάλα αστικά κέντρα των Βαλκανίων. Αυτοί οι τόποι στα σύνορα, γράφει, είναι μια άλλη χώρα.

Είναι αλήθεια ότι τα πρόσωπα που συναντάει και οι ιστορίες που συλλέγει στη διάρκεια αυτού του γοητευτικού οδοιπορικού συνθέτουν το πορτρέτο ενός μικρού ξεχωριστού κόσμου. Ενός κόσμου που κρατάει καλά φυλαγμένα τα βαθιά τραύματα και τα σκοτεινά, τρομακτικά μυστικά του. Είναι εκεί που συναντιούνται Θρακιώτες αναστενάρηδες, κυνηγοί αρχαίων θησαυρών, λαθρέμποροι, εγκληματίες και ρομαντικοί αναχωρητές.

Αλλά αν υπάρχουν πρωταγωνιστές σε αυτό το πλούσιο και σκοτεινό έπος των συνόρων, που η Κασαμπόβα καταγράφει ως ένας ευαίσθητος παρατηρητής, είναι όλοι εκείνοι που θέλησαν, ή αναγκάστηκαν, να περάσουν τα σύνορα, με κατεύθυνση μια νέα ζωή. Ανάμεσά τους οι μουσουλμάνοι της Βουλγαρίας που το 1986 εκδιώχτηκαν βάναυσα από το καθεστώς. Και κυρίως οι εκατοντάδες Ανατολικογερμανοί, Πολωνοί, Τσέχοι και Ούγγροι που επιχειρούσαν να διαφύγουν προς τον Νότο μέσα από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, για να πέσουν νεκροί από τις σφαίρες των Βούλγαρων συνοριοφυλάκων που είχαν εντολή πρώτα να πυροβολούν και μετά να κάνουν ερωτήσεις. Όλοι εκείνοι που θάφτηκαν από τους θύτες τους σε ανώνυμους τάφους, μέσα στα δάση του βαλκανικού νότου. Όπως για παράδειγμα ο 19χρονος Μίχαελ από τη Λειψία. Έπεσε νεκρός από τη σφαίρα ενός 20χρονου Βούλγαρου στρατιώτη, εκατό μέτρα από το ελληνικό έδαφος. Ήταν Ιούλιος του 1989. Ο Μίχαελ ανήκε στην ίδια γενιά με την Κασαμπόβα. Εκείνη στάθηκε πιο τυχερή. Και σήμερα επιστρέφει στον άγνωστο γενέθλιο τόπο, σε μια άγνωστη πατρίδα –που είναι και η δική μας– προκειμένου να τον εξερευνήσει για λογαριασμό όλων μας.

Γιώργος Παναγιωτάκης

Ντάνιελ Κέλμαν, Τυλ ο σαλτιμπάγκος, μετ. Κώστας Κοσμάς, Καστανιώτης

Το τελευταίο βιβλίο του Ντάνιελ Κέλμαν είναι ένα απολαυστικά …ανιστόρητο ιστορικό μυθιστόρημα. Κεντρικός ήρωας του είναι ο σαλτιμπάγκος Τυλ Ούλενσπιγκελ, μια γνωστή φιγούρα της μεσαιωνικής γερμανικής παράδοσης, τον οποίον ο συγγραφέας βγάζει από την εποχή του και τοποθετεί αυθαίρετα σε μια μεταγενέστερη: Στα μέσα του 17ου αιώνα. Πρόκειται για την εποχή του τριακονταετούς πολέμου, τότε που ο θρησκευτικός φανατισμός και οι γεωπολιτικές διαμάχες ανάμεσα στις ευρωπαϊκές αυλές αιματοκύλισαν τη Γηραιά Ήπειρο (υπολογίζεται πως ο πληθυσμός της ελαττώθηκε κατά 1/3 εξαιτίας του) και έθεσαν τα θεμέλια για τις κακοδαιμονίες που ακόμη και σήμερα στοιχειώνουν το «κοινό ευρωπαϊκό μας σπίτι».

