Τα hoaxes της Άλωσης: «Η Πόλη δεν αλώθηκε, παραδόθηκε!»

O Μεχμέτ Β’ ο Πορθητής εξαγόρασε την υποτέλεια των Ελλήνων της Πόλης με τα προνόμια που έδωσε στους ορθόδοξους κληρικούς. Οι διάδοχοί του όμως δεν το είδαν με καλό μάτι. Φοβισμένοι οι Πατριάρχες, σκαρφίστηκαν μια ενδιαφέρουσα ιστορία για να περισώσουν ό,τι μπορούσαν: πως η Πόλη παραδόθηκε από μόνη της στον Μεχμέτ, εξασφαλίζοντας σύμφωνα με τη σαρία ευνοϊκή μεταχείριση.
Χρόνος ανάγνωσης: 
19
'
The Golden Horn, Constantinople, Turkey], between ca. 1890 and ca. 1900. [Detroit Publishing Company/Library of Congress]

Στην επέτειο της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης, μιλήσαμε για το πώς οι επάλληλοι εμφύλιοι επί Παλαιολόγων άνοιξαν στους Οθωμανούς τις πύλες της Ευρώπης. Είδαμε, συνοπτικά, τον σκοτεινό ρόλο που διαδραμάτισαν οι Ανθενωτικοί στον διπλωματικό αγώνα διάσωσης της Πόλης καθώς και ο (μετέπειτα Πατριάρχης) Γεώργιος Σχολάριος κατά την άμυνά της το 1453.

Mε δυο λόγια

Για λόγους στρατηγικής, ο Μεχμέτ ο Πορθητής –που φιλοδοξούσε να ιδρύσει την «τρίτη, ισλαμική Ρώμη» με έδρα την Κωνσταντινούπολη– δεν ακολούθησε τις επιταγές της Σαρία και δεν κατάσχεσε όλες τις εκκλησίες της. Το αντίθετο μάλιστα, επανασύστησε το Πατριαρχείο και του απένειμε υπερ-εξουσίες κοσμικής φύσεως που δεν είχε πριν. Οι διάδοχοί του όμως τήρησαν διαφορετική στάση, καθώς η Αυτοκρατορία μεγάλωνε και αποκτούσε μεγαλύτερο μουσουλμανικό πληθυσμό και ισλαμικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με μαρτυρίες, όταν Σουλτάνοι επιχείρησαν να κατάσχουν ή να καταστρέψουν τους ναούς της Πόλης, το Πατριαρχείο χρησιμοποίησε ένα ευφυέστατο τέχνασμα για το να αποφύγει: δωροδόκησε υπέργηρους “μάρτυρες” για να καταθέσουν ότι η Πόλη «δεν κατακτήθηκε με το σπαθί, αλλά παραδόθηκε». Το σχέδιο αυτό απέδωσε και σταμάτησε την καταστροφή. Γέννησε όμως μία παρα-ιστορία περί “παράδοσης”, που κάποιοι κύκλοι διαιωνίζουν ακόμη.

Μιλήσαμε επίσης για την τύχη των ηττημένων και τον εποικισμό της Πόλης από τον Μεχμέτ Β’, που την έκανε πρωτεύουσά του μόλις το 1458. Αποφασισμένος να την αποκαταστήσει στο αυτοκρατορικό μεγαλείο που είχε πριν από το 1204, ο Πορθητής την ανοικοδόμησε και έστειλε καραβάνια εποίκων –Τούρκων, Ελλήνων, Εβραίων και Αρμενίων.

Ο Πορθητής γνώριζε πως με την κατάκτηση της Πόλης το Οθωμανικό κράτος μεταβαλλόταν επισήμως πια σε Αυτοκρατορία, σε διάδοχο της Ρωμανίας. Καθώς όμως ήταν ακόμα περιορισμένο στην Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια, και στα τελευταία υπερτερούσαν συντριπτικά οι χριστιανοί, ο Μεχμέτ είχε πλήρη συνείδηση πως έπρεπε να κερδίσει την ευαρέσκεια αυτών των υπηκόων.

Οι χριστιανοί και οι Εβραίοι, εξάλλου, κρατούσαν στα χέρια τους την οικονομική ζωή των Βαλκανίων, και η Πύλη είχε κάθε συμφέρον να τους προσεταιρισθεί.

Πορθητής και Ορθοδοξία: λάδι στη φωτιά του σχίσματος

Την εποχή του Πορθητή, οι Οθωμανοί είναι ακόμη στο στάδιο των κατακτήσεων. Προσπαθούν να μην δυσαρεστήσουν ιδιαίτερα τους χριστιανούς, ώστε να μην δημιουργηθεί πανικός στους ελληνικούς και άλλους χριστιανικούς πληθυσμούς γειτονικών χωρών. Πολλοί από τους πληθυσμούς αυτούς ζουν στις υπερπόντιες κτήσεις της Γαληνοτάτης και των Γενουατών στο Ιόνιο, την Πελοπόννησο, το Αιγαίο, τη Δαλματία.

Ελλοχεύει ακόμη ο κίνδυνος σταυροφορίας contra Turcos για την απελευθέρωση των Βαλκανίων. Ο Πορθητής κατανοεί πως οι χριστιανοί υποτελείς του πρέπει να είναι στοιχειωδώς ικανοποιημένοι από την Οθωμανική διοίκηση, ώστε να μην επιδιώκουν τη συνεργασία με την Καθολική Ευρώπη και να μην θεωρούν την εξουσία της προτιμότερη από την Οθωμανική. Κυρίως, δεν πρέπει να προσχωρήσουν από απελπισία στο ρωμαιοκαθολικό δόγμα και να γίνουν πρόθυμοι συνεργάτες μιας τυχόν σταυροφορίας, για την οργάνωση της οποίας εργάζονται ακάματα Έλληνες λόγιοι εξόριστοι στην Ιταλία.

