Έχουμε τις ταχύτητες ίντερνετ που πληρώνουμε;

Πέρα από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το τμήμα πωλήσεων μιας εταιρείας τηλεπικοινωνιών ενημερώνει ελλιπώς ή παραπλανητικά τον υποψήφιο πελάτη για το «πακέτο» που καλείται να αγοράσει, ένα ευρύτερο πρόβλημα είναι ότι οι μέσες ταχύτητες ίντερνετ απέχουν πολύ από τις ονομαστικές, που αναγράφονται στα συμβόλαια.
Χρόνος ανάγνωσης: 
11
'

Στα τέλη του περασμένου Σεπτεμβρίου, με μήνυμά της η εταιρεία σταθερής τηλεφωνίας και ίντερνετ της οποίας είμαι συνδρομήτρια εδώ και χρόνια με καλωσόριζε «στις εκπληκτικές ταχύτητες οπτικών ινών» του νέου «fiber» προγράμματός μου που –όπως έγραφε– για πρώτη φορά μου έδινε «δέσμευση πραγματικής ταχύτητας». Είχε προηγηθεί πριν λίγες ημέρες τηλεφωνική ενημέρωση για διετή ανανέωση και αναβάθμιση του συμβολαίου μου, που είχε λήξει. Η προσφορά φαινόταν συμφέρουσα και συμφώνησα να προχωρήσουμε: η διαφορά στον λογαριασμό για ίντερνετ και σταθερό ήταν περίπου 5 ευρώ περισσότερα τον μήνα και η ονομαστική ταχύτητα ίντερνετ του νέου συμβολαίου θα έφτανε έως και τα 50 Mbps, από έως 24 Mbps που ήταν προηγουμένως.

Σε έλεγχο ταχύτητας που έκανα αμέσως μόλις έλαβα το αυτοματοποιημένο μήνυμα, είδα ότι δεν έπιανα πάνω από 10,8 Mbps ταχύτητα κατεβάσματος (όσο και πριν την αναβάθμιση δηλαδή) αλλά δεν έδωσα τόση σημασία γιατί θεώρησα ότι οι νέες πιο γρήγορες ταχύτητες ήταν θέμα ωρών να ενεργοποιηθούν. Κάτι που αμέλησα να ελέγξω εκ νέου τις επόμενες ημέρες και στην πορεία το ξέχασα εντελώς. Με το ζήτημα ασχολήθηκα ξανά μετά από καιρό, όταν εμφανίστηκε προσωρινό πρόβλημα στη σύνδεσή μου. Τότε ήταν που διαπίστωσα –κατά τύχη– ότι παρότι πλήρωνα για «εκπληκτικές ταχύτητες οπτικών ινών», ποτέ δεν τις απόλαυσα.

Τέσσερις μήνες μετά την αναβάθμιση της ταχύτητας στα έως 50 Mbps, που στην πράξη δεν έγινε, στα τέλη Ιανουαρίου 2020, και έπειτα από διαδοχικές τηλεφωνικές συνομιλίες με τον τεχνικό της εταιρείας στην περιοχή μου και το τμήμα εξυπηρέτησης πελατών, επέστρεψα στο παλιό μου πρόγραμμα και το ποσό που είχα πληρώσει στο ενδιάμεσο για μία υπηρεσία που ποτέ δεν έλαβα πιστώθηκε στον επόμενο λογαριασμό μου. Τι είχε γίνει; Όπως μου παραδέχθηκαν προφορικά οι υπάλληλοι της εταιρείας –και για συντομία μεταφέρω με δικά μου λόγια– κακώς μου πούλησαν τηλεφωνικώς μία αναβάθμιση που τεχνικά δεν υποστηριζόταν στην περιοχή μου. Οι επιλογές που μου παρουσιάστηκαν τον Ιανουάριο ήταν δύο: Είτε να κάνω νέα αναβάθμιση στα έως 100 Mbps (με υψηλότερη χρέωση κατά 16 ευρώ το μήνα), αφού τα 50 Mbps εξακολουθούσαν να μην παρέχονται, «δεν το καλύπτει η γραμμή σας, είναι θέμα της περιοχής σας», ανέφεραν (παρότι σε εφαρμογή στην ιστοσελίδα της εταιρείας φαινόταν το αντίθετο όταν πληκτρολογούσα τον αριθμό του σταθερού μου) είτε να γίνει υποβάθμιση στα 24 Mbps, όπως και έγινε. Το ίδιο συνέβη, όπως έμαθα αργότερα, και με γειτόνισσα στην ίδια πολυκατοικία.

