Κρίση, ανισότητα των φύλων, γάμος: Τι μας αποθαρρύνει από το να κάνουμε παιδιά

Την περίοδο 2010-2015 ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα ανήλθε σε 1,35 παιδιά ανά γυναίκα, επίδοση που μας φέρνει στην 68η θέση της παγκόσμιας κατάταξης. Αλήθεια, γιατί κάνουμε τόσο λίγα παιδιά;
Χρόνος ανάγνωσης: 
14
'

Στο πρώτο κείμενο του inside story σχετικά με το δημογραφικό μιλήσαμε για τη σημασία των μεταναστευτικών ροών για την ανανέωση του πληθυσμού της Ελλάδας. Στο σημερινό ρεπορτάζ ασχολούμαστε με έναν άλλον παράγοντα που καθορίζει την υπογεννητικότητα σε μία χώρα: πρόκειται για τον δείκτη γονιμότητας, δηλαδή τον αριθμό των παιδιών ανά γυναίκα.

Με δύο λόγια

Στο δεύτερο κείμενο του inside story για το δημογραφικό ζήτημα προσεγγίζουμε τις αιτίες που έχουν οδηγήσει τον δείκτη γονιμότητας στην Ελλάδα να είναι μόλις 1,35 παιδιά ανά γυναίκα, δηλαδή πολύ κάτω από το όριο αντικατάστασης των γενεών των 2,1 παιδιών ανά γυναίκα. Αν και η οικονομία έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην απόφαση πολλών γυναικών να αναβάλουν την τεκνοποιία για το μέλλον, την οξυμένη υπογεννητικότητα ενισχύει και μία άλλη σειρά από παράγοντες. Φαίνεται πως η ανισότητα μεταξύ των δύο φύλων στην Ελλάδα και το γεγονός ότι η γυναίκα επωμίζεται την ανατροφή των παιδιών παράλληλα με την εργασία της είναι αποτρεπτικοί παράγοντες, καθώς οι γυναίκες φοβούνται τις αρνητικές συνέπειες για την καριέρα τους, εξαιτίας έλλειψης βοήθειας από το κράτος και στήριξης από τους συζύγους. Ακόμη, η ισχυρή σύνδεση της τεκνοποιίας με τον γάμο στην Ελλάδα φαίνεται ότι ενισχύει την υπογεννητικότητα, αφού οι νέοι παντρεύονται σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία και σε αντίθεση με ό,τι ισχύει σε άλλες χώρες, αυτό τους αποτρέπει από το να κάνουν παιδιά εκτός γάμου, αφού στην ελληνική κοινωνία είναι ακόμα κυρίαρχη η αντίληψη ότι «παιδιά σημαίνει γάμος, γάμος σημαίνει παιδιά». Τέλος, η αύξηση της υπογεννητικότητας προκύπτει και από τις αντιλήψεις των νέων στον ανεπτυγμένο κόσμο, οι οποίοι βλέπουν την οικογένεια όχι απλώς ως το πλαίσιο για την απόκτηση παιδιών και την επιβίωση, αλλά ως προνομιακό χώρο για την πραγμάτωση μιας στο έπακρο απαιτητικής «ευτυχίας» των μελών της.

Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, την περίοδο 2010-2015 ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα ανήλθε κατά μέσο όρο σε 1,35 παιδιά ανά γυναίκα, επίδοση που μας φέρνει στην 68η θέση της παγκόσμιας κατάταξης. Το παραπάνω στατιστικό δείχνει ότι βρισκόμαστε σταθερά πολύ κάτω από το όριο αντικατάστασης των γενεών των 2,1 παιδιών ανά γυναίκα. Έτσι έχουμε δύο αποτελέσματα: πρώτον, τη μείωση και, δεύτερον, τη γήρανση του πληθυσμού, με τις δύο αυτές συνέπειες να θεωρείται ότι θα αυξήσουν αναπόφευκτα τις δημοσιονομικές και πολιτικές πιέσεις που θα αντιμετωπίσει το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) και το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας στο άμεσο μέλλον. Το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι το εξής: Γιατί κάνουμε τόσο λίγα παιδιά στην Ελλάδα;

Η αναμονή της ανάκαμψης αυξάνει την υπογεννητικότητα

Η υπογεννητικότητα χαρακτηρίζει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό όλες τις ανεπτυγμένες χώρες και γι’ αυτό το λόγο η επιστήμη έχει αναπτύξει μία σειρά από θεωρίες, αφενός για να εξηγήσει την αναπαραγωγική συμπεριφορά των πληθυσμών ανά τον κόσμο, αφετέρου για να επιτρέψει στα κράτη να αναπτύξουν πολιτικές αντιμετώπισης της μείωσης του πληθυσμού.

