Η γυναίκα σας και πώς να την χάσετε

Συμβουλές από τον Νορβηγό συγγραφέα Γκάιρ Γκούλλικσεν.
Χρόνος ανάγνωσης: 
10
'

Είχαμε ραντεβού στις 2, μεσημέρι Τρίτης, στο Litteraturhuset στο κέντρο του Όσλο. Είχα κατεβεί στο σταθμό της Μαγιόρστουα και κατηφορίσει με τα πόδια τη οδό Μπουγκσταβάιεν, έναν από τους ομορφότερους δρόμους της νορβηγικής πρωτεύουσας, όχι τόσο λόγω των χρυσαφένιων, φθινοπωρινών δέντρων που την πλαισίωναν σαν φανοστάτες της ημέρας, όσο λόγω της κατηφορικής της κλίσης της που, σαν ποτάμι, σ’ έσπρωχνε προς έναν πόλο μαγνητικό: το παλάτι, την οδό Καρλ Γιοχάν, τον σταθμό των τραίνων κι ύστερα στη θάλασσα.

Στα ριζά της Μπουγκσταβάιεν, εκεί που η κλίση του δρόμου παίρνει μια ανάσα κι ανοίγεται, αναπάντεχα, στα δεξιά σου το βασιλικό πάρκο, στέκει το Σπίτι της Λογοτεχνίας, ένα τετραώροφο κτήριο με βιβλιοπωλείο, καφέ, εστιατόριο, αίθουσες θεάτρου και συζητήσεων, και μια σοφίτα όπου διαμένουν επισκέπτες συγγραφείς και μεταφραστές από το εξωτερικό. Ο καιρός είχε πάρει να κρυώνει λίγο, 4 βαθμοί Κελσίου έξω, κι εγώ εντός, στη ζεστασιά, χάζευα λαίμαργα στα ράφια τις νέες κυκλοφορίες, χαϊδεύοντας τα σκληρόδετα εξώφυλλά τους και μυρίζοντας τις φρεσκοανοιγμένες τους κοιλιές· οι ράχες τους έκαναν κρακ καθώς τεντώνονταν για πρώτη, πιθανόν, φορά, λες και ξυπνούσαν στον κόσμο.

Αυτή η βαθιά αίσθηση ησυχίας, η αίσθηση ότι μπορείς ν’ ακούσεις μια καρέκλα που τραβιέται, ένα βιβλίο που ανοίγει, ένα ποδήλατο που φρενάρει, μια ομπρέλα που γλιστρά στο έδαφος, είναι κάτι που συναντώ συχνά στα βιβλία των Νορβηγών συγγραφέων: μία προσήλωση σε ήχους σχεδόν οικιακούς, σαν σε δωμάτια κλειστά, ακόμα κι όταν βρίσκονται μέσα σ’ ένα πυκνόφυτο δάσος―το χιόνι απορροφά τους κραδασμούς των ήχων, το άτομο απορροφά τους κραδασμούς των άλλων, και μόνο μέσα από επίπονη προσπάθεια, μ’ ένα συνειδητό άλμα εκτός εαυτού, καταφέρνει ο ένας να συναισθανθεί τον άλλον. Και τότε ακόμα, όμως, τίποτα δεν είναι προδιαγεγραμμένο· η προσπάθεια ενσυναίσθησης πέφτει συχνά στο κενό. Και μένουν οι Νορβηγοί να χορεύουν σιωπηλά, ήσυχα, ο ένας γύρω από τον άλλον, με προθέσεις καλές μα αποτέλεσμα αμφίβολο.