Πληθαίνουν οι «μεμονωμένες» περιπτώσεις

Παρόμοια ιστορία έχει να διηγηθεί και μία συνάδελφος από το inside story, η οποία είχε ανανεώσει το συμβόλαιό της (με διαφορετικό πάροχο από τον δικό μου) στις αρχές του έτους. Ένα μήνα μετά, υπάλληλος της εταιρείας την κάλεσε για να την ενημερώσει ότι λόγω εξωγενούς τεχνικού προβλήματος που είχε προκύψει στην περιοχή της, το οποίο επηρέαζε το δίκτυο χαλκού, θα έπρεπε να αναβαθμιστεί σε οπτική ίνα με ταχύτητες έως και 100 Mbps πληρώνοντας το αντίστοιχο υψηλότερο μηνιαίο κόστος (σε προσφορά συν 6 ευρώ). Διαφορετικά –επειδή επρόκειτο άμεσα να καταργηθεί το τοπικό δίκτυο χαλκού λόγω του προβλήματος που είχε ανακύψει– θα έμενε χωρίς σταθερό τηλέφωνο και ίντερνετ. Η συνάδελφος πριν απαντήσει έλεγξε τους ισχυρισμούς αυτούς σε τοπικό κατάστημα της εταιρείας, όπου την διαβεβαίωσαν για το ακριβώς αντίθετο: ότι δηλαδή δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με το δίκτυο χαλκού –ή τουλάχιστον δεν είχαν ενημερωθεί για κάτι τέτοιο από τα κεντρικά της εταιρείας– και πως το συγκεκριμένο κατάστημα εξακολουθούσε να πουλάει συνδέσεις ίντερνετ και σταθερής τηλεφωνίας που εξυπηρετούνταν από το δίκτυο του χαλκού στην περιοχή. Με αυτά τα δεδομένα, η συνάδελφος αποφάσισε να μην προβεί σε καμία αλλαγή στο έτσι κι αλλιώς «φρέσκο» συμβόλαιό της. Δύο μήνες μετά, ο πάροχος της στέλνει επιστολή και την ενημερώνει ότι τον Αύγουστο το δίκτυο χαλκού θα καταργηθεί, επαναλαμβάνοντας αυτή τη φορά εγγράφως ότι επί της ουσίας η αναβάθμιση σε οπτική ίνα είναι μονόδρομος, διαφορετικά στις 31 Αυγούστου δεν θα έχει πλέον δίκτυο. Έτσι σε νέα κλήση που δέχτηκε από υπάλληλο της εταιρείας μετά την καραντίνα και με βάση την επίσημη επιστολή-τελεσίγραφο που είχε λάβει, δέχτηκε τελικά να κάνει την αναβάθμιση με ταχύτητα ίντερνετ έως και 100 Mbps. Όμως η ιστορία δεν τελειώνει εδώ: «Με το που έγινε (η ενεργοποίηση του νέου πακέτου) συνειδητοποίησα ότι όχι απλά δεν έχει βελτιωθεί η ταχύτητα, αλλά έχει χειροτερεύσει κιόλας με συνεχείς αποσυνδέσεις», λέει η συνάδελφος. Σε speed test που έκανε διαπίστωσε ότι η ταχύτητα κατεβάσματος που έπιανε στην καλύτερη έφτανε τα 19 Mbps.

Κορυφή του παγόβουνου οι επίσημες καταγγελίες

Στο πλαίσιο του παρόντος ρεπορτάζ έθεσα την δική μου περίπτωση και της γειτόνισσας –που μας πούλησαν μία ταχύτητα που δεν υποστηριζόταν τεχνικά– υπόψιν της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), της ανεξάρτητης ρυθμιστικής αρχής του κλάδου. Όπως μου ανέφεραν αρμόδια στελέχη, υπάρχουν καταγγελίες καταναλωτών για τέτοια θέματα, αλλά πρόκειται περί μεμονωμένων περιστατικών, τα οποία ωστόσο δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν αριθμητικά, λόγω του τρόπου με τον οποίο ομαδοποιούνται στη βάση δεδομένων της Αρχής οι καταγγελίες/παράπονα.