Ο πρώτος συνειρμός, που κάνει οποιοσδήποτε για τους λόγους της υπογεννητικότητας στην Ελλάδα, είναι η οικονομική κατάσταση. Πράγματι, μία από τις θεωρίες που προσπαθεί να εξηγήσει το φαινόμενο της υπογεννητικότητας προσεγγίζει τον άνθρωπο ως «ορθολογικό οικονομικό ον» (homo economicus), το οποίο παίρνει ορθολογικές αποφάσεις και συναρτά την απόφασή του για το αν θα κάνει παιδί από το ισοζύγιο μεταξύ του οικονομικού κόστους –το οποίο είναι σχετικά εύκολο να εκτιμηθεί σε αριθμούς– και της ψυχολογικής ικανοποίησης από την έλευσή του, η οποία ωστόσο είναι πολύ δύσκολο να ποσοτικοποιηθεί.

«Η αναβολή των γεννήσεων εξαιτίας και της κρίσης θα οδηγήσει στην επιτάχυνση της τάσης μείωσης του τελικού αριθμού των παιδιών που θα φέρουν στον κόσμο»
Βύρων Κοτζαμάνης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, δ/ντής του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων

Είναι αλήθεια ότι πολλοί κάτοικοι της χώρας μας λειτούργησαν ως «ορθολογικά οικονομικά όντα» και αποφάσισαν την περίοδο της κρίσης να αναβάλουν την απόκτηση ενός παιδιού, αναμένοντας ότι στο μέλλον η οικονομική τους κατάσταση θα βελτιωθεί και άρα η πατρότητα και η μητρότητα δεν θα είναι ένα τόσο δυσβάσταχτο βάρος. Η τάση της αύξησης της μέσης ηλικίας απόκτησης του πρώτου παιδιού (σχεδόν 31 χρόνια το 2018 –από τις υψηλότερες στην Ευρώπη– έναντι των 26,1 ετών το 1980, των 27,2 ετών το 1990, των 29,1 ετών το 2000 και των 30,4 ετών το 2010) δεν οφείλεται στη κρίση, καθώς προ υπήρξε αυτής. Ωστόσο η κρίση ήρθε να της δώσει μια μικρή «ώθηση».

«Όταν στο νησί σου δεν έχεις γιατρούς και μονάδες υγείας, τότε η γυναίκα είναι λογικό να μεταθέτει την προοπτική της μητρότητας στο μέλλον, αν δεν την αποκλείσει τελείως»
Δρ Στέφανος Χανδακάς, μαιευτήρας, ιδρυτής της HOPEgenesis

Η αυξημένη μέση ηλικία στην τεκνογονία θα επηρεάσει όμως και την τελική γονιμότητα των νεότερων γενεών. Ο Βύρων Κοτζαμάνης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων, είπε σχετικά στο inside story: «Η αναβολή των γεννήσεων για αργότερα, εξαιτίας και της οικονομικής κρίσης, από τις γενεές που τη δεκαετία που διανύουμε θα βρεθούν στις πλέον γόνιμες ηλικίες, δηλαδή μεταξύ 25 και 40 ετών, πιθανότατα θα οδηγήσει και στην επιτάχυνση της τάσης μείωσης του τελικού αριθμού των παιδιών που αυτές θα φέρουν στον κόσμο. Αυτό θα γίνει εξαιτίας της συρρίκνωσης του διατιθέμενου αναπαραγωγικού τους “χρόνου”, καθώς μετά τα 35 οι πιθανότητες σύλληψης ενός παιδιού μειώνονται από τη φύση ραγδαία. Άρα, ακόμα και αν υποθέσουμε ότι οι γυναίκες αυτές θα βρεθούν μετά από λίγα χρόνια, για παράδειγμα στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, σε ένα ευνοϊκότερο για την τεκνοποίηση περιβάλλον, σίγουρα δεν θα τα καταφέρουν για καθαρά βιολογικούς λόγους και ως εκ τούτου ο μέσος αριθμός παιδιών που θα κάνουν μέχρι το τέλος της αναπαραγωγικής τους ζωής θα είναι μικρότερος από τον αντίστοιχο αριθμό παιδιών που έφεραν στον κόσμο οι γυναίκες που γεννήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970».