Κάπως έτσι χορεύουν μεταξύ τους και οι πρωταγωνιστές του συγγραφέα που περίμενα εκείνο το μεσημέρι στο Σπίτι της Λογοτεχνίας. Στο Ιστορία ενός Γάμου (εκδ. Ποταμός, μετ. Σωτήρης Σουλιώτης) ο Γκάιρ Γκούλλικσεν παρακολουθεί κάθε επώδυνο, μικρό βήμα στην κατάρρευση του γάμου της Τίμι και του Γιουν, μέσα από τους ήχους και τις μυρωδιές τις συνύπαρξής τους, τους κραδασμούς της απομάκρυνσής τους. Εκείνη γνωρίζει έναν άνδρα στη δουλειά· έναν οποιονδήποτε άνδρα, δεν έχει σημασία· τη σκιά ενός άνδρα, ας πούμε, ενός άνδρα που θέλει εμφανώς να την κάνει δικιά του. Κι εκείνος, ο σύζυγος που εργάζεται από το σπίτι και φροντίζει τα παιδιά, αποφασίζει πως ο τρόπος να γεφυρώσει το χάσμα που ανοίγεται μπροστά τους είναι να το ταΐσει, να σπρώξει τη γυναίκα του στην αγκαλιά του άλλου, για να μπορέσει να την ξανακερδίσει απ’ την αρχή. Γιατί είναι ένας άνδρας σύγχρονος, απελευθερωμένος από τα έμφυλα και τα συζυγικά κλισέ· γιατί η ιδέα ότι η γυναίκα του τον απατά με τη συγκατάθεσή του τον εξιτάρει σεξουαλικά· και γιατί νομίζει ότι η συγκατάθεσή του αυτή του επιτρέπει να ελέγξει την κατάσταση. Μέχρι που συνειδητοποιεί, φυσικά, ότι κάνει λάθος.

Η θεατρική μεταγραφή της Ιστορίας ανέβηκε πρόσφατα στην κεντρική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου της Νορβηγίας και απέσπασε διθυραμβικές κριτικές. Ο Χένρικ Ίψεν θα ήταν πραγματικά περήφανος για τα κατορθώματα του πνευματικού του απογόνου. Ο ίδιος ο Γκάιρ Γκούλλικσεν, τι πιστεύει;

«Μου άρεσε πολύ η παράσταση στο Εθνικό» λέει μ’ ένα ντροπαλό χαμόγελο, ξετυλίγοντας γύρω από τον λαιμό του ένα μακρύ κασκόλ και κρεμώντας το στον ντιζαϊνάτο καλόγερο δίπλα μας. Οι κινήσεις του είναι εύθραυστες, τα δάχτυλά του λεπτά, τα βλέμμα του μαλακό. «Υπήρχαν στιγμές που ξεχνούσα ότι την έχω γράψει εγώ αυτή την ιστορία, που έπιανα τον εαυτό μου να εύχεται να μη χωρίσουν οι δυο τους, λες και δεν ήξερα εξαρχής τι θα συνέβαινε!».

Και κάπως έτσι νιώθει και ο αναγνώστης του βιβλίου του. Ενώ ξέρει το προδιαγεγραμμένο τέλος τους (δηλώνεται, εξάλλου, απ’ την αρχή) αγνοεί τις λεπτομέρειες της οδυνηρής διαδρομής. Κι έτσι κάθε σελίδα γίνεται μια ματιά μέσα από την κλειδαρότρυπα της αυτοκαταστροφής ενός ανθρώπου, ενός γάμου, μιας ανδρικής, συζυγικής ταυτότητας.

Δε θύμωσαν οι άνδρες αναγνώστες με αυτόν τον χαρακτήρα; Εδώ εγώ είχα θυμώσει, με τον ίδιο τρόπο που είχα θυμώσει με τον Μερσό του Καμύ στον Ξένο. Ήθελα ν’ αρπάξω τον Γιουν και να του φωνάξω: μα τι κάνεις επιτέλους, ξύπνα!

«Πώς! Πολλοί θυμώνουν ή ίσως τον φοβούνται. Πολλές γυναίκες θυμώνουν επίσης. Αλλά εγώ ήθελα να τους κάνω να θυμώσουν. Δε μ’ ενδιέφερε να ταυτιστούν τόσο με τον Γιουν όσο το ν’ αναγνωρίσουν την ύπαρξή του, να έρθουν αντιμέτωποι με όλα όσα τους φοβίζουν στην ανδρική ψυχολογία: την διαπίστωση ότι ένας άνδρας μπορεί, από περιέργεια ή αυτολύπηση ή ναρκισσισμό, να επισπεύσει τους χειρότερούς του φόβους».

