Η κατηγορούμενη

Η Κατερίνα βρίσκεται εδώ και 3,5 χρόνια στη φυλακή, όπου εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης. Το δικαστήριο την έκρινε ένοχη για τη δολοφονία της γιαγιάς της. Η 33χρονη γυναίκα επιμένει στην αθωότητά της. Την συναντήσαμε στις φυλακές του Ελεώνα. Και σκοντάψαμε σε μια ιστορία που προκαλεί περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντήθηκαν στην αίθουσα του δικαστηρίου.
Χρόνος ανάγνωσης: 
35
'
Martin Schnur, At the Curtain, 2010, Oil on canvas, Wiener Städtische Versicherung. [martinschnur.com]

Η Κατερίνα Βιδάλη είχε ήδη περάσει δύο χρόνια στη φυλακή, όταν έμαθε για ποιους λόγους κρίθηκε ένοχη για ανθρωποκτονία. Είχε προφυλακιστεί τον Νοέμβριο του 2014, όταν ήταν 29 ετών. Δικάστηκε τον Φεβρουάριο του 2016. Έφτασε ο Δεκέμβριος του ίδιου έτους για να πάρει στα χέρια της τη δικογραφία και να διαβάσει σε ποια στοιχεία στηρίχτηκαν και πώς σκέφτηκαν οι τέσσερις ένορκοι και οι τρεις δικαστές οι οποίοι, στην αίθουσα του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Κω, είχαν βεβαιωθεί ότι διέπραξε εν ψυχρώ δολοφονία. Η Κατερίνα Βιδάλη καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. «Είμαι αθώα», επέμενε από την πρώτη στιγμή.

Αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς, δεν ήταν αυτονόητο ότι η Κατερίνα θα είχε αυτομάτως πρόσβαση στη δικογραφία της. Η νεαρή γυναίκα από την Ρόδο έπρεπε να μπορεί να πληρώσει τα απαραίτητα 200 ευρώ. Έπρεπε επίσης να έχει δικηγόρο για να κάνει την αίτηση για λογαριασμό της. Η Βιδάλη δεν είχε 200 ευρώ και δεν είχε δικηγόρο –μετά τη δίκη δεν είχε πια επαφή με τον συνήγορο που της είχε αυτεπάγγελτα διορίσει το δικαστήριο. Η δικογραφία έφτασε τελικά στα χέρια της τον Δεκέμβριο του 2016, χάρη σε μια ομάδα καθηγητών του πανεπιστημίου Κρήτης που συγκέντρωσαν μεταξύ τους τα 200 ευρώ, και τη βοήθεια ενός Αθηναίου ποινικολόγου.

«Η εικόνα είναι πολύ αποκρουστική ακόμη και γι’ αυτόν που το έκανε»

Η Ουρανία Γερολύμου ήταν 69 ετών όταν δολοφονήθηκε τη νύχτα της 3ης Νοεμβρίου 2014, μεταξύ 9 μ.μ. και 3 π.μ., στο σπίτι της στην περιοχή Ασγούρου της Ρόδου. Την βρήκε το επόμενο πρωί η εγγονή της που ειδοποίησε και την Αστυνομία. Η Κατερίνα Βιδάλη κατέθεσε ότι αντίκρισε την γιαγιά της νεκρή, στο πάτωμα της κρεβατοκάμαρας. Πάνω στο πρόσωπό της ήταν ένα μαξιλάρι γεμάτο αίματα. Το ανασήκωσε για να βεβαιωθεί για αυτό που ήδη υποψιαζόταν.

Σε αυτήν τη θέση, τυλιγμένη σε μια κουβέρτα, είδε τη σορό και ο αστυνομικός Μανώλης Μαρκόπουλος, ο οποίος έφτασε πρώτος στον τόπο του εγκλήματος. Από την ιατροδικαστική εξέταση και τη νεκροψία διαπιστώθηκε ότι ο θάνατός της Γερολύμου επήλθε ως συνέπεια κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων και κακώσεων του θώρακα και της κοιλιάς.

Ο ιατροδικαστής Παναγιώτης Κοτρέτσος έφτασε στον τόπο του εγκλήματος το μεσημέρι. «Πολλαπλά κατάγματα στις πλευρές, κάταγμα θωρακικού σπονδύλου, ρήξη ήπατος και ρήξη καρδιάς», περιέγραψε. Ο δολοφόνος είχε χτυπήσει το θύμα του με μεγάλη βιαιότητα στο πρόσωπο με κάποιο βαρύ, σκληρό αντικείμενο, το οποίο δεν βρέθηκε ποτέ. «Το πρόσωπο είχε υποστεί πολτοποίηση και κατακερματισμό» κατέθεσε ο κ. Κοτρέτσος. Ο δολοφόνος πρέπει να είχε καθίσει με τα γόνατα πάνω στο θύμα, πιθανώς για να κρατήσει το μαξιλάρι πάνω στο πρόσωπο, «πιθανόν για να μην βλέπει τι έχει προκαλέσει. Η εικόνα είναι πολύ αποκρουστική ακόμη και γι’ αυτόν που το έκανε. Κι αυτό μάλλον έγινε επειδή ο θάνατος δεν ήταν ακαριαίος». Τα χτυπήματα στο πρόσωπο, η ρήξη καρδιάς και η ρήξη ήπατος, ήταν όλα θανατηφόρα. Στο μεταξύ, από το υπνοδωμάτιο της δολοφονημένης γυναίκας έλειπε η τηλεόραση.

Η εξώπορτα του σπιτιού δεν είχε παραβιαστεί. Στην κλειδαριά, από την εσωτερική πλευρά, κρέμονταν ακόμη τα κλειδιά. Ο δολοφόνος είχε δοκιμάσει, ανεπιτυχώς, να παραβιάσει το παράθυρο του υπνοδωματίου, προτού τα καταφέρει τελικά να ξηλώσει με μια μπετόβεργα το παράθυρο του μπάνιου. Ανοιχτό ;βρέθηκε και το παράθυρο της κουζίνας, από το οποίο, όπως κατέθεσε, μπήκε η Κατερίνα Βιδάλη στο σπίτι το πρωί, ανήσυχη για την τύχη της γιαγιάς της.

«Το σπίτι ήταν ψαγμένο. Υπήρχαν ρούχα πεταμένα έξω από την ντουλάπα. Το σπίτι ήταν βρώμικο και ατημέλητο», κατέθεσε αργότερα ο αστυνομικός Μανώλης Μαρκόπουλος. Στην ανακριτική δικογραφία αναφέρεται ότι, σε αντίθεση με το υπόλοιπο σπίτι που ήταν βρώμικο, η περιοχή περιμετρικά του πτώματος βρέθηκε σχολαστικά καθαρή. Στο δικαστήριο, ωστόσο, ο αστυνομικός θα κατέθετε ότι «ίσως ο χώρος καθαρίστηκε περιμετρικά με το τύλιγμα από την κουβέρτα». Ο ιατροδικαστής εκτίμησε ότι «ο χώρος δεν φάνηκε να ήταν καθαρισμένος ή σφουγγαρισμένος. Δεν μου έδωσε αυτήν την εντύπωση. Ήταν ένας φυσιολογικός χώρος εγκλήματος, δεν υπήρξε αλλοίωση».

Η τηλεόραση, μάρκας LG, βρέθηκε λίγες ώρες αργότερα, στα χέρια ενός νεαρού άνδρα που την είχε αγοράσει το προηγούμενο βράδυ από τον Κυριάκο Μαρκόπουλο, εγγονό της Ουρανίας Γερολύμου. Η σύνδεση με τον φόνο μοιάζει ξεκάθαρη και ο 26χρονος Κυριάκος συλλαμβάνεται. Μαζί του συλλαμβάνεται και η ετεροθαλής αδελφή του, Κατερίνα Βιδάλη. Οι αστυνομικοί υποψιάζονται ότι τα αδέλφια διέπραξαν μαζί το έγκλημα, με κίνητρο τη ληστεία. «Την σκότωσαν για μια… τηλεόραση! Και τα δύο εγγόνια οι δράστες» ήταν ο τίτλος του ρεπορτάζ στην εφημερίδα Δημοκρατική της Ρόδου, στις 5 Νοεμβρίου 2014: «Οι πρώτες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο ένας ρίχνει στον άλλο τις ευθύνες για το έγκλημα. Ο εγγονός, ισχυρίζεται ότι η αδερφή του μπήκε από το παράθυρο στο σπίτι με σκοπό να αφαιρέσει χρήματα. Όταν έγινε αντιληπτή από την γιαγιά της, η εγγονή την έσπρωξε, η άτυχη γυναίκα έπεσε με το πρόσωπο στο σίδερο του κρεβατιού, με αποτέλεσμα να προκληθεί το τραύμα στο κεφάλι. Τότε η αδερφή του, πήρε την τηλεόραση, την έβγαλε έξω από το διαμέρισμα και την πήρε εν συνεχεία ο αδελφός της για να την πουλήσει. Από την πλευρά της, η εγγονή δεν δέχεται καμία από τις παραπάνω κατηγορίες, υποδεικνύει ως δράστη τον αδερφό της ισχυριζόμενη ότι προσπαθούν να της επιρρίψουν το έγκλημα».

Τα δύο αδέλφια προφυλακίζονται, επιμένοντας ο καθένας για την αθωότητά του και την ενοχή του άλλου. Τον Φεβρουάριο του 2016 οδηγούνται στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Κω, κατηγορούμενοι για «κατά συναυτουργία ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, τελεσθείσα από κοινού και για κατά συναυτουργία ληστεία από κοινού». Στην Κω, στις 8 Φεβρουαρίου 2016, μετά το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας, ο εισαγγελέας προτείνει την απαλλαγή της 29χρονης γυναίκας και την ενοχή του αδελφού της. Το δικαστήριο όμως αθωώνει τον Μαρκόπουλο και κρίνει την Βιδάλη ένοχη για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και ληστεία. Της επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη συν δέκα χρόνια. Δεν της αναγνωρίζονται ελαφρυντικά. Η απόφαση του δικαστηρίου είναι ομόφωνη.

Η ιστορία της Κατερίνας

Όταν την επισκέπτομαι, στις γυναικείες φυλακές του Ελεώνα, έχουμε μιλήσει μόνο δυο φορές στο τηλέφωνο, από λίγα λεπτά κάθε φορά. Σχεδόν όλα όσα έχω έως τώρα διαβάσει είναι λόγια άλλων για την Κατερίνα Βιδάλη. Στην πραγματικότητα, έχω μόνο κάποιες σκόρπιες πληροφορίες για τη ζωή της όπως κυλούσε έως τον Νοέμβριο του 2014, όσα διάβασα στα ρεπορτάζ του ροδιακού Τύπου και ό,τι περιέχεται στη δικογραφία. Για όσα έχουν μεσολαβήσει από τη φυλάκισή της έως σήμερα, το μόνο που γνωρίζω είναι ότι σπουδάζει στο Τμήμα Φιλολογίας του πανεπιστημίου της Κρήτης. Όλα αυτά μαζί, δεν αρκούν για να σκιαγραφήσουν το πορτρέτο της.

