Έχουμε Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης;

Η Tate Modern του Λονδίνου ολοκληρώθηκε σε πέντε χρόνια και το Κέντρο Pompidou στο Παρίσι σε μια εξαετία. Όμως το Φιξ στην Αθήνα χρειάστηκε τουλάχιστον 15 χρόνια και μισάνοιξε πριν λίγο καιρό, με μια περιοδική έκθεση στο ισόγειο. Ίσως φταίει το γεγονός ότι στο κουφάρι της παλιάς ζυθοποιίας εκφράστηκαν με τον πιο κραυγαλέο τρόπο οι τεράστιες παθογένειες που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη πολιτεία.
Χρόνος ανάγνωσης: 
15
'
[Vasilis Karafotias]

«Φανταστείτε το Μουσείο όπως έναν πύραυλο. Το πάτημα του κουμπιού για την εκτόξευση, όπως και το κόψιμο της κορδέλας των εγκαινίων, κρατά μονάχα ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Όμως έχουν προηγηθεί πολλά έτη προετοιμασίας ώστε να κυλήσουν όλα ομαλά», έλεγε η επικεφαλής του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Κατερίνα Κοσκινά σε μια παρέα καλλιτεχνών και δημοσιογράφων που πέρασαν πρόσφατα το κατώφλι του Φιξ, αναγνωρίζοντας εμμέσως πλην σαφώς ότι η ίδια βρέθηκε στην τυχερή θέση να παραλάβει τον “πύραυλο” σχεδόν έτοιμο.

Το ΕΜΣΤ είναι κάτι σαν case study της εθνικής κακοδαιμονίας. Μετά από 16 ολόκληρα χρόνια προετοιμασίας κι ενώ είναι έτοιμο το κτίριο, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα πότε θα τοποθετηθεί η μόνιμη συλλογή και θα στελεχωθεί πλήρως το Μουσείο, έτσι ώστε να μιλάμε για το τέλος της περιπέτειάς του, η οποία συνέπεσε και με την εντεινόμενη οικονομική κρίση. Το τελευταίο κεφάλαιο της saga, δηλαδή η παρούσα φάση, αφορά το αν τελικά θα ικανοποιηθούν τα προαπαιτούμενα του Ιδρύματος Νιάρχου για να προχωρήσει η δωρεά-οξυγόνο των τριών εκατομμυρίων ευρώ, η οποία απεντάχθηκε το 2015 από το πρόγραμμα του ΙΣΝ.

Όμως το σήριαλ έχει ακόμα έναν ενδιαφέροντα επίλογο. Μέσα στα επόμενα έτη αναμένεται η ελληνική δικαιοσύνη να βγάλει μια αμετάκλητη απόφαση για τη δικαστική διαμάχη του Μουσείου με την εργολήπτρια κατασκευαστική εταιρεία Βιοτέρ, που ανέλαβε το έργο το 2007, κηρύχθηκε έκπτωτη και έχασε τη δίκη για τα ασφαλιστικά μέτρα το 2010, για να αποπερατώσει τελικά το κτίριο η εταιρεία Άκτωρ το 2014. Αν η Θέμις αποφασίσει οριστικώς υπέρ του ΕΜΣΤ, τότε αυτό θα βρεθεί με μια προίκα τουλάχιστον 13 εκατομμυρίων ευρώ, από την εγγυητική επιστολή που είχε καταθέσει η Βιοτέρ στην Τράπεζα Πειραιώς και σε άλλες ελληνικές τράπεζες. Και από φτωχός συγγενής των ελληνικών μουσείων, μπορεί να γίνει ο πιο ευκατάστατος.

Το inside story παρουσιάζει τα τελευταία στοιχεία για την υπόθεση αυτή. Και προσπαθεί να απαντήσει σε δέκα ερωτήματα που περιγράφουν την περίπλοκη ιστορία του Φιξ.

Ποιος φταίει που θα μπούμε στον 17ο χρόνο χωρίς να λειτουργεί πλήρως το Φιξ;

