Θα επιβιώσει το ασφαλιστικό της υπογεννητικότητας;

Παρά τις προσπάθειες στα χρόνια της κρίσης, το ασφαλιστικό σύστημα παραμένει μη βιώσιμο. Τώρα έχει και ένα νέο πρόβλημα να αντιμετωπίσει: το δημογραφικό.
Χρόνος ανάγνωσης: 
12
'
[Damien Meyer/AFP]

Στο πρώτο κείμενο της έρευνας του inside story σχετικά με το δημογραφικό ζήτημα περιγράψαμε τη σημασία των μεταναστευτικών ροών στην ανανέωση του πληθυσμού της Ελλάδας. Στο δεύτερο ρεπορτάζ ασχοληθήκαμε με τους λόγους που μας οδηγούν στο να μην κάνουμε παιδιά και στο τρίτο μέρος παρουσιάσαμε τις προσπάθειες που γίνονται για την αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας σε ακριτικές περιοχές της χώρας, όπου υπάρχει ο κίνδυνος όχι μόνο του οικονομικού μαρασμού, αλλά και της ερήμωσής τους.

Με δύο λόγια

Σε αυτό το κείμενο παρουσιάζουμε τις πιέσεις που θα ασκήσει το δημογραφικό πρόβλημα στην ελληνική οικονομία και το ασφαλιστικό. Την ώρα που, ήδη από τον 20ό αιώνα, πολλά ευρωπαϊκά κράτη μεταρρύθμισαν το ασφαλιστικό τους για να αντιμετωπίσουν τις μειωμένες γεννήσεις και την αύξηση της μέσης ηλικίας του πληθυσμού τους, η Ελλάδα απέφυγε τις επώδυνες αλλαγές στο ασφαλιστικό, δίνοντας για πολλές δεκαετίες μεγάλες και πρόωρες συντάξεις. Το αποτέλεσμα ήταν το σύστημα να φτάσει σε αδιέξοδο τα χρόνια της κρίσης και να αποτελέσει μία «μαύρη τρύπα» για τον κρατικό προϋπολογισμό, από τον οποίον την περίοδο 2000-2015 δόθηκαν για συντάξεις 220 δισ. ευρώ. Παρά τις προσπάθειες των ελληνικών κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν στα χρόνια της κρίσης τα μεγάλα ελλείμματα του ασφαλιστικού, σήμερα το συνταξιοδοτικό έρχεται αντιμέτωπο με την υπογεννητικότητα και τη μείωση του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, ο οποίος στο άμεσο μέλλον θα κληθεί να στηρίξει αφενός μεγαλύτερο αριθμό συντάξεων, αφετέρου μεγαλύτερες δαπάνες μακροχρόνιας υγείας εξαιτίας της αύξησης του προσδόκιμου ζωής. Για την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας έχουν προτείνει αφενός την εισαγωγή ενός ακόμα πυλώνα για τη χρηματοδότηση του συνταξιοδοτικού, αφετέρου τη λήψη μέτρων για την επαναφορά της χώρας σε σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η οποία θα ενισχύσει την απασχόληση και άρα τα έσοδα του ασφαλιστικού.

Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της έρευνας εξετάζουμε τις πιέσεις που ασκεί η υπογεννητικότητα στην οικονομία και το ασφαλιστικό, καθώς και το πώς μπορεί να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού.

«Την ανάπτυξη σε μία οικονομία καθορίζουν πρώτον το πόσοι άνθρωποι είναι παραγωγικοί και δεύτερον το πόσο παραγωγικοί είναι αυτοί οι άνθρωποι»
Μιλιτάδης Νεκτάριος, καθηγητής Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης Πανεπιστημίου Πειραιώς