Παράλληλα, ο 17ος αιώνας είναι η εποχή του Σαίξπηρ και του Θερβάντες –τότε γεννιέται το σύγχρονο θέατρο και το σύγχρονο μυθιστόρημα. Είναι, τέλος, η εποχή κατά την οποία η επιστήμη και η φιλοσοφία κάνουν κάποια αποφασιστικά βήματα για να ξεφύγουν από τον πνιγηρό εναγκαλισμό της εκκλησίας και την καυτή απειλή της Ιεράς Εξέτασης. Με αυτά τα υλικά και με μία αποσπασματική αφήγηση που μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε την ιστορία μέσα από τα μάτια διαφορετικών πρωταγωνιστών ή δευτεραγωνιστών της, ο Κέλμαν φτιάχνει ένα ψηφιδωτό αντιθέσεων, ένα μυθιστόρημα που σφύζει από ζωντάνια, ωμότητα και χιούμορ. Ένα ευρωπαϊκό μυθιστόρημα που καταπιάνεται με το μακρινό χτες για να μιλήσει για το σήμερα και το αύριο του κόσμου μας.

Γιάννης-Ορέστης Παπαδημητρίου

Δημήτρης Παπανικολάου, Κάτι Τρέχει με την Οικογένεια: Έθνος, πόθος και συγγένεια την εποχή της κρίσης, Πατάκης

Ο στόχος της ανάλυσης που επιχειρεί ο Δημήτρης Παπανικολάου είναι μετριοπαθής: η θεωρία του, λέει ο ίδιος από την αρχή του βιβλίου, μπορεί να διασταυρωθεί με μία πληθώρα διαφορετικών γραμμών σκέψης. Και πράγματι, τα δύο παράλληλα θέματα που αναπτύσσονται στις σελίδες του Κάτι Τρέχει με την Οικογένεια, οι τρόποι με τους οποίους διαπλέκονται οι αναπαραστάσεις της οικογένειας με την ελληνική πραγματικότητα και οι δυναμικές που κρύβονται στα πολιτιστικά προϊόντα των τελών του 20ου και των αρχών του 21ου αιώνα, απασχολούν συστηματικά ένα μεγάλο μέρος όσων προσπαθούν να διατυπώσουν θεωρητικό λόγο σήμερα. Οι παραγκωνισμένες γενεαλογίες τις οποίες εντοπίζει, από τη λεσβιακή λογοτεχνία του μεσοπολέμου μέχρι το σινεμά των Λάνθιμου και Τζουμέρκα –αφηγήσεις που συγκροτούν «αντικανονικά αρχεία»– εφοδιάζουν με ιστορικό βάθος τη μερίδα της κοινωνίας που σήμερα νιώθει ότι υπάρχει κάτι πέρα από την «κακή συγκυρία» στη δημόσια διαχείριση της δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου και τις εθνικιστικές εξάρσεις του περασμένου χρόνου.

Διαβάστε ένα απόσπασμα εδώ.

Λένα Παπαδημητρίου

Τζορτζ Σόντερς, Λήθη και Λίνκολν, μετ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Ίκαρος

Ίσως ο περίπατος σε μια σουρρεαλιστίκ νεκρόπολη να ακούγεται υπερβολικά goth πρόταση για τα Χριστούγεννα. Κι όμως το πρώτο αυτό μυθιστόρημα του Σόντερς (Βραβείο Booker 2017), που μοιάζει περισσότερο με θεατρικό έργο, δεν σε «ρίχνει». Σε προσκαλεί πάντως να κολυμπήσεις σε έναν μαύρο, πίσσα, ωκεανό. Οι πρώτες απλωτές χρειάζονται, είναι η αλήθεια, μια μικρή προσπάθεια. Μετά όμως από λίγο εγκαταλείπεσαι σε κάτι αλλόκοτο και μεθυστικό, ΟΚ και πολύ μακάβριο, ενίοτε και σκληρό, και δεν καταλαβαίνεις αν είναι το θέμα του βιβλίου ή η φόρμα του που το πετυχαίνει αυτό. Αληθινή «ποίηση» των κοιμητηρίων. Αν αφεθείς, αυτό το κρόουλ εξοικείωσης με τον θάνατο και την απώλεια είναι έως και διασκεδαστικό.