Το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης αφορά οκτώ διαδοχικές κυβερνήσεις, πάνω από μία ντουζίνα υπουργούς πολιτισμού, δύο μεγάλες εργολαβικές εταιρείες, την Αττικό Μετρό, μια διευθύντρια και πολλά μέλη Διοικητικού Συμβουλίου. Το γεγονός ότι το έργο δεν προχώρησε σωστά οφείλεται σε πολλούς παράγοντες: στο ίδιο το κτίριο και τα προβλήματα που παρουσίασε η ανακατασκευή του, στην αμαρτωλή σχέση δημοσίου-κατασκευαστικών εταιρειών μέσα από τους μειοδοτικούς διαγωνισμούς, στη συνεχή αλλαγή πολιτικών προϊσταμένων (υπουργών Πολιτισμού) που επέβλεπαν την υπόθεση Φιξ, στην τοποθέτηση μελών στο ΔΣ που μπορεί να ήταν ακατάλληλα για την θέση αυτή και στην πραγματική άγνοια του κράτους για το όφελος ενός μουσείου σύγχρονης τέχνης σε μια χώρα όπου η βαρύτητα πέφτει πάντα στην αρχαιολογία. Όπως έχει πει και ένας συλλέκτης που θέλει να κρατήσει την ανωνυμία του, «τα αρχαία φέρνουν ψήφους, τα έργα σύγχρονης τέχνης τα κατανοεί μια μικρή μερίδα της κοινωνίας, συνεπώς ένα μουσείο που θα τα φιλοξενεί δεν είναι προτεραιότητα για καμία κυβέρνηση».

Εν τέλει η ευθύνη της μη έγκαιρης ολοκλήρωσης έπεσε στους ώμους μόνο της Άννας Καφέτση, την οποίαν έβγαλε από τη θέση της το 2014 ο υπουργός Κώστας Τασούλας της κυβέρνησης Σαμαρά κι εκείνη προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το κύριο επιχείρημα της αποπομπής της ήταν ότι με τη συμπεριφορά ή τις πράξεις της δεν “άφηνε” το Μουσείο να ανοίξει, καθώς ερχόταν συνεχώς σε ιδιωτική ή δημόσια αντιπαράθεση με τα μέλη του ΔΣ. Ακόμα κι αν δεχθεί κανείς ότι ο χαρακτήρας της είναι δύσκολος, κάτι που αναφέρουν άνθρωποι με τους οποίους έχει συνεργαστεί, μετά από δύο χρόνια απουσίας της έχει φανεί ότι έγινε μάλλον ο αποδιοπομπαίος τράγος για μιαν αποτυχία που βαραίνει την ίδια την πολιτεία. Διαφορετικά, το Μουσείο θα είχε ήδη ανοίξει τις πόρτες του στο κοινό, με όλη την “αρματωσιά” της μόνιμης συλλογής του.

Πώς ξεκίνησε η ιδέα του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης;

Με την ανάληψη του θεσμού Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το 1997, η Θεσσαλονίκη επί υπουργίας Ευάγγελου Βενιζέλου απέκτησε το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, το οποίο προικίστηκε με τη Συλλογή Κωστάκη. Αντιστοίχως αποφασίστηκε την ίδια χρονιά για την Αθήνα να ιδρυθεί το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης καθώς και ένα Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης με εκθεσιακούς σκοπούς χωρίς συλλογή, εν είδει Kunsthalle. Το ΕΜΣΤ απέκτησε ΔΣ αλλά όχι κτίριο ή διευθυντή (!), ενώ η Άννα Καφέτση προκρίθηκε μέσω διαγωνισμού στη θέση της επικεφαλής του Κέντρου, που δεν είχε καμία υποδομή. Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1999, η τότε υπουργός Ελισάβετ Παπαζώη τηλεφωνεί στην Άννα Καφέτση να της ανακοινώσει ότι θα αναλάβει εν τέλει τη διεύθυνση του Μουσείου και πως το εγχείρημα του Κέντρου ναυάγησε. Έτσι βρέθηκε στο τιμόνι, τον Γενάρη του 2000.

Γιατί επελέγη το Φιξ ως κτίριο του ΕΜΣΤ;

Το κτίριο εγκαινιάστηκε το 1961 σε σχέδια Ζενέτου (ο οποίος μεταμόρφωσε ένα ήδη υπάρχον αρχιτεκτόνημα). Το Φιξ γίνεται τοπόσημο για τις λιτές γραμμές του και την διαφάνεια από την μεριά της Συγγρού, που κάνει εντύπωση στους περαστικούς. Στο τέλος του ’70 εγκαταλείπεται και το 1994 απαλλοτριώνεται αναγκαστικά και παραχωρείται για λόγους δημόσιας ωφελείας στην Αττικό Μετρό. Το 1995 γκρεμίζεται μέρος του κτιρίου για να γίνει το γκαράζ και ο σταθμός του μετρό. Και το 2000 διαμορφώνεται ο ισόγειος χώρος για μια έκθεση με έργα Τσαρούχη, ως αντισταθμιστικό όφελος από την Αττικό Μετρό.