Στη συνέχεια στράφηκα στον Συνήγορο του Καταναλωτή, που έχει ως βασικό ρόλο τη διαμεσολάβηση μεταξύ καταναλωτών και προμηθευτών/εταιρειών για την επίλυση διαφορών. Το 2019 οι υποθέσεις τηλεπικοινωνιών με προβληματική προσυμβατική ενημέρωση που αφορούσαν σε πρόβλημα με την ταχύτητα του ίντερνετ και έφτασαν στην Αρχή, ανέρχονταν σε τέσσερις, ενώ οι υποθέσεις τηλεπικοινωνιών με προβληματική προσυμβατική ενημέρωση που αφορούσαν αμιγώς σε υπηρεσίες διαδικτύου ήταν οχτώ. Σύνολο 12. Ωστόσο όπως αναφέρει στο inside story ο επικεφαλής της ανεξάρτητης αρχής, Λευτέρης Ζαγορίτης, «εμείς είμαστε η κορυφή του παγόβουνου. Στην πραγματικότητα είναι πολύ περισσότερες οι υποθέσεις οι οποίες δεν φτάνουν σε εμάς, από αυτές που φτάνουν».

Ένας λόγος για αυτό είναι και το γεγονός ότι, όπως και στη δική μου περίπτωση, μεγάλο μέρος των υποθέσεων λύνεται μεταξύ πελάτη και εταιρείας. Υπό την αίρεση φυσικά ότι ο πελάτης έχει αντιληφθεί ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα ή αναντιστοιχία στο πρόγραμμά του και τον λογαριασμό του και αφιερώσει χρόνο ώστε να ζητήσει επίλυση. Σύμφωνα με τα στελέχη της ΕΕΤΤ με τα οποία συνομίλησε το inside story, «πριν κάνουν καταγγελία η σωστή διαδικασία για τους καταναλωτές είναι πρώτα να απευθυνθούν στον πάροχό τους, ο οποίος σε ποσοστό 90% τους δικαιώνει». Η ΕΕΤΤ αναφέρει ότι τα παράπονα των συνδρομητών προς τους παρόχους πρέπει να υποβάλλονται γραπτώς ώστε η εταιρεία να είναι υποχρεωμένη να δώσει απάντηση εντος 20 ημερολογιακών ημερών.

Οι πραγματικές και οι ονομαστικές ταχύτητες

Πέρα από τις περιπτώσεις ελλιπούς ή παραπλανητικής προσυμβατικής ενημέρωσης για υπηρεσίες διαδικτύου, κάτι το οποίο συνιστά αθέμιτη εμπορική πρακτική (όπως είδαμε ότι συνέβη στη δική μου περίπτωση και άλλα δύο άτομα του άμεσου περιβάλλοντός μου) ο Συνήγορος του Καταναλωτή το 2019 διαχειρίστηκε αρκετές υποθέσεις τηλεπικοινωνιών στις οποίες υπήρχε πρόβλημα με την ταχύτητα του ίντερνετ – 129 συνολικά.

Επομένως το ευρύτερο ερώτημα που γεννιέται είναι πόσο κοντά στις ονομαστικές ταχύτητες του συμβολαίου είναι τελικά οι πραγματικά παρεχόμενες ταχύτητες ίντερνετ που πληρώνουμε.

Απάντηση σε αυτό δίνει εν μέρει το σύστημα Υπερίων, που αναπτύχθηκε από την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων σε συνεργασία με το Measurement Lab Partnership (M-Lab). Φιλοδοξία της πλατφόρμας είναι η δημιουργία του πρώτου ψηφιακού χάρτη ποιοτικής ευρυζωνικής κάλυψης της Ελλάδας. Πώς γίνεται αυτό; Οι επισκέπτες του Υπερίωνα έχουν τη δυνατότητα να μετρούν την ταχύτητα και να αξιολογούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των διαδικτυακών συνδέσεών τους. Οι εγγεγραμμένοι χρήστες καταχωρούν το όνομα του παρόχου, την ονομαστική ταχύτητα του πακέτου τους, τη διεύθυνση και την περιοχή τους και κάπως έτσι ο οποιοσδήποτε μπορεί να δει σε μια συγκεκριμένη γειτονιά ποιες είναι οι πραγματικά προσφερόμενες ταχύτητες. Ο συνολικός αριθμός εγγεγραμμένων χρηστών στον Υπερίωνα ανέρχεται αυτή τη στιγμή στους 17.162. Στο inside story επεξεργαστήκαμε τα δεδομένα των 10.114 μετρήσεων εγγεγραμμένων χρηστών οι οποίες έγιναν από την αρχή του έτους (1η Ιανουαρίου 2020) έως και τις 26 Ιουνίου.

