«Για το ισλαμικό καθεστώς η χιτζάμπ είναι θέμα υπαρξιακό»

Αυτή είναι μια επανάσταση εναντίον ενός μισογυνικού, θεοκρατικού καθεστώτος. Οι γυναίκες για πρώτη φορά επιτίθενται στους κακοποιητές τους, λέει η ιρανή ακτιβίστρα Σάντι Αμίν, που εξηγεί γιατί η χιτζάμπ είναι πολύ παραπάνω από ένα σύμβολο.
Χρόνος ανάγνωσης: 
11
'
Διαδήλωση κατά του ιρανικού καθεστώτος στην πλατεία Mel Lastman στο Τορόντο του Οντάριο, 24 Σεπτεμβρίου 2022. [GEOFF ROBINS/AFP]

«Φαντάσου ότι είσαι στο αυτοκίνητό σου, σε έναν δρόμο της Τεχεράνης. Η χιτζάμπ έχει γλιστρήσει και διακρίνονται τα μαλλιά σου. Έχεις ήδη διαπράξει αδίκημα. Το πιθανότερο είναι ότι κάποια κάμερα στον δρόμο θα σε εντοπίσει, θα φωτογραφίσει τις πινακίδες σου και λίγες μέρες αργότερα θα σου έρθει κλήση από το υπουργείο Δικαιοσύνης να εμφανιστείς στο δικαστήριο για να δώσεις εξηγήσεις. Δεν έχεις περιθώριο να μην πας. Εάν δεν πας, θα έρθουν εκείνοι σε σένα. Αυτό που περιγράφω συμβαίνει καθημερινά σε εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες», μου λέει η Σάντι Αμίν, μιλώντας μου από το Λονδίνο όπου βρίσκεται αυτές τις ημέρες. Λίγη ώρα πριν μιλήσουμε, η ιρανή ακτιβίστρια για τα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ συμμετείχε σε μια τηλεοπτική συζήτηση μεταξύ ιρανών αντιφρονούντων.

Χρόνια τώρα κυκλοφορούν στο διαδίκτυο βίντεο με Ιρανές που δέχονται παρενόχληση σε μέσα μεταφοράς και τον δημόσιο χώρο, όχι μόνο από μέλη της θρησκευτικής αστυνομίας, αλλά και από τυχαίους άντρες που παίρνουν τον νόμο στα χέρια τους. Τον περασμένο Αύγουστο, ο σκληροπυρηνικός πρόεδρος της χώρας Εμπραχίμ Ραϊσί υπέγραψε διάταγμα με το οποίο έκανε ακόμη πιο σκληρό τον νόμο «για τη χιτζάμπ και την αγνότητα». Τις ίδιες ημέρες ανακοινώθηκε ότι πρόκειται να τοποθετηθούν στο μετρό κάμερες με λογισμικό αναγνώρισης προσώπου, ώστε να εντοπίζονται οι γυναίκες που παραβιάζουν τον συγκεκριμένο νόμο.

Μέσα στα τελευταία τέσσερα χρόνια το καθεστώς έχει αυξήσει το προσωπικό της διαβόητης Αστυνομίας Ηθών κατά 7.000 άτομα, λέει η Αμίν. «Όλοι αυτοί γυρίζουν στους δρόμους ντυμένοι με πολιτικά και αστυνομεύουν την εμφάνιση των γυναικών. Το καθεστώς επενδύει τεράστια ποσά στον έλεγχο των γυναικών, την καταστολή των δικαιωμάτων τους και την τιμωρία τους». Η ιρανή ακτιβίστρια λέει ότι η εξέγερση που συγκλονίζει αυτές τις ημέρες την πατρίδα της ήταν αναμενόμενη. Ήταν αναπόφευκτο ότι αρκούσε ένα ατύχημα, για να ανάψει μια φωτιά που πολύ δύσκολα θα σβήσει. Η σπίθα ήταν κάτι παραπάνω από ατύχημα – μια 22χρονη γυναίκα δολοφονήθηκε επειδή ξέφευγαν από τη χιτζάμπ λίγες τούφες από τα μακριά μαύρα μαλλιά της.