Ντυμένη με τζιν και άσπρο πουκάμισο, η μικροκαμωμένη γυναίκα με τα μακριά καταστανοκόκκινα μαλλιά που μου δίνει το χέρι της, μοιάζει μικρότερη από τα 33 της χρόνια. Καθόμαστε απέναντι η μια στην άλλη, εκείνη στην άκρη της καρέκλας της, σχεδόν με επιφύλαξη, με τα πόδια της σφιχτά πλεγμένα και στα χέρια της ένα λεπτό, χάρτινο ντοσιέ. Όταν φύγω, το απόγευμα, θα πάει σε ένα δωμάτιο που έχουν παραχωρήσει οι φυλακές στις κρατούμενες σπουδάστριες, για να μελετούν. Η Κατερίνα είναι στο δεύτερο έτος των σπουδών της. «Με βάση τα μαθήματα, όχι την εγγραφή», μου εξηγεί. «Το 2011 πέρασα με Πανελλήνιες». Την περίοδο που ήταν ακόμη προφυλακισμένη, αποφάσισε να αρχίσει, ξανά, τις σπουδές της. Ονειρεύεται ότι μια ημέρα θα εργαστεί σαν φιλόλογος. «Έχω σιγουρευτεί πια ότι αυτό είναι το επάγγελμα που θέλω να κάνω», μου λέει και είναι η μοναδική φορά που θα χαμογελάσει, όση ώρα θα διαρκέσει η συζήτησή μας.

Η Κατερίνα Βιδάλη μου λέει την ιστορία της. «Γεννήθηκα το 1985 στην Κρήτη, αλλά μεγάλωσα στη Ρόδο. Όταν ήμουν ενός, οι γονείς μου χώρισαν και γύρισα με τη μητέρα μου στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς. Στην ουσία μαζί τους μεγάλωσα γιατί η μητέρα μου δούλευε. Σε διάφορες δουλειές», μου λέει. «Από ένα σημείο και μετά, και νύχτα». Όταν γέννησε την Κατερίνα, η Ανδρομάχη Γερολύμου ήταν μόλις 18 ετών.

Τρία χρόνια αργότερα, θα κάνει το δεύτερο παιδί της, ένα αγόρι. Η Ανδρομάχη και ο νέος της σύντροφος θα μείνουν για ένα πολύ μικρό διάστημα μαζί. «Εκείνη την περίοδο με πήρε μαζί της», συνεχίζει η Κατερίνα. «Μετά τον χωρισμό τους, όμως, εγώ επέστρεψα στη γιαγιά κι ο Κυριάκος έμεινε με τον πατέρα του, που αργότερα παντρεύτηκε κι έκανε κι άλλα παιδιά. Αλλά στην ουσία εμένα με μεγάλωνε η γιαγιά μου, και εκείνον η άλλη του γιαγιά». Τα σπίτια τους ήταν στην ίδια γειτονιά, απέχουν μόλις 5 λεπτά το ένα από το άλλο. Η Ανδρομάχη, στο μεταξύ, λείπει από τη Ρόδο για μεγάλα χρονικά διαστήματα. «Δούλευε σε διάφορα μέρη, κάποτε είχε μαγαζί δικό της στη Λευκάδα, μετά δούλευε σε διάφορα μπαρ». Η Κατερίνα αφηγείται ότι εκείνα τα χρόνια η μητέρα της ερχόταν να τη δει «κάθε μήνα, ή κάθε δεκαπέντε, ή με έπαιρνε η γιαγιά και με πήγαινε να τη δούμε».

Όταν ήταν παιδί, η Κατερίνα περνούσε περισσότερες ώρες στο σπίτι με τον παππού της, καθώς τον βιοπορισμό της οικογένειας είχε αναλάβει η Ουρανία Γερολύμου. «Ο παππούς ήταν ελαιοχρωματιστής, έκανε κι όλες τις οικοδομικές εργασίες, αλλά τα μεροκάματα ήταν ευκαιριακά. Η γιαγιά ήταν αυτή που κυρίως δούλευε. Λάντζα σε εστιατόρια, σε ξενοδοχεία. Μια περίοδο και σε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε σαπούνια... Ε, δύσκολες δουλειές η γιαγιά. Από ένα διάστημα και μετά πήρε αναπηρική σύνταξη». Η Ουρανία Γερολύμου έπασχε από επιληψία. Από μικρή η Κατερίνα κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι με τη γιαγιά της. «Κι όταν πάθαινε κρίσεις, ο παππούς μου είχε αναθέσει το καθήκον να τον ειδοποιώ. Τον ειδοποιούσα κι ερχόταν κι έδινε τις πρώτες βοήθειες». Θυμάται πως όταν ήταν παιδί, οι κρίσεις ήταν πολύ συχνές, ωστόσο τα τελευταία χρόνια είχαν αραιώσει σημαντικά.

Η Κατερίνα πρέπει να ήταν γύρω στα δέκα με δώδεκα όταν η μητέρα της αρχίζει να κάνει σκληρά ναρκωτικά. «Ηρωίνη. Μετά την πήρε η κάτω βόλτα, σε όλη την εφηβική μου ηλικία. Έμπαινε, έβγαινε από τη φυλακή. Μέχρι τα 18 μου έκανε χρήση». Η σχέση τους όμως ήταν πάντα στενή και ζεστή, παρόλα τα προβλήματα. Κάποια χρόνια έζησαν και μαζί. Κάποια στιγμή δοκίμασαν να μετακομίσουν στην Άμφισσα, όπου η Ανδρομάχη είχε μια σχέση. «Δεν ήταν καλή εμπειρία... Αποδείχτηκε βίαιος άνθρωπος, σύντομα χώρισαν και φύγαμε», ανακαλεί η Κατερίνα με δυσφορία. Στο μεταξύ, όμως, είχε καθυστερήσει την εγγραφή της στο σχολείο, με αποτέλεσμα να χάσει μια χρονιά.

Η γυναίκα που κάθεται απέναντί μου έχει αληθινή έγνοια να μου εξηγήσει ότι η Ανδρομάχη παρέμενε μια τρυφερή μητέρα παρά τα προβλήματα που της δημιουργούσε η εξάρτηση από τα ναρκωτικά, παρόλο τον πόνο που αναπόφευκτα προκαλούσε στην κόρη της. «Έφτασε ένα σημείο που της είπα ότι αν δεν τα κόψεις, δεν θα με ξαναδείς. Και τα έκοψε, το έκανε», αφηγείται και η φωνή της σπάει από τη συγκίνηση. «Αυτό είναι πολύ σπάνιο, πολύ δύσκολο να συμβεί». Κι όταν την χρειάστηκε, όταν δεν ήταν καλά, η μητέρα της ήταν εκείνη που πήγε στην Κρήτη για να είναι κοντά της. Και τώρα, μου λέει, πάλι εκείνη είναι το μοναδικό της στήριγμα, ο πιο κοντινός της άνθρωπος.

Η Κατερίνα έχει μόλις αρχίσει την Β’ Λυκείου όταν αποφασίζει να παρατήσει το σχολείο. Ενώ οι επιδόσεις της ήταν πάντα υψηλές. «Α, ναι, ήμουν πολύ καλή μαθήτρια. Πάντα. Έπαιρνα κάθε χρόνο αριστείο. Παρά τα προβλήματα στο σπίτι. Εντάξει, δεν είναι ό,τι πιο ευχάριστο για ένα παιδί να πηγαίνει στα κρατητήρια για να βλέπει τη μητέρα του». Όταν η Κατερίνα παρατά το σχολείο, η Ανδρομάχη είναι στις φυλακές του Κορυδαλλού και ο παππούς έχει πεθάνει. Κανείς δεν της φέρνει αντίρρηση, κανείς δεν δοκιμάζει να την μεταπείσει. Μου λέει ότι οι λόγοι της απόφασής της ήταν κυρίως βιοποριστικοί, ότι το εισόδημα της γιαγιάς της ήταν εξαιρετικά περιορισμένο, ότι ήθελε να έχει το χαρτζιλίκι της. «Δεν με ενδιέφερε και το αντικείμενο στο επαγγελματικό λύκειο». Ξαφνιάζομαι, για ποιο λόγο επέλεξε να πάει στο επαγγελματικό λύκειο, εφόσον όχι μόνο αγαπούσε τα θεωρητικά μαθήματα, αλλά ήταν κι αριστούχος; «Γνώριζα ότι για να πας στο Γενικό χρειάζονται ιδιαίτερα και φροντιστήρια». «Μα ήσουν πολύ καλή μαθήτρια», επιμένω. Η νεαρή γυναίκα με κοιτάζει αιφνιδιασμένη. Το σκέφτεται λίγο. «Από έλλειψη αυτοπεποίθησης;» αναρωτιέται. «Δεν είχα, ίσως, κάπου να στηριχτώ;»

Είναι 17 χρονών όταν πιάνει δουλειά σε ένα καφέ. Η αίσθηση της ανεξαρτησίας της αρέσει. Μπορεί, επιτέλους, να διαθέσει κάποια χρήματα για τον εαυτό της. Μερικούς μήνες αργότερα συνδέεται με έναν άνδρα αρκετά χρόνια μεγαλύτερό της. «Στην πραγματικότητα με τον Αντώνη κλεφτήκαμε, γιατί η μητέρα μου δεν τον ήθελε λόγω της διαφοράς ηλικίας. Είχε και μια αδυναμία στο ποτό. Εγώ δεν το έβλεπα, ήμουν πολύ ερωτευμένη». Και η γιαγιά της; «Η γιαγιά, έτσι κι αλλιώς δεν ήταν άτομο που θα επέβαλε την άποψή της, δεν ανακατευόταν. Αλλά όταν τον γνώρισε, τον συμπάθησε».

Τα λίγα χρόνια που κράτησε η σχέση με τον Αντώνη, η Κατερίνα εργαζόταν μόνο περιστασιακά. Είχε πια αρχίσει να θέλει να επιστρέψει στο σχολείο, αλλά ο σύντροφός της ήταν αρνητικός. Η Κατερίνα τότε ακόμη πίστευε ότι ο Αντώνης θα κόψει το ποτό και θα κάνουν οικογένεια. «Όταν είδα ότι αυτό δεν άλλαζε, αποφάσισα να χωρίσω».