«Για να καταλάβουμε τη σημασία του δημογραφικού για την οικονομία και το ασφαλιστικό μας σύστημα, αρκεί να σκεφτούμε το εξής: την ανάπτυξη σε μία οικονομία καθορίζει πρώτον το πόσοι άνθρωποι είναι παραγωγικοί και δεύτερον το πόσο παραγωγικοί είναι αυτοί οι άνθρωποι, με βάση την εκπαίδευσή τους και τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας», είπε στο inside story o Μιλτιάδης Νεκτάριος, καθηγητής του Τμήματος Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιά. «Από αυτά εύκολα καταλαβαίνουμε ότι μικρότερος πληθυσμός σημαίνει μικρότερο εργατικό δυναμικό και άρα μικρότερη ανάπτυξη, η οποία με τη σειρά της σημαίνει λιγότερες θέσεις εργασίας, άρα λιγότερες εισφορές προς το κράτος και λιγότερα έσοδα για τα ασφαλιστικά ταμεία».

Η αντιστροφή της δημογραφικής πυραμίδας

Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι ευρωπαϊκές χώρες κλήθηκαν να διαμορφώσουν τους κανόνες για το ασφαλιστικό τους μέσα σε πολύ ευνοϊκές συνθήκες. Και αυτό γιατί ο αναπαραγωγικά και οικονομικά ενεργός πληθυσμός ήταν αναλογικά πολύ μεγαλύτερος από εκείνον των συνταξιούχων, το προσδόκιμο ζωής των οποίων ήταν πολύ μικρότερο από το σημερινό. Αυτά τα δεδομένα είχαν ως αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλοί εργαζόμενοι που έδιναν εισφορές, με τις οποίες πληρώνονταν κατά κανόνα λίγες συντάξεις και μάλιστα για μικρό χρονικό διάστημα, αφού οι άνθρωποι ζούσαν λιγότερο.

Πλησιάζοντας στον 21ο αιώνα είχαμε λιγότερους εργαζόμενους, που πλήρωναν για όλο και περισσότερες συντάξεις

Στο δεύτερο μισό όμως του 20ού αιώνα η ραγδαία αύξηση του βιοτικού επιπέδου είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, η οποία σε συνδυασμό με την υπογεννητικότητα έφερε αύξηση της μέσης ηλικίας και σταδιακή αντιστροφή της δημογραφικής πυραμίδας. Πλησιάζοντας προς τον 21ο αιώνα είχαμε όλο και λιγότερους εργαζομένους που πλήρωναν για όλο και περισσότερες συντάξεις, οι οποίες μάλιστα «κρατούσαν» για περισσότερα χρόνια, αφού οι άνθρωποι ζούσαν περισσότερο.

Τα συστημικά όρια του διανεμητικού συστήματος

Οι παραπάνω τάσεις έφεραν στην επιφάνεια τα όρια του διανεμητικού ασφαλιστικού συστήματος, το οποίο βασίζεται στην απλή αρχή ότι το κράτος παίρνει τις εισφορές των εργαζομένων για να πληρώσει τις συντάξεις των συνταξιούχων, σε ένα πλαίσιο αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών.

«Τα διανεμητικά συστήματα έχουν ένα προδιαγεγραμμένο τέλος ζωής. Και αυτό γιατί σταδιακά βλέπουμε την αντιστροφή της δημογραφικής πυραμίδας»
Γιώργος Συμεωνίδης, μέλος της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής

«Τα διανεμητικά συστήματα έχουν ένα προδιαγεγραμμένο τέλος ζωής, γιατί σταδιακά βλέπουμε την αντιστροφή της δημογραφικής πυραμίδας», είπε στο inside story o Γιώργος Συμεωνίδης, μέλος της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής. «Πολλές ανεπτυγμένες χώρες διέκριναν από νωρίς την αλλαγή των ισορροπιών και άρχισαν να εισάγουν μεταρρυθμίσεις στο διανεμητικό σύστημα, για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητά του και να “προλάβουν” τις συνέπειες του δημογραφικού. Στον αντίποδα βρέθηκε η Ελλάδα, όπου αργήσαμε να αποδεχτούμε το τέλος του αμιγώς διανεμητικού συστήματος, επειδή η μεταρρύθμισή του σημαίνει τη χάραξη μίας μακρόπνοης και επώδυνης πολιτικής, την οποία οι περισσότερες κυβερνήσεις κατά κανόνα ήθελαν να αποφύγουν».