Ο νέος κυρίαρχος θα προβεί ευθύς εξαρχής σε μια σειρά καλομελετημένες ενέργειες, με στόχο να νομιμοποιήσει την εξουσία του πάνω στους Ορθόδοξους υπηκόους του. Ο Μεχμέτ «ήξερε τα ρωμαϊκά καλά και λεπτότατα, και τας τάξεις των Ρωμαίων», σημειώνει ο Μανουήλ Μαλαξός στο χρονικό του, που δημοσιεύθηκε το 1584 στο έργο Turcograecia του Γερμανού ελληνιστή Μαρτίνου Κρούσιου.

Πρώτη του μέριμνα, ευθύς μετά την Άλωση, είναι η επανίδρυση Πατριαρχείου (εξαιτίας της βαθύτατης διχόνοιας μεταξύ Eνωτικών και Aνθενωτικών, Πατριάρχης δεν υπήρχε από το 1451). «Τούτο, οπού είπεν ο Σουλτάνος, ότι να κάμουμε πατριάρχην, το έκαμε με τέχνη: δια να ακούουν οι χριστιανοί ότι έχουν πατριάρχην, να τρέχουν εις την πόλιν». Η λειτουργία Πατριαρχείου θα έκανε τον Πορθητή, στα μάτια των Ορθοδόξων, συνεχιστή των Αυτοκρατόρων της Ρωμανίας, βοηθώντας να ιδρυθεί στενότερος σύνδεσμος μεταξύ του καθεστώτος του και των Ρωμιών.

Ο Μεχμέτ διαθέτει λεπτομερή πληροφόρηση για την δράση των εξορίστων στην Ιταλία ενωτικών διανοουμένων και την προσπάθειά τους να ξεσηκώσουν Σταυροφορία για την απελευθέρωση της Πόλης. Αναζητά συνεπώς τρόπο να ενισχύσει την ανθενωτική παράταξη και τους συντηρητικούς κύκλους της Εκκλησίας, ώστε να δυναμιτίσει κάθε δυνατότητα ενιαίου χριστιανικού μετώπου εναντίον του και να αναβιώσει –και να εντείνει– το Σχίσμα στην εκκλησία.

Για το αξίωμα του Πατριάρχη χρειάζεται ένα πρόσωπο αδιάλλακτα εχθρικό προς τη Δύση. Κανένα δεν είναι περισσότερο κατάλληλο από τον Γεννάδιο (Γεώργιος Σχολάριο), που είχε μάλιστα αναθεματίσει τον ίδιο τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο-Δραγάση προτού ο τελευταίος μαρτυρήσει στα τείχη της Πόλης. Ο Πορθητής είναι λεπτομερώς πληροφορημένος για τα πεπραγμένα του Γενναδίου, γνωρίζει πόσο δημοφιλής είναι μεταξύ του κατώτερου κλήρου και των μοναχών, αλλά και του όχλου, εξαιτίας των φανατικών του πεποιθήσεων.

Τον αναζητά. Κατά το χάος που ακολούθησε την Άλωση, η Μονή του Παντοκράτορα λεηλατήθηκε και οι μοναχοί της εξανδραποδίσθηκαν. Ο Σχολάριος περιήλθε στην κατοχή ενός Τούρκου από την Αδριανούπολη. Ο Πορθητής διατάσσει να μεταφερθεί στην Πόλη. Οι δύο άνδρες συναντιούνται κατά το θέρος του 1453, καθώς φθάνουν στην Πόλη οι πρώτοι Έλληνες του αναγκαστικού εποικισμού.

Ο Σχολάριος δέχεται την πρόταση του Πορθητή να αναλάβει Πατριάρχης στο υπό ανασύσταση Πατριαρχείο. Καθώς όμως είναι μοναχός, πρέπει να χειροτονηθεί αρχικά διάκονος, μετά ιερέας και στην συνέχεια επίσκοπος, προτού ανακηρυχθεί Πατριάρχης. Ο Μεχμέτ διατάσσει να συγκληθεί Σύνοδος που τελεί τις χειροτονίες με συνοπτικές διαδικασίες και τον εκλέγει Πατριάρχη. Η ενθρόνισή του πραγματοποιείται ανήμερα των Φώτων του 1454.

Καθώς η Αγία Σοφία είναι πλέον τζαμί, ο Σουλτάνος «έδωκέ του γαρ και τον ναόν των Αγίων Αποστόλων, και έκαμε πατριαρχείον». Πρόκειται για τον δεύτερο μεγαλύτερο ναό της Πόλης, στην κορυφή του Τέταρτου Λόφου. Ο Μεχμέτ του παραχωρεί με φιρμάνι σειρά προνομίων, που αναγνωρίζουν στο Πατριαρχείο ευρύτατη αυτονομία.

Πιθανότατα, ο Γεννάδιος έχει διαπραγματευθεί τα προνόμια σε διαβουλεύσεις με τον Πορθητή. Τα σημαντικότερα είναι το «αδιάσειστον» και το «αφορολόγητον» του Πατριάρχη, που θα καταργηθούν αργότερα με υπαιτιότητα των ίδιων των Ρωμιών.

Ο Πατριάρχης ως Εθνάρχης: η συνεργασία και η θεοκρατία

Πολύ πριν την Άλωση της Πόλης, το Οθωμανικό κράτος έχει οργανωθεί με βάση το σύστημα των θρησκευτικών κοινοτήτων (millet). Οι υπήκοοι χωρίζονται στο «κυρίαρχο έθνος» (μουσουλμανικό) και τους dhimmi ή reayâ –πιστούς των άλλων δύο μονοθεϊστικών θρησκειών που είναι “ανεκτές” από το κράτος. Οι δεύτεροι προστατεύονται από τις αρχές, υπό την προϋπόθεση πως αποδέχονται την πρωτοκαθεδρία του Ισλάμ και το ανώτερο στάτους των πρώτων και καταβάλλουν τον κεφαλικό και τους τυχόν έκτακτους φόρους. Και των μεν και των δε οι υποθέσεις, διοικητικές και δικαστικές, υπόκεινται σε μεγάλο βαθμό στο αντίστοιχο ιερατείο.