Οι γυναίκες εξαναγκάζονται να υπογράφουν δηλώσεις μετανοίας

Στις 13 Σεπτεμβρίου, μέλη της Αστυνομίας Ηθών συνέλαβαν την Μάχσα Αμίνι την ώρα που έβγαινε από το μετρό, στην ιρανική πρωτεύουσα, όπου είχε πάει να επισκεφθεί συγγενείς της. Το αδίκημά της ήταν ότι ξέφευγαν από τη χιτζάμπ λίγες τούφες από τα μακριά μαύρα μαλλιά της. Η νεαρή οδηγήθηκε σε ένα από τα αποκαλούμενα κέντρα επανεκπαίδευσης – η Σάντι Αμίν με διακόπτει όταν χρησιμοποιώ τον όρο. «Όλα τα δυτικά μέσα ενημέρωσης μιλούν για κέντρα επανεκπαίδευσης. Μα πώς σας ήρθε; Επειδή έτσι τα βάφτισε το καθεστώς;» διαμαρτύρεται.

Η Αμίν εξηγεί ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για κέντρα κράτησης όσων διαπράττουν αυτά που ονομάζουν «ηθικά αδικήματα». Αυτό που συμβαίνει εκεί μέσα δεν είναι επανεκπαίδευση, αλλά μια διαδικασία απόλυτης ταπείνωσης και εξευτελισμού των γυναικών, οι οποίες εξαναγκάζονται να υπογράφουν ομολογίες ενοχής και μετάνοιας και να δηλώνουν ότι δεν θα υποπέσουν ξανά στο ίδιο αμάρτημα. Σε ένα τέτοιο κέντρο κράτησης οδηγήθηκε πριν από λίγες ημέρες η Μάχσα Αμίνι. Οι τιμωροί της, όπως γνωρίζουμε, δεν περιορίστηκαν στο να την ταπεινώσουν. Η γυναίκα έπεσε θύμα άγριου ξυλοδαρμού και τρεις μέρες αργότερα ήταν νεκρή. Λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση του θανάτου της, ξεκινούσαν οι διαδηλώσεις που έμελλε να εξελιχθούν στη μεγαλύτερη εξέγερση που έχει γνωρίσει το Ιράν από το 2009.

Αυτό, τουλάχιστον, είναι η εκτίμηση που διαβάζει κανείς σε όλα τα διεθνή μέσα ενημέρωσης.

Αλλά είναι και πολύ διαφορετική αυτή η εξέγερση από εκείνη που είδαμε το 2009, λέει η Αμίν. Τότε είχε ξεσηκωθεί ο λαός κατά της εκλογικής νοθείας. «Αξίζει να προσέξει κανείς μια πολύ κρίσιμη διαφορά, επίσης, ανάμεσα στους διαδηλωτές που βλέπουμε σήμερα και στο Πράσινο Κίνημα (σ.σ.: την εξέγερση του 2009)», παρατηρεί η Αμίν. «Το Πράσινο Κίνημα είχε δείξει εμπιστοσύνη στους μεταρρυθμιστές. Ενώ τώρα είδατε ή ακούσατε κάτι για μεταρρυθμιστές; Ο κόσμος δεν τους έχει πια καμιά εμπιστοσύνη. Κι αυτό είναι μια σημαντική εξέλιξη στο εσωτερικό της ιρανικής κοινωνίας. Οι εξεγερμένοι Ιρανοί έχουν συνειδητοποιήσει πια ότι χωρίς ριζικές, θεμελιώδεις αλλαγές του συστήματος, δεν θα πετύχουν τους στόχους τους». Το 2017 και το 2019 η οργή των διαδηλωτών είχε ξεσπάσει με αφορμή τον υψηλό πληθωρισμό και τις αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων.