Αυτό που εξετάσαμε ήταν η μέση πραγματική ταχύτητα κατεβάσματος (download speed) που πιάνουν οι χρήστες ανά δημοφιλή πακέτα ονομαστικής ταχύτητας. Δηλαδή των 24 Mbps, των 50 Mbps και των 100 Mbps. Παρότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις ανά πάροχο, σε κάποιες περιπτώσεις σημαντικές, αυτό που εξάγεται ως γενικό συμπέρασμα είναι ότι οι μέσες ταχύτητες απέχουν κατά πολύ από τις ονομαστικές, τουλάχιστον σύμφωνα με τις καταγραφές που έχουν γίνει στο σύστημα Υπερίων.

Πιο συγκεκριμένα, στην ονομαστική ταχύτητα των 24 Mbps, η πραγματική μέση ταχύτητα είναι από 5,1 έως 6,7 Mbps (υπάρχει διακύμανση από πάροχο σε πάροχο). Στους χρήστες που δήλωσαν ότι έχουν ονομαστική ταχύτητα 50 Mbps η μέση τιμή είναι από 22,5 Mbps έως 34 Mbps και στα 100 Mbps ονομαστική ταχύτητα σύνδεσης, η πραγματική ξεκινά από τα 58,9 Mbps και φτάνει έως τα 61,9 Mbps. Στη λίστα υπάρχει και ένας πάροχος που εμφανίζει πραγματική ταχύτητα 74 Mbps, ωστόσο λόγω μικρού δείγματος (μόλις 12 έλεγχοι ταχύτητας) τον αναφέρουμε ως ξεχωριστή περίπτωση.

Ονομαστική ταχύτητα Κατώτατη μέση πραγματική ταχύτητα Ανώτατη μέση πραγματική ταχύτητα
24Mbps 5,1 Mbps 6,7 Mbps
50Mbps 22,5 Mbps 34 Mbps
100Mbps 58,9 Mbps 61,9 Mbps / 74 Mbps*
Πηγή: Ανοικτά Δεδομένα Υπερίωνα από 1/1/2020 - 26/6/2020
*Αποτέλεσμα με βάση δείγμα μόλις 12 ελέγχων

Ο λόγος που δεν αναφερόμαστε ονομαστικά σε παρόχους ή σε συγκεκριμένες περιοχές είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα όσα γράφει η EETT στην τελευταία ετήσια αναφορά της για το σύστημα Υπερίων, «λόγω του μικρού αριθμού μετρήσεων δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα ανά πάροχο ή σε μικρότερη γεωγραφική κλίμακα». Ωστόσο όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να κατεβάσει τα πρωτογενή δεδομένα και να κάνει τη δική του ανάλυση, όπως κάναμε κι εμείς.

Ως προς την πιστότητα των συνολικών στοιχείων, όπως διαβάζουμε στην ιστοσελίδα του Υπερίωνα «οι θέσεις και τα τεχνικά χαρακτηριστικά των ευρυζωνικών συνδέσεων έχουν δοθεί από τους ίδιους τους χρήστες της υπηρεσίας, οι οποίοι φέρουν εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά την ευθύνη για την ορθότητά τους. Η ταχύτητα που προκύπτει από τη μέτρηση ως τελική ταχύτητα της σύνδεσης επηρεάζεται από πλήθος παραμέτρων, όπως είναι η ποιότητα των καλωδίων, των συνδέσεων και του εξοπλισμού, καθώς και τυχόν ηλεκτρομαγνητικές παρεμβολές». Στις μετρήσεις των εγγεγραμμένων χρηστών εφαρμόζονται έλεγχοι ορθότητας πριν την εισαγωγή τους στη βάση δεδομένων, με σκοπό τη μείωση των λαθών.

