Το ενδεχόμενο αποτυχίας του EastMed

Τα ελληνικά μίντια επιφύλαξαν διθυραμβική υποδοχή στην υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ για τον αγωγό φυσικού αερίου EastMed. Υπάρχουν, ωστόσο, επιχειρήματα που δείχνουν ότι η κατασκευή και λειτουργία του δεν θα είναι τόσο εύκολη υπόθεση.
Χρόνος ανάγνωσης: 
13
'
Τελετή υπογραφής συμφωνίας για τον αγωγό EastMed μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, 02/01/2020. [Τατιάνα Μπόλαρη/Eurokinissi]

Στις 2 Ιανουαρίου το κλίμα στο Ζάππειο ήταν πανηγυρικό. Παρουσία των ηγετών της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ, οι υπουργοί Ενέργειας των τριών χωρών –Κωστής Χατζηδάκης, Γιώργος Λακκοτρύπης και Γιουβάλ Στάινιτς– υπέγραψαν τη Διακρατική Συμφωνία για τον αγωγό East Mediterranean Pipeline, γνωστό ως EastMed, ο οποίος σχεδιάζεται με σκοπό να μεταφέρει αποθέματα φυσικού αερίου από την Κύπρο και το Ισραήλ στην Ελλάδα και την Ιταλία.

«Η κατασκευή του αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου EastMed έχει διάσταση οικονομική, αναπτυξιακή και γεωστρατηγική, πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους αγωγούς φυσικού αερίου και πέρα από τις προφανείς συνέπειες για τις χώρες αποτελεί και συμβολή στην ειρήνη και τη γεωστρατηγική σταθερότητα στην περιοχή», δήλωσε εκείνο το απόγευμα ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. Ο πρόεδρος της Κύπρου, Νίκος Αναστασιάδης, χαρακτήρισε τη συμφωνία «ιστορικό ορόσημο», καθώς «επιβεβαιώνουμε με τον πλέον απτό τρόπο πως η συνεργασία που τα τελευταία χρόνια έχουμε αναπτύξει δεν περιορίζεται σε θεωρητικές και κενού περιεχομένου διακηρύξεις, αλλά έχει ωριμάσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να είμαστε σε θέση με πρακτικό και πειστικό τρόπο να προωθούμε στρατηγικά έργα με ιδιαίτερη γεωπολιτική αξία». Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, συμπλήρωσε ότι η συμφωνία προσθέτει ακόμα περισσότερο στη σταθερότητα και την ασφάλεια της περιοχής.

Ο EastMed σε αριθμούς

Ο σχεδιασμός του EastMed προβλέπει ότι θα έχει μήκος 1.900 χιλιομέτρων και δυναμικότητα 10 δισ. κυβικών μέτρων ανά χρόνο. Προβλέπεται ότι θα συνδέει το Ισραήλ και την Κύπρο με την Ελλάδα και στη συνέχεια την Ιταλία. Η κατασκευή του υπολογίζεται ότι θα μπορεί να ολοκληρωθεί μέχρι το 2025 και το τμήμα του μέχρι την Ελλάδα θα κοστίσει περί τα έξι με επτά δισ. δολάρια, ενώ αν συνυπολογιστεί το τμήμα μέχρι την Ιταλία, οι εκτιμήσεις ανεβάζουν το συνολικό κόστος στα οκτώ με 10 δισ. δολάρια. Από τεχνική άποψη το έργο, τη διαχείριση του οποίου έχει αναλάβει η ελληνική ΔΕΠΑ και η ιταλική Edison, παρουσιάζει δυσκολίες λόγω του ότι μεγάλο τμήμα του θα βρίσκεται σε μεγάλο βάθος.

Υποστηρίζοντας τη βιωσιμότητα του αγωγού, οι εταιρείες Energean και ΔΕΠΑ υπέγραψαν πρόσφατα Δήλωση Προθέσεων για την πώληση και αγορά δύο δισ. κυβικών μέτρων φυσικού αερίου τον χρόνο από τα κοιτάσματα της Energean στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη του Ισραήλ. Θα πρέπει, ωστόσο, να ακολουθήσουν και άλλες προσφορές ποσοτήτων φυσικού αερίου, από εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε Κύπρο και Ισραήλ, όπως η Noble Energy και η ExxonMobil, για να επιτευχθεί η ποσότητα των 10 δισ. κυβικών μέτρων ανά χρόνο.