«Ήδη από τη δεκαετία του ‘70 αρκετές δυτικές χώρες συνειδητοποίησαν ότι το διανεμητικό σύστημα αργά ή γρήγορα δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει βιώσιμα. Γι' αυτό το συμπλήρωσαν με ένα κεφαλαιοποιητικό, στο πλαίσιο του οποίου μέρος της σύνταξης άρχισε να χτίζεται μέσα από έναν άλλον πυλώνα, δηλαδή ένα ταμείο που τροφοδοτούνταν από εισφορές. Αυτό το ταμείο ουσιαστικά “ανακούφισε” τα κρατικά ταμεία, συμπληρώνοντας το τελικό ποσό της σύνταξης», προσθέτει ο κ. Νεκτάριος.

Η αντιδραστικότητα της Ελλάδας μπροστά στις αλλαγές

«Καταρχάς, θα πρέπει να πούμε ότι το αδιέξοδο στο ασφαλιστικό της χώρας μέχρι σήμερα δεν οφείλεται τόσο στο δημογραφικό, όσο σε μία σειρά άλλων παραγόντων, τους οποίους ωστόσο πρόκειται να ενισχύσει η υπογεννητικότητα στο άμεσο μέλλον», είπε στο inside story ο κ. Νεκτάριος. «Το πρώτο πρόβλημά μας είναι ότι στηριχτήκαμε αποκλειστικά στο διανεμητικό σύστημα και δεν δημιουργήσαμε αποθεματικά στο πλαίσιο ενός κεφαλαιοποιητικού συστήματος, το οποίο θα περιόριζε τα χρήματα που δίνονται κάθε χρόνο από τον κρατικό προϋπολογισμό για να καλυφθούν οι εισφορές που δεν φτάνουν. Το δεύτερο πρόβλημα ήταν η πολυδιάσπαση των ταμείων και γενικότερα ο κατακερματισμός του ασφαλιστικού, κάτι που δημιουργούσε προβλήματα διακυβέρνησης. Το τρίτο πρόβλημα είναι ότι το κράτος πρόσφερε πρόωρες και πλουσιοπάροχες συντάξεις, τις οποίες δύσκολα βρίσκεις σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες. Συγκεκριμένα, από γενέσεως του συνταξιοδοτικού μας συστήματος μέχρι και την κρίση, το ασφαλιστικό υποσχόταν συντάξεις με ποσοστό αναπλήρωσης που έφτανε στο 100%».

Σε μελέτη της με τίτλο Εναλλακτικές Προσεγγίσεις για τη Βελτίωση του Συνταξιοδοτικού Συστήματος, η Ένωση Αναλογιστών Ελλάδος υποστηρίζει και αυτή ότι θα έπρεπε το διανεμητικό σύστημα να ενισχυθεί με έναν δεύτερο κεφαλαιοποιητικό πυλώνα, ο οποίος βασίζεται στις προσωπικές εισφορές του κάθε εργαζομένου –είναι δηλαδή απόλυτα ανταποδοτικός– και άρα έχει πολύ χαμηλή εξάρτηση από τις δημογραφικές εξελίξεις, αυξάνοντας σημαντικά τη σταθερότητα του συνταξιοδοτικού και ενισχύοντας τη δικαιοσύνη μεταξύ των συνταξιούχων, αφού παίρνουν σύνταξη ανάλογα με τα όσα έχουν πληρώσει ως εργαζόμενοι. Μία πρόταση σε αυτό το πλαίσιο είναι και η ενίσχυση ενός τρίτου πυλώνα ιδιωτικής συνταξιοδοτικής ασφάλισης.