Τα θύματα επιτίθενται για πρώτη φορά στους κακοποιητές τους

Αυτή τη στιγμή οι διαδηλώσεις έχουν επεκταθεί σε πάνω από 90 πόλεις της χώρας. «Είμαι Ιρανή κι όμως αυτές τις μέρες ακούω ονόματα πόλεων που είχα να ακούσω τουλάχιστον είκοσι χρόνια. Διότι δεν υπήρχαν ειδήσεις από αυτά τα μέρη. Αυτό, λοιπόν, είναι κάτι που επίσης διαφοροποιεί τις σημερινές διαδηλώσεις», λέει. Κάτι άλλο, ακόμη πιο ενδιαφέρον, είναι ότι οι άνθρωποι κατεβαίνουν στους δρόμους μαζικά μεν, αλλά εντελώς ανεξάρτητα από οργανώσεις. «Αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά. Και δείχνει ότι η νέα γενιά δεν ανέχεται άλλο την ασφυκτική γεροντοκρατία και θέλει να πάρει τη ζωή της στα χέρια της. Ξέρετε, οι ηλικίες που πρωτοστατούν στις διαδηλώσεις είναι από 15 έως 25 ετών. Είναι οι νέες γυναίκες αυτής της γενιάς».

Αυτή τη φορά, το μήνυμα της ιρανικής εξέγερσης είναι πολύ σαφές. Το διαβάζει κανείς καθαρά στα πρόσωπα και τα σώματα των γυναικών που βάζουν φωτιά στις χιτζάμπ τους φωνάζοντας «γυναίκες, ζωή, ελευθερία» και «θάνατος στον δικτάτορα». Αυτή είναι μια επανάσταση εναντίον ενός μισογυνικού, θεοκρατικού καθεστώτος. Οι γυναίκες δεν είναι απλώς οι πρωταγωνίστριες της εξέγερσης – είναι αυτές που παντού ηγούνται των διαδηλώσεων, αλλά και της βίαιης αντιπαράθεσης με τις δυνάμεις ασφαλείας.

«Είναι η πρώτη φορά που οι Φρουροί της Επανάστασης δέχονται επίθεση από τα θύματά τους. Οι Ιρανές είναι θύματα και σεξουαλικής παρενόχλησης και βίας εκ μέρους των δυνάμεων ασφαλείας – κάθε στιγμή και εν μέσω διαδηλώσεων. Μόλις χθες έβλεπα ένα βίντεο που κυκλοφορεί, όπου μια νέα γυναίκα παλεύει με δυο αστυνομικούς. Κάποιος το ανέβασε σε αργή κίνηση και φαίνεται πολύ καθαρά ότι ενώ ο ένας την χτυπάει, ο άλλος της πιάνει συνέχεια το στήθος». Αυτή η κακοποίηση διαρκεί εδώ και 43 χρόνια. Αυτό που άλλαξε, λέει η Αμίν, είναι ότι οι άνθρωποι απαντάνε, ότι επιτίθενται στους κακοποιητές τους. Μέχρι αυτές τις ώρες, πέντε από τους τουλάχιστον 54 νεκρούς που μετράει αυτή η εξέγερση είναι άντρες των δυνάμεων ασφαλείας.

«Οι Ιρανές δίνουν αυτές τις ώρες μια διπλή μάχη»

Όταν μετά την Επανάσταση του 1979 ο Αγιατολάχ Χομεϊνί μετέτρεψε από τη μια μέρα στην άλλη τις γυναίκες και τα κορίτσια σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας, αφαιρώντας τους στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα μέσω της επιβολής της σαρία, οι άντρες δεν στάθηκαν στο πλευρό τους. Σήμερα, στα αμέτρητα βίντεο που έχουμε παρακολουθήσει στα σόσιαλ μίντια –σε πείσμα της λυσσαλέας εκστρατείας του καθεστώτος να μπλοκάρει τη πρόσβαση των Ιρανών στο διαδίκτυο– βλέπει κανείς τους νεαρούς άντρες να υποστηρίζουν με πάθος τις διαδηλώτριες, να τις ενθαρρύνουν. «Αυτό δεν έχει ξαναγίνει, δεν μπορεί παρά να είναι ένα θετικό σημάδι», λέω στην συνομιλήτριά μου.