Όταν έγινε η έκθεση, το Φιξ ήταν σε ερειπιώδη κατάσταση, ακόμα και η στέγη του έσταζε όταν έβρεχε. Παρόλα αυτά, τότε για πρώτη φορά συνελήφθη η ιδέα ότι, αν επισκευαζόταν, το Φιξ θα μπορούσε να φιλοξενήσει το μελλοντικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Το 2002 το κτίριο του Φιξ παραχωρείται από την Αττικό Μετρό στο ΕΜΣΤ για 50 χρόνια και ο Θεόδωρος Πάγκαλος ως υπουργός Πολιτισμού επικυρώνει με απόφασή του την έδρα του ΕΜΣΤ στο Φιξ.

Τι σήμαινε το σχέδιο να γίνει εκεί το Μουσείο;

Οι ειδικοί λένε ότι αν κτιζόταν ένα νέο οικοδόμημα σε ένα οικόπεδο, θα είχε τελειώσει το εγχείρημα μέσα σε λίγα μόνο χρόνια. Άλλοι βέβαια υποστηρίζουν ότι είναι θετικό για κτίρια με αρχιτεκτονική σημασία που βρίσκονται στο κέντρο των πόλεων να τους δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία ζωής. Όμως η μετασκευή ενός κτιρίου και η αλλαγή χρήσης του εκτός από το αυξημένο κόστος κρύβουν και πολλές εκπλήξεις, όπως ο αμίαντος που εντόπισε η Βιοτέρ το 2009 και ως καρκινογόνος ουσία για τον άνθρωπο έπρεπε να αφαιρεθεί. Σύμφωνα με την εργολήπτρια εταιρεία, αυτό απετέλεσε μεγάλο εμπόδιο στη εξέλιξη των έργων. Κατ’ άλλους ήταν μια πρόφαση για τη γιγαντιαία της καθυστέρηση στις υποχρεώσεις αποπεράτωσης.

Για να μπορέσει να ανακατασκευαστεί το κτίριο, το 2003 το Μουσείο μετακόμισε στο υπόγειο της Νέας Πτέρυγας του Μεγάρου και το 2008 πήγε στο υπόγειο του Ωδείου Αθηνών, σε μια περιοδεία ανά την Αθήνα μέχρι να τελειώσουν τα έργα, κάτι που έγινε το 2014. Στο μεταξύ οι πολίτες έβλεπαν μπροστά τους ένα αιώνιο εργοτάξιο, με μεγάλες διαφημιστικές καταχωρήσεις, που απαξίωναν το κτίριο και το μελλοντικό μουσείο. Μετά από αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, αναλαμβάνουν το 2003 τη μελέτη ανάπλασης του κτιρίου τα γραφεία 3SK Στυλιανίδης Αρχιτέκτονες ΑΕ, Ι. Μουζάκης και Συνεργάτες Αρχιτέκτονες, TIM RONALDS ARCHITECTS, ενώ συμμετέχει και ως συνεργάτης της 3SK η Καλλιόπη Κοντόζογλου.

Πώς περιπλέκεται η υπόθεση με τους εργολάβους;

Ο κατασκευαστικός κλάδος και οι σχέσεις του με το κράτος είναι ένα από τα πιο μελανά σημεία της μεταπολίτευσης, μια όζουσα πραγματικότητα. Το Φιξ ταλαιπωρήθηκε πολύ από τις διαμάχες των εργολάβων μεταξύ τους αλλά και από την αδυναμία αποπεράτωσης του έργου από τον μειοδότη. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Τον Οκτώβριο του 2005 προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την ανάδειξη του εργολάβου για την κατασκευή του κτιρίου. Λίγους μήνες αργότερα, τον Μάιο του 2006, υποβλήθηκαν οικονομικές προσφορές από εννέα εργοληπτικές εταιρείες (ΑΚΤΩΡ, ΕΚΤΕΡ, ΒΙΟΤΕΡ, ΑΘΗΝΑ, ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ, ΜΗΧΑΝΙΚΗ, ΕΡΕΤΒΟ, ΕΔΡΑΣΗ, ΨΑΛΛΙΔΑΣ, ΤΕΡΝΑ). Νικήτρια μειοδότης εταιρεία αναδείχθηκε η Βιοτέρ. Η Άκτωρ, τρίτη στη σειρά της μειοδοσίας, ζήτησε την ακύρωση της δεύτερης και τελευταίας φάσης του σχετικού μειοδοτικού διαγωνισμού, κατά την οποίαν εργολάβος του έργου είχε αναδειχθεί η Βιοτέρ με τόσο μεγάλη έκπτωση, που πολλοί πίστευαν ότι το έργο «δεν βγαίνει με τίποτα». Όταν απερρίφθη η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η Άκτωρ υπέβαλε καταγγελία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Η λογική της πολιτείας να προκρίνει σε τέτοιους διαγωνισμούς τον μειοδότη για να αναλάβει την εκτέλεση ενός μεγάλου δημόσιου έργου οδηγεί στη λογική να κάνουν οι εταιρείες πολύ χαμηλές προσφορές, έτσι ώστε να χτυπήσουν τη δουλειά του δημοσίου, γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι δεν γίνεται να βγάλουν πέρα το έργο. Αργότερα ζητείται επανακοστολόγηση, βασισμένη σε διάφορα επιχειρήματα. 