Το κράτος έβγαζε από τον προϋπολογισμό 30 δισ. ετησίως για συντάξεις, εκ των οποίων μόνο τα 13 δισ. προέρχονταν από ασφαλιστικές εισφορές. Τα άλλα ήταν δάνεια και φόροι

Σύμφωνα με τον κ. Νεκτάριο, «σε άλλες χώρες το ποσοστό αναπλήρωσης δεν ξεπερνά το 50%, με τη σύνταξη να ενισχύεται μέσα από το κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Με αυτόν τον τρόπο σε άλλες χώρες ο συνταξιούχος έφτανε περίπου στο 70% αναπλήρωσης και αν ήθελε παραπάνω, μπορούσε να ενισχύσει το εισόδημά του με ιδιωτική ασφάλιση. Από την πλευρά του το ελληνικό κράτος πήρε όλο το βάρος πάνω του με μόνο τον διανεμητικό πυλώνα. Το αποτέλεσμα ήταν να βγάζει κάθε χρόνο από τον προϋπολογισμό του 30 δισ. για να τα δίνει σε συντάξεις, από τα οποία μόνο τα 13 προέρχονταν από ασφαλιστικές εισφορές και τα υπόλοιπα 17 ήταν από τον προϋπολογισμό του, δηλαδή είτε φόροι, είτε δάνεια. Τα 30 δισ. ευρώ το χρόνο σημαίνει 10% του ΑΕΠ για δαπάνες σύνταξης, ένας αριθμός ασύλληπτος για άλλες ευρωπαϊκές χώρες που δεν προσφέρουν πάνω από το 2,5% του ΑΕΠ τους. Η άρνησή μας να μεταρρυθμίσουμε το συνταξιοδοτικό είχε ως αποτέλεσμα η Ελλάδα να δώσει για συντάξεις από τον προϋπολογισμό της 220 δισ. ευρώ την περίοδο 2000-2015. Δεν είναι να απορείς για το πώς φτάσαμε ουσιαστικά σε χρεοκοπία».

Τα τρία «κακά» της μοίρας μας
Αποκλειστική στήριξη του διανεμητικού συστήματος
Πολυσδιάσπαση/κατακερματισμός ταμείων
Προσφορά πρόωρων και πλουσιοπάροχων συντάξεων με ποσοστό αναπλήρωσης 100%

Το πρόβλημα με την «αιμορραγία» του κρατικού προϋπολογισμού για το ασφαλιστικό είναι ότι «αντί να ρίχνουμε το 10% του ΑΕΠ για τη συνταξιοδοτική δαπάνη, θα μπορούσαμε να δαπανάμε περί το 2,5%, όπως ισχύει σε άλλες χώρες, και να αξιοποιούμε το υπόλοιπο για επενδύσεις που θα έφερναν ανάπτυξη, νέες θέσεις εργασίας, άρα περισσότερες εισφορές και έσοδα για τα ασφαλιστικά ταμεία», σημείωσε ο κ. Νεκτάριος.

...και η διόγκωση του δημόσιου χρέους

Είναι αξιοσημείωτο ότι οι παραπάνω πρακτικές είχαν εδώ και δεκαετίες ανησυχήσει διεθνείς οργανισμούς, όχι όμως και την ελληνική πραγματικότητα. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο «Συντάξεις για νέους» (εκδ. Παπαζήση) των ακαδημαϊκών Μιλτιάδη Νεκτάριου, Πλάτωνα Τήνιου και Γιώργου Συμεωνίδη, «ήδη από τη δεκαετία του 1990 το χρέος των συντάξεων είχε προκαλέσει τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις τόσο της Κομισιόν, όσο και του ΔΝΤ», με τον Τάσο Γιαννίτση να υποστηρίζει το 2016 ότι «η επίδραση των ελλειμμάτων [μόνο για συντάξεις] προκάλεσε τη διόγκωση του δημόσιου χρέους τόσο μέχρι την κρίση (2001-2009) όσο και μετά (2010-2014) και ήταν εξαιρετικά σημαντική. Οι αθροιστικές δημόσιες δαπάνες για το ασφαλιστικό έφτασαν μεταξύ 2001 και 2009 τα 134 δισ., αντιπροσωπεύοντας το 83,6% της διόγκωσης του δημόσιου χρέους».