Την ίδια εποχή είχε χωρίσει κι η πιο στενή της φίλη –ή σωστότερα, η μοναδική της φίλη. «Δεν υπήρξα ποτέ ιδιαίτερα κοινωνική», μου εξηγεί. Τα δυο κορίτσια απαντούν σε μια αγγελία για γκαρσόνες στην Κάρπαθο και φεύγουν παρέα. «Ήμουν ευχαριστημένη εκεί, ναι. Έμεινα δύο χρόνια». Στην Κάρπαθο θα συνδεθεί με έναν άνδρα που θα την ενθαρρύνει να επιστρέψει στο σχολείο. Η Κατερίνα θα γραφτεί στην Α’ Λυκείου. «Μετά τον χωρισμό μας, αποφάσισα να πάω στην Κρήτη για να συνεχίσω εκεί την επόμενη τάξη». Γιατί στην Κρήτη; Δεν ήθελε να επιστρέψει στη Ρόδο. Κι επιθυμούσε να γνωρίσει τον πατέρα της. «Δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ. Είπα στη μητέρα μου ότι ήθελα να τον δω και εκείνη μου είπε ας τον πάρουμε τηλέφωνο». Ο πατέρας της ανταποκρίθηκε. Ήρθε στο Ηράκλειο να την βρει, μαζί με τη σύζυγό του. «Έχω τρεις αδελφές, αλλά δεν τις γνώρισα ποτέ», λέει η Κατερίνα.

Στα 23 της πια, μένει μόνη της στο Ηράκλειο και πηγαίνει στο σχολείο. Χάρη στην παρότρυνση μιας καθηγήτριας που την έχει πείσει ότι οι επιδόσεις της παραείναι υψηλές για το ΕΠΑΛ, η Κατερίνα είναι πια στο Γενικό Λύκειο κι έχει βάλει στόχο τη Φιλοσοφική. Οικονομικά είναι δύσκολα, αλλά έχει μαζέψει κάποια χρήματα. «Με βοήθησε κι ο φίλος μου από την Κάρπαθο, ο πατέρας μου επίσης, για ένα διάστημα. Κι ερχόταν όποτε μπορούσε και με έβλεπε». Την ρωτάω αν τα πήγαιναν καλά. «Φυσικά υπήρχε το κενό, αλλά είχαμε αναπτύξει καλή σχέση». Η Κατερίνα κάνει μια παύση. Συνεχίζει την αφήγησή της κοιτώντας το πάτωμα, είναι φανερό ότι δυσκολεύεται πολύ. «Όταν συνέβησαν όλα αυτά τα τρομερά πράγματα, όταν τον πήρα τηλέφωνο μου είπε, “δεν ξέρω τι κάνατε εσύ κι ο αδελφός σου”. Μετά από αυτό, δεν τον ξαναπήρα, δεν υπάρχει λόγος», λέει και σκουπίζει τα δάκρυα που πλέον δεν μπορεί να συγκρατήσει.

Το καλοκαίρι του 2011, στα 26 της, η Κατερίνα δίνει πανελλήνιες. «Τελικά πήγα πολύ καλά. Μπήκα δεύτερη στο Τμήμα Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης», μου λέει με χαμηλή φωνή και πολύ συγκρατημένη περηφάνια. Μετακομίζει στο Ρέθυμνο για να είναι κοντά στη σχολή, αλλά η οικονομική της κατάσταση είναι σχεδόν απελπιστική. «Έψαχνα δουλειά αλλά δεν έβρισκα, ο πατέρας μου δεν μπορούσε να έρχεται να με βλέπει, δεν είχα χρήματα. Δυσκολεύτηκα, συνέβησαν διάφορα, ζορίστηκα πάρα πολύ». Ο γιατρός διέγνωσε βαριά κατάθλιψη και της χορήγησε αγωγή. Παίρνει την απόφαση να γυρίσει στη Ρόδο. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι σε θέση να εργαστεί ώστε να καταφέρει να καλύψει τα έξοδά της. Και προφανώς δεν μπορεί να παρακολουθήσει τα μαθήματα. Στη Ρόδο, μου εξηγεί, θα γλίτωνε το ενοίκιο.

Έτσι, το καλοκαίρι του 2012, επιστρέφει στο σπίτι στου Ασγούρου. Στο ίδιο οικόπεδο είναι χτισμένα άλλα δύο σπίτια: του θείου της, που είναι μετανάστης στην Φινλανδία, και της γιαγιάς της, κοντά στην οποία έχει μεγαλώσει.«Τον Φεβρουάριο του 2013, η μητέρα μου ξαναμπαίνει στη φυλακή για μια παλιά υπόθεση. Είχε αμελήσει να παρουσιαστεί, γιατί είχε έρθει στην Κρήτη. Έμεινε μέσα δυο χρόνια. Όταν έβγαινε, ήμουν εγώ στη φυλακή», λέει.

Μια δύσκολη επιστροφή

Τα Χριστούγεννα του 2012, η Ουρανία Γερολύμου παθαίνει εγκεφαλικό. Η ηλικιωμένη γυναίκα δυσκολεύεται να περπατήσει και να αυτοεξυπηρετηθεί και η κόρη κι η εγγονή της την παίρνουν στο σπίτι τους. «Η μητέρα μου τότε, ίσως επειδή πιέστηκε ψυχολογικά, ίσως για κάποιους άλλους λόγους, πήγε στον ψυχίατρο και της έγραψε κάποια φάρμακα. Αλλά δεν είναι ότι πήρε φάρμακα, τα πήρε σε μεγάλη ποσότητα». Αυτό έγινε η αφορμή για να ξεσπάσει ανάμεσα τους μεγάλος καβγάς. «Ήμουν εναντίον όλων των χαπιών γιατί της αλλοίωναν τη συμπεριφορά. Ήρθα σε αντιπαράθεση μαζί της, κι εκείνη μας έδιωξε από το σπίτι, κι εμένα και τη γιαγιά». Οι δυο γυναίκες μετακομίζουν στο διπλανό σπίτι, που ανήκει στον γιο της Ουρανίας, Λευτέρη, επειδή είναι σε λίγο καλύτερη κατάσταση. Λίγο καιρό αργότερα η Ανδρομάχη μπαίνει στη φυλακή. «Όταν ήρθαν και πήραν τη μητέρα μου, μείναμε πια εγώ με τη γιαγιά. Κάποια στιγμή κατέβηκε από την Φινλανδία ο θείος μου», συνεχίζει η Κατερίνα.

Στο δικαστήριο, ο Λευτέρης Γερόλυμος κατέθεσε ότι όταν κατέβηκε από τη Φινλανδία για να δει τη μητέρα του, δεν έμεινε ικανοποιημένος από τη συμπεριφορά της ανιψιάς του και από τη φροντίδα που έδειχνε στη γιαγιά της: «Όταν ήμουν εκεί, μου είπε η Κατερίνα, αφού την πίεσα, “Είμαι ελεύθερη, μαζεύω τα ρούχα μου και φεύγω. Πρόσεχε τη μάνα σου, φρόντισέ την”. Έτσι έφυγε, άφησε τη γιαγιά μόνη. Αναγκάστηκα και πήρα τηλέφωνο ένα φίλο μου και πλήρωνα τη γυναίκα του για τρεις μήνες, ως τον Απρίλιο του 2013 που κατέβηκα ξανά, για να προσέχει τη μάνα μου. Τελικά, σιγά-σιγά η γιαγιά συνήλθε και με φυσικοθεραπείες ήταν πάλι εντάξει. Έμεινε μόνη της στο σπίτι της και δίπλα έμενε μόνη της η Κατερίνα αφού η μάνα της ήταν στη φυλακή. Τα πράγματα ήταν ήρεμα και το φθινόπωρο του 2013, η Κατερίνα ξαναγύρισε στη γιαγιά. H Κατερίνα ήταν νευρική και αντιμιλούσε σε μένα και τη γιαγιά της. Είναι αλήθεια ότι της έλεγα πολλά για όσα γίνονταν. Ήταν και το θέμα του χρήματος. Η Κατερίνα δεν είχε μια δουλειά σταθερή». Ο Λευτέρης Γερόλυμος θεωρούσε βέβαιο ότι η μητέρα του πλήρωνε για τα τέσσερα πακέτα τσιγάρα την ημέρα που κάπνιζε η Κατερίνα.

Πριν δώσει τη δική της εκδοχή, η Κατερίνα μου λέει ότι ο θείος της είναι λίγο νευρικός, ότι πάνω στα νεύρα του πολλές φορές μιλάει άσχημα, ότι μπορεί να βρίσει. «Από ένα μικροπράγμα, από το τόσο δα, εξαγριώνεται και μιλάει άσχημα. Εγώ δεν ανεχόμουν πια τέτοιες συμπεριφορές και του είπα ότι πρέπει να μου μιλάει καλύτερα. Ότι είμαι ελεύθερη, βάζω τα πράγματά μου σε μια βαλίτσα και φεύγω», συνεχίζει. «Και πού θα πήγαινα; Σχήμα λόγου ήταν, ήθελα να καταλάβει απλώς ότι πρέπει να μου φέρεται καλύτερα». Αλλά ο θείος της την διώχνει και αναθέτει σε μια κυρία να έρχεται δυο φορές την εβδομάδα για να βοηθάει τη μητέρα του. «Όμως όλα εγώ τα έκανα για τη γιαγιά, κάθε μέρα. Εγώ ήμουν κοντά της, εγώ της έδινα τα φάρμακά της. Ποτέ δεν την άφησα», επιμένει. Το μόνο, μου λέει, που έκανε ήταν να διεκδικήσει στα 28 της χρόνια μια καλύτερη συμπεριφορά.

Και οι ισχυρισμοί του θείου της ότι η γειτονιά του έλεγε ότι η Κατερίνα μιλούσε άσχημα στη γιαγιά της; Ότι την έβριζε γιατί η ηλικιωμένη γυναίκα της ζητούσε να σκουπίσει; Η Κατερίνα επιμένει ότι τίποτε από αυτά δεν ισχύει. Ότι θα μπορούσαν να πάρουν τις καταθέσεις όλης της γειτονιάς, «με ξέρουν από παιδί, ξέρουν πόσο αγαπούσα τη γιαγιά μου. Μπαινόβγαινα στα σπίτια τους, με εμπιστεύονται και με αγαπούν». Στο δικαστήριο, πάντως, δεν κλήθηκε να καταθέσει κανείς από τους γείτονες έτσι ώστε να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει όσα ο Λευτέρης Γερόλυμος είπε ότι συνέβαιναν όσο εκείνος βρισκόταν στη Φινλανδία. «Ταιριάζαμε με τη γιαγιά μου, της άρεσε ο δρόμος που είχα πάρει. Με επαινούσε για τον χαρακτήρα μου και με αποδεχόταν πλήρως», μου λέει η Κατερίνα.