«Από την επικοινωνία μας με νέες γυναίκες σε νησιά και απομακρυσμένες περιοχές είδαμε ότι έχουν έναν διάχυτο προβληματισμό λόγω των περικοπών στο κοινωνικό κράτος και ειδικά στο εθνικό σύστημα υγείας. Αυτός ο προβληματισμός τις κάνει να φοβούνται και τις αποτρέπει από το να τεκνοποιήσουν, παρότι και θέλουν και βιολογικά μπορούν», είπε στο inside story o Δρ Στέφανος Χανδακάς, ιδρυτής της HOPEgenesis, μίας οργάνωσης, που στηρίζει σε απομακρυσμένες περιοχές και απομονωμένα νησιά γυναίκες που είτε κυοφορούν, είτε επιθυμούν να μείνουν έγκυες. «Όταν στο νησί σου δεν έχεις γιατρούς και μονάδες υγείας, όταν είναι ζήτημα το πότε και αν θα πάει το ελικόπτερο του ΕΚΑΒ για να κάνει μία διακομιδή, τότε η γυναίκα είναι λογικό να μεταθέτει την προοπτική της μητρότητας στο μέλλον, αν δεν την αποκλείσει τελείως. Γι’ αυτό το λόγο δώσαμε βάρος στην παροχή γιατρών, υπηρεσιών υγείας και μεταφορικών μέσων, ώστε μία γυναίκα να μην αποθαρρυνθεί από το οικονομικό βάρος της απόκτησης ενός παιδιού. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τις απομακρυσμένες περιοχές της χώρας, όπου το κόστος μίας γέννας είναι πολύ μεγαλύτερο από εκείνο για τις γυναίκες που ζουν στα αστικά κέντρα και υπολογίζεται σε περίπου 10.000 ευρώ. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να υπερτονίζουμε το ρόλο της κρίσης στην υπογεννητικότητα. Και αυτό γιατί αυτή περισσότερο ενίσχυσε παρά προκάλεσε τις αιτίες της υπογεννητικότητας, η οποία παρατηρείται διαχρονικά στην Ελλάδα πολύ πριν την είσοδό της οικονομίας σε ύφεση».

Ο ρόλος της ανισότητας των δύο φύλων

Την ώρα που στα νησιά και τις ημιαστικές περιοχές η υπογεννητικότητα συνδέεται με τους χαμηλούς οικονομικούς δείκτες και την έλλειψη επαρκών υποδομών υγείας, η οποία μόνο εν μέρει οφείλεται στην κρίση, «από μία μελέτη που έχουμε ξεκινήσει με το Πανεπιστήμιο Πειραιώς βλέπουμε ότι στις αστικές περιοχές η υπογεννητικότητα συνδέεται περισσότερο με τις εργασιακές συνθήκες και τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζουν τη μητρότητα», προσθέτει ο Δρ Χανδακάς.

«Πιο σημαντικό από την οικονομία είναι το κατά πόσο σε μία χώρα υπάρχει γενικότερο ευνοϊκό περιβάλλον τεκνοποίησης»
Βύρων Κοτζαμάνης