Η Πύλη δεν αναγνωρίζει πρόσωπα αλλά συλλογικότητες, και οι υπήκοοι της μπορούν να επικοινωνούν με τις αρχές μονάχα μέσω των θρησκευτικών εκπροσώπων τους. Υπό το σύστημα αυτό οι θρησκευτικοί λειτουργοί έχουν εκτεταμένες δικαστικές αρμοδιότητες επί των αντίστοιχων κοινοτήτων, ενώ η κορυφή της θρησκευτικής ιεραρχίας κάθε millet αναγνωρίζεται ως «κορυφή του έθνους» (milletbaşı) –όρος που ελληνιστί αποδίδεται ως «Εθνάρχης».

Έτσι, το Οθωμανικό κράτος εντάσσει την ορθόδοξη εκκλησία και το Πατριαρχείο –ως κορυφή της– στην κρατική μηχανή. Ο Μεχμέτ αναγνωρίζει τον Πατριάρχη ως «Εθνάρχη» του Rum milleti, δηλαδή του «ρωμαίικου έθνους». Σε αυτό εντάσσονται αυτόματα όλοι οι Ορθόδοξοι Οθωμανοί υπήκοοι, ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ρυθμίζει όλες τις πνευματικές, διοικητικές, εκπαιδευτικές, νομικές και πολιτιστικές υποθέσεις τους, αλλά και τις φορολογικές και άλλες οικονομικές σχέσεις τους με την Πύλη.

Υπό το νέο σύστημα το Πατριαρχείο αποκτά ευρύτατες εξουσίες και δικαιοδοσία που ουδέποτε είχε επί Ρωμανίας. Προς μεγάλη τους απελπισία, Ορθόδοξες εθνότητες όπως οι Βούλγαροι, οι Σέρβοι και οι Άραβες Ορθόδοξοι βλέπουν τις τοπικές ιεραρχίες τους να αντικαθίστανται από Έλληνες αρχιερείς. Η ιδιότητα του Εθνάρχη προσθέτει στις πνευματικές εξουσίες του Πατριάρχη και σημαντικές κοσμικές.

Κατά το sui generis σύστημα των millet, η κοινωνική ζωή κάθε προσώπου και οι οικογενειακές, κληρονομικές και άλλες έννομες σχέσεις του, στο μέτρο που δεν αφορούν σχέσεις με το δημόσιο ή με Μουσουλμάνους ή το ποινικό δίκαιο, ρυθμίζονται από το κανονικό δίκαιο της θρησκείας του. Οι θρησκευτικοί ηγέτες ελέγχουν απόλυτα την εκπαίδευση και τη δικαιοσύνη εντός της κοινότητάς τους. Κατά τον Π. Καρολίδη, «η ελληνική χριστιανική πολιτεία, αποτελούσα πολιτείαν συντεταγμένην» γίνεται «κράτος εν κράτει» στον κόσμο των Ορθοδόξων.

«Οι Σουλτάνοι αναμιγνύονται στους νόμους και τα έθιμα κάθε λαού που κατακτούν μόνο στο μέτρο που είναι απαραίτητο για να διασφαλισθεί η υποταγή του στην Πύλη», τονίζει ο Τζορτζ Φίνλεϊ. Και παρατηρεί: «Ο Μεχμέτ δεν ανέχεται απλώς την πολιτική και κοινωνική επιρροή του ελληνικού κλήρου, αλλά μάλιστα προσθέτει σ’ αυτήν. Επιδεικνύοντας, ωστόσο, αυτό το πνεύμα ανοχής, σκοπός του είναι να καταστήσει τον Ορθόδοξο κλήρο χρήσιμο όργανο αστυνόμευσης, ώστε να διασφαλίσει την τάξη. Με το ύπουλο αυτό δώρο εξαγοράζει την υποτέλεια των Ελλήνων».

Από την άλλη, ο ίδιος ο Πατριάρχης φέρει προσωπική ευθύνη έναντι της Πύλης για τη συλλογική διαγωγή και πειθαρχία του «ελληνορθόδοξου έθνους». Εξίσου υπεύθυνος είναι και για την εμπρόθεσμη συλλογή και καταβολή του φόρου που αντιστοιχεί στο ρωμαίικο millet: μη εμπρόθεσμη καταβολή του θα έχει ως αποτέλεσμα την βίαιη αποπομπή του εκάστοτε Πατριάρχη.

Η έξυπνη πολιτική κίνηση του Πορθητή να ανασυστήσει το Πατριαρχείο και να το ενδύσει με υπερεξουσίες γρήγορα αποδίδει καρπούς. Δεν είναι λίγες οι ελληνικές φωνές που ανακηρύσσουν τη βασιλεία του θεόσταλτη, καθώς είναι «ο προστάτης της Ορθοδοξίας» έναντι των Παπικών. Πολλοί ιερείς κηρύσσουν μεν πως η βασιλεία του Μεχμέτ Β’ είναι παράνομη και τυραννική, αλλά πρέπει οι χριστιανοί να την δεχθούν ως τιμωρία για τις αμαρτίες τους. Πρέπει να πιουν αυτό το πικρό ποτήρι ως απαραίτητη δοκιμασία για τη σωτηρία των ψυχών τους. Η θέση αυτή νομιμοποιεί, εμμέσως, την Οθωμανική κυριαρχία.

Η επίσημη εκκλησία δεν έχει παρά ελάχιστο ενδιαφέρον για τα πράγματα του παρόντος κόσμου –την απασχολεί η προσδοκία του επομένου (γι’ αυτό και ο Παλαμάς, στον «Δωδεκάλογο του Γύφτου», αναφερόμενος στην εκκλησιαστική ηγεσία της περιόδου μιλά για «χριστιανούς μισόζωους»). Περιέργως πώς, η εκκλησία –που τόσο αντιτάχθηκε στην Ένωση με υστερίες, αναθέματα και ξεσηκωμούς– ουδόλως φαίνεται να ανησυχεί για τις μαζικές αποσκιρτήσεις του ποιμνίου της προς το Ισλάμ, τα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία. Ο εκούσιος εξισλαμισμός αποκτά κατά περιόδους μαζικό χαρακτήρα, καθώς πληθυσμοί ζητούν να αποφύγουν τον κεφαλικό φόρο και το παιδομάζωμα (devşirme) στο οποίο υπόκεινται οι χριστιανοί, για την στελέχωση του σώματος των Γενιτσάρων.