Για όσο διάστημα δεν εργαζόταν, η Κατερίνα ήταν ολοκληρωτικά εξαρτημένη οικονομικά από την γιαγιά της. Με τα 500 ευρώ της σύνταξής της, η Ουρανία Γερολύμου ζούσε τις δυο τους, ενώ κάθε μήνα έστελνε και 50 ευρώ στην Ανδρομάχη. Πέρασε αρκετός καιρός προτού η Κατερίνα αισθανθεί ικανή να αναζητήσει εργασία. «Κάποια στιγμή, ακόμη κι αν φοβάσαι, πιέζεσαι, είναι κι η ανάγκη... Έτσι έπιασα δουλειά σε ένα σουβλατζίδικο που είχα δουλέψει και παλιότερα. Δούλεψα για λίγο, σταμάτησα, ξανάρχισα. Δούλευα κάθε μέρα, αλλά έπρεπε να πηγαίνω με το μηχανάκι μου και κάποια στιγμή κατάλαβα ότι υπολογίζοντας τα λεφτά για τη βενζίνη και τα τσιγάρα μου, δεν είχε νόημα. Μετά από λίγους μήνες τα παράτησα. Εκεί έπιναν κιόλας, έλεγαν καμιά χοντράδα, δεν μου άρεσε». Βάζει αγγελία στην εφημερίδα ότι καθαρίζει σπίτια. Παίρνει 5 ευρώ την ώρα. Αυτή η δουλειά της αποφέρει γύρω στα 250 ευρώ το μήνα, όσα χρειαζόταν, μου λέει. Ίσα ίσα για τα τσιγάρα της και κανένα μικροέξοδο. Τα έξοδα του σπιτιού τα είχε αναλάβει η γιαγιά της.

«Δεν είχες παρέες, δεν έβγαινες;» ρωτάω. Όχι, δεν έβγαινε, καθόλου. Η Κατερίνα μου λέει ότι δεν ήθελε να βγαίνει. «Είμαι σπιτόγατος. Καθόμουν μέσα και πολύ συχνά ερχόταν ο αδελφός μου με την κοπέλα του. Μέχρι που άρχισαν να χάνονται πράγματα», λέει. Τον Ιούνιο του 2014, εξαφανίζεται ένας μικρός ηλεκτρονικός υπολογιστής που είχε φέρει ο Λευτέρης Γερόλυμος στη μητέρα του για να μιλάνε στο skype. Ίχνη παραβίασης δεν υπάρχουν. Εκείνη την ημέρα στο σπίτι βρίσκονταν ο Κυριάκος Μαρκόπουλος με τη φίλη του, η γιαγιά ήταν στη γειτόνισσα. Η Κατερίνα εικάζει ότι η κλοπή έγινε κάποια στιγμή που εκείνη και η φίλη του Κυριάκου πήγαν στο περίπτερο, όσο ο Κυριάκος έπαιζε πόκερ στο δικό της κομπιούτερ. «Κλειδιά των δυο σπιτιών είχα μόνο εγώ, και τα είχα περασμένα σε ένα μπρελόκ, πάνω στην πόρτα». Όταν η γιαγιά της κατάλαβε ότι έλειπε το κομπιούτερ, ο νους της πήγε στον Κυριάκο, με τον οποίο η ηλικιωμένη δεν είχε ποτέ στενές σχέσεις. Η Ουρανία Γερολύμου, όπως ο γιος της, δεν ήθελαν να έρχεται ο νεαρός άνδρας στο σπίτι, δεν τον εμπιστεύονταν. Ο θείος του κατέθεσε: «Δεν είχα καλές σχέσεις με τον Κυριάκο. Ακουγόταν ότι έκλεβε. Τον είχαν πιάσει για επτά δέντρα και ναρκωτικά κι ήταν έξω με αναστολή. Έλεγα στην Κατερίνα “πρόσεξε τον αδελφό σου, αυτός ο άνθρωπος θα σε κλείσει στη φυλακή”».

Όταν χάθηκε ο υπολογιστής, η Κατερίνα δεν υποψιάστηκε στον αδελφό της; «Πήγε ο νους μου, γιατί λίγο καιρό νωρίτερα είχαν χαθεί και 200 ευρώ που είχα μαζέψει για να πάρω κινητό. Τέλος πάντων... Για το κομπιούτερ, όμως, τον πήρα και τον ρώτησα. Μου λέει, “μα θα άφηνα το πόκερ να πάω να πάρω το κομπιούτερ της γιαγιάς;” Σκέφτηκα μήπως μου έλεγε αλήθεια, γιατί ο θείος και η γιαγιά όλο τον κατηγορούσαν. Ορκιζόταν και τον πίστευα, τι να κάνω; Τον αγαπούσα. Εγώ δεν είχα παρέες. Και στην αρχή δεν ήμουν καλά ψυχολογικά, έκλαιγα πολύ, φοβόμουν», περιγράφει κι η φωνή της σπάει πάλι, σχεδόν κλαίει. «Ερχόταν εκείνος με την φίλη του, την Βαλασία, και βλέπαμε ταινίες. Ξεχνιόμουν. Μου έδινε χαρά η παρουσία του και η αγάπη που μου έδειχνε. Κι όχι μόνο αυτό –το πονούσα αυτό το παιδί, γιατί είχε κι αυτός στερηθεί τη μάνα του». Η Κατερίνα με κοιτάζει. «Μου έλεγαν όλοι διώχτον, θα σε βάλει σε μπελάδες, κλέβει. Αλλά τι να κάνω; Να τον απορρίψω κι εγώ;» Δεν μπορούσε να του κλείσει την πόρτα. Απλώς θα ήταν πιο προσεκτική.

Ο θείος της, όμως, δεν συμμεριζόταν τα αισθήματά της. Εάν εκείνη ήθελε να βάζει στο σπίτι της τον Κυριάκο, δεν θα είχε πια κλειδιά για το σπίτι της γιαγιάς της, να πήγαινε να μείνει στο σπίτι της μάνας της. Ο Λευτέρης Γερόλυμος άλλαξε τις κλειδαριές και είπε στη μητέρα του να μην δώσει πουθενά το δεύτερο κλειδί. Πράγματι, το δεύτερο κλειδί το βρήκε ο ίδιος εκεί που η άτυχη γυναίκα τού είχε πει πως το κρατούσε κρυμμένο. Η Κατερίνα υποδέχτηκε την απόφαση του θείου της με ανακούφιση –τώρα δεν θα χρειαζόταν πια να ανησυχεί μήπως κάτι χαθεί κι έχει εκείνη την ευθύνη. Πήγαινε στη γιαγιά της το πρωί για να πιουν μαζί καφέ, κι έπειτα πάλι το μεσημέρι. Το απόγευμα, μεταξύ 4 με 5 μ.μ., η Ουρανία Γερολύμου πήγαινε επίσκεψη στη γειτόνισσα. Και το βράδυ, μετά τις 8 μ.μ., κλείδωνε το σπίτι κι έβαζε το κλειδί πίσω από την πόρτα.

«Εγώ το έκανα, ευχαριστήθηκες τώρα;»

Ο Κυριάκος συνελήφθη στις 4 Νοεμβρίου. «Είχαμε πληροφορίες ότι ο Μαρκόπουλος προσπαθούσε να πουλήσει μια τηλεόραση σε χαρτοπαικτική λέσχη», κατέθεσε ο αστυνομικός Μανώλης Μαρκόπουλος [δεν υπάρχει συγγένεια ανάμεσα στον αστυνομικό και τον Κυριάκο]. Η πληροφορία της αστυνομίας προερχόταν από την ιδιοκτήτρια της χαρτοπαικτικής λέσχης στην οποία σύχναζε, αλλά και εργαζόταν περιστασιακά, ο εγγονός της δολοφονημένης. Η γυναίκα είπε στην Αστυνομία ότι στις 3 Νοεμβρίου ο νεαρός άνδρας αναζητούσε αγοραστή για μια τηλεόραση μάρκας LG. Ήταν γνωστό ότι ο Κυριάκος πουλούσε συχνά προσωπικά του αντικείμενα για να ξεπληρώνει τα χρέη του από τον τζόγο. «Όταν συλλάβαμε τον Μαρκόπουλο στην αρχή δεν έλεγε τίποτε, δεν μιλούσε. Από τη λέσχη μάθαμε ποιος την αγόρασε...» Η τηλεόραση βρέθηκε στο σπίτι του Ιωάννη Σταυλά, ο οποίος την είχε αγοράσει με τη μεσολάβηση του κοινού φίλου τους, Παναγιώτη Τυράκ. Σταυλάς και Τυράκ δικάστηκαν τον Φεβρουάριο του 2016 για αποδοχή και διάθεση προϊόντος εγκλήματος και αθωώθηκαν.

Ο αστυνομικός Μανώλης Μαρκόπουλος δήλωσε ότι λίγο μετά τη σύλληψή του, ο Κυριάκος αυθόρμητα παραδέχθηκε την ενοχή του: «Μάλιστα μου είπε συγκεκριμένα, “εγώ το έκανα, ευχαριστήθηκες τώρα;” Μετά τα αρνήθηκε όλα και έλεγε ότι το έκανε η αδελφή του». Ο αστυνομικός κατέθεσε ότι οι λόγοι προσαγωγής της Κατερίνας είχαν να κάνουν με τη συμπεριφορά της. «Το κλάμα της Βιδάλη ήταν πολύ προσποιητό, πολύ κλάμα. Φαινόταν να είναι θέατρο», είπε.

Εκείνο που κρίθηκε ύποπτο ήταν το γεγονός ότι στον πάγκο της κουζίνας, στο ύψος του παράθυρου, από το οποίο η γυναίκα υποτίθεται ότι σκαρφάλωσε για να μπει στο σπίτι, δεν έδειχναν να έχουν μετακινηθεί τα σκεύη που λογικά θα της εμπόδιζαν την είσοδο. «Ίσως η Σήμανση δεν έκανε καλά τη δουλειά της», λέει η Κατερίνα, καθώς κάθεται απέναντι μου, στις φυλακές του Ελεώνα. Κατά τη γνώμη της, υπήρχε ο απαραίτητος χώρος για να πατήσει κάποιος χωρίς να χρειαστεί να κουνήσει κάποιο αντικείμενο. Επίσης, βρέθηκαν αποτσίγαρα με το γενετικό υλικό της σε ένα τασάκι στο υπνοδωμάτιο, όπως και στο κοντάρι της σφουγγαρίστρας. Μα αν δεν είχε τελικά σφουγγαριστεί ο χώρος γύρω από το πτώμα, τι σημασία είχε αυτό, τη στιγμή που ήταν γνωστό ότι η Κατερίνα μπαινόβγαινε καθημερινά στο σπίτι της γιαγιάς της;

Γεγονός είναι, πάντως, ότι στο δικαστήριο ο αστυνομικός Μανώλης Μαρκόπουλος παραδέχθηκε ότι ένας συνάδελφός του κατά λάθος μετακίνησε μια γόβα, που ανήκε στην Κατερίνα, από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Να σημαίνει αυτό ότι υπήρξαν κι άλλες απροσεξίες κατά τη διάρκεια των πρώτων ωρών μετά την εύρεση του θύματος; Μπορεί και όχι, βεβαίως.