Από την πλευρά τους στελέχη της ΕΕΤΤ εκτιμούν ότι είναι πιο πιθανό να κάνει έλεγχο ταχύτητας κάποιος συνδρομητής με καθυστερήσεις στη σύνδεσή του παρά ένας που δεν αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα.

Παρότι το δείγμα των εγγεγραμμένων χρηστών του Υπερίωνα μπορεί να μην είναι απολύτως αντιπροσωπευτικό, είναι ενδεικτικό των πραγματικά παρεχόμενων ταχυτήτων σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, αυτό εξάλλου ανέφεραν και τα στελέχη της ΕΕΤΤ με τα οποία συνομιλήσαμε. Για παράδειγμα αν βάλω στον χάρτη τη διεύθυνσή μου βλέπω ότι στη γειτονιά μου, που βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας, σε μια ακτίνα 500 μέτρων περίπου από το σπίτι μου, οι ταχύτητες είναι παρόμοιες με τη δική μου (10-12,3 Mbps για ονομαστική ταχύτητα 24 Mbps).

Ρωτήσαμε την ΕΕΤΤ αν διενεργεί η ίδια ποιοτικούς ελέγχους σχετικά με τις υποσχόμενες και τις πραγματικά προσφερόμενες ταχύτητες από τους παρόχους. «Εμείς συλλέγουμε στοιχεία από τις ίδιες τις εταιρείες για το τι ταχύτητες έχουν» απάντησαν τα αρμόδια στελέχη.

Το πρόβλημα της σημαντικής απόκλισης μεταξύ προσφερόμενων και διαφημιζόμενων ταχυτήτων σύνδεσης στο διαδίκτυο είναι διαχρονικό, όπως φαίνεται και στον παρακάτω πίνακα από την αναφορά της ΕΕΤΤ για το 2019 με βάση τα στοιχεία του Υπερίωνα.

«Αναφορικά με το ποσοστό της ονομαστικής ταχύτητας που επιτυγχάνεται, που αποτελεί ένδειξη για την παρεχόμενη αξία ενός πακέτου σε σχέση με τη διαφημιζόμενη, βελτίωση σε σχέση με το 2018 παρατηρείται μόνο για το πακέτο 100 Mbps/10 Mbps και για το πακέτο 50 Mbps/5 Mbps στη ροή καθόδου. Το πακέτο με το μεγαλύτερο ποσοστό ονομαστικής ταχύτητας που επιτυγχάνεται στη ροή καθόδου παραμένει το 50 Mbps/5 Mbps, ενώ το μικρότερο ποσοστό ονομαστικής ταχύτητας στη ροή καθόδου παραμένει στο πακέτο 24 Mbps/1 Mbps» γράφει η ΕΕΤΤ. Με άλλα λόγια το πακέτο όπου επί του παρόντος συγκεντρώνονται οι περισσότεροι συνδρομητές διαδικτύου πανελλαδικά, έχει τη χειρότερη επίδοση (κάτω από το 1/3 της ονομαστικής ταχύτητας). Σύμφωνα με τα στατιστικά των χρηστών του Υπερίωνα για το 2019, το 51% αυτών είχε πακέτο ADSL 24 Mbps.

Οι υποχρεώσεις των εταιρειών και η κοινοτική οδηγία

«Γίνεται κάποιος να πληρώνει μηνιαία συνδρομή π.χ. για πακέτο με ταχύτητα έως 24 Mbps και να έχει σταθερά μέση τελική ταχύτητα στο σπίτι του μόλις 2-3 Mbps;» ρωτάμε τα στελέχη της ανεξάρτητης ρυθμιστικής αρχής τηλεπικοινωνιών. «Θεωρητικώς, ναι», απαντάνε αφού όπως εξηγούν, οι πάροχοι υπηρεσιών διαδικτύου δεν έχουν κάποια υποχρέωση για ελάχιστη ταχύτητα. «Για να υποχρεώσεις έναν πάροχο να προσφέρει συγκεκριμένες ταχύτητες πρέπει να τον αναγκάσεις να κάνει συγκεκριμένες επενδύσεις, επομένως θα ήταν υψηλές οι τιμές των πακέτων» εξηγούν και συμπληρώνουν ότι «ούτε πανευρωπαϊκά υπάρχει ελάχιστη εγγυημένη ταχύτητα από τους παρόχους».