Ο Γεννάδιος είναι λοιπόν ο πρώτος διδάξας την υποταγή και τη συνεργασία. Με την πατριαρχία του ξεκινά ένα καθεστώς τρόμου κατά της ενωτικής παράταξης και διωγμός κάθε “αιρετικής” σκέψης, σε μια περίοδο που οι ενωτικοί ταυτίζονται με κάθε προοδευτική ιδέα. Όσο για τις μούσες, αυτές έχουν προ πολλού μετοικήσει στην εσπερία, αφήνοντας την ανατολή στο σκοτάδι. Από τις πρώτες πράξεις του Γεννάδιου είναι το δημόσιο κάψιμο των έργων του δασκάλου του, Πλήθωνα Γεμιστού.

Στον Δωδεκάλογο του Γύφτου ο Κωστής Παλαμάς αναφέρεται εκτενώς στην πράξη αυτήν:

Ξάναβε φωτιά, και γύρω της
ρασοφόροι, καλογέροι, χριστιανοί
τήνε θρέφαν, και το ρύθµιζε το βήµα τους
µια τροµάρα, µια ηδονή.
Κι έκαιγε η φωτιά τα µαυροχάραχτα
φύλλα και χαρτιά,
κι ήταν σαν κορµιά και σα χεράκια,
και σαν πρόσωπα, και µες απ’ τους καπνούς
µε τις φλόγες, µε τις σπίθες
κάποια πνέµατα πετούσαν προς τα ύψη,
και ζευγαρωτό το πέταµά τους
µε τους ορθρινούς κορυδαλλούς.
Και παράµερα µιαν άλλη συντροφιά
στέκονταν, κι από το στάσιµό της
δείχνεται ακατάδεχτη µια σκέψη
και µια θλίψη ευγενικιά.
Και τους γνώρισα· ήταν οι Πολύθεοι
κι οι χριστιανοµάχοι κι οι εθνικοί,
κι οι φιλόσοφοι, του ονείρου οι κυνηγοί,
στη λατρεία των αγύριστων Ελλήνων
οι γονατιστοί.
Τη φωτιά την αντικρίζανε
σαν ιερό βωµό,
σα να παραφύλαγαν τα λείψανά της
να τα συµµαζώξουνε για το ναό.

Το δημόσιο κάψιμο του έργου του Γεμιστού, αλλά και η αγιοποίηση από τον Σχολάριο του έτερου μέντορά του, Μάρκου Ευγενικού, δείχνουν πως το ελληνικό και αναγεννησιακό πνεύμα είναι υπό διωγμόν. Υπό το νέο Οθωμανικό καθεστώς, η ρωμιοσύνη θα είναι αιχμάλωτη του ιερατείου. Μέσα από τις φλόγες της δημόσιας πυράς θα αντηχεί, για πολλούς, η φωνή του Ευγενικού: ««Κάλλιο σκλαβωμένα σώματα στους Τούρκους, παρά σκλαβωμένο πνεύμα στον αιρετικό πάπα!».

Τα ιερά της Πόλης και η «ρωμαϊκή» ιδεολογία του Πορθητή

Μια πράξη του Πορθητή που θα προκαλέσει, σε βάθος χρόνου, μεγάλη συζήτηση, ενώ θα τύχει αμφισβήτησης από τους διαδόχους του, είναι η μη χρήση της δυνατότητας που παρέχει η σαρία για μια πόλη που κατακτάται. Όταν μια πόλη «απίστων» δεν παραδίδεται αμαχητί, αλλά αντιστέκεται στο «ξίφος του Ισλάμ», η σαρία δίνει στον κατακτητή της το δικαίωμα να κατασχέσει όλα τα ιερά και να τα μετατρέψει σε τεμένη.

Ο Πορθητής ωστόσο δεν κατάσχει όλα τα ιερά της Πόλης. Φυσικά, λεηλατείται και εξισλαμίζεται ο κύριος ναός της, η Αγία Σοφία, όπως επιτάσσει η σαρία. Γνωρίζουμε από τους ιστορικούς της Άλωσης για την λεηλασία της Αγίας Σοφίας, όπως και της Μονής της Χώρας, της Αγίας Θεοδοσίας, της Μονής του Παντοκράτορα. Ίδια τύχη πρέπει να είχαν πολλές άλλες εκκλησίες και μονές, αλλά υπάρχουν και πολλές που αφήνονται άθικτες.

Εκτός από τη Μεγάλη Εκκλησία, λίγο μετά την Άλωση μετατρέπονται σε τεμένη κι άλλοι μεγάλοι ναοί (Μονή Παντοκράτορα, Παναγία Κυριώτισσα, Άγιοι Θεόδωροι, Μονή Παντεπόπτου). Οι περισσότεροι όμως παραμένουν σε χέρια χριστιανικά. Ο Runciman θεωρεί αξιοσημείωτο ότι γλιτώνει τη λεηλασία το Πολυάνδριον των Αγίων Αποστόλων, που είχε χρησιμεύσει ως Αυτοκρατορικό Μαυσωλείο για όλους τους Αυτοκράτορες από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο ως τον 10ο αιώνα.

Ο Πορθητής λοιπόν όχι μόνο δεν κατάσχει όλα τα χριστιανικά ιερά, αλλά ανασυστήνει και το Πατριαρχείο. Σημειώνοντας την απόκλισή του αυτή από τα ισλαμικά ειωθότα, ο Δ. Αποστολόπουλος γράφει πως «όσα συνέβησαν λίγους μήνες μετά την Άλωση είναι κατά κάποιον τρόπο η νίκη της Πολιτικής έναντι του [θρησκευτικού] Δικαίου». Ο Μεχμέτ Β’ βασιλεύει ενός κράτους όπου υπερτερούν ακόμη αριθμητικά οι χριστιανοί. Ζητά τη συμμαχία τους έναντι της Δύσης, φοβούμενος μια ενδεχόμενη σταυροφορία. Παράλληλα, φιλοδοξεί να ιδρύσει, με κέντρο την Πόλη, μια παγκόσμια αυτοκρατορία, ισάξια της ρωμαϊκής και της Ρωμανίας επί Ιουστινιανού. Στην πρωτεύουσά του πρέπει να συνυπάρχουν και να ζουν, χωρίς αμοιβαία έχθρα, όλοι οι λαοί.