Η εκδοχή της Κατερίνας

Η τελευταία φορά που η Κατερίνα είδε ζωντανή τη γιαγιά της, ήταν το απόγευμα της 3ης Νοεμβρίου 2014. Της είχε ζητήσει 1 ευρώ για να αγοράσει μια λάμπα. «Γυρνώντας από το σούπερ μάρκετ, πήγα σπίτι μου και κάθισα να διαβάσω, διάβαζα Όμηρο, από μετάφραση τότε. Έβαλα να ακούσω Ράδιο Λυχνάρι. Παρατήρησα ότι όλα τα τραγούδια μιλούσαν για τη θάλασσα. Τέλος πάντων, άκουγα τη μουσική μου, διάβαζα κι έκανα τις σημειώσεις μου. Κάποια στιγμή εμφανίζεται στο σπίτι μου ο Κυριάκος, για να μου ζητήσει το μηχανάκι μου, ένα 50αράκι, για να πάει να πάρει τη φίλη του. Υπολογίζω ότι πρέπει να ήταν γύρω στις 9 μ.μ. Αλλά δεν φοράω ρολόι, δεν μπορώ να μιλήσω με απόλυτη ακρίβεια. Του έδωσα το κλειδί, αλλά λίγα λεπτά αργότερα γύρισε πίσω και είπε ότι το μηχανάκι δεν έπαιρνε μπρος. Φεύγοντας μου είπε ότι θα ξαναρχόταν αργότερα. Πράγματι ήρθαν με τη Βαλασία περίπου μιάμιση ώρα αργότερα. Και πέντε λεπτά μετά, ο Κυριάκος με ρωτάει αν μπορεί να πει και στον φίλο του τον Παναγιώτη να έρθει, για να παίξουμε χαρτιά». Η Κατερίνα απάντησε καταφατικά. Οι τρεις τους έμειναν στο σπίτι της περίπου μισή ώρα, μέχρι που τηλεφώνησαν στον Κυριάκο από τη χαρτοπαικτική λέσχη να πάει για δουλειά. «Όταν έφυγαν, κι επειδή μου είχαν πια τελειώσει τα τσιγάρα, έπεσα για ύπνο», λέει, εξηγώντας μου ότι το μόνο της πάθος είναι αυτό: το τσιγάρο και ο καφές. «Δεν μπορούσα να κάτσω να διαβάσω χωρίς τσιγάρο».

Πρέπει να ήταν λίγο μετά τη 1 π.μ., όταν ο Κυριάκος και η Βαλασία επέστρεψαν στο σπίτι της Κατερίνας. «Ήρθαν και μου έλεγαν κάτι προσωπικά τους, κάναμε δύο τσιγάρα κι έφυγαν», θυμάται. Το επόμενο πρωί, η Κατερίνα παίρνει τον καφέ της και πάει στο σπίτι της γιαγιάς της, αυτή ήταν η καθημερινή τους συνήθεια. Όμως βρίσκει την πόρτα κλειδωμένη. «Το μυαλό μου πήγε στο κακό. Γιατί πάντα η γιαγιά όταν ξυπνάει ανοίγει την πόρτα, φτιάχνει τον καφέ της και με περιμένει», συνεχίζει την αφήγησή της, μιλώντας ξαφνικά στον ενεστώτα. Η πρώτη σκέψη της είναι ότι μπορεί η Ουρανία Γερολύμου να έχει πάθει κρίση ή να έχει πέσει. «Δεν πρόσεξα ότι το παράθυρο του μπάνιου ήταν παραβιασμένο. Είδα, όμως, ανοιχτό το παράθυρο της κουζίνας. Πήγα γύρω γύρω το σπίτι και κοίταξα από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας. Βλέπω το σπίτι ψαγμένο, την τηλεόραση να λείπει... Και λέω μάλλον την κλέψανε τη γιαγιά».

Η Κατερίνα ανακαλεί τώρα τις σκέψεις που έκανε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα: Αν η γιαγιά της είχε πάει στη γειτόνισσα και οι κλέφτες μπήκαν μέσα όσο έλειπε, το σκηνικό έβγαζε νόημα. «Η γιαγιά πήγαινε στη γειτόνισσα, την κ. Σιντικά, και πρωί και απόγευμα. Αλλά το πρωί πήγαινε συνήθως μετά τις 11 π.μ., αφού είχαμε πιει τον καφέ μας. Πάω στο σπίτι της γειτόνισσας, δεν καθόντουσαν έξω. Πάω στην κουζίνα, μόνη της η κ. Σιντικά. Λέω, “θεία, η γιαγιά μου δεν είναι εδώ;” Είχε σφιχτεί η καρδιά μου. “Την κλέψανε”, της λέω. Λέω, μάνα, βρίσκεται σε κίνδυνο». Η Κατερίνα αρχίζει να τρέχει πίσω προς το σπίτι με τη σκέψη ότι η γιαγιά της θα είναι δεμένη και φιμωμένη, «όπως βλέπουμε στην τηλεόραση». Όταν σκαρφαλώνει στο παράθυρο της κουζίνας, το μυαλό της δεν έχει πάει στη χειρότερη εκδοχή.

«Μπαίνοντας στο υπονοδωμάτιο, το βλέμμα μου κάνει ένα γύρο και ξαφνικά βλέπω τα πόδια της. Την είχαν σκεπασμένη με κουβέρτα, κι ήταν τα πόδια της... Την είδα κάτω». Η Κατερίνα είναι εμφανώς ταραγμένη. Περιμένω μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της. Για να είναι κλειδωμένη η πόρτα, σκέφτηκε, σημαίνει ότι οι ληστές είχαν μπει στο σπίτι το προηγούμενο βράδυ. Κι αν ήταν έτσι, τόσες ώρες κάτω, θα ήταν νεκρή. «Ή μήπως υπάρχει μια πιθανότητα να είναι λιπόθυμη; Πήγα, έπιασα το μαξιλάρι από την άκρη, από εδώ, έτσι», μου λέει αναπαριστώντας τις κινήσεις που έκανε. «Είχε κουβέρτα και μαξιλάρι, μαξιλάρι και κουβέρτα, δεν θυμάμαι. Από το σοκ που έπαθα μόλις είδα την εικόνα, δεν θυμάμαι». Η Κατερίνα Βιδάλη έντρομη πια, καλεί την αστυνομία, έπειτα ξεκλειδώνει την πόρτα και βγαίνει τρέχοντας στο δρόμο. «Οι αστυνομικοί είπαν ότι έκλαιγα υπερβολικά κι αυτό ήταν ένδειξη ότι κλαίω ψεύτικα. Δηλαδή πώς έπρεπε να αντιδράσω; Με την ψυχραιμία του αστυνόμου;», με ρωτάει.

Μαρτυρίες, ασάφειες και κάποιες βεβαιότητες

Σε δύο διαδοχικές καταθέσεις του, ο Παναγιώτης Τυράκ βεβαίωσε ότι το απόγευμα της 3ης Νοεμβρίου 2014, ο Κυριάκος του είπε ότι αναζητούσε αγοραστή για μια τηλεόραση 32’’, μάρκας Samsung. Ζητούσε για αυτήν 200 ευρώ. Ο Τυράκ ενημέρωσε τον φίλο του Γιάννη Σταυλά, που ήθελε μια συσκευή για το καινούργιο του σπίτι. Συμφώνησαν στα 150 ευρώ. Ο Τυράκ θα παραλάμβανε την Samsung από τον Κυριάκο, για να την δώσει στον Σταυλά. Στη συνέχεια θα έδινε τα χρήματα στον Κυριάκο. Η συμφωνία κλείστηκε στη χαρτοπαικτική λέσχη. «Στις 10 μ.μ. φύγαμε από τη λέσχη μαζί με τον Κυριάκο, χωρίς όμως τη Βαλασία» κατέθεσε ο Τυράκ. «Εγώ νόμιζα ότι θα πηγαίναμε στο σπίτι του, αλλά στη διαδρομή μου είπε ότι θα πάμε στο σπίτι της Κατερίνας, όπου και πήγαμε. Εγώ περίμενα έξω από το σπίτι, στο δρόμο, δίπλα στα σκουπίδια. Αυτός κατευθύνθηκε προς το σπίτι της αδελφής του και ενώ μου είπε να τον περιμένω 5 λεπτά, αυτός έκανε 40 να γυρίσει». Όταν ο Κυριάκος επέστρεψε με μια τηλεόραση, του είπε να φύγουν και φαινόταν αγχωμένος. «Άσε, τα έχω κάνει σκατά», είπε.

Αργότερα την ίδια νύχτα, και αφού είχε παραδώσει την τηλεόραση στον Σταυλά, ο Τυράκ πήγε στον σπίτι της Κατερίνας όπου τον περίμενε ο Κυριάκος για να πληρωθεί. «Όταν πήγα στο σπίτι της αδελφής του ήταν αγχωμένος όπως και πριν και μου είπε να μην πω τίποτε για την τηλεόραση», κατέθεσε ο Τυράκ, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι δεν πήγε ο νους του ότι η τηλεόραση ήταν κλεμμένη. Γιατί; Διότι ο Μαρκόπουλος «παίζει τζόγο και πολλές φορές έχει πουλήσει πράγματα δικά του για να βρει λεφτά». Στη συνέχεια, πάντως, κατέθεσε ότι ένα κινητό Samsung το οποίο είχε αγοράσει από τον Κυριάκο, αποδείχτηκε ότι ανήκε τελικά στην φίλη του, Βαλασία Νικάκη. Στο δικαστήριο, το 2016, ο Τυράκ παρέστη μέσω του πληρεξούσιου δικηγόρου του. Ως μάρτυρας υπεράσπισής του, κατέθεσε η μητέρα του, Ροδάνθη Βαμβακά, η οποία επέμεινε ότι ο γιος της δεν κατάλαβε πως η συσκευή ήταν κλεμμένη, παρόλο που δεν ήταν Samsung όπως αρχικά διαφήμιζε ο Κυριάκος, αλλά LG. «Μετά βεβαιότητας λέω ότι ο Κυριάκος είπε στο γιο μου “τα έχω κάνει σκατά” κι έτρεμε το χέρι του όταν άναβε τσιγάρο», είπε η Βαμβακά.

