Μία γενοκτονία, μία δολοφονία κι ένα πανκ συγκρότημα

Στις 24 Αυγούστου στην σκηνή του Gagarin 205 θα σταθεί ξανά μία ξεχωριστή φιγούρα του αμερικάνικου πανκ. Ο Τζέλο Μπιάφρα έγραψε ιστορία με τους Dead Kennedys και συνεχίζει να παραμένει ένας αντικομφορμιστής μουσικός, ένας πολιτισμικός τρομοκράτης με όπλο τη μουσική.
Χρόνος ανάγνωσης: 
7
'

«Οι ατομικές πράξεις βίας ενάντια στο σύστημα είναι ανώφελες. Κατανοώ την οργή των ανθρώπων αλλά επιμένω ότι χρειάζεται πολλή δουλειά για να πείσεις τον κόσμο να αλλάξει το τρόπο που σκέφτεται μόνο έτσι θα αλλάξει αυτό το απάνθρωπο σύστημα». Αυτά ήταν τα λόγια του Τζέλο Μπιάφρα που ήρθαν ως απάντηση σε όσους φώναζαν «Λευτεριά σε όσους είναι στα κελιά» σε ένα κατάμεστο Gagarin ένα βράδυ του Ιουνίου του 2010.

Ήταν η στιγμή που μαζί με τους Guantanamo School of Medicine ετοιμαζόταν να συνοψίσει την ιστορία των θρυλικών Dead Kennedys παίζοντας τα πιο γνωστά κομμάτια τους. Και αυτό που έχει σημασία δεν ήταν τα λόγια του Μπιάφρα, αλλά το ότι, όταν ρώτησε τι σήμαινε το σύνθημα και έμαθε για τις συλλήψεις κάποιων υπόπτων για συμμετοχή στην οργάνωση Επαναστατικός Αγώνας, είπε το California Uber Alles.

Πρόκειται για ένα από τα πρώτα τραγούδια των Dead Kennedys, το οποίο στηλίτευε, πίσω στα τέλη της δεκαετίας του '70, την κατασταλτική πολιτική του τότε Κυβερνήτη της Καλιφόρνια, Τζέρι Μπράουν, που ήθελε να καθαρίσει την πολιτεία από τους εναπομείναντες χίπις και ακτιβιστές του αντιπολεμικού κινήματος και της υπεράσπισης των δικαιωμάτων των μειονοτήτων –και μάλιστα με στίχους που είχαν αναφορές στον Ιούλιο Καίσαρα του Σέξπιρ και το 1984 του Όργουελ.

Την Τετάρτη 24 Αυγούστου επιστρέφει με το ίδιο συγκρότημα στο Gagarin 205 για να θυμίσει ότι κάποιοι μουσικοί κρατούν ακόμα ζωντανή τη φλόγα της ανατροπής που κάποτε καθόριζε την πανκ σκηνή. Μαζί του θα είναι και οι δικοί μας Stress, από τα πρώτα συγκροτήματα που χρησιμοποίησαν το όχημα του πανκ για να περιγράψουν την ελληνική πραγματικότητα τα χρόνια του ’80, τότε που κάτω από την επίπλαστη ευμάρεια της χώρας και την εισβολή των νεόπλουτων, οι πανκ «αρβύλες φορούσαν και όλους τους γαμούσαν».

Το 1970 ο νιγηριανός στρατός εισβάλλει στη νεοσύστατη Δημοκρατία της Μπιάφρα που έχει δημιουργηθεί τρία χρόνια πριν ως μία προσπάθεια της φυλής Ίγκμπο να ανεξαρτητοποιηθεί από την κεντρική κυβέρνηση της Νιγηρίας. Ο στρατός καταλύει τη Δημοκρατία και επιβάλλει εμπάργκο στα εδάφη των Ίγκμπο. Η Βρετανία και οι ΗΠΑ στηρίζουν τη νιγηριανή κυβέρνηση στην απόφασή της να μην επιτρέψει στις ανθρωπιστικές οργανώσεις να παρέμβουν για να εμποδίσουν την γενοκτονία των Ίγκμπο. Ο Δυτικός κόσμος, χάρη στην εξέλιξη της τεχνολογίας και τον πανταχού παρόντα τηλεοπτικό φακό, βλέπει για πρώτη φορά τις συνέπειες της επιρροής των ισχυρών του πλανήτη στον Τρίτο Κόσμο στα μάτια των παιδιών που πεθαίνουν από ασιτία. Πάνω από τρία εκατομμύρια άνθρωποι θα πεθάνουν σε εκείνη την τρομακτική κρίση και η λέξη Μπιάφρα θα γίνει συνώνυμο της λιμοκτονίας.