Στο κέντρο της αφήγησης ένα ιστορικό γεγονός, το προσωπικό δράμα του 16ου προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Αβραάμ Λίνκολν. Στις 20 Φεβρουαρίου του 1862 ο 11χρονος γιος του, Γουίλι, πεθαίνει από τυφοειδή πυρετό. O μικρός κηδεύεται σε μαρμάρινη κρύπτη. Το ίδιο βράδυ, ο συγκλονισμένος πατέρας, θέλοντας να πενθήσει λίγο ακόμα δίπλα στο άψυχο παιδί του, επισκέπτεται μόνος το νεκροταφείο της Τζορτζτάουν. Κατά τη διάρκεια αυτής της νύχτας ξυπνούν οι άλλοι νεκροί του κοιμητηρίου. Τα φαντάσματά τους επιδίδονται σε ένα υπέροχα μακάβριο κους κους, με κουτσομπολιά, αψιμαχίες, μπινελίκια, εξομολογήσεις. Ολόκληρο νεκρικό πάρτι.

Ο Σόντερς το εξυφαίνει χρησιμοποιώντας τη βουδιστική συνθήκη του «μπάρντο» (Lincoln in the Bardo είναι ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου), του μεταβατικού σταδίου ανάμεσα στον θάνατο και την επόμενη ζωή. «Aυτό που θέλω να πω είναι ότι διακριθήκαμε. Ότι αγαπηθήκαμε. Δεν ήμασταν μόνοι, χαμένοι, τερατώδεις, αλλά σοφοί, ο καθένας κι η καθεμία με τον τρόπο του και με τον τρόπο της. Η αναχώρησή μας προκάλεσε πόνο. Εκείνοι που μας είχαν αγαπήσει κάθονταν στο κρεβάτι τους, με το κεφάλι τους βυθισμένο στα χέρια τους· έσκυβαν και ακουμπούσαν το πρόσωπό τους στο ξύλο του τραπεζιού, αφήνοντας κραυγές γοερές. Αγαπηθήκαμε, λέω, και καθώς μας θυμούνται, κι ας έχουν περάσει πολλά χρόνια, οι άνθρωποι χαμογελάνε, χαρούμενοι για λίγο από τη θύμηση».

Τάσος Τέλλογλου

Τζον Λιούις Γκάντις, Ο ψυχρός πόλεμος, μετ. Ρηγούλα Γεωργιάδου, Παπαδόπουλος

Το βιβλίο του καθηγητή Ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Γέηλ Τζον Λιούις Γκάντις αφηγείται την αρχή του ψυχρού πολέμου μέχρι τα χρόνια του Νίξον με μια χαρακτηριστική απόσταση, καθώς ο συγγραφέας εξηγεί πιο πλαστικά από κάθε ομότεχνό του πώς ο κόσμος βρέθηκε στο χείλος της καταστροφής, στον πόλεμο της Κορέας. Μάλιστα στο δεύτερο κεφάλαιο κάνει μια υπέρβαση, αξιολογώντας τι θα είχε γίνει αν σε αυτόν είχαν χρησιμοποιηθεί ατομικά όπλα, εξηγώντας πώς και οι δύο πλευρές προσπάθησαν –και κατάφεραν– να ελέγξουν τους μηχανισμούς της καταστροφής. «Λίγος ολοκληρωτισμός είναι βαθιά θαμμένος σε όλους μας» έλεγε ο διπλωμάτης Τζορτζ Κένναν στους μαθητές της Εθνικής Σχολής Πολέμου το 1947. «Αν η εμπιστοσύνη και η ασφάλεια εξαφανίζονταν, μην νομίζετε ότι δεν θα περίμενε να πάρει τη θέση τους...».

Θεόφιλος Τραμπούλης

Πηνελόπη Πετσίνη, Δημήτρης Χριστόπουλος (επιμέλεια), Λεξικό λογοκρισίας στην Ελλάδα: Καχεκτική δημοκρατία, δικτατορία, μεταπολίτευση, Καστανιώτης