Έχοντας το βλέμμα στραμμένο στις περιοχές ελληνικού πληθυσμού που βρίσκονται υπό ιταλική κυριαρχία, ο Μεχμέτ προβάλλει τον εαυτό του ως διάδοχο του Κωνσταντίνου και των Αυτοκρατόρων της Ρωμανίας. Την ταυτότητα αυτή οικειοποιείται ιδίως απεναντι στους Ευρωπαίους ηγεμόνες: στην επικοινωνία του μαζί τους μεταχειρίζεται για τον εαυτό του τον τίτλο «Καίσαρ Ρωμαίων» (Kayser-i Rum). Για τον Πορθητή η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι μια «τρίτη Ρώμη», μια Ρώμη ισλαμική. Πραγματοποιεί συχνά εθιμοτυπικές επισκέψεις στον Γεννάδιο και τους χριστιανικούς ναούς της Πόλης, όπως έκαναν οι Αυτοκράτορες.

Το ότι το 1456 ο Πατριάρχης Γεννάδιος εγκαταλείπει τους Αγίους Αποστόλους και αλλάζει έδρα οφείλεται σε δική του απόφαση, όχι σε πίεση του Πορθητή. Μια νύκτα, ο Γεννάδιος βρίσκει μες στον ναό έναν άνθρωπο σφαγμένο, και φοβάται μην τυχόν τον δολοφονήσουν, «διότι όλος ο τόπος γύροθεν του πατριαρχείου ήταν έρημος· άνθρωποι δεν εκατοίκουν εκεί, ότι εσφάγησαν εις τον πόλεμον». Ζητά από τον Πορθητή να μεταφερθεί στον ναό της Παμμακάριστου. «Και τούτος ο ναός της Παμμακάριστου, ήτον όλος έξωθεν το γύρον κάτοικος ανθρώπους: τα σπίτια γεμάτα όλη η γειτονία, και επάνω και κάτω, διότι έφεραν σουργούνηδες από άλλα κάστρη, και τους εκατοίκησαν εκεί».

Η «αλλαγή άξονα» από τους διαδόχους του Μεχμέτ Β’

Το Πατριαρχείο θα διατηρήσει τα πνευματικά και κοσμικά του προνόμια ως το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, οι διάδοχοι του Μεχμέτ δεν θα τηρήσουν ανάλογη στάση ως προς τις εκκλησίες της Πόλης. Παρά τις διαμαρτυρίες του Πατριαρχείου, κατάσχονται η μία μετά την άλλη και μετατρέπονται σε τεμένη.

Βασικό κίνητρο είναι να ελαττωθεί η «ορατότητα» των χριστιανικών ιερών στο αστικό τοπίο: εκτός από περικαλλείς, οι βυζαντινοί ναοί έχουν οικοδομηθεί στις πλέον δεσπόζουσες και περίοπτες θέσεις –στις κορυφές των Επτά Λόφων της περίτειχης Πόλης, πάνω στις μεγάλες πλατείες και στα σταυροδρόμια των κυρίων οδών.

Πρωταρχικό ρόλο στην κατάσχεσή τους παίζει ο ισλαμικός κανόνας που απαιτεί τα ιερά των μη-Μουσουλμάνων να μην είναι τόσο λαμπρά όσο τα ισλαμικά και να μην φέρουν τρούλλο. Σιγά σιγά, όλες οι λαμπρές και τρουλαίες βυζαντινές εκκλησίες κατάσχονται, ενώ απαγορεύεται στους Χριστιανούς και τους Εβραίους να κτίζουν ιερά με τρούλο ή μεγάλου μεγέθους, ενώ τους επιτρέπεται η χρήση μόνο των ευτελέστερων υλικών.

Η πολιτική αυτή αρπαγής των βυζαντινών ναών συμβαδίζει με μία αλλαγή στα σημεία αναφοράς του κράτους. Η ισλαμική ταυτότητα της Αυτοκρατορίας αυξάνεται σημαντικά, λόγω και των συνεχών πολέμων με τη χριστιανική Ευρώπη, και η δυσαρέσκεια των ισλαμικών κύκλων για την “απόκλιση” του Πορθητή από τη σαρία γίνεται ολοένα και εντονότερη.

Παρότι το επίσημο όνομα της πρωτεύουσας θα παραμείνει ως το τέλος Κονσταντίνιε, μειώνεται σταθερά η επίκληση της κληρονομιάς της Ρώμης. Η μεγάλη αλλαγή ιδεολογικού άξονα πραγματοποιείται επί Σελίμ Α’ (1512-1520), όταν οι Οθωμανοί καταλαμβάνουν τη Μέση Ανατολή, την Αίγυπτο και την Αραβία με τις ιερές πόλεις της Μέκκας και τη Μεδίνας.

Το κράτος αποκτά πλειοψηφία μουσουλμανική. Θεωρώντας πλέον πως αποτελεί τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη του ισλαμικού κόσμου, ο Σελίμ οικειοποιείται τον τίτλο του χαλίφη και παύει να χρησιμοποιεί εκείνον του Kayser-i Rum. «Ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά τα τέλη του 15ου αιώνα είχε χριστιανική πλειοψηφία, τώρα εξουσιάζει τις παραδοσιακές χώρες του Ισλάμ και η πλειοψηφία της γίνεται μουσουλμανική», σημειώνει ο İlber Ortaylı.

Έτσι, οι Ρωμιοί της Πόλης, που ο Μεχμέτ κουβάλησε με το ζόρι ή έθελξε με τις υποσχέσεις του, εκτοπίζονται από τα ιερά τους και βρίσκονται να λατρεύουν σε μικρές εκκλησίες, κρυμμένες πίσω από ψηλούς τοίχους, χωρίς καμπάνες, αθέατες κατά το δυνατόν, «για να μην προκαλούν τα όμματα των Μουσουλμάνων κατακτητών», όπως σημειώνει ο Runciman.