Ο Γιουν κάνει τα πάντα (ή έτσι νομίζει) για να σώσει τον γάμο του: πειραματίζεται σεξουαλικά με τη γυναίκα του, της δίνει την απόλυτη ελευθερία να ζήσει την εξωσυζυγική της σχέση, κάνει όλα αυτά που λένε ότι πρέπει να κάνεις για να ξεφύγεις από τη ρουτίνα του γάμου. Κι όμως· ο γάμος του καταρρέει.

«Αν με ρωτάς πώς γίνεται να σώσει κανείς έναν γάμο, θα σου απαντήσω ότι δεν έχω ιδέα» λέει ο Γκούλλικσεν, γελώντας. Η πρώην γυναίκα του δε γέλασε και τόσο όταν αναγνώρισε τον (διαστρεβλωμένο, κατά τη γνώμη της) εαυτό της στο βιβλίο του. «Ένιωσα ότι μ’ είχε απαγάγει ένα μυθιστόρημα» είχε δηλώσει τότε στην εφημερίδα Αφτενπόστεν. Ο Γκάιρ δεν απάντησε ποτέ σ’ αυτήν της την κατηγορία.

«Μία από τις μεγάλες προκλήσεις αυτού του μυθιστορήματος», μου λέει τώρα, «ήταν ότι ήθελα να πω την ιστορία της γυναίκας μέσα από τα μάτια του συζύγου. Ήλπιζα μάλιστα να βγουν οι κριτικοί και να με κατακρίνουν, για να ξεκινήσει μια ολόκληρη συζήτηση πάνω σε αυτό το ζήτημα. Δυστυχώς κανείς δεν το έκανε. Αν με ρωτούσαν, όμως, με ποιο δικαίωμα προσπαθώ εγώ, ένας ώριμος, λευκός άνδρας, να μπω στη θέση της γυναίκας και να προσπαθήσω να εξηγήσω την αίσθηση του εαυτού της, θα τους απαντούσα, ότι αυτό ακριβώς κάνει η λογοτεχνία: μου επιτρέπει να γράψω για τον ψυχικό κόσμο μιας γυναίκας όσο και για τον ψυχικό κόσμο ανθρώπων που δεν εμπίπτουν στην κατηγορία “ώριμος, λευκός άνδρας”. Η γραφή με βγάζει από τον εαυτό μου. Εγώ δεν αισθάνομαι εκπρόσωπος του ανδρικού φύλου, για παράδειγμα, ούτε θέλω να είμαι. Δεν ταυτίζομαι με αυτήν την περιορισμένη ταυτότητα. Δεν μπορεί κανείς να με εξαναγκάσει να κατανοήσω τον εαυτό μου μόνο εντός της κατηγορίας “ώριμος, λευκός άνδρας”. Εγώ δεν αισθάνομαι έτσι. Δεν πρέπει να υποκύψουμε σε αυτή τη λογική της πολιτικής των ταυτοτήτων, όπου θα πρέπει να περιοριζόμαστε να μιλάμε μόνο για την ταυτότητα στην οποία μας τοποθετούν οι άλλοι».

Αν δεν αισθάνεται ως «ώριμος, λευκός άνδρας», πώς αισθάνεται, λοιπόν;

«Καμιά φορά αισθάνομαι και έτσι, είναι αναπόφευκτο· γιατί ξέρω ότι οι άνθρωποι με αντιμετωπίζουν και μου συμπεριφέρονται έτσι. Κοινωνικά, λοιπόν, μπορεί να φέρω αυτόν τον κατασκευασμένο περιορισμό, αλλά στο σπίτι, σα να λέμε, είμαι ένα σωρό άλλα πράγματα. Είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε ότι όλοι μας, όλοι μας, είμαστε κι ένα σωρό άλλα πράγματα μαζί, ότι είμαστε γεμάτοι εσωτερικές αντιθέσεις. Ξεχνώντας το, μετατρέπουμε την πολιτική των ταυτοτήτων σε πολιτική θυματοποίησης: αυτοπεριοριζόμαστε και περιορίζουμε την κατανόηση του άλλου σ’ ένα φύλο ή μια κοινότητα, σα να βάζουμε τον εαυτό μας και τους άλλους σ’ ένα κουτί. Πράγμα διόλου σοφό. Πρώτον, επειδή έτσι χάνουμε τη δυνατότητα να μιλήσουμε για θέματα που αφορούν άλλες ταυτότητες, και δεύτερον επειδή όλοι μας έχουμε διαφορετικές πλευρές. Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της λογοτεχνίας είναι ότι μας επιτρέπει να κατανοούμε πράγματα που δεν έχουμε βιώσει ή που έχουμε βιώσει μόνο διανοητικά».