Η ιρανή ακτιβίστρια είναι πιο επιφυλακτική. «Είναι θετικό σημάδι, ναι. Η νέα γενιά έχει κοινωνικοποιηθεί μέσα από το διαδίκτυο, οι νεαροί άντρες είναι πιο ανοιχτοί σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές. Αλλά και γενικότερα, η ιρανική κοινότητα του εξωτερικού έχει κάνει δρόμο. Είμαι φεμινίστρια, είμαι λεσβία και πριν από δέκα χρόνια, τα μέσα της ιρανικής διασποράς δεν θα μου έδιναν χώρο για να αναλύσω την κατάσταση στο Ιράν, ενώ τώρα με καλούν κάθε μέρα. Εννοώ ότι έχουν μάθει να μας σέβονται και να εμπιστεύονται τις γνώσεις μας. Αλλά ακόμη κι έτσι, θα επικαλεστώ την μακρά εμπειρία μου, για να πω ότι πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός πριν καταλήξει σε συμπεράσματα», κάνει την εισαγωγή της πριν σχολιάσει τη διαπίστωσή μου.

Από το 1979 μέχρι σήμερα, οι Ιρανοί έχουν διανύσει πολύ δρόμο, ωστόσο τίποτε δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο, επιμένει η συνομιλήτριά μου. «Να σας πω ένα παράδειγμα από τις διαδηλώσεις των Ιρανών στο εξωτερικό. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι οι άντρες που παίρνουν μέρος στις διαδηλώσεις στις πόλεις του δυτικού κόσμου, δεν θέλουν να μας αφήσουν να ηγηθούμε. Αυτό συμβαίνει σε πόλεις όπου υπερτερούν οι φιλομοναρχικοί ιρανοί αντικαθεστωτικοί, όπως για παράδειγμα στην Ουάσινγκτον και στο Λονδίνο. Στο Βερολίνο η κατάσταση είναι διαφορετική, εκεί οι γυναίκες της ιρανικής κοινότητας είναι πολύ ισχυρές».

Οι Ιρανές δίνουν αυτές τις ώρες μια διπλή μάχη, εξηγεί η συνομιλήτριά μου· μια μάχη ενάντια στο καθεστώς, στην οποίαν έχουν τους άντρες στο πλευρό τους. Και μια μάχη για τη συμμετοχή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. «Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι οι γυναίκες θα είναι μέρος κάθε μελλοντικού σχήματος εξουσίας, ότι θα έχουν λόγο, ισότιμα, για οποιοδήποτε πρόγραμμα και σχέδιο για το μέλλον της χώρας, ότι δεν θα μείνουν έξω από το σύστημα εξουσίας», λέει και θυμίζει ότι αυτό ακριβώς συνέβη στο παρελθόν.

Βγαίνουν στα παράθυρα και φωνάζουν «θάνατος στον δικτάτορα»

Η εξέγερση των Ιρανών δεν αφορά μόνο την χιτζάμπ – η πολιτική καταπίεση, οι διαρκείς ταπεινώσεις, η υψηλή ανεργία ειδικά των νέων, η οικονομική κακοδιαχείριση και η εκτεταμένη διαφθορά ενός αυταρχικού καθεστώτος, επικεφαλής του οποίου είναι μια ομάδα ηλικιωμένων αντρών, έχουν οδηγήσει την ιρανική κοινωνία σε απόγνωση. Ακόμη κι όσοι δεν βγαίνουν στους δρόμους, λέει η Αμίν, βγαίνουν στα παράθυρά τους για να ενώσουν τις φωνές τους με εκείνους που ζητούν «θάνατο στον δικτάτορα» και «θάνατο στον Χαμενεΐ». Η Αμίν επισημαίνει κάτι ακόμη: «Αυτή είναι και μια εξέγερση κατά της θεοκρατίας και υπέρ του κοσμικού κράτους».