Η αντίθεση ανάμεσα στην πολιτική του Πορθητή και στην αρπακτική τακτική των διαδόχων του οφείλεται και στη διαφορά του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στο Ισλάμ και τον Χριστιανικό κόσμο. Ήδη από την εποχή του γιου του Μεχμέτ Β’, Βεγιαζήτ, καθίσταται προφανές ότι μια σταυροφορία contra Turcos είναι αδύνατη. Η Ευρώπη είναι διασπασμένη σε πολλά μικρά κράτη, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία όλο αυξάνει σε ισχύ και επικράτεια. Από την Μεταρρύθμιση προέρχονται δύο δυτικές χριστιανοσύνες που βρίσκονται “στα μαχαίρια”, και συναγωνίζονται να συνάψουν καλύτερες σχέσεις με την Πύλη...

Στο απόγειο της ισχύος της, η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν αισθάνεται απειλή από τη δύση και καμία ανάγκη να είναι ενδοτική προς τους χριστιανούς υπηκόους της. Ο Σουλεϊμάν ο Νομοθέτης, γνωστός στη Δύση ως «Μεγαλοπρεπής», διατάσσει το 1540 να αφαιρεθεί ο σταυρός από τον κεντρικό τρούλο της Παμμακαρίστου «διά το πόρρωθεν φαίνεσθαι». Το 1587, επί Μουράτ Γ’, κατάσχεται η ίδια η Παμμακάριστος και το Πατριαρχείο βρίσκεται στον δρόμο...

Ένα σωτήριο τέχνασμα: η Πόλη δεν Αλώθηκε, παραδόθηκε!

Ιστορικά κείμενα που συγγράφηκαν πολύ μετά την Άλωση εξιστορούν ένα παράδοξο και ελάχιστα γνωστό περιστατικό. Το περιγράφει στο χρονικό του, στη δημώδη γλώσσα της εποχής, ο Μαλαξός και σε έργα τους ο Κομνηνός Υψηλάντης και ο Δημήτριος Καντεμίρ. Υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ τους ως τόσο ως προς το ακριβές χρονικό σημείο, όσο και ως προς τους πρωταγωνιστές του περιστατικού. Η διήγηση, ωστόσο, θα γεννήσει φλογερές συζητήσεις σχετικά με το αν η Άλωση όντως έλαβε χώρα, ή αν, σε πείσμα όσων γράφουν οι σύγχρονοί της ιστορικοί, η Πόλη απλώς... παρεδόθη στον Πορθητή!

Σύμφωνα με την αφήγηση του Μαλαξού, το περιστατικό λαμβάνει χώρα το 1537, 84 χρόνια μετά την Άλωση, επί Σουλεϊμάν του Νομοθέτου («Μεγαλοπρεπούς») και πατριαρχίας του Ιερεμία Α’: «Αφού δ’ έλαβε το δεύτερον τον πατριαρχικόν θρόνον αυτός ο κύριος Ιερεμίας, έγινε μεγάλη σύγχυσις και ταραχή εις την μεγάλην εκκλησίαν [...] εσυνάχθησαν όλοι οι γραμματικοί και σοφοί των Τούρκων, έχοντας είδησιν εγγράφως εις τα χαρτία αυτών ότι αύτη η Κωνσταντινούπολις επάρθη από σπαθίου παρά του σουλτάν Μεχεμέτη· και εύγαλαν φεϊτιφάν, ότι, όποιον κάστρον επάρθη με το σπαθή, χωρίς να προσκυνήση, εις αυτό το κάστρον εκκλησία ρωμαίικη να μηδέν ψάλλεται, ουδέ να είναι, μόνον να τας χαλάσουν εκ βάθρου γης. Και ήσαν ητοιμασμένοι να δράμουν μια ημέρα, να χαλάσουν την μεγάλην εκκλησίαν και τας άλλας, όσας ευρίσκονται εδώ μέσα εις την πόλιν, κατά την απόφασιν του φεϊτιφάν και του ορισμού του βασιλικού».

Κατά τον Μαλαξό, ένας άρχοντας του Πατριαρχείου ονόματι Ξενάκης επισκέπτεται φίλο του Οθωμανό αξιωματούχο «να προσκυνήση αυτόν, ως είχε συνήθειαν κατά ημέρας, να μηδέν λείπει απ’ αυτού πάσης δουλοσύνης». Ο αξιωματούχος τον ενημερώνει για την απόφαση και τον προειδοποιεί πως σε πέντε ημέρες θα γκρεμισθούν συνθέμελα όλοι οι ρωμαίικοι ναοί της Πόλης.

Έντρομος ο Ξενάκης ενημερώνει τον Πατριάρχη Ιερεμία για το σχέδιο, και από τον φόβο του Ιερεμία «εκατέβαινεν ο ίδρος του προσώπου αυτού, ώσπερ βροχή». Ο Iερεμίας τρέχει στον Μεγάλο Βεζίρη Lütfü Πασά, με τον οποίον τον συνδέει ειλικρινής φιλία. Ο πασάς «ηρμήνευσεν αυτού, ότι να έλθη εις το διβάνη, και να ειπεί ότι, όταν ήλθον ο Σουλτάν Μεχεμέτης, να επάρει την πόλιν, εις την αρχήν έδωκαν πόλεμον, και εχάλασε μερικά από τα τειχία αυτής. Τότε εβγήκε ο βασιλεύς Κωνσταντίνος βαστόντας τα κλειδία του κάστρου, και επροσκύνησεν αυτόν σουλτάνον, και του τα επαρέδωκε· και εδέχθη αυτόν ο σουλτάνος ασπασίως, και τους άρχοντας αυτού, και τον λαόν».