Αφού φτάσαμε τη συζήτηση στο θέμα των εσωτερικών αντιθέσεων και της λογοτεχνίας, τον ρωτάω για το θέμα των ημερών εκείνων: το βραβείο Νόμπελ στον Πέτερ Χάντκε. Πολλοί στη νορβηγική Αριστερά δήλωσαν ευθέως τον αποτροπιασμό τους για τη βράβευση ενός «απολογητή του Μιλόσεβιτς». Ο Γκάιρ Γκούλλικσεν προέρχεται από την Αριστερά. Είναι, δε, διευθυντής των εκδόσεων Oktober Forlag, που ιδρύθηκαν το 1970 από μέλη του Σοσιαλιστικού Λαϊκού Κόμματος και, αργότερα, του Εργατικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ποια η γνώμη του, λοιπόν;

«Χάρηκα πολύ με αυτό το βραβείο. Καταρχάς, επειδή το αξίζει· είναι εξαιρετικός συγγραφέας. Χάρηκα, όμως, κι επειδή έχω κουραστεί να βλέπω τους ανθρώπους τριγύρω μου ν’ απαιτούν να είμαστε όλοι πρότυπα αθωότητας και ιδεολογικής αγνότητας. Κυοφορείται ενός είδους “καθαρή σκέψη” (renhets tanke, είπε στα νορβηγικά: σκέψη καθαρότητας) όπου όλοι όσοι έχουμε κάνει αυτό ή εκείνο ή δεν ξέρω εγώ τι, πρέπει να τιμωρηθούμε με την εκπαραθύρωσή μας από την κοινωνία, πρέπει να αποκλειστούμε εξ ορισμού. Δε θυμάστε τι έγινε με τον Κέβιν Σπέισι; Εν τέλει η απόλυσή του δεν είχε να κάνει με το γεγονός ότι το Netflix σκανδαλίστηκε ξαφνικά από τις πασιφανώς προβληματικές πλευρές του χαρακτήρα του, όχι. Είχε να κάνει με το χρήμα, με το γεγονός ότι θεώρησαν ότι θα έχαναν χρήματα αν συνέχιζαν μαζί του στο House of Cards. Κατ’ επέκταση, μια πολιτική τέτοιου είδους, μια πολιτική δηλαδή που δρα μόνο και μόνο υπό το φόβο της απώλειας ψήφων των πιο θορυβωδών ψηφοφόρων, είναι εμπορευματοποιημένη πολιτική· και οι υποστηρικτές της συμπεριφέρονται λες και όλοι οι άλλοι είναι ηθικώς επιλήψιμοι, λες κι ίδιοι έχουν εξ ορισμού το ηθικό πλεονέκτημα».

Ο Γκούλλικσεν έχει την (άπιαστη, από πολλούς άλλους συγγραφείς) ικανότητα να εκφράζει με ακρίβεια τον σεξουαλικό κόσμο των άλλων. Πριν λίγο καιρό, η κριτικός Ίνκγουν Έκλαν έλεγε στην Αφτενπόστεν: «Ο Γκούλλικσεν γράφει πολύ για το σεξ. Και το κάνει πολύ καλά. Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει επειδή δε ντρέπεται να εκφράσει συναισθήματα όπως η ντροπή και η αμηχανία και η άστοχη επιθυμία. Δεν προσπαθεί να μετατρέψει τον ερωτισμό σε λυρική λογοτεχνία – το αντίθετο· στοχεύει κατευθείαν στην αμηχανία και γράφει σεξουαλικές σκηνές όπου εκφράζονται οι πιο άβολες κι όμως πανανθρώπινες επιθυμίες».