Το πανηγυρικό κλίμα αναπαράχθηκε και από τον ελληνικό Τύπο, ο οποίος υποστήριξε με ιδιαίτερη θέρμη την υπογραφή του EastMed. Πράγματι, η πλειοψηφία των δημοσιευμάτων κυκλοφόρησαν με τίτλους, οι οποίοι υποστήριξαν ότι ο αγωγός θα αλλάξει –για πάντα– τον ενεργειακό χάρτη και το ενεργειακό τοπίο της Ευρώπης. Πολλά από αυτά τα δημοσιεύματα θύμισαν το πρωτοσέλιδο των Νέων τον περασμένο Νοέμβριο, που έγραφε εν πολλοίς ελαφρά τη καρδιά για «σούπερ κοίτασμα νότια της Κρήτης», με αποτέλεσμα τα ΕΛΠΕ να βγάλουν ανακοίνωση, όπου ανέφεραν ότι «με αφορμή δημοσιεύματα που αναφέρονται σε ανακάλυψη σημαντικού κοιτάσματος στον ελληνικό χώρο, τα ΕΛΠΕ δεν είναι ακόμα σε θέση να αναφερθούν στην ύπαρξη, το μέγεθος κοιτασμάτων και κατά πόσον αυτά είναι οικονομικά εκμεταλλεύσιμα».

Μία πιο προσεκτική προσέγγιση του EastMed

Κατά την εκτίμησή μας τα παραπάνω δείχνουν έναν προβληματικό τρόπο με τον οποίο τα μίντια προσεγγίζουν θέματα με εθνικές διαστάσεις. Και ένα τέτοιο θέμα είναι και ο EastMed, η συζήτηση για τον οποίο φαίνεται ότι μπορεί να γίνει μόνο σε διθυραμβικούς τόνους, καθώς η εξέταση τυχόν δυσκολιών στην πραγματοποίησή του θεωρείται σενάριο μη δημοφιλές, αν όχι και μη πατριωτικό. Αυτός ήταν ο λόγος που αποφασίσαμε να ερευνήσουμε σε μεγαλύτερο βάθος το ζήτημα και να δούμε τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν κατά την κατασκευή του αγωγού, όποτε κι αν αυτή ξεκινήσει.

Για τον EastMed μιλήσαμε με τον ειδικό σε θέματα υδρογονανθράκων, Τσαρλς Έλληνα, Διευθύνοντα Σύμβουλο της συμβουλευτικής εταιρείας E-C Natural Hydrocarbons Company και πρώην πρόεδρο της Εταιρείας Υδρογονανθράκων Κύπρου, η οποία είναι αρμόδια για την εφαρμογή των προγραμμάτων ανάπτυξης υδρογονανθράκων της Κυπριακής Δημοκρατίας.

«Η υπογραφή της διακρατικής συμφωνίας για τον EastMed ήταν αναμενόμενο να τύχει ευρείας αποδοχής και να συνοδευτεί από προσδοκίες για το ενεργειακό μέλλον της περιοχής», είπε ο κ. Έλληνας στο inside story. «Και πράγματι, είναι δύσκολο κανείς να αμφισβητήσει την πολιτική σημασία, ακόμη και την επιτυχία, αυτής της συμφωνίας, καθώς ενισχύει τις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ μέσα από ένα πρότζεκτ που φαίνεται να έχει τη στήριξη τόσο της ΕΕ, όσο και των ΗΠΑ. Αυτή η συμφωνία φέρνει πιο κοντά τις τρεις χώρες, οι οποίες μοιράζονται ένα κοινό πρόβλημα, την επιθετικότητα και την επεκτατικότητα της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο, ειδικά μετά την πρόσφατη συμφωνία της Άγκυρας με τη Λιβύη για την οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), η οποία, σημειωτέον, έρχεται σε αντίθεση με τα όσα προβλέπει το Δίκαιο της Θάλασσας».