Ο Ιερεμίας αποκτά κουράγιο και, επισκεπτόμενος τους αξιωματούχους της Πύλης, τους μοιράζει χρηματικά ποσά. Την επομένη εμφανίζεται στο διβάνι, όπου έχουν συγκεντρωθεί άπαντες οι πασάδες, κάθιδρος και έντρομος. Και λέει ό,τι ακριβώς τον έχει συμβουλέψει ο Μεγάλος Βεζίρης, ότι τον Πορθητή «τον επροσκύνησαν, και του έδωκαν θεληματικώς το κάστρον, ο τε βασιλεύς Κωνσταντίνος ο παλαιολόγος και οι άρχοντες αυτού και ο λαός».

Και παίρνει την απόκριση: «Τούτα τα λόγια, οπού είπες, έχεις μάρτυρες μουσουλμάνους οπού να ήσαν εις το φουσάτον του σουλτάν μεχεμέτη όταν ήλθε, και επήρεν την πόλιν;» Ο Ιερεμίας απήντησε καταφατικά, και επέστρεψε στο Πατριαρχείο, όπου «είπαν αυτοί όλοι μιά φωνή: ουχί μόνον φλωρία να δώσομεν δια τας εκκλησίας μας, να τας ελευθερώσομεν, αμή και να απεθάνομεν, και ημείς και τα παιδιά μας».

Στο επόμενο διβάνι o Ιερεμίας ισχυρίζεται πως οι μάρτυρες που έχει δεν βρίσκονται στην Πόλη, αλλά στην Αδριανούπολη, και ζητά διορία είκοσι ημερών να στείλει να τους φέρουν. Ο Μεγάλος Βεζίρης δίνει την διορία και ο Πατριάρχης «παρευθύς απέστειλεν ανθρώπους πρακτικωτάτους και υπήγαν εις την Αδριανούπολιν, μετά μεγάλων χαρισμάτων και δώρων».

Με τα δώρα αυτά έπεισαν κάποιους γηραιούς μουσουλμάνους να εμφανισθούν και να μιλήσουν. Ο Ιερεμίας τους πήρε και επισκέφθηκαν τον Lütfü Πασά, ο οποίος τους καθησύχασε και τους διέταξε να πουν στο διβάνι ό,τι τους είχε δασκαλέψει ο Πατριάρχης. Έτσι, εμφανίσθηκε στο διβάνι ο Ιερεμίας με τους γέροντες, και ο πασάδες που τους είδαν «εθαύμασαν το γήρας αυτών. Ήσαν γαρ τα γένεια αυτών άσπρα, ώσπερ το χιόνη το καθαρόν, και από τα ομμάτιά τους έτρεχαν δάκρυα, και γύρωθεν ήσαν κόκκινα, ωσάν κρέα, και έτρεμαν τα χέρια αυτών, και τα ποδάρια, από το πολύ το γήρας».

Ο Μεγάλος Βεζίρης τους ρωτα πόσα χρόνια έχουν περάσει από την Άλωση, και απαντούν 84. Τους ρωτά πόσων ετών είναι, και απαντούν 102! Τον διαβεβαιώνουν πως ήταν 18χρονοί Γενίτσαροι στον στρατό του Πορθητή κατά την πολιορκία της Πόλης. Στην ερώτησή του «ο σουλτάνος την πόλιν τούτην πώς την επήρεν, με πόλεμο, ή επροσκύνησε;» τον διαβεβαιώνουν για το δεύτερο. Και του εξιστορούν λεπτομερώς πώς, δήθεν, ο Κωνσταντίνος αρχικά δεν δέχθηκε την πρόταση του Μεχμέτ για παράδοση, και έγιναν μάχες και σκοτωμοί εκατέρωθεν. Επειδή, όμως, τα κανόνια κατέστρεψαν μέρος του τείχους, ο Κωνσταντίνος φοβήθηκε μην τυχόν η Πόλη πέσει και ο λαός σφαγεί, και έστειλε πρέσβεις στον Μεχμέτ για να την παραδώσει.

Ο Μεχμέτ περιχαρής συνέταξε και τους παρέδωσε για τον Κωνσταντίνο, λένε, επιστολή ως εξής: «Εγώ ο βασιλεύς σουλτάν Μεχεμέτης, δια του παρόντος μου εγγράφου ορισμού, κάμνω ψυχικόν εις τον βασιλέαν της πόλις Κωσταντίνον τον παλαιολόγον, και εις τους άρχοντας αυτού, να τους δώσω, ήτοι ζητήσουν κατά δίκαιον τρόπον: να έχουν, δια να ζουν ευημεριμένα, ως άρχοντες, να έχουν αναπαύσεις, και δούλους και δούλας. Τον δ’ επίλοιπον λαόν θέλω, ότι να είναι ελεύθεροι από πάσαν εγγαρίαν και βάρος τινός, και ποτέ παιδία για Γενιτζάρους να μη δεν τους επάρω, ούτε εγώ ούτε οι διάδοχοι της βασιλείας μου ποτέ τω καιρώ, αμή ο παρών ορισμός μου να είναι και διαμένει βέβαιος και ασάλευτος».

Κι έτσι όλα τελείωσαν καλά και ωραία, διηγούνται οι μάρτυρες του Ιερεμία, καθώς ο Παλαιολόγος-Δραγάσης πήρε τα κλειδιά της Πόλης και συνοδεία ευγενών, κλήρου και λαού, πήγε στη σκηνή του Μεχμέτ και του τα παρέδωσε. Και να οι αγκαλιές και οι ασπασμοί των δύο, και να τα τριήμερα γλέντια...