Μετά από έναν χρόνο καθυστέρησης, τον Μάιο του 2007, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατύπωσε την απόφασή της επί της καταγγελίας της Άκτωρ, αναφέροντας ότι οι υπηρεσίες της δεν διέθεταν επαρκή στοιχεία που να καταδεικνύουν παραβίαση του κοινοτικού δικαίου περί δημοσίων συμβάσεων. Η προσφυγή αποσύρθηκε όταν η Άκτωρ πήρε ως αντάλλαγμα την επέκταση των συμβάσεών της στο υπό ανέγερση τότε Μουσείο της Ακρόπολης επί υπουργίας Βουλγαράκη.

Η σύμβαση με την εργολήπτρια Βιοτέρ υπεγράφη τον Ιούνιο του 2007. Όμως η δέσμευση της εταιρείας να ολοκληρώσει το έργο στον χρονικό ορίζοντα που έπρεπε, δηλαδή σε δύο χρόνια, δεν τηρήθηκε και έτσι υπήρξε κι άλλη καθυστέρηση, που κόστισε πολύ στην εικόνα του Μουσείου. Η Βιοτέρ μέσα στο χρονικό διάστημα που της δόθηκε προχώρησε την αποπεράτωση μόνο κατά 10%. Οι υπεύθυνοι της εταιρείας για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση επικαλέστηκαν την ανεύρεση αμιάντου, αλλά είχε γίνει πλέον φανερό ότι δεν μπορούσαν να φέρουν εις πέρας το έργο. Μέχρι που το 2011, μετά από νέο διαγωνισμό, υπεγράφη σύμβαση με την Άκτωρ, η οποία και ολοκλήρωσε το Μουσείο. Πολλοί λένε ότι η κόντρα των δύο εταιρειών είχε και πολιτικό “χρώμα” μιας και το ποιος εν τέλει παίρνει μια δουλειά έχει να κάνει και με τις επιλογές μιας κυβέρνησης.

Η σχέση της Καφέτση με τα ΔΣ του Μουσείου

Επρόκειτο για μια σχέση συχνά προβληματική. Όπως άλλαζαν ως πουκάμισα οι υπουργοί Πολιτισμού όλα αυτά τα χρόνια, έτσι άλλαζαν και τα ΔΣ με λιγότερο ή περισσότερο επιτυχημένες επιλογές. Η διευθύντρια έμενε σταθερή, αλλά είχε να κάνει με διαφορετικούς συνομιλητές στην κυβέρνηση και στη διοίκηση του Μουσείου.

Ηδη από το 2005 ξέσπασε η πρώτη κρίση με τον φίλο της καλλιτέχνη και πρόεδρο του ΔΣ Σωτήρη Σόρογκα για τον προσανατολισμό του Μουσείου προς το εξωτερικό, καθώς εκείνος ήθελε να είναι περισσότερο ελληνοκεντρικός. Η δεύτερη ηχηρή διαφωνία και παραίτηση από το ΔΣ ήταν του γνωστού γλύπτη Κώστα Βαρώτσου, ο οποίος κατέθεσε στοιχεία ακόμα και στον εισαγγελέα το 2009, αναφορικά με τον χειρισμό του κτιριολογικού ζητήματος και των εργολάβων.