Ενώ ο Παναγιώτης Τυράκ ανέφερε ότι έφυγε από τη λέσχη για το σπίτι της Κατερίνας γύρω στις 10 μ.μ., υπάρχει ένας μάρτυρας, γείτονας της Ουρανίας Γερολύμου, ο οποίος κατέθεσε ότι στις 9.30 μ.μ. είδε ένα μικρό, κόκκινο Fiat σταθμευμένο στη μέση του δρόμου που οδηγεί στο σπίτι της Γερολύμου. Ο οδηγός ήταν καθισμένος μέσα και μόλις διαπίστωσε ότι εμποδίζει τη διέλευση, μετακίνησε το αυτοκίνητο λίγα μέτρα παρακάτω, σε ένα άνοιγμα. Όπως διαπιστώθηκε, αυτό ήταν το αυτοκίνητο του Τυράκ. Στο μεταξύ, η ιδιοκτήτρια της χαρτοπαικτικής λέσχης, Σταυρούλα Καλογεροπούλου, στην οποία σύχναζε ο Κυριάκος, κατέθεσε ότι τον είδε εκεί «στο χρονικό διάστημα μεταξύ 6.30 και 9.30 μ.μ., ώρα ακριβώς δεν θυμάμαι», οπότε και της είπε ότι αναζητούσε αγοραστή για μια τηλεόραση LG, τονίζοντάς της ότι δεν είναι κλεμμένη. «Εγώ είχα πιστέψει ότι η τηλεόραση ήταν σίγουρα κλεμμένη, γιατί ο Κυριάκος ήταν μπλεγμένος», είπε η Καλογεροπούλου, προσθέτοντας ότι του είχε απαγορεύσει να πηγαίνει γιατί παλιότερα είχε βάλει την φίλη του να κλέψει το κινητό ενός πελάτη. Μόνο κατ’ εξαίρεση, του πρότεινε εκείνο το βράδυ να δουλέψει, γιατί είχε έρθει και της ζητούσε χρήματα.

Η εκδοχή του Κυριάκου

«Τα ρίχνουν πάνω μου γιατί έχω κάνει λάθη στη ζωή μου», δήλωσε κατά την απολογία του στο δικαστήριο ο Κυριάκος Μαρκόπουλος, λέγοντας ότι στο παρελθόν είχε κλέψει κάτι αλουμίνια. «Εγώ από εννέα μηνών είμαι με τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου πίνει αλλά είναι πάντα δίπλα μου. Εγώ μητέρα δεν γνώρισα». Εξήγησε ότι ζήτησε από τον πατέρα του να μην εμφανιστεί στη δίκη διότι είχε περάσει έμφραγμα. «Δυστυχώς πατάνε στο παρελθόν μου. Όλοι εδώ μέσα λένε ψέματα», διαμαρτυρήθηκε, πριν δώσει την δική του εκδοχή για τη νύχτα του φόνου.

Σύμφωνα με την εκτίμησή του, εκείνο το βράδυ η αδελφή του μπήκε στο σπίτι της Ουρανίας Γερολύμου για να πάρει χρήματα. «Εμένα μου είπε, “Μπήκα στο σπίτι της γιαγιάς για να ψάξω και η γιαγιά ξύπνησε και πήγε να ανάψει το φως. Εγώ φοβήθηκα, την έσπρωξα και αυτή χτύπησε στο σίδερο του κρεβατιού και λιποθύμησε. Η τηλεόραση είναι έξω”. Στις 8.30 μ.μ. η τηλεόραση ήταν έξω». Το μόνο που δεν την ρώτησε, ήταν γιατί μπήκε από το παράθυρο, τη στιγμή που είχε αντικλείδι. «Κόβω το χέρι μου ότι κλειδιά υπήρχαν. Αν μας έλειπε ζάχαρη ή γάλα, η Κατερίνα πήγαινε κι έπαιρνε από τη γιαγιά. Εκεί ήμουν και τα έβλεπα. Δεν γινόταν να μην είχε αντικλείδι».

Κατά τον Μαρκόπουλο, η Κατερίνα του είπε να πάει να πάρει και το τηλεκοντρόλ, πράγμα που εκείνος αρνήθηκε, φοβούμενος ότι η γιαγιά του –την οποία φανταζόταν, είπε, λιπόθυμη– μπορεί να ανακτούσε τις αισθήσεις της και να τον έβλεπε. Αφού του ζήτησε να πάρει και το τηλεκοντρόλ, η Kατερίνα στη συνέχεια υποτίθεται τον παρακάλεσε να πάρει την τηλεόραση και να την σπάσει, να την εξαφανίσει. Αντί γι’ αυτό, κατέθεσε ο Κυριάκος, εκείνος είδε αίφνης μπροστά του μια ευκαιρία: αντί να πουλήσει τη δική του, θα πουλούσε την τηλεόραση της γιαγιάς. Πήγε και πήρε τη συσκευή από το σημείο στο οικόπεδο που του είχε υποδείξει η Κατερίνα και την παρέδωσε στον φίλο του. «Αυτή ήξερε ότι θα βρουν την τηλεόραση σε μένα και η ευθύνη θα πήγαινε πάνω μου», σχολίασε, υπονοώντας ότι η αδελφή του πήγε να τον παγιδεύσει. Ο Μαρκόπουλος διαψεύδει τον Τυράκ σχετικά με την 40λεπτη καθυστέρησή του, ενώ δεν δίνει καμιά εξήγηση για τη φράση «άσε, τα έχω κάνει σκατά», που φέρεται να του είπε.

Και η αυθόρμητη ομολογία του, για την οποία είχε καταθέσει ο αστυνομικός Μανώλης Μαρκόπουλος; «Εκείνες τις ώρες ταλαιπωρούσαν την κοπέλα μου, τους φίλους μου, αγανάκτησα κι είπα ότι θα τα πάρω όλα επάνω μου», ισχυρίστηκε, προσθέτοντας ότι ο αστυνομικός «ήταν αυτός που μου άνοιξε τα μάτια και μου είπε “Είσαι τρελός; Θα πάρεις πάνω σου ισόβια;”. Μετά φώναξαν και την Κατερίνα. Άριστη είναι, έξυπνη, όμως τότε δεν ήταν καλά. Εγώ της είπα “Εσύ έχεις ελαφρυντικά. Ό,τι ξέρεις, πες το” και αυτό που έκανε αυτή ήταν να γυρίσει να με φτύσει. Τότε είπα κι εγώ, θα πάρω το δρόμο μου. Και τώρα κατηγορούμαι για ένα φόνο που δεν έχω κάνει. Εγώ δεν μεγάλωσα σωστά, δεν είχα μητέρα. Ήρθε η άλλη τώρα για να δείξει ότι είναι το σπουδαίο παιδί που πέρασε με άριστα στο πανεπιστήμιο». Όμως υπάρχει ένα στοιχείο που είναι αδιαμφισβήτητο: Στη μαξιλαροθήκη που βρέθηκε πάνω στο πολτοποιημένο πρόσωπο της 69χρονης γυναίκας, υπάρχει το γενετικό υλικό του Κυριάκου Μαρκόπουλου. Πώς βρέθηκε εκεί; Ο ίδιος έχει μια ερμηνεία: Είχε κοιμηθεί, εξηγεί, στο σπίτι της γιαγιάς του μαζί με τη Βαλασία, ένα χρόνο νωρίτερα.

Μια καταδίκη, μια αθώωση και το σκεπτικό

Ο εισαγγελέας ζητάει να κηρυχθεί ο Μαρκόπουλος ένοχος για τις κατηγορίες που αποδίδονται, θεωρώντας ότι από τη διαδικασία έχει αποδειχτεί ότι είχε την πρόθεση της κλοπής: «Είχε αποφασίσει να αφαιρέσει την τηλεόραση της γιαγιάς του, Ουρανίας Γερολύμου». Όσο για την τέλεση της ανθρωποκτονίας, θεωρεί ατράνταχτο αποδεικτικό στοιχείο την ύπαρξη του DNA του πάνω στη μαξιλαροθήκη. Τέλος, όπως προκύπτει από όλες τις καταθέσεις, έχει καταστεί σαφές ότι υπάρχει ένα χρονικό διάστημα το βράδυ της 3ης Νοεμβρίου, μεταξύ 9 και 10.30 μ.μ. περίπου, κατά το οποίο είναι άγνωστο πού βρίσκεται και τι κάνει ο Μαρκόπουλος. Σε ό,τι αφορά την Κατερίνα Βιδάλη, ο εισαγγελέας ζητάει την απαλλαγή της: Η ύπαρξη γενετικού υλικού στα αποτσίγαρα και την σφουγγαρίστρα δικαιολογείται εφόσον βρισκόταν καθημερινά στο σπίτι. Όσο για το κλειδί του σπιτιού, ο Λευτέρης Γερόλυμος είχε καταθέσει ότι δεν της το είχαν δώσει.

Οι τρεις δικαστές και οι τέσσερις ένορκοι έχουν αντίθετη γνώμη από τον εισαγγελέα: Κρίνουν ένοχη την Κατερίνα και αθώο τον Κυριάκο. Πώς θεωρούν ότι αποδεικνύεται η ενοχή της μίας και η αθωότητα του άλλου;

Στο σκεπτικό της απόφασης γίνεται εκτενής αναφορά στην κατάθεση του Λευτέρη Γερολύμου, σύμφωνα με τον οποίο η Κατερίνα συμπεριφερόταν άσχημα στη γιαγιά της και την καταριόταν, ενώ της είχε υποτίθεται ζητήσει 50 ευρώ για να ποτίσει τα δέντρα της κοινής αυλής τους, αντί να προσφερθεί να το κάνει αφιλοκερδώς. Το γεγονός, σύμφωνα με το δικαστήριο, είχε εξοργίσει τον θείο της, που άλλαξε κλειδαριές και την έδιωξε από το σπίτι. Έκτοτε η Βιδάλη έμενε στην ισόγεια κατοικία της μητέρας της, αλλά «κάθε μεσημέρι έτρωγε στο σπίτι της γιαγιάς της φαγητό που μαγείρευε η τελευταία και για τις δυο τους. Η σχέση των δύο γυναικών, γιαγιάς και εγγονής, συνέχιζε στους ίδιους ρυθμούς, ήτοι με εναλλαγές ηρεμίας και εντάσεων, με κύρια αιτία των τελευταίων τη συνεχή άρνηση της πρώτης κατηγορούμενης να συνδράμει τη γιαγιά της στις οικιακές εργασίες αλλά και να ανεύρει κάποια εργασία προς οικονομικής ελάφρυνση της γιαγιάς της».