Η Αμίν λέει ότι εκτός από τον Εμπραχίμ Ραϊσί, ένα ολόκληρο μέρος της κυβέρνησης είναι «ακριβώς σαν τους Ταλιμπάν» σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα των γυναικών. Κι εκτιμά ότι εάν αυτή τη φορά δεν νικήσουν οι γυναίκες, περιμένουν τους Ιρανούς πολύ ζοφερά χρόνια. «Η καταστολή θα είναι αμείλικτη και ολοκληρωτική, θα απαγορευτεί κάθε πολιτική δραστηριότητα», λέει, προσθέτοντας ότι ήδη έχουν συλληφθεί πάνω από 100 ακτιβίστριες για τα γυναικεία δικαιώματα. «Μόνο σήμερα έμαθα για πέντε φίλες μου, τις οποίες πήγαν και τις συνέλαβαν στα σπίτια τους. Ξέρουν ποιες είναι, ξέρουν την επιρροή τους και επιχειρούν να τις εξαφανίσουν από τον δημόσιο χώρο».

Η χιτζάμπ είναι θέμα υπαρξιακό για το ισλαμικό κράτος, συνεχίζει η Αμίν. Εάν η κυβέρνηση του Ραϊσί χαλαρώσει το νόμο για τη χιτζάμπ, αυτό θα είναι καθοριστικό πλήγμα στον πυρήνα του καθεστώτος, θα είναι μια τεράστια ήττα χωρίς επιστροφή. «Να σας θυμίσω ότι ο Ραϊσί ήταν ένας από τους εισαγγελείς που στα μυστικά δικαστήρια το 1988 καταδίκασαν χιλιάδες αριστερούς πολιτικούς κρατούμενους, άντρες και γυναίκες, σε θάνατο. Δεν το κρύβει. Είναι περήφανος για αυτό». Μόλις τον περασμένο Ιούλιο, σουηδικό δικαστήριο έκρινε ένοχο για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας τον Χαμίντ Νούρι, έναν πρώην Ιρανό αξιωματούχο, για τη συμμετοχή του σε εκείνη την υπόθεση. «Ο Νούρι καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Ενώ ο Ραϊσί, ο οποίος ήταν σε ανώτερη θέση, κυβερνάει μια χώρα και γι' αυτό έχει ασυλία», σχολιάζει.

«Εάν φορούσα μαντίλα αυτή τη στιγμή θα ήμουν καλεσμένη σε όλα τα δυτικά τηλεοπτικά μέσα για να μιλήσω για την εξέγερση στο Ιράν»

Η Σάντι Αμίν δεν έχει καμιά υπομονή με τις γυναίκες που ζουν στη Δύση και βλέπουν την επιβολή της μαντίλας σαν κάτι δευτερεύον ή σαν μια ελεύθερη επιλογή. «Πραγματικά θα έπρεπε να το βουλώσουν. Διότι δεν έχουν τις δικές μας εμπειρίες. Υπάρχουν ορισμένες νεαρές γυναίκες στον ακαδημαϊκό χώρο που ξέρουν πόσο εξωτικό δείχνει να μιλούν για τη γυναικεία ελευθερία φορώντας μαντίλα. Να είστε βέβαιη ότι εάν φορούσα μαντίλα αυτή τη στιγμή θα ήμουν καλεσμένη σε όλα τα δυτικά τηλεοπτικά μέσα για να μιλήσω για την εξέγερση στο Ιράν», λέει η Αμίν.

Δεν μπορεί, όμως, να είναι επιλογή τους στη Δύση; Για την ιρανή ακτιβίστρια αυτός ο ισχυρισμός είναι κούφιος, χωρίς αληθινό περιεχόμενο. «Ποια είναι η ελεύθερη επιλογή για τις γυναίκες που ναι, ζουν μεν στη Δύση, αλλά ξέρουν πως αν δεν φορούν μαντίλα, αν καπνίζουν, αν είναι λεσβίες, δεν θα είναι αποδεκτές από την οικογένειά τους και τους άντρες της κοινότητάς τους; Ότι θα τις θεωρούν ανήθικες; Σήμερα αν διαφωνείς με την επιλογή της χιτζάμπ σε κατηγορούν για ρατσισμό και ότι θέλεις να προάγεις το δυτικό γυναικείο πρότυπο», διαμαρτύρεται. Σύμφωνα με την Σάντι Αμίν, οι δυτικές κυβερνήσεις έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης και για την παραβίαση των δικαιωμάτων των παιδιών. «Γιατί επιτρέπεται σε αιγυπτιακές, τουρκικές ή ιρανικές οικογένειες να απαγορεύουν στις κόρες τους να παρακολουθούν μαθήματα κολύμβησης ή να στέλνουν οκτάχρονα παιδιά με μαντίλα στο σχολείο;» κάνει το ρητορικό ερώτημα.