«Πιο σημαντικό από την οικονομία είναι το κατά πόσο σε μία χώρα υπάρχει ή δεν υπάρχει ένα γενικότερο ευνοϊκό περιβάλλον τεκνοποίησης», λέει με τη σειρά του ο κ. Κοτζαμάνης και συμπληρώνει: «Στην Ευρώπη υπάρχει ένας διαχωρισμός μεταξύ των χωρών του σκανδιναβικού βορρά και του νότου. Οι πρώτες παρουσιάζουν σαφώς υψηλότερους δείκτες γονιμότητας, με τις δεύτερες να αντιμετωπίζουν εντονότερα προβλήματα υπογεννητικότητας. Κατά μία άποψη, αυτό οφείλεται και στο ότι η ισότητα μεταξύ των δύο φύλων έχει πραγματωθεί σε μεγαλύτερο βαθμό στις χώρες αυτές, την ώρα που στη νότια Ευρώπη –και ειδικά την Ελλάδα– είναι ακόμα διάχυτο το παράδειγμα του άντρα με μικρή σχετικά συμβολή στο μεγάλωμα των παιδιών. Στις βόρειες χώρες είναι σύνηθες ένας πατέρας να μαγειρεύει, να φροντίζει το παιδί του, να το πηγαίνει στον παιδικό σταθμό και γενικότερα να μοιράζεται τα γονεϊκά βάρη, ώστε η μητέρα να μπορεί να εργάζεται και να πετυχαίνει στον επαγγελματικό τομέα. Στην Ελλάδα, όπου η ισότητα των δύο φύλων δεν είναι και τόσο προχωρημένη, όχι μόνο στη δημόσια, αλλά και στην ιδιωτική σφαίρα, όπως είναι η ενδοοικογενειακή ζωή, οι γυναίκες φέρουν ακόμη το κύριο βάρος της μεγαλώματος των παιδιών. Για να το πούμε με απλά λόγια, δεν μπορεί η νέα γυναίκα να εργάζεται οκτάωρο και ταυτόχρονα να μεγαλώνει μόνη τα παιδιά της, όπως γινόταν πριν από μισό αιώνα, όταν η γιαγιά της ήταν νοικοκυρά. Ειδικότερα, αυτό που χαρακτηρίζει τις τελευταίες δεκαετίες τη χώρα μας είναι –εκτός των άλλων– και η συνεχής αύξηση της συμμετοχής των νέων γυναικών στην αγορά εργασίας, μια αύξηση που δεν συνοδεύτηκε από την αντίστοιχη ανάπτυξη δημόσιων υποδομών για το παιδί. Η διεύρυνση αυτή της διαφοράς ανάμεσα στις αυξανόμενες ανάγκες και τις προσφερόμενες υπηρεσίες δεν επέτρεψε στις νέες γυναίκες, ειδικότερα δε αυτές που δεν μπορούν να προσβλέπουν σε στήριξη από την προηγούμενη γενιά, να μην έχουν το δίλημμα “εργασία-καριέρα” ή “μητρότητα”. Αυτό κάνει αρκετές από αυτές να σκέφτονται δύο και τρεις φορές το αν θα κάνουν παιδί ή παιδιά, αφού η τεκνοποίηση αντιμετωπίζεται και ως ένα ακόμη βάρος που θα πρέπει επωμιστούν σε μεγάλο βαθμό μόνες τους».

«Οι παραδοσιακές αντιλήψεις δεν έχουν εξαλειφθεί και η γυναίκα εκπληρώνει πολλούς ρόλους, “παραδοσιακούς” και “μοντέρνους”, κάτι που ίσως αναστείλει την απόφαση για απόκτηση παιδιού»
Τατιάνα Δημητρίου, σύμβουλος ψυχικής υγείας

Στο θέμα της ισότητας των φύλων και το πώς αυτή επηρεάζει αρνητικά τη γονιμότητα αναφέρθηκε και η έκθεση που υπέβαλαν τον περασμένο Οκτώβριο μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας στη Διακομματική Κοινοβουλευτική Επιτροπή της Βουλής για το Δημογραφικό, όπου σημειώνεται ότι «ο συνδυασμός μιας σχετικά διευρυμένης ισότητας μεταξύ των δύο φύλων σε πεδία όπως η εκπαίδευση και η απασχόληση, με μια περιορισμένη ισότητα στην οικογένεια, οδηγεί σε μια ακόμη πιο χαμηλή γονιμότητα», καθώς «στις ανεπτυγμένες χώρες, τα επίπεδα γονιμότητας προσδιορίζονται, κυρίως, από τις διαφορές ανάμεσα στους “βαθμούς» ισότητας που απορρέουν από τις δύο αυτές ομάδες θεσμών, Έτσι, εάν οι γυναίκες έχουν περίπου τις ίδιες ευκαιρίες με τους άνδρες σε πεδία εκτός της οικογένειας, αλλά οι δυνατότητές τους περιορίζονται σημαντικά –εκτός των άλλων– και από τον άνισο επιμερισμό των ευθυνών και υποχρεώσεων στο πλαίσιο της οικογένειας, θα μειώσουν ακόμη περισσότερο τη γονιμότητα τους. Μπορούμε δε να ισχυριστούμε ότι με βάση την προσέγγιση αυτή, η εξαιρετικά χαμηλή γονιμότητα στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, όπου κυριαρχεί το παραδοσιακό –με διευρυμένη ανισότητα μεταξύ των δύο φύλων– μοντέλο οικογένειας, δύναται να αποδοθεί, εκτός των άλλων, και στις σημαντικές διαφορές ανάμεσα στα «επίπεδα» ισότητας που καταγράφονται ανάμεσα στις δύο συνιστώσες της».