Ο Έρικ Ριντ Μπάουτσερ από το Μπάουλντερ του Κολοράντο είναι μόλις 12 ετών αλλά όπως όλοι οι Αμερικανοί βλέπει κάθε βράδυ στις ειδήσεις τα παιδιά με τη διογκωμένη από την ασιτία κοιλιά. Μία δεκαετία αργότερα, όταν απαντά στην αγγελία ενός κιθαρίστα που αναζητά μέλη για πανκ συγκρότημα στο Σαν Φρανσίσκο, θα ανασύρει από τη μνήμη του τις φρικαλέες εικόνες και θα βαφτιστεί με ένα σαρκαστικό για την αμερικάνικη κοινή γνώμη όνομα: από τη μια το δημοφιλές παιδικό σνακ Jell-O που στέλνονταν κατά κόρον στις χώρες όπου τα παιδιά πεινούσαν και από την άλλη η ένοχη συνείδηση της Αμερικής, η Μπιάφρα. Όπως έλεγε ο Τζέλο Μπιάφρα, είναι «εκπληκτικό πώς δύο αντιφατικές εικόνες κολλάνε στο μυαλό των ανθρώπων».

Αλλά ο Τζέλο έχει ήδη συνειδητοποιήσει τι σήμαινε το πέρασμα των αδερφών Κένεντι από την πολιτική σκηνή των ΗΠΑ, έχει δει σε ζωντανή μετάδοση τον δολοφόνο του προέδρου Κένεντι, Λι Χάρβεϊ Όσβαλντ, να πέφτει από τις σφαίρες ενός ιδιοκτήτη μπαρ που αργότερα θα πεθάνει και ο ίδιος στο κελί του κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Παράλληλα, έχει καταλάβει τη διαβρωτική δύναμη του ροκ εν ρολ, έχει δουλέψει ως τεχνικός στις περιοδείες για το πρώτο πανκ συγκρότημα της πολιτείας, τους Ravers, έχει παρακολουθήσει μαθήματα ηθοποιίας και ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, έχει δει σε συναυλία τους Ramones μαγεμένος από την ενέργεια που απελευθερώνουν και έχει ταξιδέψει στο Λονδίνο όπου έχει γίνει μάρτυρας της έκρηξης των Clash και των Sex Pistols.

Από την στιγμή συνάντησε τον κιθαρίστα Ιστ Μπέι Ρέι χρειάστηκαν μία εβδομάδα για να βρεθούν στην σκηνή για την πρώτη τους συναυλία ως Dead Kennedys, τον Ιούνιο του 1979, και έναν χρόνο για να κυκλοφορήσουν το ντεμπούτο τους που σημάδεψε την ιστορία της πανκ, το δηλητηριώδες Fresh Fruits From Rotting Vegetables από τη βρετανική ανεξάρτητη δισκογραφική Cherry Red καθώς οι αμερικάνικες αρνούνταν να κυκλοφορήσουν τέτοιο δυναμίτη. Την ίδια εποχή ο Τζέλο Μπιάφρα θα βάλει υποψηφιότητα για δήμαρχος του Σαν Φρανσίσκο ως ανεξάρτητος υποψήφιος και θα έρθει τέταρτος. Όμως δεν είχε ποτέ του φιλοδοξίες για πολιτική καριέρα. H φιλοσοφία του ήταν απλή: να κραυγάζει την αλήθεια για τους διεφθαρμένους πολιτικούς και τις αδηφάγες πολυεθνικές που ελέγχουν τις πολιτικές επιλογές των ΗΠΑ.