«Οι αθροιστικές δημόσιες δαπάνες για το ασφαλιστικό έφτασαν μεταξύ 2001 και 2009 τα 134 δισ., αντιπροσωπεύοντας το 83,6% της διόγκωσης του δημόσιου χρέους»
Τάσος Γιαννίτσης, στο βιβλίο «Το ασφαλιστικό και η κρίση»

Στο ίδιο βιβλίο διαβάζουμε ότι «[...] η έκθεση του καθηγητή Γιάννη Σπράου το 1997, που τόλμησε να επισημάνει την ανάγκη μιας νέας αρχής και να εξηγήσει με ποιον τρόπο οι πολλαπλοί πυλώνες θα ελάφρυναν την κατάσταση, έτυχε λυσσαλέας αντίδρασης [...] Αν και ο Σπράος ήταν επικεφαλής του αντιδικτατορικού αγώνα στη Βρετανία, ταυτίστηκε σε πρωτοσέλιδα με τη χούντα της Χιλής και τον Πινοσέτ». Μάλιστα, τον Οκτώβριο του 1997 ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Χρήστος Πολυζωγόπουλος, μέλος της ΚΕ του ΠΑΣΟΚ, είπε δημόσια ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας για τις συντάξεις, αφού το «σύστημα κοινωνικής ασφάλισης θα καταρρεύσει μετά την κατάρρευση του κρατικού προϋπολογισμού και της οικονομίας συνολικά», εννοώντας ότι οι συντάξεις ήταν τόσο σημαντικές σε πολιτικό επίπεδο, που η οικονομία και ο προϋπολογισμός όφειλαν να τις στηρίζουν ως είχαν, ακόμα και αν παρήγαγαν ελλείμματα που μπορούσαν να διογκώσουν το δημόσιο χρέος.

Κάπως έτσι η ελληνική πραγματικότητα παρέμενε απτόητη. Το ασφαλιστικό οδηγήθηκε σε αδιέξοδο μέσα στην κρίση, με αποτέλεσμα οι συντάξεις να περικοπούν δεκάδες φορές, κάποιες κατά 50%, «κάτι που δεν έχει γίνει μεταπολεμικά σε άλλο ασφαλιστικό σύστημα στον ανεπτυγμένο κόσμο», σχολίασε ο κ. Νεκτάριος. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε ομιλία του στη Βουλή τον Νοέμβριο του 2016, ο υπουργός Εργασίας Γιώργος Κατρούγκαλος είπε ότι την περίοδο 2010-2016 οι προβλεπόμενες παροχές για συντάξεις μειώθηκαν κατά 45 δισ. ευρώ, ποσό που ξεπερνά το 20% του ΑΕΠ.

Σύμφωνα με αναλογιστική μελέτη του Γιώργου Συμεωνίδη με τίτλο Η Στρατηγική Μεταρρύθμισης της Ελληνικής Σύνταξης, «οι μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν [στα χρόνια της κρίσης] είχαν ένα πολύ θετικό αποτέλεσμα στη συνταξιοδοτική δαπάνη, η οποία μειώθηκε ραγδαία με βάση τις προβλέψεις έως το 2060. Η προβλεπόμενη μείωση, λαμβανομένων υπόψη όλων των μεταρρυθμίσεων από το 2009 έως το 2015, ξεπερνά το 14% του ΑΕΠ».