Σχετικά με τους πολλαπλούς ρόλους της γυναίκας και τη σχέση τους με την απόκτηση παιδιών, η Τατιάνα Δημητρίου, σύμβουλος ψυχικής υγείας, λέει στο inside story: «Οι γυναίκες σήμερα βιώνουν ένα επιπλέον άγχος συγκριτικά με τις γυναίκες παλαιότερων δεκαετιών, καθώς έχουν περισσότερους ρόλους να επιτελέσουν. Το 1950 ήταν κυρίως νοικοκυρές. Αφοσιώνονταν αποκλειστικά στο μεγάλωμα των παιδιών. Πλέον οι γυναίκες σπουδάζουν, εργάζονται, ενδιαφέρονται για την καριέρα τους, είναι διευθύντριες ή έχουν αρχηγικές θέσεις. Όμως παράλληλα η κοινωνία συνεχίζει να επιζητά από αυτές να είναι και καλές μητέρες, να αφιερώνουν χρόνο στο παιδί τους, αλλά και να είναι καλές σύζυγοι, να φροντίζουν τον άντρα τους και το σπίτι τους. Ταυτόχρονα πολλές καλούνται να παίξουν και το ρόλο της καλής κόρης, γηροκομώντας τους γονείς τους. Η πατριαρχία μπορεί να έχει μειωθεί, τουλάχιστον ως ένα βαθμό και κυρίως στις πόλεις, όμως οι παραδοσιακές αντιλήψεις δεν έχουν εξαλειφθεί και έτσι βλέπουμε ότι η γυναίκα συχνά μόνη της προσπαθεί να εκπληρώσει πολλαπλούς ρόλους, τόσο τους “παραδοσιακούς” στο σπίτι, όσο και τους “μοντέρνους” στην αγορά εργασίας, ο συνδυασμός των οποίων αποτελεί δυσβάσταχτο βάρος και ίσως ανασταλτικό για την απόκτηση πρώτου ή δεύτερου παιδιού».

Η πίεση του γάμου βλάπτει την τεκνοποιία

Εκτός από τις παραδοσιακές αντιλήψεις της κοινωνίας για τους ρόλους της γυναίκας και του άντρα, την υπογεννητικότητα στην Ελλάδα φαίνεται να ενισχύει και η στενή σύνδεση της τεκνοποιίας με τον γάμο. Τα στατιστικά δείχνουν μία πολύ ισχυρή σύνδεση της γαμηλιότητας με την απόκτηση παιδιών, κοινώς παντρευόμαστε για να κάνουμε παιδιά ή μία εγκυμοσύνη μας κάνει να παντρευόμαστε. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα έρχεται με τεράστια διαφορά τελευταία στον αριθμό των παιδιών, που γεννιούνται εκτός γάμου (8,8%), με την Κύπρο να έρχεται δεύτερη (16,6%) και την Ιταλία τρίτη (18,1%). Αντίθετα, σε πολλές άλλες χώρες οι γεννήσεις εκτός γάμου ξεπερνούν ακόμα και τις μισές, όπως συμβαίνει στη Δανία (53,8%), την Πορτογαλία (50,7%) και τη Σουηδία (54,7%), με τον μέσο όρο των γεννήσεων εκτός γάμου στην ΕΕ να ανέρχεται σε 42%.