Παράλληλα μας παραπέμπουν στον Εθνικό Κανονισμό Ανοικτού Διαδικτύου που εξέδωσε η ΕΕΤΤ τον Δεκέμβριο του 2018, προκειμένου να βελτιωθεί η ενημέρωση των συνδρομητών για τις ταχύτητες σύνδεσης στο διαδίκτυο και άλλες παραμέτρους ποιότητας.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό, οι πάροχοι οφείλουν να αναφέρουν στους όρους παροχής/χρήσης της υπηρεσίας τουλάχιστον:

α) την ελάχιστη, τη μέγιστη, τη συνήθως διαθέσιμη, και τη διαφημιζόμενη ταχύτητα (εφόσον διαφημίζεται ταχύτητα) των εμπορικών προϊόντων της υπηρεσίας που αναφέρονται στους όρους παροχής/χρήσης, ξεχωριστά στη ροή ανόδου και στη ροή καθόδου, προκειμένου για συνδρομητές σταθερών δικτύων.

β) τη μέγιστη και τη διαφημιζόμενη ταχύτητα (εφόσον διαφημίζεται ταχύτητα) των εμπορικών προϊόντων της υπηρεσίας που αναφέρονται στους όρους παροχής/χρήσης, ξεχωριστά στη ροή ανόδου και στη ροή καθόδου, προκειμένου για συνδρομητές κινητών δικτύων.

Οι πάροχοι οφείλουν επίσης να αναφέρουν τις επανορθώσεις ή αποζημιώσεις που δικαιούνται οι συνδρομητές, σε περίπτωση που διαπιστωθούν συνεχείς ή επαναλαμβανόμενες αρνητικές αποκλίσεις (δηλαδή αποκλίσεις οι οποίες αντιστοιχούν σε χειρότερη απόδοση) μεταξύ της μετρούμενης ταχύτητας και της ταχύτητας που αναφέρεται στους όρους παροχής/χρήσης της υπηρεσίας, και ανάλογα με το μέγεθος της απόκλισης.

Παραδείγματα δυνατών επανορθώσεων ή αποζημιώσεων ανεξαρτήτως τύπου δικτύου (σταθερό ή κινητό) είναι έκπτωση στο λογαριασμό, δυνατότητα για διακοπή του συμβολαίου χωρίς χρέωση, επιστροφή τμήματος ή συνόλου του παγίου, ή συνδυασμός αυτών. Επίσης, οι πάροχοι δίνουν τη δυνατότητα σε συνδρομητές σταθερών δικτύων να επιλέξουν πακέτο με χαμηλότερη ονομαστική ταχύτητα λήψης ή/και αποστολής δεδομένων, πλησιέστερη στην ταχύτητα που μπορεί να επιτευχθεί ρεαλιστικά (εφόσον υπάρχει τέτοιο πακέτο), χωρίς να χρειάζεται να καταβάλλουν τέλος για την πρόωρη διακοπή/καταγγελία μιας σύμβασης ορισμένου χρόνου. Η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να δίνεται ακόμα και μεταξύ διαφορετικών τεχνολογιών σύνδεσης (όπως από VDSL σε ADSL).

Όσο για την περίπτωση της συναδέλφου που αναγκάστηκε ενώ είχε μόλις ανανεώσει το συμβόλαιό της να το αναβαθμίσει σε υψηλότερη ταχύτητα με υψηλότερο κόστος λόγω επικείμενης κατάργησης στην περιοχή του δικτύου χαλκού, τόσο από την ΕΕΤΤ όσο και από τον Συνήγορο του Καταναλωτή αναφέρουν ότι ο πάροχος, όσο είναι σε ισχύ η σύμβαση ορισμένου χρόνου του συνδρομητή, είναι υποχρεωμένος να τηρήσει το περιεχόμενο του πακέτου που έχει υπογραφεί. Εντός του χρόνου διάρκειας της σύμβασης μπορεί να αλλάξει η ταχύτητα, χωρίς ωστόσο να αλλάξει η τιμή. Σε διαφορετική περίπτωση ο καταναλωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει αζημίως τη σύμβαση και να επιλέξει άλλον πάροχο.