Καθώς ο πόλεμος πληροφοριών στα μετόπισθεν μαίνεται και η κατηγορία πως η μία ή η άλλη είδηση είναι fake news συναγωνίζεται συνήθως σε προπαγανδιστική σκοπιμότητα τις ίδιες τις πλαστές ειδήσεις, είναι και πάλι σαφές πως ο αγώνας για την κυριαρχία είναι αγώνας για να οριστεί τι είναι «αληθινό» και τι «ακριβές», τι «ψευδές» και τι «χειραγωγημένο». Δεν υπάρχει πλέον ένα παντοδύναμο κέντρο εξουσίας –το Κράτος, η Εκκλησία, το Πανεπιστήμιο– για να ορίζει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να λέγεται στον δημόσιο χώρο, ούτε ένας σκοτεινός λογοκριτής· το λεκτό και το μη λεκτό είναι διαρκώς αντικείμενα διαπραγμάτευσης, ανταγωνισμού και σύγκρουσης. Δεν είναι διόλου παράξενο λοιπόν που οι θεωρίες και οι ιστορίες λογοκρισίας είναι τόσο πολιτικά και φιλοσοφικά καίριες σήμερα. Προσφέρουν ένα απολύτως κρίσιμο πλαίσιο για να σκεφτούμε την αλήθεια και το ψεύδος πέρα από τη φυσικοποίησή τους, να τα μελετήσουμε ως συμπληρωματικές τεχνικές ελέγχου.

Η Πηνελόπη Πετσίνη, θεωρητικός της τέχνης και της φωτογραφίας, επιμελήτρια τέχνης και φωτογράφος, και ο Δημήτρης Χριστόπουλος, καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δύο χρόνια μετά τη σημαντική έκδοση Η λογοκρισία στην Ελλάδα του Ιδρύματος Ρόζας Λούξεμπουργκ, επιμελούνται το Λεξικό της Λογοκρισίας στην Ελλάδα. Eίναι μια πολύτιμη συλλογή δοκιμίων και ιστορικής επισκόπησης του φαινομένου στην Ελλάδα και ταυτόχρονα ένα χρηστικό ιστορικό και πολιτικό εργαλείο.

Το Λεξικό χωρίζεται σε τρία μέρη. Τα δύο πρώτα είναι πιο θεωρητικά: το πρώτο μελετά, με μεγάλο εποπτικό εύρος, την ιστορία της λογοκρισίας στην Ελλάδα, από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα έως τη δικτατορία, περιλαμβάνοντας κείμενα για το νομικό καθεστώς της ελευθερίας της έκφρασης, τη λογοκρισία κατά είδος τέχνης, τη λογοκρισία εντός της αριστεράς, τη σχέση λογοκρισίας και δικτατοριών κ.λπ· το δεύτερο μέρος διακρίνει πεδία λογοκρισίας και αντίστοιχα δοκίμια που πραγματεύονται καθένα από αυτά: λογοκρισία και εθνική συγκρότηση, λογοκρισία και ερωτικός λόγος, λογοκρισία και ομοφυλοφιλία, λογοκρισία και διαδίκτυο. Το τρίτο μέρος είναι το μεγαλύτερο και αποτελεί το καθαυτό λεξικό: μια αποδελτίωση κρουσμάτων λογοκρισίας, που όλα προέρχονται, πλην εξαιρέσεων, από την Μεταπολίτευση. Στο Λεξικό περιλαμβάνονται με ιστορική τεκμηρίωση και σύντομη ανάλυση οι κορυφαίες περιπτώσεις περιστολής της ελευθερίας της έκφρασης που έχουν απασχολήσει τα τελευταία σαράντα χρόνια τη δημόσια σφαίρα: από το Μακρύ Ζεϊμπέκικο για τον Νίκο του Σαββόπουλου και την ταινία Εμμανουέλα έως την υπόθεση του Γέροντα Παστίτσιου και την Ισορροπία του Nash στο Εθνικό Θέατρο, διαφαίνεται όλο αυτό το πνιγηρό πλέγμα ιδεολογημάτων και απαγορεύσεων που έχει ορίσει τον κανόνα στα ζητήματα έθνους, θρησκείας, φύλου και σεξουαλικότητας.

Εστιάζοντας κατά κύριο λόγο στα χρόνια της δημοκρατίας, το Λεξικό δεν μιλά μόνον για τα μεγάλα κενά και τις αντιφάσεις της «καχεκτικής μεταπολιτευτικής δημοκρατίας». Δείχνει κυρίως πως η ελευθερία του λόγου είναι μια ιδεολογικά φορτισμένη διεκδίκηση η οποία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί ποτέ. Αντίθετα, απαιτεί διαρκή επαγρύπνηση, ιδίως σήμερα που ο έλεγχος είναι πιο διάχυτος και πιο απρόσωπος από ποτέ.