Σύμφωνα με την έκθεση που κατατέθηκε στη Βουλή για το δημογραφικό, και σε αυτόν τον τομέα παρατηρείται διαφοροποίηση μεταξύ χωρών της βορειοδυτικής και νοτιοανατολικής Ευρώπης: «Διαφαίνεται, σε ένα πρώτο επίπεδο, ότι εκείνο που διαφοροποιεί τις δύο αυτές ενότητες είναι οι διαφορετικές αντιλήψεις και στάσεις έναντι του θεσμού του γάμου. Στις βόρειες και τις δυτικές χώρες της ηπείρου, οι συμπεριφορές στον τομέα αυτό θεωρείται ότι αποτελούν τμήμα της σφαίρας του ιδιωτικού βίου, και η έννοια της “νομιμοποίησης- θεσμοθέτησης” έχει ατονήσει, δηλαδή δεν υπάρχουν πλέον διαφοροποιήσεις ανάμεσα στην γεννήσεις εντός και εκτός γάμου, σε αντίθεση με ένα μικρό τμήμα της Ευρώπης, της χώρας μας συμπεριλαμβανομένης, όπου ως ένα βαθμό, παραμένουν ακόμη. Στο μεγαλύτερο τμήμα της “γηραιάς” ηπείρου η “από-θεσμοποίηση” της οικογένειας που συντελέστηκε με διαφορετικούς ρυθμούς και σε διαφορετικούς συχνά χρόνους, δεν συνεπάγεται προφανώς την έλλειψη κοινωνικών κανόνων: δεν είναι όμως τόσο ο νόμος, με τους καταναγκασμούς και τις απαγορεύσεις του, που ρυθμίζει τις συμπεριφορές, αλλά τα νέα αναδυόμενα, πλέον του ενός, συλλογικά μοντέλα που επιτρέπουν σαφώς περισσότερες επιλογές απ’ ό,τι στο παρελθόν».

Η κυρίαρχη αντίληψη στην κοινωνία μας ότι «παιδιά σημαίνει γάμος, γάμος σημαίνει παιδιά» ασκεί επίσης μια επιρροή όχι μόνον στην αναβολή της απόφασης τεκνοποίησης αλλά και στον αριθμό των παιδιών που κάνουμε (στη τελική μας δηλαδή γονιμότητα), καθώς πιο δύσκολα θα κάνουμε παιδιά εκτός γάμου από ό,τι συμβαίνει σε άλλες χώρες. «Η ταύτιση της οικογένειας με τον γάμο και η κοινωνική πίεση που ασκείται μέχρι σήμερα για την απόκτηση παιδιών εντός αυτού αποτελεί για τμήμα των νεότερων γυναικών έναν ακόμη ανασταλτικό παράγοντα για την απόκτηση παιδιών», λέει στο inside story ο κ. Κοτζαμάνης, «και αυτό γιατί, παρόλο που και στην Ελλάδα αλλάζει σταδιακά η στάση των νεότερων γενεών απέναντι στον γάμο, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει αλλού, στη χώρα μας συχνά το “όχι γάμος” σημαίνει ουσιαστικά “όχι παιδιά” και πάντοτε το “αργότερα γάμος” σημαίνει “αργότερα παιδιά”».

Η υπογεννητικότητα στην εποχή των millennials
Σήμερα η οικογένεια δεν λειτουργεί απλώς ως το πλαίσιο για την απόκτηση παιδιών, αλλά ως προνομιακός χώρος για την πραγμάτωση μιας στο έπακρο απαιτητικής «ευτυχίας» των μελών της