Η τιμή του αερίου και οι διαφοροποιημένες πηγές

«Ωστόσο, η διακρατική συμφωνία διαμορφώνει μόνο ένα νομικό πλαίσιο για την πιθανή λειτουργία του EastMed, που όμως από μόνη της δεν θα οδηγήσει στην κατασκευή του. Σε αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινούν μία σειρά από προβληματισμοί σχετικά με τη βιωσιμότητα του αγωγού», σχολίασε ο κ. Έλληνας, για να προσθέσει: «Ένας σημαντικός παράγοντας στη συζήτηση για τη βιωσιμότητά του είναι η τιμή αγοράς του αερίου. Συχνά ακούγεται το επιχείρημα ότι η ΕΕ έχει ανάγκη από πολλές διαφοροποιημένες πηγές προμήθειας αερίου και αυτός είναι ένας καλός λόγος να αγοράσει σε ακριβότερη τιμή, αν το αέριο προέρχεται από διαφορετική πηγή. Πρόκειται για ένα λανθασμένο επιχείρημα, καθώς φυσικό αέριο δεν αγοράζει ούτε η ΕΕ, ούτε τα κράτη-μέλη της. Το αγοράζουν εταιρείες και οι εταιρείες ενδιαφέρονται λιγότερο για διαφοροποιημένες πηγές και περισσότερο για το κέρδος και την απόδοση των επενδύσεών τους».

Ο κ. Έλληνας συμπλήρωσε: «Το επιχείρημα περί γεωπολιτικής αναβάθμισης των χωρών του EastMed ως γέφυρας μεταφοράς φυσικού αερίου στην Ευρώπη και δημιουργίας διαφοροποιημένων πηγών φυσικού αερίου εκφράστηκε στη δημόσια σφαίρα από τις αρχές τις δεκαετίας του 2010, όταν και ακούστηκε για πρώτη φορά το σενάριο κατασκευής του αγωγού. Πράγματι τότε η Ευρώπη ήθελε απεγνωσμένα νέες πηγές για φυσικό αέριο. Ωστόσο, από τότε το επιχείρημα έχει αδυνατίσει, καθώς η ΕΕ έχει κατορθώσει να αποκτήσει πολλές διαφορετικές πηγές πέρα από τη Ρωσία και, συγκεκριμένα, τη Νορβηγία, την Αλγερία, τη Λιβύη, το Κατάρ, τη Νιγηρία και τις ΗΠΑ».

«Αν το παραπάνω ασκεί πίεση στον EastMed, το ίδιο ισχύει και για την τιμή του φυσικού αερίου», προσθέτει ο ίδιος. «Ο αγωγός θα πρέπει να είναι ανταγωνιστικός ως προς τις τιμές προσφοράς του φυσικού αερίου, καθώς η στήριξη της ΕΕ δεν θα είναι αρκετή για την εξασφάλιση της βιωσιμότητάς του. Αν υπολογίσουμε, πρώτον, ότι η παραγωγή φυσικού αερίου στο κοίτασμα Λεβιάθαν του Ισραήλ θα κοστίσει περίπου 4,5 δολάρια ανά mmBtu (σ.σ.: το BTU αποτελεί βασική μονάδα μέτρησης της θερμικής ενέργειας και 1 BTU είναι η ενέργεια που χρειάζεται για να θερμανθεί 1 pound νερού για να ανεβάσει τη θερμοκρασία του κατά έναν βαθμό Fahrenheit) και, δεύτερον, ότι το κόστος μονάδας του αγωγού κατά πάσα πιθανότητα θα ξεπεράσει τα 3,5 δολάρια ανά mmBtu, φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι η τιμή του αερίου στην Ευρώπη θα πρέπει να ξεπεράσει τα οκτώ δολάρια ανά mmBtu, ώστε να είναι βιώσιμη η λειτουργία του αγωγού. Για να προσφέρουμε στη συζήτηση ένα μέτρο σύγκρισης, η τιμή εισαγωγής φυσικού αερίου από τη Ρωσία προς την Ευρώπη τον Δεκέμβριο του 2019 ήταν περίπου 4 δολάρια ανά mmBtu. Και να σημειώσουμε ότι μιλάμε για τη χειμερινή περίοδο, όταν η ζήτηση είναι μεγαλύτερη και άρα οι τιμές υψηλότερες σε σύγκριση με τους καλοκαιρινούς μήνες. Ακόμη, η Παγκόσμια Τράπεζα προβλέπει ότι για την επόμενη δεκαετία η μέση τιμή του φυσικού αερίου θα είναι χαμηλότερη από 6 δολάρια mmBtu. Από εδώ προκύπτει το ερώτημα: λαμβάνοντας υπόψη και το κόστος του αγωγού λόγω του ότι θα πρέπει να κατασκευαστεί σε μεγάλο βάθος, πώς θα καταστεί βιώσιμος ο EastMed με τέτοια διαφορά στις τιμές; Το ερώτημα γίνεται πιο επιτακτικό αν σκεφτεί κανείς ότι η παγκόσμια οικονομία στρέφεται κατά των ορυκτών καυσίμων, άρα και του φυσικού αερίου, κάτι που αποτελεί παράγοντα πίεσης των τιμών προς τα κάτω».