Ελίζα Τριανταφύλλου

Φοίβος Οικονομίδης, Το σύνδρομο του Οδυσσέα: Η αόρατη μάχη του Ψυχρού Πολέμου, ΚΨΜ

Η υπόθεση Τζορτζ Πολκ, οι πρώτες μυστικές επιχειρήσεις της CIΑ στην Ελλάδα, αλλά και η δράση ξένων δημοσιογράφων στη χώρα μας είναι μόλις μερικά από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην ανανεωμένη και συμπληρωμένη έκδοση του βιβλίου του ιστορικού και ερευνητή δημοσιογράφου Φοίβου Οικονομίδη. Μια μελέτη 752 σελίδων που βασίζεται σε πολυετή έρευνα υλικού από τα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας κ.ά.

Όπως γράφει ο Οικονομίδης, με τον ίδιο τρόπο που «ένας αστρονόμος επιχειρεί να ερευνήσει την αθέατη πλευρά του σύμπαντος, έτσι και ο ερευνητής της ανθρώπινης ιστορίας δεν πρέπει να αρκεστεί στην επιφάνεια, αλλά να επιχειρήσει ένα βαθύτερο σκάψιμο στις δαιδαλώδεις στοές της εξουσίας και του ανθρώπινου μυαλού που τις δημιουργεί». Ο συγγραφέας σε αυτόν τον ερευνητικό ογκόλιθο (κυριολεκτικά) αποδεικνύει στην πράξη ότι ο τρόπος για να προσεγγίσεις όσο τον δυνατόν περισσότερο την αλήθεια ενός γεγονότος είναι να προσπαθήσεις να συνθέσεις όσο περισσότερες «αλήθειες» μπορείς.

Θοδωρής Χονδρόγιαννος

Τζούλιαν Μπαρνς, Η μοναδική ιστορία, μετ. Κατερίνα Σχινά​, Μεταίχμιο

«Είναι καλύτερα να έχεις αγαπήσει και χάσει από το να μην έχεις αγαπήσει καθόλου». Η παραπάνω φράση, γραμμένη στο οπισθόφυλλο της αγγλικής έκδοσης του The Only Story του Τζούλιαν Μπαρνς (στα ελληνικά κυκλοφορεί από το Μεταίχμιο) είναι ίσως το πιο ουσιαστικό από τα resolutions που σκεφτόμαστε τέτοιες μέρες. Μην φοβηθείς, δράσε, ακόμα κι αν πονέσεις, μας λέει ο Μπαρνς.

Ο συγγραφέας πλέκει δύο ήρωες, τους οποίους οι κοινωνικές συμβάσεις, οι κανόνες, η «λογική» που διατρέχει τις ζωές μας, κρίνουν ασύμβατους. Από τη μία ο 19χρονος Πολ που, ανίδεος μπροστά στον πόνο που επιφυλάσσει η ζωή στα πλάσματά της, γνωρίζει τον πρώτο του έρωτα. Από την άλλη, η 48χρονη Σούζαν, παντρεμένη με δύο παιδιά, που παρουσιάζεται ως το τοτέμ της μητέρας και γυναίκας που νιώθει αποστροφή για τις συνθήκες που καθορίζουν τη ζωή της. Μία άβυσσος στερεότυπων αντιλήψεων χωρίζει τις δύο φιγούρες. Ωστόσο, η σχέση που θα αναπτύξουν θα αποτελέσει την αρένα, όπου αναζητάται η απάντηση στο δίλημμα: «Θα προτιμούσες να αγαπάς πολύ και να υποφέρεις πολύ ή να αγαπάς λίγο και να υποφέρεις λίγο;».

Μετά τo Ένα κάποιο τέλος (βραβείο Booker 2011), όπου ο συγγραφέας καταπιάστηκε με το θέμα της μνήμης και της διαχείρισης του παρελθόντος, και το Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια (2008), όπου πραγματεύτηκε το θέμα του θανάτου και του αναπόφευκτου μέλλοντος, στη Μοναδική ιστορία ο Μπαρνς θέτει ένα υπαρξιακό ερώτημα: πώς αξίζει να ζει κανείς τη ζωή του; Με οδηγό του το βαθύ αίσθημα πάθους για μία μεγαλύτερη και εμπειρότερη γυναίκα –όπως συμβαίνει και στον Τόνι από το Ένα κάποιο τέλος, όπως συχνά συμβαίνει και στην πραγματική ζωή– ο Πολ βιώνει μία ψυχική συντριβή, καλούμενος να διαχειριστεί τα απομεινάρια αυτού που στην αρχή ήταν ένας δυνατός έρωτας, ή μάλλον καλύτερα «ο έρωτας», ο πρώτος, ο μεγάλος, ο καθοριστικός.