Το δικαστήριο συμπεραίνει ότι η Κατερίνα διατύπωσε όψιμους ισχυρισμούς ότι δήθεν εξαφανίζονταν από το σπίτι προσωπικά της αντικείμενα όταν την επισκεπτόταν ο αδελφός της, προκειμένου να τον ενοχοποιήσει. Και εκφράζει τη βεβαιότητα ότι αποδείχθηκε ότι η γυναίκα είχε κλειδί για το σπίτι της γιαγιάς της, «γεγονός που είχε υποπέσει στην αντίληψη και του δεύτερου κατηγορούμενου». Στη συνέχεια, διαβάζουμε πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα τη μοιραία βραδιά, σύμφωνα με το δικαστήριο: «Η αλήθεια, όμως, όπως αποδείχτηκε, ήταν ότι η πρώτη κατηγορούμενη, ναι μεν αποφάσισε και εισήλθε με το δεύτερο κλειδί που διέθετε στην οικία της γιαγιάς της για να κλέψει από την οικία πράγματα, πλην όμως καθόσον χρόνο έψαχνε για να κλέψει πράγματα από την οικία, η γιαγιά της ξύπνησε από το θόρυβο, σηκώθηκε από το κρεβάτι, άναψε το φως και είδε την πρώτη κατηγορούμενη, οπότε τότε η πρώτη κατηγορούμενη για να εξουδετερώσει την αντίδραση της γιαγιάς της, δεν την είχε απλώς σπρώξει με τα χέρια της επάνω στο κρεβάτι οπότε και δήθεν λιποθύμησε από μόνη αυτήν την αιτία, όπως αναληθώς εξιστόρησε στον δεύτερο κατηγορούμενο. Αντ’ αυτού αποδείχτηκε ότι η πρώτη κατηγορούμενη θέλησε να εξουδετερώσει την αντίδραση της γιαγιάς της, ευρισκόμενη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και έχοντας ταυτόχρονα ανθρωποκτόνο δόλο, άρπαξε κάποιο βαρύ, σκληρό, αμβλύ, θλων όργανο και άρχισε να πλήττει με αυτό τη γιαγιά».

Αυτό που επίσης αποδείχτηκε, σύμφωνα με το δικαστήριο, ήταν ότι ακολούθως η Κατερίνα σκέπασε το πτώμα, βρήκε και αφαίρεσε το τσαντάκι της γιαγιάς της [το οποίο δεν βρέθηκε ποτέ] κι έπειτα «αφαίρεσε ανενόχλητη» την τηλεόραση με σκοπό να την ιδιοποιηθεί παράνομα. Στη συνέχεια, δοκίμασε ανεπιτυχώς να διαρρήξει το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας, οπότε και αναγκάστηκε τελικά να παραβιάσει το μικρότερο παράθυρο του μπάνιου. Αν πράγματι ο δράστης ήταν ο Μαρκόπουλος, «που αναμφισβήτητα δεν είχε κλειδί της οικίας και έψαχνε τρόπο για να εισέλθει λάθρα εντός αυτής, είναι σίγουρο ότι δεν θα προσπαθούσε σε καμία περίπτωση να διαρρήξει το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας, κάτω από το οποίο βρισκόταν το κρεβάτι της» γιατί το θύμα θα ξυπνούσε και θα τον αντιλαμβανόταν. Ο λόγος που η Κατερίνα Βιδάλη ήθελε, διαβάζουμε, να ξεφορτωθεί τελικά την τηλεόραση ήταν ότι πλέον αντιλαμβανόταν πως η ύπαρξή της θα πρόδιδε την ιδιότητά της ως φυσικού αυτουργού – «αλλά και προσδοκούσε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος θα έμπαινε στην οικία της γιαγιάς του ανυποψίαστος για το τι πραγματικά είχε συμβεί και θα άφηνε εκεί τα αποτυπώματά του».

Το δικαστήριο θεώρησε ότι ακριβώς το γεγονός ότι ο Μαρκόπουλος δοκίμασε να πουλήσει την τηλεόραση, αποδεικνύει την αθωότητά του –αν γνώριζε ότι η Ουρανία Γερολύμου ήταν νεκρή, δεν θα έκανε κάτι που προφανώς θα τον ενοχοποιούσε, ή έστω θα είχε προσπαθήσει να καλύψει τα ίχνη του «με όλες τις προαναφερόμενες ενέργειες που αποδείχθηκε όμως ότι έπραξε η πρώτη κατηγορούμενη». Διατυπώνεται, επίσης, η βεβαιότητα ότι πρώτον, εάν ήταν ένοχος θα είχε θυμηθεί να πάρει το τηλεκοντρόλ και δεύτερον, δεν θα διέδιδε νωρίτερα δημοσίως ότι σκοπεύει να πουλήσει μια τηλεόραση.

Υπάρχει, όμως, και το γενετικό υλικό του Μαρκόπουλου –«πλην όμως αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε κοιμηθεί τον τελευταίο χρόνο μια φορά στην οικία του θύματος μαζί με τη σύντροφό του, Βαλασία». Και συνεπώς, κατά το δικαστήριο, δεν κρίνεται επαρκές στοιχείο από το οποίο μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την παρουσία του ή μη στον τόπο του εγκλήματος. Μάλιστα, ο λόγος που το δικαστήριο δεν εξεπλάγη για την ύπαρξη του DNA στη μαξιλαροθήκη ένα χρόνο αργότερα, ήταν διότι «η πρώτη κατηγορούμενη αδιαφορούσε παντελώς και δεν βοηθούσε καθόλου τη γιαγιά της στις δουλειές του σπιτιού».

Το δικαστήριο απορρίπτει το αίτημα του συνηγόρου της να αναγνωριστούν στην Κατερίνα Βιδάλη ελαφρυντικά, καθώς εκτός από την ειρηνική συνύπαρξη με τους γείτονες και την εισαγωγή της στο πανεπιστήμιο, «δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά αυτής». Στις 8 Φεβρουαρίου 2016 η Κατερίνα κηρύσσεται ομόφωνα ένοχη για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.

Τι ακριβώς αποδείχτηκε;

Τα ερωτήματα, όμως, που προκύπτουν διαβάζοντας το σκεπτικό του δικαστηρίου που επέβαλε στη νεαρή γυναίκα την ποινή της ισόβιας κάθειρξης είναι τα εξής:

  • Πώς αποδείχθηκε, όπως αναφέρεται, ότι η Κατερίνα είχε κλειδί για το σπίτι της γιαγιάς της; Αυτό είναι κάτι που ισχυρίστηκε μόνο ο Κυριάκος Μαρκόπουλος. Ο θείος της, ωστόσο, κατέθεσε ότι μετά τον φόνο της μητέρας του βρήκε το δεύτερο κλειδί στο σπίτι.

  • Γιατί θεωρεί το δικαστήριο ότι η Κατερίνα κατηγορούσε τον αδελφό της για κλοπές από το σπίτι της, προκειμένου να τον ενοχοποιήσει; Πώς στοιχειοθετείται αυτή η πρόθεσή της; Και γιατί θεωρεί το δικαστήριο δεδομένο ότι η Κατερίνα ψεύδεται για τις κλοπές, τη στιγμή που και άλλοι μάρτυρες αναφέρονται όχι μόνο στην κακή φήμη του Μαρκόπουλου, αλλά και σε συγκεκριμένες κλοπές;

  • Πώς αποδείχθηκε ότι η Κατερίνα πήγε να κλέψει την Γερολύμου και την σκότωσε όταν η ηλικιωμένη την αντιλήφθηκε; Ποια είναι τα συγκεκριμένα στοιχεία που το αποδεικνύουν; Το δικαστήριο υιοθετεί κατά γράμμα σχεδόν την εκδοχή του Κυριάκου Μαρκόπουλου. Αδιαφορώντας για το γεγονός ότι η περιγραφή του εγκλήματος από τον Μαρκόπουλο αντιφάσκει με το πόρισμα του ιατροδικαστή. Κι έπειτα, έτσι κι αλλιώς, γιατί εκλαμβάνεται η κατάθεση του Μαρκόπουλου ως απόδειξη;

  • Τι είχε να κερδίσει η Κατερίνα κλέβοντας την τηλεόραση της γιαγιάς της; Πρώτον, δεν είχε ποτέ στο παρελθόν, από όσο γνωρίζουμε, πουλήσει αντικείμενα. Έπειτα δεν είχε κοινωνικές επαφές, άρα θα της ήταν δύσκολο να βρει αγοραστή. Αλλά ακόμη και αν έβρισκε αγοραστή, τι λόγο είχε να ληστέψει και να διακινδυνεύσει τη σχέση με εκείνο ακριβώς το πρόσωπο από το οποίο ήταν οικονομικά εξαρτημένη;

  • Γιατί δεν αξιολογήθηκε από το δικαστήριο η κατάθεση του αστυνομικού Μανώλη Μαρκόπουλου, ο οποίος έκανε λόγο για αυθόρμητη ομολογία του Κυριάκου τις πρώτες ώρες μετά τη σύλληψή του;

  • Το σκεπτικό του δικαστηρίου δεν επιχειρεί να ερμηνεύσει τη φράση «άσε, τα έχω κάνεις σκατά», που ο Μαρκόπουλος απηύθυνε στον φίλο του, Παναγιώτη Τυράκ.

  • Η ασάφεια –για την ακρίβεια, η απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας– γύρω από τις κινήσεις του Κυριάκου Μαρκόπουλου κατά το επίμαχο διάστημα 9 μ.μ. με 10.30 μ.μ. δεν φαίνεται να προβληματίζει το δικαστήριο.

  • Τέλος, πώς εξηγείται η ύπαρξη γενετικού υλικού του Κυριάκου Μαρκόπουλου στην μαξιλαροθήκη της Ουρανίας Γερολύμου, τη στιγμή που το θύμα δεν είχε καλές σχέσεις με τον εγγονό της; Για ποιο λόγο να κοιμηθεί στο δικό της σπίτι, έτσι κι αλλιώς, ο Κυριάκος Μαρκόπουλος; Και πόσο πιθανό, τελικά, ήταν να είχε παραμείνει άπλυτη επί ένα χρόνο η μαξιλαροθήκη;

Μια ανατροπή

Τα κενά και οι αντιφάσεις της απόφασης φαίνεται ότι τράβηξαν την προσοχή του Άρειου Πάγου. Στο φύλλο της 20/5/2016 της εφημερίδας Δημοκρατική, το ρεπορτάζ του Δαμιανού Αθανασίου αναφέρει ότι «Δεκτή έγινε από τον αντιεισαγγελέα του Άρειου Πάγου Γιώργο Παντελή, η αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, Γεώργιου Κτιστάκη, με την οποία ζητήθηκε η αναίρεση της από 8 Φεβρουαρίου 2016 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Κω, για την πολύκροτη υπόθεση της δολοφονίας της 69χρονης Ουρανίας Γερολύμου του Ευαγγέλου, στη Ρόδο [...] Σύμφωνα με τις πληροφορίες ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου θεωρεί ότι η απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, αλλά σε συμπεράσματα».

Στις 19 Μαρτίου 2018, και μετά από μια αναβολή, ο Κυριάκος Μαρκόπουλος δικάζεται εκ νέου, αυτή τη φορά με διαφορετική σύνθεση, από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Ρόδου. Όπως λέει στο inside story ο δικηγόρος Φώτης Ρωμαίος, ο οποίος παρέστη ως συνήγορος Πολιτικής Αγωγής για λογαριασμό του Λευτέρη Γερολύμου, ο κατηγορούμενος δεν παρουσιάζεται στο δικαστήριο. Ο 30χρονος άνδρας δικάζεται ως ωσεί παρών και κηρύσσεται ένοχος για τα εγκλήματα που του αποδίδονται. Το δικαστήριο του επιβάλλει την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, συν δέκα χρόνια. Με τα ίδια στοιχεία που πριν από δυο χρόνια είχε στη διάθεσή του και το Μικτό Ορκωτό της Κω. Ο Μαρκόπουλος διέφευγε της σύλληψης επί μία εβδομάδα. Πριν δύο ημέρες, συνελήφθη σε μια σπηλιά, κοντά στο σπίτι του. 