Απεξάρτηση μέσω απανθρακοποίησης

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειώσουμε ότι σε πρόσφατη συνέντευξή της στο Euractiv σχετικά με το αν η Ευρώπη «εξαρτάται υπερβολικά» από τη Ρωσία, η Επίτροπος Ενέργειας, Κάντρι Σίμσον, ανέφερε: «Η Ρωσία είναι διαχρονικά ένας σημαντικός εταίρος, ειδικά όταν μιλάμε για το φυσικό αέριο. Πριν από μόλις μερικές εβδομάδες ολοκληρώσαμε τριμερείς διαπραγματεύσεις, ώστε να καταστεί δυνατή η μεταφορά φυσικού αερίου στην ΕΕ μέσω της Ουκρανίας για τα επόμενα πέντε χρόνια. Αυτό είναι μία θετική εξέλιξη. Αν μιλάμε για διαφοροποίηση των πηγών, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι υπάρχουν και άλλοι παραγωγοί αερίου, για παράδειγμα από τη Νορβηγία στην Πολωνία και σε τερματικούς σταθμούς υγροποιημένου αερίου (LNG). Ακόμη, μπορείς να μεταφέρεις φυσικό αέριο από το Κατάρ και τις ΗΠΑ. Αυτό σου εξασφαλίζει ανεξαρτησία. Ωστόσο, αν μιλάμε για ανησυχίες, τότε πρέπει να σκεφτούμε ότι αν παράγουμε περισσότερη ενέργεια από ΑΠΕ, τότε είναι τοπικές οι πηγές ενέργειας. Και το 41% του ηλεκτρισμού μας παράγεται από ΑΠΕ».

Από τα παραπάνω προκύπτουν δύο σημαντικά δεδομένα. Το πρώτο είναι ότι, με φόντο την πρόσφατη συμφωνία μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας για τη μεταφορά φυσικού αερίου με ορίζοντα πενταετίας, η ηγεσία της ΕΕ δείχνει να μην ανησυχεί ιδιαίτερα με βάση την υπάρχουσα διαφοροποίηση των πηγών του φυσικού αερίου που φτάνει στην Ευρώπη. Το δεύτερο, και ακόμη σημαντικότερο, είναι ότι σύμφωνα με τα λεγόμενα της Επιτρόπου, η ανεξαρτητοποίηση της Ευρώπης από το φυσικό αέριο της Ρωσίας περνάει μάλλον λιγότερο από την ανάπτυξη και άλλων πηγών φυσικού αερίου και περισσότερο από την ανάπτυξη των ΑΠΕ και την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, όπως άλλωστε επιβάλλει και η Συμφωνία των Παρισίων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