Από το τιμόνι του ΔΣ αποχώρησε και ο γνωστός νομικός Νίκος Αλιβιζάτος, κατά τη θητεία του οποίου προχώρησαν πολύ ορισμένα νομικά θέματα που είχαν επιπλοκές. Σε επικοινωνία μαζί του αρνήθηκε να μιλήσει και μας παρέπεμψε στην επιστολή παραίτησής του το 2012, στην οποία αναφέρει: «Στην απόφασή μου αυτή οδηγήθηκα χωρίς να το θέλω όταν, με αφορμή μερικά πρόσφατα δυσάρεστα περιστατικά, διαπίστωσα ότι, παρά την υπομονή και τις επίμονες προσπάθειές μου, η διευθύντρια του Μουσείου αντιδρά συνειδητά στη δημιουργία ανάμεσά μας του κλίματος στοιχειώδους εμπιστοσύνης, που είναι απαραίτητο για να ευοδωθεί μια συλλογική προσπάθεια σαν τη δική μας. Η κυρία Καφέτση συμπεριφέρεται αγενώς και, προς εμένα τουλάχιστον, με τρόπο που δεν ταιριάζει σε έναν φορέα που υπηρετεί την τέχνη και τον πολιτισμό».

Τι έλεγε τότε ένας άνθρωπος που χρημάτισε μέλος στο ΔΣ, εκτιμά την διευθύντρια αλλά θέλει να κρατήσει την ανωνυμία του; «Φοβάμαι ότι η ταύτιση που έχει η Άννα Καφέτση με το Μουσείο αλλά και τα τεράστια εμπόδια που βρήκε μπροστά της, την είχαν κάνει να σχηματίσει μια εντύπωση ιδεοληπτική ότι μόνο εκείνη νοιάζεται τόσο για τον σκοπό αυτό. Επειδή η ίδια αισθανόταν ότι μπορεί να θυσιάσει τα πάντα, αντιμετώπιζε τα μέλη του εκάστοτε ΔΣ με διάθεση υποτίμησης. Οι τελευταίοι ήταν ευσυνείδητοι άνθρωποι χωρίς μισθό, που ήθελαν να βοηθήσουν εθελοντικά, επιστρατεύοντας τις επαγγελματικές τους γνώσεις, αλλά εισέπρατταν προσβολές».

Η μεγαλύτερη σύγκρουση έγινε το 2014, αυτή την φορά με τη Σοφία Στάικου, κινητήριο δύναμη του Πολιτιστικού Ομίλου της Τράπεζας Πειραιώς και μέλος του ΔΣ εκείνης της περιόδου. Το ΔΣ κατηγορούσε την διευθύντρια για αυταρχισμό κι εκείνη με την σειρά της για κωλυσιεργία στην ανάθεση μιας σειράς μελετών αλλά και στη σύσταση της προαπαιτούμενης αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας για την απορρόφηση της δωρεάς Νιάρχου που θα κάλυπτε τον εξοπλισμό και τις εργασίες για την παρουσίαση της μόνιμης συλλογής. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Κώστας Τασούλας, ο τότε υπουργός Πολιτισμού, απομάκρυνε εσπευσμένα τα μέλη του ΔΣ και την κυρία Καφέτση από τη θέση της (μέσα σε κλίμα κατακραυγής από πολλούς καλλιτέχνες που πήραν το μέρος της), ενώ η αντιπρόεδρος του ΔΣ Σοφία Στάικου υπέβαλε μόνη της την παραίτησή της και έκτοτε δεν ενεπλάκη ξανά με το Μουσείο. Την Άννα Καφέτση διαδέχθηκε η Κατερίνα Κοσκινά.

«Η μόνη λύση που είχα ήταν να απομακρύνω τόσο τη διευθύντρια όσο και ολόκληρο το ΔΣ, καθώς είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους τόσο βαριές κατηγορίες που θα χρειαζόταν ΕΔΕ για να διερευνηθούν, δηλαδή περαιτέρω καθυστέρηση για το Μουσείο», λέει ο Κ.Τασούλας στο inside story. Στην ερώτηση εάν θεωρεί λάθος επιλογή την απομάκρυνση της Άννας Καφέτση, ο πρώην υπουργός τονίζει: «Λάθος μου ήταν που δεν ξεκαθάρισα τα πράγματα από την πρώτη ημέρα, ενώ ήταν φανερό πως υπήρχε τρομερή δυσαρμονία ανάμεσα στο ΔΣ και τη διευθύντρια, κάτι που συνέβαινε συχνά και με άλλα ΔΣ του Μουσείου, πράγμα που σήμαινε ότι δεν θα μπορούσαμε να έχουμε αποτελεσματική διοίκηση. Ανεξαρτήτως του δύσκολου χαρακτήρα της Καφέτση, πρέπει να πούμε ότι δεν υπήρχε και ομοιογένεια εντός του ΔΣ, καθώς πρόκειται για μια ομάδα ανθρώπων της οποίας κάποια μέλη ανανεώνονται κάθε τόσο και δεν υπάρχει η ίδια γραμμή ούτε η ίδια στόχευση. Πρώτιστο μέλημα οποιουδήποτε μπαίνει σε ΔΣ δημοσίου φορέα είναι να μην αμαυρωθεί η φήμη του, κάτι που οδηγεί σε τεράστια ευθυνοφοβία στο ελληνικό δημόσιο».