Ωστόσο, παράλληλα με τη μείωση των δαπανών, η ίδια μελέτη παρατηρεί ότι «αυτές οι αλλαγές πρόκειται να λάβουν χώρα υπό ακραία δημογραφική πίεση, όπου τόσο ο γενικός πληθυσμός, όσο και ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός προβλέπεται ότι θα μειωθεί κατά 20% και 36% αντίστοιχα, την ώρα που οι συνταξιούχοι εκτιμάται ότι θα αυξηθούν έως και 30%» και «ο ελληνικός πληθυσμός υπολογίζεται ότι θα μειωθεί κατά περίπου 22,5% μέχρι το 2060, κάτι που από μόνο του δημιουργεί σοβαρές δημογραφικές πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα της χώρας».

Η υπογεννητικότητα φέρνει αύξηση δαπανών

Η μείωση του πληθυσμού και η αύξηση της μέσης ηλικίας «μπορούν να μας φέρουν σε σοβαρά τετελεσμένα, αν δεν μεταρρυθμίσουμε σε άμεσο χρόνο το υπάρχον σύστημα», λέει ο κ. Νεκτάριος, με τον κ. Συμεωνίδη να προσθέτει: «Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής θα αυξήσει τόσο το κόστος των συντάξεων, όσο και των δαπανών περίθαλψης και μακροχρόνιας υγείας. Σε αυτό το κομμάτι έχουμε δυσοίωνες οικονομικές προβλέψεις, αφού σύμφωνα με την Κομισιόν, αν η Ελλάδα προσφέρει την ίδια μακροχρόνια φροντίδα –το λεγόμενο long-term care– σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θα χρειαστεί περίπου άλλο ένα 5% του ΑΕΠ μέχρι το 2060 για να καλύψει αυτές τις δαπάνες, πέρα από την αύξηση του κόστους των συντάξεων. Θα πρέπει να λεχθεί εδώ ότι η γήρανση του πληθυσμού αντιμετωπίζεται ως κάτι αρνητικό δημοσιονομικά αλλά στην πραγματικότητα είναι κάτι θετικό. Οι άνθρωποι ζουν περισσότερο και ζουν καλύτερα. Για να γίνει όμως αυτό δημιουργούνται αυξητικές τάσεις στα δημοσιονομικά. Αυτές οι τάσεις θα έρθουν να πιέσουν ακόμη περισσότερο το ασφαλιστικό. Αν και είναι λάθος να πούμε ότι το ελληνικό κράτος δεν προσπάθησε την τελευταία δεκαετία να βελτιώσει το ασφαλιστικό του, είναι αλήθεια ότι οι προσπάθειες δεν ήταν αρκετές».

Η ανάπτυξη θα σώσει το ασφαλιστικό

Η αντιμετώπιση των πιέσεων που ασκεί το δημογραφικό στο ασφαλιστικό σύστημα περνάει και από την ανάπτυξη, χωρίς την οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού, όσο και αν το μεταρρυθμίσουμε. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ύφεση και η αύξηση της ανεργίας μέσα στην κρίση οδήγησαν σε μείωση των ασφαλιστικών εισφορών από τα 18 δισ. ευρώ πριν την κρίση σε 12 δισ. ευρώ μετά την κρίση, την ώρα που παρά τις συνεχείς περικοπές, η συνταξιοδοτική δαπάνη βρίσκεται στα 24 δισ. ευρώ.

«Αν δεν πετύχουμε σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης, οι εισφορές θα μειώνονται και θα πάμε σε νέο μνημόνιο, για να καλύψουμε τα ελλείμματα του ασφαλιστικού»
Μιλτιάδης Νεκτάριος

«Ό,τι και να συζητάμε, αν δεν πετύχουμε σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η οικονομία δεν θα ξεκολλήσει, νέες θέσεις εργασίας δεν θα δημιουργηθούν και οι εισφορές θα μειώνονται λόγω οικονομικής καχεξίας, η οποία με τη σειρά της θα οδηγήσει σε νέο μνημόνιο, αφού θα χρειαστούμε λεφτά για να καλύψουμε τα έξοδα του κράτους, συμπεριλαμβανομένων και των ελλειμμάτων του ασφαλιστικού», είπε στο inside story o κ. Νεκτάριος.