Η διαχείριση του χαμού, του πόνου που ακολουθεί την αγάπη, έρχεται μέσα από τη λήθη και την αποδόμηση του υποκειμένου που κάποτε προκάλεσε το μεγάλο συναίσθημα. Στην αρχή η Σούζαν είναι γοητευτική, δυνατή, πλούσια, ετοιμόλογη. Στην πορεία απομυθοποιείται, με τον Πολ σταδιακά να ξεχνάει το σώμα που κάποτε είχε φετιχίσει ως πηγή ηδονής. «Τα πράγματα, όταν χαθούν μία φορά, δεν μπορούν να βρεθούν ξανά. Το ήξερε τώρα. Μία γροθιά που έχει δοθεί, δεν μπορεί να παρθεί πίσω. Λέξεις που ειπώθηκαν, δεν μπορούν να παρθούν πίσω. Μπορεί να προχωρήσουμε σαν να μην έχει χαθεί τίποτα, σαν να μην έχει γίνει τίποτα, σαν να μην έχει λεχθεί τίποτα. Λέμε ότι τα ξεχάσαμε όλα, όμως ενδόμυχα δεν ξεχνούμε, γιατί έχουμε αλλάξει για πάντα», μας λέει ο Μπαρνς μέσα από τον ήρωά του. Η διαχείριση αυτού που χάθηκε και μας άλλαξε για πάντα είναι και το βασικό θέμα ενός βιβλίου, που παρά την απώλεια, ή ακριβώς εξαιτίας αυτής, κλείνει με την πιο γενναία παραίνεση: Kαλύτερα αγάπη με πόνο, παρά καθόλου αγάπη. Έτσι αξίζει να ζούμε τη ζωή.

Μαρία Χούκλη

Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Η’, Ίκαρος

Ο προτελευταίος τόμος της εμβληματικής σειράς, με την καταγραφή των εσωτερικών –αποκαλυπτικών–αναζητήσεων του ποιητή. Οι καινούργιες Μέρες εκτείνονται από τον Ιανουάριο του 1961 ως και τον Δεκέμβριο του 1963, από την περίοδο που μετρά αντίστροφα η θητεία του Σεφέρη ως πρέσβη στη Μεγάλη Βρετανία έως την επιστροφή στην πατρίδα και την αναγγελία της βράβευσης με το Νομπέλ Λογοτεχνίας. Θαυμαστή η φυσιοδιφική επιμέλεια της Κατερίνας Κρίκου-Ντέιβις, συναρπαστικός ο λεπτομερής σχολιασμός των εγγράφων που φυσά πρόσθετη πνοή στις σημειώσεις και τα χειρόγραφα του Σεφέρη, φωτίζει πρόσωπα και δρώμενα της εποχής.

 

Ρόμπερτ Zεετάλερ, Ο Καπνοπώλης, μετ. Παυλίνα Δηράνη, Καρίνα Λάμψα, Ποταμός

Η ενηλικίωση ενός χωριατόπαιδου στη Βιέννη την εποχή του Άνσλους. Ο Αυστριακός συγγραφέας αφηγείται παράλληλα τη μεγάλη και τη μικρή ιστορία, με έναν ήσυχα συνταρακτικό τρόπο, αν και έχει να διαχειριστεί μίσος και απάνθρωπη βία. Προφανώς η απόδοση των μεταφραστριών συνέβαλε τα μάλα. Η κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνία λάμπει ανάμεσα σε θροΐσματα και κρότους.

Διαβάστε ένα απόσπασμα του βιβλίου εδώ.