Η σχέση της ΒΙΟΤΕΡ με την Τράπεζα Πειραιώς και η παρουσία της συζύγου του Μιχάλη Σάλλα στο ΔΣ του Μουσείου

Για να μπορέσει μια κατασκευαστική εταιρεία να “χτυπήσει” έργα του δημοσίου οφείλει να προσκομίσει μιαν εγγυητική επιστολή από μία ή περισσότερες τράπεζες. Τούτο σημαίνει ότι οι τράπεζες θα κληθούν να καταβάλουν μεγάλα ποσά στον φορέα του δημοσίου που εμπλέκεται στο έργο, εάν ο εργολάβος δεν ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τον νόμο. Η Βιοτέρ είχε εγγυητική επιστολή καλής και έγκαιρης εκτέλεσης έργου από διάφορες τράπεζες, αλλά κυρίως από την Τράπεζα Πειραιώς, ύψους 9,16 εκατομμυρίων ευρώ. Ο ισχυρός άνδρας εκείνη την περίοδο στην τράπεζα ήταν ο Μιχάλης Σάλλας, σύζυγος της Σοφίας Στάικου, τότε μέλους του ΔΣ του Μουσείου.

Σε ερώτηση του inside story προς την κα Στάικου για το αν δημιουργούσε σύγκρουση συμφερόντων η παρουσία της στο ΔΣ, απάντησε: «Κοιτάξτε, το ζήτημα δεν είναι προσωπικό και λανθασμένα, κατά τη γνώμη μου, προσλαμβάνει τέτοια διάσταση. Παρόλα αυτά επειδή μου ετέθη το ερώτημα, θέλω να υπενθυμίσω ότι παραιτήθηκα οικειοθελώς από το ΔΣ του ΕΜΣΤ τον Οκτώβριο του 2014 και έκτοτε δεν ασχολήθηκα ξανά με το θέμα. Με την ευκαιρία αυτή όμως να επαναλάβω ότι όλα τα μέλη του τότε ΔΣ του ΕΜΣΤ, εμού συμπεριλαμβανομένης, κληθήκαμε να υπηρετήσουμε έναν σκοπό και αυτός δεν ήταν άλλος από την ολοκλήρωση του κτιριολογικού προγράμματος και τη λειτουργία του ΕΜΣΤ. Σε ό,τι αφορά τώρα την εγγυητική της Βιοτέρ, ουδείς υποχρέωσε το ΕΜΣΤ να διατηρεί τα χρήματά του σε λογαριασμό της Τράπεζας Πειραιώς, η οποία προτιμήθηκε λόγω των υψηλότερων επιτοκίων σε σχέση με άλλες τράπεζες. Σήμερα όμως θα περίμενα αντί να αναμοχλεύουμε τα ίδια και τα ίδια, να είμαστε ικανοποιημένοι που επιτέλους το Μουσείο λειτουργεί και υποδέχεται κόσμο. Αυτό δεν θέλαμε όλοι;».

Σε ποια φάση βρίσκεται η δικαστική διαμάχη μεταξύ ΕΜΣΤ και Βιοτέρ;

Σε συνέντευξη Τύπου του Σεπτεμβρίου, η Κατερίνα Κοσκινά ανακοίνωσε πως με την έκδοση της 851/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε στο σύνολό της η αγωγή της εταιρείας Βιοτέρ ΑΕ κατά της αποφάσεως του ΕΜΣΤ περί εκπτώσεως της Βιοτέρ ΑΕ και κατάπτωσης των εγγυητικών της επιστολών.