Η ανάπτυξη όμως θέλει και εργατικά χέρια. «Για μία δεκαετία, η ελληνική οικονομία μπορεί να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της σε εργατικό δυναμικό επαναφέροντας στην οικονομία τους ανέργους. Ωστόσο, μετά το 2030, για να μπορέσει να “τρέξει” με μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης, θα πρέπει να προσφύγει στη λελογισμένη ενσωμάτωση μεταναστών, προσπαθώντας παράλληλα να περιορίσει τα κύματα μετανάστευσης προς το εξωτερικό. Διαφορετικά, όπως έχουν δείξει και τα στοιχεία του ΔΝΤ και της Κομισιόν, με τον προβλεπόμενο πληθυσμό της χώρας θα αδυνατούμε να πετύχουμε ανάπτυξη της τάξης του 3-4%».

Σύμφωνα με μία σχολή οικονομικής σκέψης, για να στρωθεί ο δρόμος προς την ανάπτυξη και να σωθεί το ασφαλιστικό, πρέπει οι ίδιες οι συντάξεις να κοπούν περαιτέρω. «Σήμερα είναι αναγκαία μία διαρθρωτική κίνηση προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης, καθώς μέρος της λύσης βρίσκεται στη μείωση της ανεργίας και στην αύξηση των εισφορών που θα πληρώνουν οι μέχρι πρότινος άνεργοι», λέει ο κ. Συμεωνίδης. «Για την επίτευξη αυτού του σκοπού υπάρχουν δύο βασικές “σχολές”: Η μία λέει “κόψτε συντάξεις”, η άλλη “αυξήστε φόρους”. Συνεπώς, φτάνουμε σε μια πολωμένη λύση όπου είτε θα πρέπει να αυξάνουμε τους φόρους προς αποφυγή της περικοπής των συντάξεων, ή να τις μειώσουμε. Και οι δύο αυτές λύσεις είναι αποφευκτέες».

Ελπίδα για κεφαλαιοποιητικό πυλώνα

Η κυβέρνηση πάντως φαίνεται ότι αγκαλιάζει, παρά τις αρχικές αντιδράσεις, την ιδέα του δεύτερου κεφαλαιοποιητικού πυλώνα, μέσα από τα ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης. Τον περασμένο Νοέμβριο, ο υφυπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης Αναστάσιος Πετρόπουλος είπε ότι τα ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης, ως τμήμα της οικονομίας «συμπληρωματικά μπορούν να εξυπηρετούν ανάγκες, υποβοηθώντας το σύστημα της δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης».

«Τα μεγάλα ελλείμματα του ασφαλιστικού και η κρίση διέρρηξαν το κοινωνικό συμβόλαιο, καθώς το κράτος αναγκάστηκε να κόψει μεγάλο μέρος των όσων υποσχέθηκε»
Γιώργος Συμεωνίδης

«Αυτό δείχνει ότι και η παρούσα κυβέρνηση, που θεωρητικά ήταν αντίθετη στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα, έχει ανοίξει τους ορίζοντές της προς αυτήν. Και πιστεύουμε ότι μπορεί να λειτουργήσει θετικά, έχοντας παράλληλα ένα πολύ σαφές και αποτελεσματικό νομοθετικό πλαίσιο που θα τη ρυθμίζει. Αντίστοιχες μεταρρυθμίσεις έγιναν με μεγάλο κοινωνικό και πολιτικό “πόνο” ήδη από τον περασμένο αιώνα σε άλλες χώρες και σήμερα βλέπουμε ότι φέρνουν αποτελέσματα», είπε ο κ. Συμεωνίδης. «Αυτό θα βοηθήσει και στο να φτιάξουμε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ κράτους και πολιτών, οι οποίοι θα ξέρουν ότι έδωσαν τόσες εισφορές και το κράτος θα τους δώσει πίσω αυτό που τους υποσχέθηκε. Τα μεγάλα ελλείμματα του ασφαλιστικού και η κρίση διέρρηξαν αυτό το κοινωνικό συμβόλαιο, καθώς το κράτος αναγκάστηκε να κόψει μεγάλο μέρος των όσων υποσχέθηκε».