«Δεν είναι κουλτούρα, είναι θρησκεία για την άσκηση της οποίας παίρνουν τις αποφάσεις άντρες»

«Λένε ότι είναι η κουλτούρα μας. Όχι δεν είναι κουλτούρα, είναι θρησκεία για την άσκηση της οποίας παίρνουν τις αποφάσεις άντρες», απαντάει στο επιχείρημα πολλών Δυτικών. «Στη Δύση, δυστυχώς, η συζήτηση για τη χιτζάμπ πήρε άλλη κατεύθυνση κι άρχισε να επικαλείται τον ρατσισμό, αντί να έχει στο κέντρο της τα δικαιώματα των γυναικών. Και χρησιμοποιούν την κατηγορία της ισλαμοφοβίας για να μας φιμώσουν. Φυσικά φοβάμαι τον ισλαμισμό διότι πριν από έναν μήνα δυο λεσβίες ακτιβίστριες στο Ιράν καταδικάστηκαν σε θάνατο».

Η Σάντι Αμίν αναφέρεται στην 31χρονη Ζάχρα Χαμεντάνι και την 24χρονη Ελχάμ Τσουμπντάρ, οι οποίοι κρίθηκαν ένοχες για το έγκλημα της «διαφθοράς επί της Γης». Η οργάνωση 6rang, επικεφαλής της οποίας είναι η Αμίν, ηγήθηκε διεθνούς καμπάνιας για τη σωτηρία των δύο γυναικών. «Αυτή τη στιγμή η υπόθεσή τους έχει ευτυχώς συνδεθεί με την εξέγερση, αλλά παρόλα αυτά στις διαδηλώσεις που κάνουμε στη Δύση, δεν προτάσσουμε το αίτημα για τη σωτηρία τους. Αλλά το θυμίζουμε συνέχεια, διότι ξέρουμε ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να τις εκτελέσουν. Σε κάποιες πόλεις οι Ιρανοί ΛΟΑΤΚΙ βγαίνουν μπροστά και μιλούν, όπως έγινε για παράδειγμα στο Βανκούβερ και το Βερολίνο, αλλού όμως οι συσχετισμοί είναι διαφορετικοί. Στο Άμστερνταμ, για παράδειγμα, δεν επέτρεψαν σε ΛΟΑΤΚΙ ιρανούς ακτιβιστές να ανεβάσουν στη διαδήλωση τη σημαία με το ουράνιο τόξο. Λένε ότι αυτή τη στιγμή τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων είναι δευτερεύοντα. Σας θυμίζει κάτι;»

Η Σάντι Αμίν λέει ότι όταν αυτές τις μέρες την καλούν να μιλήσει στα μέσα της ιρανικής διασποράς, επιλέγει να είναι διπλωματική – με αυτό εννοεί ότι δεν μιλάει πάντα για τα προβλήματα της κοινότητας των ΛΟΑΤΚΙ. «Αλλά δεν τους αφήνουμε να ξεχαστούν. Είναι εκατομμύρια άνθρωποι, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να έχουν λόγο για τη ζωή και το μέλλον τους κι όλες αυτές τις μέρες βρίσκονται στους δρόμους και διαδηλώνουν».