Ένας από τους νομικούς που γνωρίζουν την υπόθεση λέει στο inside story: «Αυτό δεν σημαίνει ότι τα χρήματα που είναι κατατεθειμένα στον λογαριασμό του ΕΜΣΤ είναι διαθέσιμα για τους σκοπούς του Μουσείου. Πρέπει να βγει μια αμετάκλητη απόφαση στον Άρειο Πάγο, η οποία με τους αργούς ρυθμούς της ελληνικής δικαιοσύνης μπορεί και να χρειαστεί 3-4 χρόνια. Με τους τόκους, το συνολικό ποσό της εγγυητικής από διαφορετικές τράπεζες πρέπει να υπερβαίνει τα 13 εκατομμύρια αν και πρέπει να περιμένουμε την τελική απόφαση για να γνωρίζει κανείς το ποσό». Υπάρχει ένα εκκρεμές ερώτημα αν τα χρήματα αυτά θα είναι του Μουσείου ή του κράτους. Ο νυν πρόεδρος του ΕΜΣΤ Γ. Παπαναστασίου υπογραμμίζει στο inside story ότι μπορεί το κράτος να τα διεκδικήσει. Με την άποψη αυτή διαφωνούν ωστόσο έγκριτοι νομικοί, οι οποίοι είναι βέβαιοι ότι το ποσό αυτό ανήκει μόνο στο Μουσείο.

Η συμβολή της Άννας Καφέτση στο Μουσείο

Δεν θα είναι υπερβολή να πει κανείς ότι δεν θα υπήρχε χωρίς τη δική της βούληση. Από τον ιδρυτικό νόμο μέχρι και το 2014, ήταν εκείνη που οραματίστηκε το Μουσείο και έκανε τα πάντα για να προχωρήσει η υπόθεση σε κάθε αγκύλωση που έβρισκε μπροστά της. Ξεκίνησε από το μηδέν, είδε τα πρώτα εγκαίνια έκθεσης στο Φιξ το 2000 με υπουργό τον Θεόδωρο Πάγκαλο και πλημμυρισμένη τη Συγγρού από κόσμο, πείσμωσε και πάλεψε μέχρι εξαντλήσεως. Έφτιαξε μια σημαντική συλλογή με το βαλάντιο που της έδινε κάθε φορά το κράτος, πείθοντας Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες να κάνουν δωρεές. Σήμερα η συλλογή αυτή αριθμεί εκατοντάδες έργα, μερικά εκ των οποίων είναι από σπουδαίους δημιουργούς. Έκανε συνεργασίες και εκθέσεις μεγάλης κλίμακας όπως οι Διαπολιτισμοί, οι Συνόψεις, ο Μεγάλος Περίπατος. Δεν πτοήθηκε από το γεγονός ότι τόσο το Μέγαρο όσο και το Ωδείον κυνηγούσαν το ΕΜΣΤ με εξώσεις και εκείνη ζούσε με έναν περιπλανώμενο θεσμό. Οι επιστημονικές της γνώσεις είναι αξιοζήλευτες και η κράση της ακατάβλητη. Είχε το δικό της όραμα για το Μουσείο που το υπερασπιζόταν με πάθος και έναν δονκιχοτισμό, που της έδινε δύναμη μέσα στις συχνά αντίξοες συνθήκες.

Το ΕΜΣΤ ιδρύθηκε στα τέλη του ’90, όταν ακόμα και οι χώρες οι οποίες υπολείπονταν πολύ της Ελλάδας, είχαν ήδη τέτοια ιδρύματα. Η Άννα Καφέτση αντιλήφθηκε αμέσως οτι οι εκάστοτε πολιτικοί της προϊστάμενοι, που άλλαζαν κάθε τόσο, δεν είχαν την ίδια προσήλωση στον στόχο. Συνεπώς αυτό της έδωσε αυτόματα ένα είδος αυτοδιάθεσης και αυθεντίας. Όμως η απουσία γνώσης και συνεκτικής πολιτιστικής πολιτικής από την πλευρά των κρατικών ιθυνόντων, έκανε το Μουσείο με την σειρά του πεδίο έκφρασης κομματικών συμφερόντων από το θέμα του εργολάβου μέχρι και τη στελέχωση των Διοικητικών Συμβουλίων. Βρισκόμασταν άλλωστε στην δεκαετία του 2000, όταν τα μεγάλα εργοτάξια και οι μειοδοσίες σε διαγωνισμούς έδιναν τον τόνο της “ανάπτυξης” και μέσα στα σκάμματα παίζονταν πολιτικά παιχνίδια. Η ακεραιότητα και η άμεμπτη ηθική της Άννας Καφέτση την κράτησαν μακριά από μίζες, οικονομικές δοσοληψίες και ρουσφέτια.