Στο έργο Τα μετά την Άλωσιν, που συνέγραψε τον 18ο αιώνα ο Αθανάσιος Κομνηνός-Υψηλάντης αφηγείται την ίδια ιστορία, ισχυριζόμενος πως επαναλήφθηκε δύο φορές! Την πρώτη φορά την τοποθετεί στα 1519, επί βασιλείας Σελίμ Α’ και πατριαρχίας Θεολήπτου Α’. Κατά τον Κομνηνό-Υψηλάντη, ο Σελίμ παίζει ένα κόλπο στον μουφτή της Πόλης, προκειμένου να του αποσπάσει φετβά που θα διευκόλυνε τα σχέδιά του. Τον ρωτά τι, κατά την γνώμη του, θα ήταν πιο θεάρεστο, να προσπαθήσει να καθυποτάξει ολόκληρο τον κόσμο και να υποχρεώσει τους Χριστιανούς και τους Εβραίους να πληρώνουν τον κεφαλικό φόρο, ή να απεμπολήσει ένα τόσο τεράστιο εισόδημα και αντ’ αυτού να προσηλυτίσει άπαντα τα έθνη στο Ισλάμ;

Ο μουφτής, ανύποπτος, απαντά πως το να σώσεις μία χαμένη ψυχή χριστιανού ή Εβραίου και να τη φέρεις στο Ισλάμ είναι πολυτιμότερο από τα πλούτη του κόσμου όλου. Ο Σελίμ θεωρεί την απάντηση φετβά και προστάζει τον Βεζίρη να μετατρέψει όλες τις εκκλησίες της Πόλης σε τεμένη, και να απαγορεύσει στους Χριστιανούς τη λατρεία τους επί ποινή θανάτου.

Ο Βεζίρης φρίττει με τη διαταγή, προμηνύοντας οικονομική καταστροφή: ο κεφαλικός φόρος των μη-Μουσουλμάνων αποτελεί ένα από τα κύρια έσοδα του κράτους. Ο δε μουφτής, βλέποντας πώς εξαπατήθηκε, προσφεύγει στον Μεγάλο Βεζίρη για να ανατρέψουν μαζί το σχέδιο του Σελίμ. Ειδοποιούν κρυφά τον Πατριάρχη Θεόληπτο, ο οποίος ζητά ακρόαση από τον Σελίμ παρόντος του Βεζίρη, των ουλεμάδων και του Μουφτή.

Η ιστορία εξελίσσεται όπως στο χρονικό του Μαλαξού, με μικρές διαφορές. Ο Θεόληπτος λέει στον Σελίμ πως «οι πρόγονοί μας έδωκαν αναιμωτί το ήμισυ μέρος της Πόλεως τω Σουλτάν Μεχμέτ...». Καθώς ο Θεόληπτος ισχυρίζεται πως το έγγραφο της παράδοσης έχει καεί σε πυρκαγιά, του ζητούνται μάρτυρες και η ιστορία συνεχίζεται όπως ακριβώς και στον Μαλαξό: ο Σελίμ υποχωρεί και περιορίζεται να κατάσχει όλους τους εναπομείναντες σε χριστιανικά χέρια λαμπρούς ναούς. Το ίδιο σενάριο επαναλαμβάνεται, κατά τον Κομνηνό Υψηλάντη, το 1532 επί Σουλεϊμάν και Ιερεμία, με ίδια κατάληξη.

Ο Δημήτριος Καντεμίρ, ο μολδαβικής καταγωγής Φαναριώτης ιστορικός, μουσικός και λόγιος, γράφει στο έργο του Ιστορία της Ακμής και της Παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πως το 1453 η Πόλη εν μέρει κατακτάται, εν μέρει παραδίδεται (ορισμένες δηλαδή συνοικίες καταλαμβάνονται με έφοδο, άλλες παραδίδονται οικειοθελώς). Και ο Μεχμέτ, κατά τον ιστορικό, διατάσσει να μετατραπούν σε τεμένη όλες οι εκκλησίες στο μέρος της πόλης που κυριεύει με τα όπλα, και να αφεθούν σε χριστιανικά χέρια όσες βρίσκονται στις συνοικίες που παραδίδονται αμαχητί.

Ήταν hoax –δεν υπήρξε οικειοθελής παράδοση!

Οι διηγήσεις αυτές δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθούν ως πραγματικά περιστατικά –παρότι η επανάληψή τους προκαλεί αίσθηση. Το βέβαιον είναι πως οι διάδοχοι του Πορθητή δεν αισθάνονται καθόλου άνετα με την “υπερβολική” του ανοχή προς το ρωμαίικο millet και την εξόφθαλμη παρουσία των ιερών του στην Πόλη.

Προφανώς, το εύρημα περί «παράδοσης» της Πόλης είναι μία έξυπνη λύση που, στριμωγμένοι από τις περιστάσεις, οι πατριάρχες της εποχής επικαλέσθηκαν –λαδώνοντας βεβαίως “μάρτυρες”. Eνδέχεται όμως και το τέχνασμα να προέρχεται από την ίδια την Οθωμανική εξουσία, η οποία ζητά να “εκλογικεύσει”, μπροστά σε μία αυξανόμενη αντίδραση της μουσουλμανικής πλειονότητας, τις πολιτικές επιλογές του Πορθητή και την απόκλιση από τη σαρία.

Το σημαντικό είναι πως κάθε ισχυρισμός περί παράδοσης της Πόλης αγνοεί και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις λεπτομερείς αφηγήσεις των συγχρόνων της Άλωσης ιστορικών –ακόμα και αυτών που, όπως ο Κριτόβουλος, δεν είναι παρά κόλακες του Πορθητή. Όλοι συμφωνούν στις γενικές γραμμές της πολιορκίας, πολέμου, άλωσης, σφαγής και διαρπαγής.

Και όμως, σε μία περιοχή του κόσμου που οι λαοί της τόσο λατρεύουν τις θεωρίες συνομωσίας και τις «άγνωστες αλήθειες» που δήθεν κρύβει το εκάστοτε “σύστημα”, οι αφηγήσεις στα πιο πάνω κείμενα κινδυνεύουν να δημιουργήσουν σχολή «άρνησης της Άλωσης». Δεν είναι λίγοι όσοι –ιδίως μεταξύ των Ρωμιών (Πολιτών) στην Πόλη και τη διασπορά– τις διαδίδουν ως δήθεν ιστορική αλήθεια...

Εικόνα massavetas
Σπούδασε νομικά σε Αθήνα και Cambridge. Έζησε νομαδικά με βάση του την Πόλη (2003-2015). Εκεί έγραψε δύο βιβλία για την Κωνσταντινούπολη και ένα για την Μικρά Ασία, ενώ συνεργάσθηκε με ελληνικά και ξένα έντυπα. Σήμερα συνεχίζει την νομαδική του ύπαρξη, με βάση την Αθήνα.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.