Αν και οι παραδοσιακές κοινωνικές παραδοχές συνεχίζουν να ασκούν επιρροή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το γάμο και την τεκνοποιία, οι νεαρές ηλικίες της χώρας έρχονται σε επαφή με τις ιδέες που σήμερα καθορίζουν πανευρωπαϊκά κοινές αντιλήψεις γύρω από την οικογένεια και την απόκτηση παιδιών. Για να καταλάβει κανείς τον τρόπο με τον οποίο οι οικονομικά και αναπαραγωγικά ενεργές ηλικίες σε όλη την Ευρώπη, αλλά και την Ελλάδα, τείνουν να προσεγγίζουν την τεκνοποιία και την προοπτική δημιουργίας οικογένειας, αρκεί να δει μερικά επεισόδια από το Master of None, της σειράς του Netflix όπου o Ντεβ (Αζίζ Ανσάρι) και άλλοι ήρωες λίγο μετά τα 30 αναζητούν τον ιδανικό σύντροφο που θα τους επιτρέψει να αισθανθούν μία συναισθηματική πληρότητα, μακριά από τις συμβάσεις πάνω στις οποίες οι παλαιότερες γενιές θεωρείται ότι κράτησαν τους γάμους τους για δεκαετίες. Bλέπουμε millennials που, παράλληλα με την αναζήτηση μίας δουλειάς και ενός lifestyle που θα ανταποκρίνονται στην προσωπικότητά τους, ψάχνουν με όποιον τρόπο μπορούν, από εφαρμογές γνωριμίας έως ταξίδια στο εξωτερικό, έναν σύντροφο που δεν θα είναι απλώς ένας άνθρωπος με τον οποίο θα «τύχει» να είναι μαζί και να κάνουν παιδιά, αλλά στον οποίο θα βρουν μία ύπαρξη, που παράλληλα με μία δημιουργική εργασία και φίλους, θα τους οδηγήσει στην αυτοπραγμάτωση, ένα στόχο που σίγουρα δεν ήταν το διακύβευμα για τους νέους και τις νέες των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, οι οποίοι μάλλον αισθάνονταν τυχεροί που δεν σκοτώθηκαν στον πόλεμο και είχαν μία δουλειά που θα τους εξασφάλιζε την επιβίωση.

Αν και ασυνείδητα το Master of None περιγράφει εν μέρει τη θεωρία των μετα-υλιστικών αξιών, σύμφωνα με την οποία οι αλλαγές της αναπαραγωγικής μας συμπεριφοράς –όπως και της συμπεριφοράς που αναπτύσσουμε σε άλλες πλευρές της κοινωνικής ζωής μας– συντελούνται υπό την επίδραση της ανόδου ενός άκρατου ατομικισμού και της προσπάθειας ικανοποίησης προσωπικών επιδιώξεων στο πλαίσιο των συγχρόνων υλιστικών κοινωνιών μας, την ώρα που αναπτύσσεται ένας νέος τύπος οικογένειας, η οποία δεν λειτουργεί απλώς ως το πλαίσιο για την απόκτηση παιδιών και την επιβίωση, αλλά ως προνομιακός χώρος για την πραγμάτωση μιας στο έπακρο απαιτητικής «ευτυχίας» των μελών της.

Σύμφωνα με την προαναφερθείσα έκθεση για το δημογραφικό, «το παραπάνω μοντέλο οικογένειας έχει ως αποτέλεσμα να τείνουμε προς έναν ιδιαίτερα περιορισμένο αριθμό παιδιών, ο οποίος δίνει τη δυνατότητα να εκπληρωθούν οι ταχύτατα αναπτυσσόμενες επιθυμίες-στόχοι των εταίρων στο σύγχρονο ζευγάρι, η σχέση του οποίου εδράζεται, πλέον, σε μια συναινετική συμφωνία. Η ανάγκη απόκτησης απογόνων συνεχίζει να υφίσταται για την πλειοψηφία, αλλά παράλληλα και ταυτόχρονα με την ανάγκη υλοποίησης των επιθυμιών και την μεγιστοποίηση των ικανοποιήσεων στον “βραχύ χρόνο”». Με βάση τις παραπάνω αντιλήψεις, η τεκνοποιία τίθεται σε ένα αρκετά αυστηρό πλαίσιο προγραμματισμού των γενικότερων στόχων της γυναίκας και του άντρα, με την αντισύλληψη να είναι, σύμφωνα με την παραπάνω θεωρία αλλά και την πρώτη σκηνή από το Master of None, κομβικής σημασίας στο σχεδιασμό μίας οικογένειας που θα έχει κατά κανόνα το πολύ δύο παιδιά. Και αυτό γιατί, σύμφωνα με την ίδια έκθεση, «είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντικατασταθεί ο σύγχρονος νάρκισσος από ένα παιδί της αγάπης, βομβαρδίζοντάς τον μόνον –ακόμη και αν αυτό είναι εφικτό– με οικογενειακά επιδόματα, φορολογικές ελαφρύνσεις, μειωμένα τιμολόγια, ατέλειες».