Ο χαλκέντερος χαρακτήρας της Καφέτση της έδωσε την αντοχή. Από την άλλη, η απόλυτη φύση και δύσκολη “πετριά” της θα την έφερναν σε μετωπική σύγκρουση με πολλά μέλη και προέδρους των Διοικητικών Συμβουλίων, που δεν μπορούσαν να ανεχθούν τη συμπεριφορά της, ιδιαίτερα σε περιόδους που ο νόμος της έδινε το πάνω χέρι σε κάθε απόφαση. Πίστευε ότι το Μουσείο ήταν εκείνη και πως κανένας άλλος δεν μπορούσε να φτάσει σε τέτοιο σημείο ταύτισης, αυτοθυσίας και αφοσίωσης. Αυτό την οδήγησε και σε μια τυφλή σύγκρουση ακόμα και με ανθρώπους στα ΔΣ που την σέβονταν αλλά δεν συμφωνούσαν μαζί της. Κάπως έτσι, ο συγκεντρωτισμός που απέρρεε από την ταύτιση αυτή, έδωσε στους πολέμιούς της το όπλο για την πετάξουν έξω από το Μουσείο. Έγινε το εξιλαστήριο θύμα μιας ολόκληρης 15ετούς καθυστέρησης, για την οποία είχε μερική ευθύνη ως η “σιδηρά κυρία” της διοίκησης. Η Κατερίνα Κοσκινά βρέθηκε στην ευτυχή και άχαρη θέση να πάρει το Μουσείο με το κλειδί στο χέρι.

Γιατί δεν αποκατέστησε ο ΣΥΡΙΖΑ την Καφέτση ενώ ήταν μια από τις δεσμεύσεις του πριν τις εκλογές;

Πολλοί άνθρωποι που είναι σήμερα μέλη της κυβέρνησης ή υπηρέτησαν τις κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑ έλεγαν πως η αποκατάσταση της κας Καφέτση ήταν ένα ζήτημα ηθικής τάξης, καθώς κατά την γνώμη τους απομακρύνθηκε επειδή τα εβαλε «με το ισχυρό πολιτικό και οικονομικό σύστημα» (σ.σ. εννοούν την κυβέρνηση Σαμαρά και την Τράπεζα Πειραιώς). Αυτό δεν σημαίνει ότι η κα Καφέτση είχε τη συμπάθεια ολόκληρου του κομματικού μηχανισμού ή του τμήματος Πολιτισμού. Έτσι η αναμενόμενη αποκατάσταση εξαντλήθηκε σε μια γραμμή: «Τίποτα δεν θα είχε προφανώς συμβεί χωρίς τη γνώση, την ευαισθησία, το πάθος και τις άοκνες προσπάθειες της Άννας Καφέτση για το ΕΜΣΤ», στην ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού επί Αριστείδη Μπαλτά για την ανανέωση της θητείας της Κατερίνας Κοσκινά. Άνθρωπος που γνωρίζει καλά το παρασκήνιο υποστηρίζει πάντως ότι ισχυρά ερείσματα της νυν διευθύντριας μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ την βοήθησαν να μείνει στο Μουσείο μέχρι το 2017.

Πού βρισκόμαστε τώρα; Στα τελευταία στάδια μιας γραφειοκρατικής διαδικασίας, όπου ο εσωτερικός κανονισμός θα εγκριθεί από τον Άρειο Πάγο έτσι ώστε να γίνει διαγωνισμός ΑΣΕΠ που θα οδηγήσει στην πλήρη στελέχωση του Μουσείου. Αυτό είναι ένα από τα προαπαιτούμενα του Ιδρύματος Νιάρχου για να επανεντάξει τη δωρεά. Μέχρι στιγμής από τα 90 περίπου άτομα που χρειάζεται το Μουσείο έχουν βρεθεί τα μισά, ακόμα και με αποσπάσεις.

«Μετά από 8 χρόνια που ασχολήθηκα με το Μουσείο, νομίζω ότι ο μόνος τρόπος να είχε τελειώσει νωρίς ήταν να είχε πάρει ένας υπουργός το έργο στους ώμους του και να το είχε κουβαλήσει μέχρι τέλους», λέει στο inside story, ο αρχιτέκτων Βαγγέλης Στυλιανίδης. «Η ελληνική νομοθεσία είναι τόσο περίπλοκη και με τόσες αντιφάσεις που αν τα κάνεις όλα με την τυπική διαδικασία, το έργο δεν τελειώνει ποτέ. Δυστυχώς κανένας υπουργός, ακόμα και αυτοί που ασχολήθηκαν προσωπικά, δεν πρόλαβε να μείνει στη θέση αυτή».

Δημοσιογράφος σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα από το 1994, βλέπει το πολιτιστικό ρεπορτάζ μέσα από το βλέμμα της πολιτικής και της έρευνας. Από το 1999 εργάζεται στην εφημερίδα Καθημερινή.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
2

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.