Πριν την αποχαιρετήσω, τη ρωτάω πόσα χρόνια είναι μακριά από την πατρίδα της. Μου απαντάει ότι ζει στη Γερμανία από το 1985. Η Σάντι Αμίν ήταν 14 ετών και ήδη μια έφηβη με πολιτικές ανησυχίες, όταν η Ιρανική Επανάσταση σάρωσε τη χώρα της και άλλαξε για πάντα τη ζωή της. «Αρχικά είχα συγκινηθεί από το κίνημα για τα δικαιώματα των μαύρων στις ΗΠΑ, μετά έγινα μέλος σε μια μαρξιστική οργάνωση και το 1984 ήμουν πια πολιτικά πολύ δραστήρια». Τότε την συνέλαβαν και την καταδίκασαν σε θάνατο. Η Αμίν μου εξηγεί ότι προέρχεται από μια οικογένεια με οικονομική άνεση, που είχε κάποια πρόσβαση, μέσω οικογενειακών δεσμών, στον Ακμπάρ Χασεμί Ραφσαντζανί, ο οποίος τότε ήταν πρόεδρος της βουλής. Κι αυτό σήμαινε ότι μπορούσε να εξαγοράσει τη ζωή της – αλλά όχι και την ελευθερία της, αν ήθελε να μείνει στη χώρα.

«Οι δικοί μου ήταν πρόθυμοι να δωροδοκήσουν τον Ραφσαντζανί με ένα πολύ μεγάλο ποσό ώστε να αναιρεθεί η καταδίκη, υπό τον όρο ότι θα έπαυα κάθε πολιτική δραστηριότητα. Μου ξεκαθάρισαν ότι δεν γινόταν να συνεχίσω, διότι εκτός από τον εαυτό μου, θα έβαζαν όλη την οικογένεια σε θανάσιμο κίνδυνο». Η άλλη επιλογή που είχε ήταν να φύγει κρυφά από τη χώρα. Οι δικοί της υποσχέθηκαν να την βοηθήσουν να το οργανώσει. Αλλά από τη στιγμή που θα περνούσε τα σύνορα, θα έπρεπε να τα βγάλει πέρα μόνη της.

Η ιρανή ακτιβίστρια θυμάται πόσο τρομοκρατημένη ήταν από την προοπτική να φύγει ολομόναχη, παράνομα, για μια άγνωστη χώρα. «Δεν μπορούσα να φανταστώ πώς θα ήταν η ζωή μου στην Ευρώπη, δεν υπήρχε τότε το ίντερνετ, δεν είχα ιδέα. Ήμουν ένα εικοσάχρονο κορίτσι. Αλλά ήξερα ότι δεν μπορούσα να ζήσω στο Ιράν». Η Αμίν μου διηγείται πώς έφτασε στο Πακιστάν μέσα από τα βουνά, πώς μπήκε στην Τουρκία με ψεύτικο διαβατήριο και πώς από εκεί ταξίδεψε για την Ανατολική Γερμανία. «Οι Ανατολικογερμανοί με απέλασαν πίσω στην Τουρκία και από εκεί ταξίδεψα, πάλι παράνομα, για τη Δυτική Γερμανία όπου έκανα αίτηση για πολιτικό άσυλο».

Η Σάντι Αμίν λέει ότι μπορώ ίσως τώρα να καταλάβω γιατί θα προτιμούσε να μην έχουν ορισμένες δυτικές φεμινίστριες τόσο εύκολες τις καταγγελίες περί ρατσισμού και τις βεβαιότητες περί ελεύθερης επιλογής. «Αν το θέλετε, είμαι ισλαμοφοβική», λέει. «Φοβάμαι τον ισλαμισμό διότι είχαν σκοπό να με δολοφονήσουν».

Εικόνα oikonomakou
Έχει εργαστεί στον Ταχυδρόμο, τον Ελεύθερο Τύπο, την Ελευθεροτυπία και το Marie Claire. Ήταν European Journalism Fellow στο Βερολίνο. Το βιβλίο της «Ο τραγουδιστής του Αουσβιτς. Εστρόγκο Ναχάμα, Θεσσαλονίκη 1918-Βερολίνο 2000» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καπόν.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
2

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.