Ο Μπιάφρα επαναλαμβάνει συχνά το κλισέ πως «η μουσική είναι όπλο» και ότι ο ίδιος διεξάγει ένα πολιτισμικό αντάρτικο για να ανατινάξει τα κολλημένα μυαλά των ακροατών. Όμως γι’ αυτόν δεν είναι κούφιο σύνθημα, αλλά στάση ζωής. Σε αντίθεση με όλη την αποκαλούμενη πανκ σκηνή της Νέας Υόρκης, τους Ramones, τους Television και ;την Πάτι Σμιθ, που έμοιαζε να ομφαλοσκοπεί τραγουδώντας για την πρέζα, τις πουτάνες, το ψωνιστήρι, την καθημερινότητα «στην άγρια πλευρά» της μητρόπολης, οι Dead Kennedys ήταν ένα ξεκάθαρα πολιτικοποιημένο συγκρότημα στην παράδοση της βρετανικής σκηνής. Οι στίχοι τους ασκούσαν κριτική στην κυβέρνηση της Καλιφόρνια, στα προγράμματα εξυγίανσης της οικονομίας και στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Τζέλο Μπιάφρα, η συναυλία που τον καθόρισε ως πανκ περφόρμερ ήταν αυτή που έδωσε το 1979 στο κλαμπ Rat στη Βοστόνη. Όταν οι Dead Kennedys εξαπέλυσαν την ηχητική τους επίθεση, το αποσβολωμένο κοινό απομακρύνθηκε από την σκηνή και σχημάτισε ένα κύκλο όσο πιο μακριά μπορούσε από το συγκρότημα. Αλλά δεν έφευγαν από την συναυλία, κάθονταν εκεί με κολλημένη την πλάτη στον τοίχο και συνέχιζαν να τους ακούνε. Δεν είχαν άδικο καθώς ο ήχος του ντεμπούτου των Dead Κennedys σε κολλάει κυριολεκτικά στον τοίχο.

Δεν είναι μόνο ηχητικός τυφώνας που στήνουν ο Ιστ Μπει Ρέι με τον μπασίστα Κλάους Φλούριντ και τον πρώτο τους ντράμερ που αυτοαποκαλείτο απλώς Τεντ, που έμοιαζε με Ramones σε επιληπτική κρίση, αλλά η στεντόρεια κραυγή του Τζέλο που προχωράει γεμάτη σαρκασμό από τη συμβουλή να σκοτώσουμε τους φτωχούς του Kill The Poor, στην περιφρονητική περιγραφή των γόνων της μεσοαστικής τάξης του Holiday In Cambodia που ως ευαίσθητοι πολίτες ψάχνουν νέες συγκινήσεις. Παραδόξως ο δίσκος περιέχει και μια διασκευή του Viva Las Vegas του Βασιλιά Έλβις, όπου ο Μπιάφρα, τραγουδώντας με απίστευτα φάλτσα φωνή, αποδέχεται και ταυτόχρονα απορρίπτει όλη την κληρονομιά του ροκ εν ρολ.

Κι όμως το ντεμπούτο με το εξώφυλλο με το καμένο περιπολικό από τις ταραχές που ακολούθησαν την δολοφονία του πρώτου γκέι δημοτικού συμβούλου του Σαν Φρανσίσκο, Χάρβεϊ Μιλκ, αποδείχθηκε μία βραδυφλεγής βόμβα. Θα γίνει ο δίσκος που θα επηρεάσει μία άλλη γενιά μουσικών όπως τους Black Flag, τους Sonic Youth και παραδόξως τους Guns’n’Roses. Το τραγούδια που θα προσδώσει φήμη στους Dead Kennedys, θα είναι παραδόξως το Too Drunk To Fuck που κυκλοφόρησε το 1981. Για όσους δεν κατάλαβαν τι ήθελε να περιγράψει ο Μπρετ Ίστον Έλις στο Λιγότερο Από Μηδέν, μία χαμένη γενιά εθισμένη στην αέναη κατανάλωση ουσιών, ο Τζέλο Μπιάφρα το τραγουδάει σε δυόμιση λεπτά. Το τραγούδι τελειώνει με τον ήχο ενός τύπου που ξερνάει, ιδανικό φινάλε για τα έργα και τις ημέρες μιας γενιάς που θα γινόταν η πρώτη που θα δέχονταν παθητικά μαστουρωμένη και μεθυσμένη τις συνέπειες της νεοφιλελεύθερης πολιτικής του Ρέιγκαν. Όταν οι υπόλοιποι Dead Kennedys παραχώρησαν τα δικαιώματα του τραγουδιού στους Nouvelle Vague για να το μετατρέψουν σε ένα ψοφοδεές ηλεκτρονικό καβλοτράγουδο, ο Μπιάφρα σχολίασε απλά ότι «κάποιοι κάνουν πραγματικά τα πάντα για το χρήμα».