Η εισαγωγή του κεφαλαιοποιητικού πυλώνα θεωρείται ότι θα μεταρρυθμίσει και τον πρώτο πυλώνα προς μία αναπτυξιακή κατεύθυνση. «Η εισαγωγή κεφαλαιοποιητικού πυλώνα δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί χωρίς σημαντικές αλλαγές στη δομή και τη χρηματοδότηση του 1ου Πυλώνα. Προκειμένου να κατευθυνθούν πόροι προς την επαγγελματική ασφάλιση είναι αναγκαίο να περιοριστούν οι εισφορές της βασικής κοινωνικής σύνταξης, κύριας και επικουρικής, οι οποίες είναι ήδη σήμερα υψηλές και υπερβαίνουν τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Οι υψηλές υφιστάμενες εισφορές (συνολικά 27%) επιβαρύνουν σημαντικά το κόστος εργασίας και επιδρούν αρνητικά στην προσπάθεια ανάκαμψης της αναιμικής εθνικής οικονομίας, σε μια χρονική περίοδο όπου είναι αναγκαίο να γίνουν μεγάλα αναπτυξιακά βήματα για να ξεπερασθούν τα αποτελέσματα της κρίσης», αναφέρει η έκθεση της Ένωσης Αναλογιστών Ελλάδας.

«Να σώσουμε τις συντάξεις για τις νέες γενιές»

Για τη διαμόρφωση ενός νέου ασφαλιστικού χρειάζονται συναίνεση και προγραμματισμός, στα οποία μάλλον πάσχουμε σημαντικά. «Πριν από περίπου δύο δεκαετίες οι πολιτικές δυνάμεις στη Δανία κάθισαν στο τραπέζι και επεξεργάστηκαν μία ασφαλιστική μεταρρύθμιση, για την οποία συμφώνησαν ότι θα την αφήσουν να λειτουργήσει σε βάθος χρόνου και δεν θα την “ξηλώσουν”. Μέσα σε λίγα χρόνια το ασφαλιστικό της Δανίας κατάφερε να είναι από τα καλύτερα στον κόσμο», λέει ο κ. Συμεωνίδης.

Το ζήτημα είναι να σώσουμε τις συντάξεις για τις νέες γενιές. Μόνο μία τέτοια πολιτική μπορεί να χαρακτηριστεί κοινωνική»
Μιλτιάδης Νεκτάριος

«Μαζί με τη δημόσια διοίκηση και την εκπαίδευση, το ασφαλιστικό είναι σήμερα ένα από τα τρία πιο πιεστικά προβλήματα της χώρας», είπε από την πλευρά του ο κ. Νεκτάριος. «Φτάσαμε σε αυτό το σημείο, γιατί για δεκαετίες δεν κάναμε τίποτα, αν και ο πελατειακός χαρακτήρας του ασφαλιστικού μας μαζί με τη γήρανση του πληθυσμού λειτουργούσαν ως ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της οικονομίας ήδη από τη δεκαετία του ‘50. Το ζήτημα τώρα είναι να σώσουμε τις συντάξεις για τις νέες γενιές εργαζομένων με βασικό πυλώνα την αντιμετώπιση των συνεπειών του δημογραφικού. Μόνο μία τέτοια πολιτική μπορεί να χαρακτηριστεί κοινωνική».

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πήρε το δημοσιογραφικό βάπτισμα του πυρός στην Popaganda. Εργάστηκε στο γερμανικό κανάλι Offener Kanal και το Vice και συνεργάζεται ως fixer/producer με διεθνή ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ. Έχει ασχοληθεί με το βίντεο και τη φωτογραφία.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
1

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.