 

Στίβεν Λεβίτσκυ, Ντάνιελ Ζιμπλάτ, Πώς πεθαίνουν οι Δημοκρατίες, μετ. Ανδρέας Παππάς, Μεταίχμιο

Πιο επίκαιρο δεν γίνεται. Οι συγγραφείς, με υλικό πολυετούς έρευνας σε πολλές περιοχές του πλανήτη από τη δεκαετία του 1930 έως τις μέρες μας, δείχνουν πώς το επαρκέστερο πολίτευμα για την ευημερία και τις ελευθερίες των κοινωνιών διολισθαίνει στον θάνατο, όχι από βόλια εξωτερικών εχθρών, αλλά από εσωτερική φθορά. Καταδεικνύουν πώς λαοπρόβλητοι και νόμιμα εκλεγμένοι ηγέτες είναι εκείνοι που τους δίνουν τη χαριστική βολή. Οι συγγραφείς εξηγούν ωστόσο και πώς γίνεται να σωθούν οι Δημοκρατίες. Η ρέουσα μετάφραση επιτρέπει την απνευστί ανάγνωση του βιβλίου.

Διαβάστε ένα απόσπασμα του βιβλίου εδώ.

Σοφία Χριστοφορίδου

Λεόν Σαλτιέλ (επιμέλεια), Μη με ξεχάσετε: Τρεις Εβραίες μητέρες γράφουν στους γιους τους από το γκέτο της Θεσσαλονίκης, Αλεξάνδρεια

To διάβασα λίγες μέρες αφού είχα γίνει κι εγώ μαμά, κι αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που το ξεχώρισα. Ο επιμελητής της έκδοσης εντόπισε διάσπαρτες σε διάφορα αρχεία 51 επιστολές που έγραψαν τρεις Εβραίες Θεσσαλονικιές που ζούσαν στα γκέτο. Το διάστημα από 17 Μαΐου 1942 έως 17 Απριλίου 1943 η Σάρα (Σαρίνα) Σερρέρο-Σαλτιέλ, η Νεάμα Τζιβρέ-Καζές και η Ματίλντα Μπαρούχ στέλνουν γράμματα στους γιους τους, που ζουν ήδη στην Αθήνα ή έχουν μετακομίσει αμέσως μετά τα πρώτα ναζιστικά μέτρα κατά των Εβραίων.

Πρόκειται για αρχειακό υλικό ιδιαίτερης αξίας, γιατί μέσα από αυτό περιγράφεται η καθημερινότητα της Θεσσαλονίκης την περίοδο της Κατοχής, από τρεις γυναίκες διαφορετικού μορφωτικού επιπέδου και κοινωνικής τάξης. Ό,τι γράφουν είναι αυτό που οι ίδιες είδαν, άκουσαν ή βίωσαν την περίοδο εκείνη. Έχουμε λοιπόν ένα ιστορικό βιβλίο που καταγράφει την μικρο-ιστορία της καθημερινότητας, με φόντο τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα της περιόδου. Ένα βιβλίο όπου μιλούν τα ίδια τα υποκείμενα της ιστορίας. Ένα βιβλίο με τη ματιά της γυναίκας που κατά κανόνα αποσιωπάται στην ιστοριογραφία. Ένα βιβλίο ιστορίας που διαβάζεται σαν σπονδυλωτό μυθιστόρημα ή σαν συλλογή διηγημάτων.

Το Μαύρο Σάββατο στην πλατεία Ελευθερίας τον Ιούλιο του 1942, ο εγκλεισμός στα γκέτο, οι ώρες αγωνίας για το άδηλο μέλλον και οι εκτοπισμοί στα στρατόπεδα εξόντωσης περιγράφονται σε δραματικούς τόνους από τις τρεις μητέρες. Σε πολλές επιστολές όμως περιγράφουν την καθημερινότητά τους με μια αίσθηση κανονικότητας, σαν να θέλουν να ξορκίσουν το κακό, να πείσουν τους εαυτούς τους και τα παιδιά τους ότι η ζωή συνεχίζεται. Έτσι μαθαίνουμε λεπτομέρειες για την πολιτιστική και οικονομική ζωή στην πόλη, αλλά και για τις κοινωνικές δομές, τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών τάξεων, φύλων και θρησκειών.

Και φυσικά οι τρεις Εβραίες μάνες έχουν την αγωνία της… Ελληνίδας μάνας για το αν ο γιος τους φοράει ζακέτα (κυριολεκτικά!) κι αν τρώει καλά.

 

Εργάζεται στα περιοδικά εδώ και 25 χρόνια. Ήταν στην αρχική ομάδα της Athens Voice και διευθύντρια του Marie Claire. Τα τελευταία χρόνια δούλεψε κυρίως σε apps και περιοδικά για τους ξένους επισκέπτες της χώρας. Ένα ήταν στα κινέζικα.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.