Οι Dead Kenendys δεν θα ξαναζήσουν ανάλογο θρίαμβο. Θα κυκλοφορήσουν μία σειρά από δίσκους με εξίσου προβοκατόρικους τίτλους (Plastic Surgery Disasters, Frankenchrist, Bedtime for Democracy), όλα γεμάτα πολιτικά μανιφέστα ενάντια στις επιλογές του Ρέιγκαν, όμως η ορμή του πρώτου δίσκου έχει αρχίσει να κοπάζει. Το συγκρότημα θα διαλυθεί το 1987 και ο Τζέλο Μπιάφρα θα ακολουθήσει μία μοναχική πορεία, είτε παίρνοντας τον έλεγχο σε ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρείες όπως την Alternative Tentacles με σκοπό να βοηθήσει να αναδειχθούν συγκροτήματα που αντιστέκονταν στην λαίλαπα της μουσικής βιομηχανίας, είτε βάζοντας υποψηφιότητα για πρόεδρος των ΗΠΑ με το Κόμμα των Πρασίνων. Φυσικά, πάντα τραγουδώντας τα εμπρηστικά του μανιφέστα ως φρόντμαν σε συγκροτήματα όπως τους Melvins, τους Καναδούς D.O.A. – ο δίσκος Last Scream of the Missing Neighbors θυμίζει τους πρώιμους Dead Kennedys, εκτός από το κομμάτι Full Metal Jackoff που για 15 λεπτά απαριθμεί όλες τις πληγές της αμερικανικής κοινωνίας –και φυσικά τους τωρινούς Jello Biafra and the Guantanamo School of Medicine.

To όνομα του συγκροτήματος είναι μία ειρωνική απάντηση στον ισχυρισμό του Μπους Τζούνιορ ότι όλοι οι κρατούμενοι στο Γκουαντάναμο απολαμβάνουν ιατρική περίθαλψη ανώτερη των Αμερικανών πολιτών. Κυκλοφόρησαν τρεις δίσκους και όλοι αναφέρονται στον περιβόητο «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία» στον οποίον οι ΗΠΑ στήριξαν όλην τους την εξωτερική πολιτική τα τελευταία χρόνια. Όταν επισημαίνουν στον Μπιάφρα τις εμμονές του, εκείνος απαντάει πως «αν κάτι σε απασχολεί διαρκώς, έχεις κάθε δικαίωμα να το θέτεις ξανά και ξανά». Όσο για την στάση του στα πολιτικά δρώμενα, ο ίδιος εξηγεί πως δεν είναι ένας φανατισμένος αναρχικός που απορρίπτει συλλήβδην το πολιτικό σύστημα, αλλά ένας ρεαλιστής που ακολουθεί, όπως και ο Νόαμ Τσόμσκι, τις εξελίξεις και δρα σύμφωνα με αυτές.

Την περασμένη φορά που στάθηκε στην σκηνή του Gagarin 205 ήταν ντυμένος με ένα πουκάμισο στα χρώματα της αστερόεσσας και φορούσε ένα καουμπόικο καπέλο σαν καρικατούρα βλαχοαμερικάνου που ψηφίζει τύπους σαν τον Μπους Τζούνιορ ή τον Ντόναλντ Τραμπ. Γρήγορα όμως τα ξεφορτώθηκε, ήταν και το Gagarin σαν καμίνι τον Ιούνιο παρά τον εξαερισμό, και έμεινε μισόγυμνος, μία φιγούρα παλιάτσου που λέει την αλήθεια και ουρλιάζει στίχους όπως «Oι αληθινοί ναζί ελέγχουν τα σχολεία / είναι οι διευθυντές, οι επιχειρηματίες, οι μπάτσοι...» Ήταν πιο χοντρός, με λιγότερα μαλλιά από την εποχή που το ουρλιαχτό του κολλούσε ανθρώπους στον τοίχο, αλλά η φωνή ήταν η ίδια, οργή και ειρωνεία ανάκατες σε μία φάλτσα κορώνα παραμορφωμένη από την ταχύτητα της εκφοράς των στίχων. Ήταν αυτός που θέλησε στα είκοσι του χρόνια να ξυπνήσει τις συνειδήσεις των πολιτών όλου του κόσμου και πότε δεν σταμάτησε να ελπίζει ότι θα τα καταφέρει ή έστω θα ανάψει το φιτίλι της αμφισβήτησης των κυρίαρχων.

 

Γράφει κυρίως για μουσική, βιβλία και κοινωνικά κινήματα, μέχρι πρότινος στην Ελευθεροτυπία.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.