Μετά από αυτήν την εξέλιξη, σύμφωνα με την ελληνική Δικαιοσύνη, τον φόνο της Ουρανίας Γερολύμου διέπραξαν από κοινού, με κίνητρο τη ληστεία, η Κατερίνα Βιδάλη και ο Κυριάκος Μαρκόπουλος. Η καταδίκη του δεύτερου, δεν σημαίνει την αθώωση της πρώτης. Ο εισαγγελέας, άλλωστε, είχε ζητήσει την αναίρεση της απόφασης του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Κω μόνο για το μέρος εκείνο της απόφασης με το οποίο ο Κυριάκος Μαρκόπουλος είχε κηρυχθεί αθώος των αποδιδομένων σε αυτόν πράξεων της κατά συναυτουργία τέλεσης ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση καθώς και της ληστείας. Δεν αμφισβήτησε δηλαδή την ενοχή της Κατερίνας.

Πώς γίνεται, όμως, ένα αστήρικτο σκεπτικό, γεμάτο κενά και αντιφάσεις, να είναι προβληματικό ως προς το ένα σκέλος και όχι ως προς το άλλο; Εάν υπήρξε τέτοια πλάνη ως προς την αθωότητα του ενός κατηγορούμενου, δικαιούται κανείς να αναρωτηθεί εάν υπήρξε τελικά πλάνη και ως προς την ενοχή του άλλου. Άλλωστε η αθωότητα του Μαρκόπουλου είχε βασιστεί ακριβώς στην ενοχή της Βιδάλη. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Κω, προκειμένου να κρίνει ένοχη την Βιδάλη, είχε κυρίως βασιστεί στην κατάθεση του Μαρκόπουλου αντιμετωπίζοντας τους ισχυρισμούς του ως αποδείξεις ενοχής της αδελφής του.

Από τη στιγμή που η εικόνα ανατρέπεται ως προς τον Μαρκόπουλο, πώς μπορεί να παραμένει αναλλοίωτη ως προς την Βιδάλη; Σε κάθε περίπτωση, πάντως, τα δεδομένα για την Κατερίνα αλλάζουν: Όταν θα έρθει η ώρα να εκδικαστεί η υπόθεσή της στο Εφετείο, ο δικηγόρος που θα αναλάβει την υπεράσπισή της, θα μπορεί –μεταξύ άλλων– να επικαλεστεί την απόφαση της 19ης Μαρτίου 2018.

Ένοχη για ποιο έγκλημα;

Χωρίς να προεξοφλεί κανείς την αθωότητα της Κατερίνας Βιδάλη, είναι θεμιτό πάντως να θεωρεί πως το σαθρό σκεπτικό της απόφασης της 8ης Φεβρουαρίου 2016 δεν αποδεικνύει την ενοχή της. Τι ήταν όμως αυτό που έπεισε τρεις δικαστές και τέσσερις ενόρκους ότι το έγκλημα είχε διαπράξει η 29χρονη γυναίκα που είχαν μπροστά τους; Γιατί υιοθέτησαν –χωρίς απολύτως κανένα άλλο στοιχείο στη διάθεσή τους– την εκδοχή του αδελφού της; Και μάλιστα τη στιγμή που ο Μαρκόπουλος ήταν εθισμένος στον τζόγο, συνήθιζε να πουλάει αντικείμενα και είχε παρελθόν με κλοπές;

Γιατί αγνόησαν την ύπαρξη του γενετικού υλικού του στη μαξιλαροθήκη που βρέθηκε πάνω στο πολτοποιημένο πρόσωπο της Ουρανίας Γερολύμου; Γιατί αδιαφόρησαν για το γεγονός ότι η Κατερίνα, σε αντίθεση με τον αδελφό της, δεν είχε κίνητρο να ληστέψει το μοναδικό πρόσωπο που την στήριζε οικονομικά; Ποια είναι, τελικά, τα στέρεα, αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία που τους έπεισαν να την στείλουν στη φυλακή ισόβια; Θα μπορούσε κανείς να δοκιμάσει να συμπυκνώσει τα παραπάνω ερωτήματα, στο εξής ένα: Τι ήταν αυτό που έπεισε το δικαστήριο ότι η Κατερίνα Βιδάλη είναι ένοχη;

Σε μια απόπειρα να το απαντήσω επιστρέφω στο σκεπτικό της απόφασης. Όπως είναι μάλλον αναμενόμενο, το κείμενο που έχω μπροστά μου περιέχει εκτενείς αναφορές στη σχέση ανάμεσα στην Κατερίνα και το θύμα. Στο σημείο όπου περιγράφονται όσα ακολούθησαν το εγκεφαλικό επεισόδιο της Ουρανίας Γερολύμου, τα Χριστούγεννα του 2012, διαβάζουμε ότι «...Πολύ γρήγορα όμως η πρώτη κατηγορούμενη, αδιαφορώντας για την υγεία της γιαγιάς, την εγκατέλειψε αβοήθητη και εγκαταστάθηκε στη διπλανή ισόγεια κατοικία, οπότε και ο υιός της γιαγιάς, ευρισκόμενος πάντα μακριά στη Φινλανδία, προσέλαβε τη γυναίκα ενός φίλου του για την καθημερινή φροντίδα της γιαγιάς μέχρι τον Απρίλιο του 2013 [...] ενώ η γιαγιά που είχε συνέλθει πλέον από το εγκεφαλικό επεισόδιο και μπορούσε να αυτοεξυπηρετείται, φρόντιζε για τις καθημερινές οικιακές δουλειές και το μαγείρεμα και για τις δυο τους, καθόσον η πρώτη κατηγορούμενη αδιαφορούσε συστηματικά για τις οικιακές δουλειές εντός της οικίας, αλλά και εντός της αυλής, ενώ ταυτόχρονα δεν ενδιαφερόταν να βρει μια εργασία για να συνεισφέρει οικονομικά στα έξοδά τους, μολονότι η γιαγιά διαμαρτυρόταν έντονα σε αυτήν για όλα τα ανωτέρω. Μάλιστα αποδείχθηκε ότι από τη μικρή σύνταξη των 600 περίπου ευρώ, συντηρούνταν οικονομικά τόσο η γιαγιά όσο και η πρώτη κατηγορούμενη, αλλά ταυτόχρονα και η γιαγιά πιεζόταν τόσο από την εγγονή όσο και από την κόρη της, να στέλνει και 50 ευρώ μηνιαίως στην κόρη της, Ανδρομάχη, που βρισκόταν στη φυλακή...»

Το δικαστήριο αντιμετωπίζει την κατάθεση του Λευτέρη Γερολύμου, ο οποίος βέβαια ζούσε στην Φινλανδία, ως μαρτυρία της κακής συμπεριφοράς της Κατερίνας απέναντι στη γιαγιά της, χρησιμοποιώντας μάλιστα χαρακτηρισμούς που σκιαγραφούν το πορτρέτο της σκληρής, αδιάφορης και τεμπέλας. Χαρακτηριστικά, όλα αυτά, που φαίνεται ότι δεν συγχωρούνται σε μια νεαρή γυναίκα. Δεν της συγχωρούνται ούτε η θλίψη, ούτε η μοναχικότητα, ούτε η αδράνεια –όσο σκληρά κι αν της έχει φερθεί η ζωή από την ώρα που γεννήθηκε, εκείνη θα πρέπει να ανταποκρίνεται στο στερεότυπο της κόρης που υπομένει και θυσιάζεται σιωπηλά. Κι αν δεν το κάνει, είναι ύποπτη;

Λίγο παρακάτω επαναλαμβάνονται οι αναφορές στον ισχυρισμό του θείου της ότι η Κατερίνα απαίτησε να πληρωθεί 50 ευρώ για να ποτίσει τα δέντρα, στο γεγονός ότι έτρωγε κάθε μέρα στη γιαγιά της «το φαγητό που μαγείρευε η τελευταία και για τις δυο τους», στις πληροφορίες ότι καβγάδιζαν συχνά γιατί η νεαρή γυναίκα αρνιόταν να βοηθήσει με τις δουλειές του σπιτιού, αλλά και να βρει μια δουλειά «προς οικονομική ελάφρυνση της γιαγιάς της». Η αναφορά στην αδιαφορία της Κατερίνας για τις οικιακές εργασίες, επανέρχεται ξανά και ξανά στο κείμενο της δικογραφίας. Είναι αναπόφευκτο να αναρωτηθεί κανείς πού οφείλεται αυτή η επιμονή στη νοικοκυροσύνη της νεαρής γυναίκας και η αδιαφορία για τα αποδεικτικά στοιχεία. Πόσα ήταν τελικά τα επίδικα στην αίθουσα του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Κω;

Όπως προκύπτει, το δικαστήριο αποφάσισε ότι η Κατερίνα Βιδάλη τσακωνόταν συχνά με τη γιαγιά της, της έβαζε τις φωνές, αρνιόταν να κάνει τις δουλειές του σπιτιού, έτρωγε από το φαγητό της Ουρανίας Γερολύμου, της ζητούσε λεφτά για τα τσιγάρα της και δεν έψαχνε για μόνιμη εργασία. Με άλλα λόγια, αποφασίστηκε ότι η Κατερίνα Βιδάλη δεν τηρούσε τις προδιαγραφές της καλής εγγονής. Σε κάποιες κοινωνίες, ίσως αυτό να ισοδυναμεί με έγκλημα.

Λίγο πριν φύγω από τις φυλακές του Ελεώνα, είχα ρωτήσει την Κατερίνα τι ήταν αυτό που κατά τη γνώμη της έπεισε το δικαστήριο ότι είναι ένοχη. Η 33χρονη γυναίκα με κοίταξε αρκετά δευτερόλεπτα, προτού επιχειρήσει, πολύ διστακτικά, να προτείνει την απάντησή της: «Είμαι κάπως μονόχνοτη. Ίσως δεν είμαι συμπαθητική;»

 

Ευχαριστούμε τον ποινικολόγο κ. Θανάση Χουλιάρα.

Από τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης γίνεται προσπάθεια για τη συγκέντρωση ποσού που θα διατεθεί για τη νομική εκπροσώπηση της Κατερίνας Βιδάλη στο Εφετείο.

Έχει εργαστεί στον Ταχυδρόμο, τον Ελεύθερο Τύπο, την Ελευθεροτυπία και το Marie Claire. Ήταν European Journalism Fellow στο Βερολίνο. Το βιβλίο της «Ο τραγουδιστής του Αουσβιτς. Εστρόγκο Ναχάμα, Θεσσαλονίκη 1918 - Βερολίνο 2000» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καπόν.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.