«Ο λόγος που άρχισα να γράφω είναι ότι δεν μπορούσα ν’ αναγνωρίσω τον εαυτό μου στο πώς παρουσιάζονταν οι άνδρες στα βιβλία που διάβαζα» μου εξηγεί. Το πρώτο του βιβλίο, Του σκοταδιού το στόμα (Mørkets munn), που εκδόθηκε το 1986, όταν ο Γκάιρ ήταν 22 ετών, είναι ένα μυθιστόρημα που αποτελείται από ποιητικά/λυρικά θραύσματα και εξιστορεί την ψυχολογική ανασφάλεια ενός άλλου Γιουν –ενός νεαρού, εύθραυστου αγοριού– που βιώνει την απώλεια μιας μεγάλης του αγάπης μέσα από τον καθρέφτη του φίλου και κολλητού του Ρόμπερτ, ενός ροκά μουσικού που έχει καταφέρει να τοποθετήσει τον εαυτό του (και την κατανόηση του εαυτού του) αριστοτεχνικά εντός της κοινωνίας. «Μετά το πρώτο μου βιβλίο άρχισα να γράφω άλλα πράγματα: θέατρο, ποίηση, έγινα επιμελητής εκδόσεων, ξέχασα σα να λέμε για ποιο λόγο είχα γίνει συγγραφέας. Μέχρι που, το 2006, βρέθηκα στο σπίτι, ως stay-at-home μπαμπάς, να φροντίζω ένα μωρό και να σκέφτομαι όλα αυτά τα “οικιακά”, ας πούμε, ζητήματα και θυμήθηκα για ποιο λόγο είχα αρχίσει να γράφω. Όλα μου τα μυθιστορήματα έχουν να κάνουν με την αγάπη, τις σχέσεις, τη σεξουαλικότητα, τα δύο φύλα. Ο φεμινισμός έχει λειτουργήσει καταλυτικά στη ζωή μου, από μικρό παιδί: με “άνοιξε” προς τον εαυτό μου, με “άνοιξε” ως άνθρωπο. Με βοήθησε να ξεφύγω από τα ανδρικά κλισέ στα οποία καλούμουν να υποκύψω μεγαλώνοντας σε μια μικρή πόλη».

Ακούγοντάς τον θυμήθηκα τον τρόπο με τον οποίο μεγάλωσα εγώ, ένα μικρό αγοροκόριτσο που σκαρφάλωνε σε δέντρα κι έπαιζε ποδόσφαιρο· πόσο ελεύθερη μ’ έκαναν να νιώσω οι γονείς μου, που ποτέ δε με πίεσαν να προσαρμοστώ σε οποιουδήποτε είδους αισθητικά ή συμπεριφορικά έμφυλα «πρέπει»· και πόσο, εκ των υστέρων, τους ευγνωμονώ που με βοήθησαν ν’ αποφύγω όλα αυτά τα προϋπάρχοντα κουτάκια μέσα στα οποία μεγαλώνουν τόσα και τόσα κορίτσια και τα οποία διαμορφώνουν, σε κάποιο βαθμό, την θηλυκότητά τους.

«Μεγαλώνοντας» συνεχίζει ο Γκάιρ, «ήταν πολύ σημαντικό, στη μικρή κοινωνία όπου μεγάλωνα, ένα αγόρι να μη δείχνει ευαίσθητο ή ευάλωτο. Κι έτσι, μέσα από τη γραφή, ήθελα ν’ αποτυπώσω και αυτή την ανδρική πλευρά. Αλλά και να εξερευνήσω πλευρές ανθρώπων που μου ήταν άγνωστες: ψάχνω να τοποθετήσω τους ήρωές μου σε καταστάσεις στις οποίες δεν ξέρω, εκ των προτέρων, πώς θα συμπεριφερθούν. Και να εκφράσω, δια μέσου τους, απόψεις τις οποίες προσωπικά δε συνυπογράφω».