Τι θα μας κάνει να κάνουμε παιδιά;
Οι πολιτικές ενίσχυσης της γονιμότητας πρέπει να αντιμετωπίσουν και τη λεγόμενη αποφυγή ανάληψης κινδύνου, την τάση των ατόμων να μην κάνουν παιδιά, καθώς πιστεύουν ότι αυτά θα αλλάξουν προς το χειρότερο τη ζωή τους

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η υπογεννητικότητα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με βραχυπρόθεσμα μέτρα που δεν εντάσσονται σε μία συνολικότερη πολιτική αντιμετώπισης των μειωμένων γεννήσεων. «Είναι αδιαμφισβήτητο ότι καταρχάς χρειαζόμαστε τόνωση του κοινωνικού κράτους και των υπηρεσιών υγείας», είπε στο inside story ο Δρ Χανδακάς, «καθώς και ενισχύσεις οικονομικής φύσης, όπως επιδόματα γάμου, φορολογικές ελαφρύνσεις και εκπτώσεις σε υπηρεσίες. Ωστόσο, αυτά πρέπει να γίνουν με τρόπο πιο στοχευμένο σε σχέση με την υπάρχουσα επιδοματική πολιτική και σίγουρα όχι καθετοποιημένα, χωρίς κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια. Δεν γίνεται για ένα παιδί να παίρνει το ίδιο επίδομα ένα άτομο που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, ένας μικρομεσαίος και ένας ευκατάστατος».

Οι πολιτικές ενίσχυσης της γονιμότητας δεν μπορούν να περιοριστούν μόνο στην οικονομική σφαίρα. Θα πρέπει να αντιμετωπίσουν και τη λεγόμενη αποφυγή ανάληψης κινδύνου, δηλαδή την τάση αναπαραγωγικά ενεργών ατόμων να μην κάνουν παιδιά, καθώς πιστεύουν ότι αυτά θα αλλάξουν άρδην –και μάλλον προς το χειρότερο– τον τρόπο ζωής τους. Οι υποψήφιοι γονείς θα πρέπει να είναι σε θέση να εξασφαλίσουν, με την αρωγή του κράτους, τις προσωπικές συνθήκες που θα τους επιτρέψουν να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο οικονομικής και προσωπικής ευημερίας τόσο για τους ίδιους, όσο και για τα παιδιά τους. Αυτό με τη σειρά του θα μειώσει την επιφυλακτικότητά τους απέναντι στην τεκνοποίηση και τους κινδύνους που αυτή εμπεριέχει για τη μελλοντική οικονομική, κοινωνική και συναισθηματική τους κατάσταση.

«Εκτός από τις όποιες επιδοματικές ενισχύσεις, οι υποψήφιοι νέοι γονείς θα πρέπει να υποβοηθηθούν με μέτρα που, εκτός των άλλων, θα εναρμονίζουν την οικογενειακή με την επαγγελματική ζωή, όπως είναι τα ευέλικτα ωράρια, οι άδειες και άλλες διευκολύνσεις, η επάνοδος της μητέρας στην εργασία της μετά τη εγκυμοσύνη χωρίς “ποινή”, καθώς και ποιοτικές και ποσοτικά επαρκείς δημόσιες υποδομές για τη φιλοξενία και δημιουργική απασχόληση των παιδιών προσχολικής και σχολικής ηλικίας», σημειώνει ο κ. Κοτζαμάνης. «Θα πρέπει να γίνουν γενικότερες παρεμβάσεις που θα στοχεύουν στο παιδί και το γονικό λειτούργημα και θα δημιουργούν ένα ευνοϊκό περιβάλλον για παιδί και τους γονείς του. Αν τα νεότερα ζευγάρια αισθανθούν ότι η ζωή τους δεν θα ανατραπεί πλήρως με την έλευση ενός παιδιού και ότι αυτό θα μεγαλώσει σε ένα σχετικά ευνοϊκό περιβάλλον, τότε είναι πιθανότερο να αποφασίσουν να κάνουν το βήμα».

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πήρε το δημοσιογραφικό βάπτισμα του πυρός στην Popaganda. Εργάστηκε στο γερμανικό κανάλι Offener Kanal και το Vice και συνεργάζεται ως fixer/producer με διεθνή ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ. Έχει ασχοληθεί με το βίντεο και τη φωτογραφία.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.