Μία θετική εξέλιξη για τους καταναλωτές

Σύντομα η κατάσταση με τις ταχύτητες ενδέχεται να αλλάξει, ή τουλάχιστον να βελτιωθεί, ως προς την προσυμβατική ενημέρωση των καταναλωτών για την ποιότητα της υπηρεσίας που πραγματικά αγοράζουν όταν συνάπτουν νέα ή ανανεώνουν την υπάρχουσα σύνδεση στο διαδίκτυο.

Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής οδηγίας 2018/1972 –το σχέδιο νόμου για την ενσωμάτωσή της στο ελληνικό δίκαιο αναρτήθηκε στις 26 Ιουνίου σε δημόσια διαβούλευση– το αργότερο έως το τέλος του έτους οι πάροχοι θα είναι υποχρεωμένοι να δίνουν στον καταναλωτή μία σύνοψη της σύμβασης πριν υπογράψει. Η σελίδα αυτή θα αποτελεί ουσιαστικά την προσφορά του παρόχου ώστε ο συνδρομητής να συγκρίνει τις προσφορές πριν κάνει την επιλογή του. Εκεί μεταξύ άλλων θα αναγράφεται και το ποια θα είναι η πραγματικά αναμενόμενη ταχύτητα ίντερνετ που θα έχει η γραμμή του και μια περίληψη των μέσων αποκατάστασης που έχει στη διάθεσή του ο καταναλωτής σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο στην περίπτωση συνεχούς ή τακτικής απόκλισης στην ταχύτητα.

Σύμφωνα με τα στελέχη της ΕΕΤΤ, με την ίδια κοινοτική οδηγία δίνεται επίσης η δυνατότητα στα κράτη-μέλη να ορίσουν ως μέρος της «υποχρέωσης καθολικής υπηρεσίας» και την ευρυζωνική υπηρεσία και παράλληλα να θέσουν και το όριο της ελάχιστης ταχύτητας που πρέπει να έχει αυτή.

Τι είναι η υποχρέωση καθολικής υπηρεσίας; Όπως εξηγούν με απλά λόγια τα στελέχη της ΕΕΤΤ, είναι η υποχρέωση που αναλαμβάνει ένας πάροχος να δίνει σύνδεση στο δίκτυό του (π.χ. σταθερής τηλεφωνίας) σε προσιτή τιμή σε οποιονδήποτε καταναλωτή στην επικράτεια (πλην αυθαιρέτων), όσο απομακρυσμένος κι αν είναι. Σύμφωνα με το σ/ν του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης που έχει αναρτηθεί σε διαβούλευση, στην εν λόγω υποχρέωση εκτός από τις υπηρεσίες φωνητικών επικοινωνιών σε σταθερή θέση, περιλαμβάνεται και η υπηρεσία επαρκούς ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο. Στο ίδιο άρθρο αναφέρεται ότι «με απόφαση του υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης κατόπιν εισήγησης της ΕΕΤΤ, στην οποία λαμβάνονται υπόψη οι εθνικές συνθήκες και το ελάχιστο εύρος ζώνης που έχει στη διάθεσή της η πλειονότητα των καταναλωτών εντός της ελληνικής επικράτειας (...) ορίζεται η υπηρεσία επαρκούς ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο (...) με σκοπό να διασφαλίζεται το εύρος ζώνης που είναι αναγκαίο για την κοινωνική και οικονομική συμμετοχή στην κοινωνία».

Μένει λοιπόν να φανεί ποια ακριβώς θα είναι αυτή η ελάχιστη αναγκαία ταχύτητα διαδικτυακής σύνδεσης στο μέλλον.

Εικόνα etriantafillou
Σπούδασε κατά λάθος Οικονομική Επιστήμη στην ΑΣΟΕΕ και το 2004 ξεκίνησε να εργάζεται ως οικονομικός συντάκτης στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία. Το 2010 δημιούργησε την πρώτη αντιγραφή του σατιρικού Τhe Onion, στην Ελλάδα. Παραμένει στον χώρο των ηλεκτρονικών ΜΜΕ. Είναι ανορθόγραφη.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
5

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.