Όπως η συμπεριφορά του άλλου άνδρα στην Ιστορία, ας πούμε; «Ναι. Ο τύπος είναι ένα κλισέ, ένα λεγόμενο alpha male που διεκδικεί στα ίσια, σχεδόν απαιτεί, και κερδίζει την Τίμι». Γιατί την κερδίζει, όμως; «Γιατί όχι; Ξέρετε, πολλοί άνθρωποι αποζητούν οι άλλοι να τους θέλουν με λαιμαργία και να το δείχνουν. Και είναι εξίσου πολλοί αυτοί οι άνδρες όσες οι γυναίκες. Έτσι κι αλλιώς, ένα από τα πράγματα που αποζητούμε στον έρωτα είναι να ξέρουμε ότι κάποιος μπορεί να φέρει τα πάνω-κάτω για χάρη μας. Είναι κάτι που όλοι έχουμε ανάγκη και όλοι ψάχνουμε και καμιά φορά το αποτέλεσμα αυτού είναι να διαλυθούν τα πάντα τριγύρω μας».

Και πού μπαίνουν τα όρια; τον ρωτώ. Δεν υπάρχουν όρια στο να διεκδικείς κάποιον άλλον; Από ποιο σημείο και μετά η διεκδίκησή σου αυτή μπορεί να γίνει ενοχλητική;

«Θα σας επαναλάβω αυτό που είπα παραπάνω: οι περισσότεροι νομίζουμε ότι αυτοί που θέλουν τους άλλους να τις διεκδικούν είναι κατά βάση οι γυναίκες· με αυτό το κλισέ παίζει και η σχέση της Τίμι με τον άλλον άνδρα. Θα εκπλησσόμασταν όμως αν συνειδητοποιούσαμε πόσοι πολλοί άνδρες θέλουν ακριβώς το ίδιο: να τους διεκδικεί μια γυναίκα. Η αγάπη, ο έρωτας, το σεξ έχει να κάνει με τη δύναμη και την εξουσία και το παιχνίδι της εξουσίας, το πού σταματάει η εξουσία και πού δεν σταματάει». Είναι σαν τη ρήση του Φρανκ Άντεργουντ στο House of Cards, του λέω. «Ναι!» απαντάει ενθουσιασμένος και την παραθέτει: «Τα πάντα στη ζωή έχουν να κάνουν με το σεξ· εκτός από το σεξ. Το σεξ έχει να κάνει με την εξουσία. Αχ, μου λείπει ο Κέβιν Σπέισι…»

Και κάπου εδώ, επειδή βιάζεται, επειδή πουλάει το σπίτι του και περιμένει υποψήφιους αγοραστές, επειδή θα μπορούσαμε να καθόμαστε με τις ώρες και να τα λέμε αλλά όλα τα καλά πράγματα πρέπει ν’ αφήνουν και μια προσμονή για το μέλλον, ο Γκάιρ ξαναφοράει με αντίθετες κινήσεις το κασκόλ γύρω από τον λαιμό του, κλείνει το φερμουάρ του μπουφάν του με τα μακριά του δάκτυλα, σκάει ένα χαμόγελο όλο ανακούφιση και σπρώχνει το σκαμπό του προς τα πίσω. Οι λαστιχένιες σόλες του κολλούν και ξεκολλούν στο ξύλινο πάτωμα, η πόρτα του κτηρίου ανοίγει και μ’ ένα υπόκωφο φιλί, ξανακλείνει πίσω του, ενώ εκείνος χάνεται προς τη μεριά του πάρκου. Κι εγώ μένω ν’ ακούω, ξαφνικά, τα γέλια των δεκάδων ανθρώπων που συνέτρωγαν στον ίδιο χώρο και μέχρι τώρα μού ήταν, απλώς, άηχοι.

Έχει σπουδάσει φιλοσοφία, θεολογία, πολιτική θεωρία, δημιουργική γραφή και ψηφιακές ανθρωπιστικές. Δημοσιογραφεί (Agenda Magasin, Dagsavisen), γράφει παιδικά βιβλία, επιμελείται ενηλίκων, και μεταφράζει τα δύο. Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2018 για το «Η επιστροφή των νεκρών» (Πόλις).

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.