«Οι ΗΠΑ προσπαθούν να περιορίσουν την ποσότητα του φυσικού αερίου που φτάνει στην Ευρώπη από τη Ρωσία, ωστόσο με τη στάση της η ΕΕ έχει καταστήσει ξεκάθαρο ότι κάτι τέτοιο δεν είναι στους σχεδιασμούς της, μιας που το αέριο από τη Ρωσία αφενός καλύπτει τις προδιαγραφές της, αφετέρου είναι φτηνό. Ακόμη, στη συζήτηση σχετικά με τις ανάγκες της αγοράς για έναν νέο αγωγό, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι υπάρχουν ήδη άλλοι μεγάλοι αγωγοί που μεταφέρουν αέριο στην Ευρώπη. Συγκεκριμένα, ο TurkStream συνδέει τη Ρωσία με την Τουρκία και έχει δυναμικότητα 31,5 δισ. κυβικών μέτρων το χρόνο (σ.σ: η δυναμικότητα του αγωγού μέχρι την Ευρώπη είναι 15,75 δισ. κυβικά μέτρα), δίνοντας τη δυνατότητα μεταφοράς αερίου προς την Ευρώπη μέσω των Βαλκανίων. Ακόμη, παρά τις κυρώσεις των ΗΠΑ, o Nord Stream 2, δυναμικότητας 55 δισ. κυβικών μέτρων τον χρόνο, θα λειτουργήσει στο μέλλον και θα συμβάλλει μαζί με τον Nord Stream στη μεταφορά αερίου από τη Ρωσία μέσω της βόρειας Ευρώπης. Ακόμη, άλλα 15 δισ. κυβικά μέτρα τον χρόνο εισάγονται μέσω της Ουκρανίας», συμπλήρωσε ο κ. Έλληνας.

Το απρόσφορο της επένδυσης νέων έργων φυσικού αερίου

Στα παραπάνω έρχεται να προστεθεί και το γεγονός ότι η ΕΕ προωθεί σταδιακά το ευρωπαϊκό Green Deal, το οποίο προβλέπει το προδιαγεγραμμένο τέλος των οικονομικών ενισχύσεων προς επενδύσεις ορυκτών καυσίμων και την επίτευξη μηδενικού ισοζυγίου αερίων του θερμοκηπίου μέχρι το 2050 στην Ευρώπη. «Η οικονομία κινείται προς την καθαρή ενέργεια, στην προσπάθεια εγκατάλειψης των ορυκτών καυσίμων, στα οποία συγκαταλέγεται και το φυσικό αέριο. Η Κομισιόν εκτιμά ότι μέχρι το 2030, η κατανάλωση φυσικού αερίου στην Ευρώπη θα μειωθεί πάνω από 20%, ενώ μέχρι το 2050 θα μειωθεί πάνω από το 75%. Με βάση τα παραπάνω, νομίζω ότι ήδη υπάρχοντες αγωγοί θα καλύψουν τις έτσι και αλλιώς όλο και μικρότερες ανάγκες μας για φυσικό αέριο. Αν θεωρήσουμε ότι ο EastMed θα ξεκινήσει τη λειτουργία του το 2025 και λάβουμε υπόψη μας ότι μία τέτοια υποδομή θα πρέπει να λειτουργεί για τουλάχιστον 20 χρόνια για να αποδώσει οικονομικά, φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να προσφέρει ανταγωνιστικές τιμές ακριβώς την εποχή που η Ευρώπη θα στρέψει την πλάτη της στο φυσικό αέριο, με αποτέλεσμα οι τιμές να πιέζονται ακόμα παραπάνω, κάνοντας ακόμα πιο δύσκολο το εγχείρημα, αφού θα είναι πολύ δύσκολη η εξαγωγή του ακριβού αερίου της Ανατολικής Μεσογείου και η μεταφορά του στην Ευρώπη. Με δεδομένη μάλιστα την απόφαση της ΕΕ να σταματήσει –μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων– τη χρηματοδότηση υποδομών πετρελαίου, άνθρακα και φυσικού αερίου, δυσκολεύομαι να φανταστώ ότι θα βρεθούν επενδυτές στην οικονομική πραγματικότητα που διαμορφώνεται για το φυσικό αέριο», πρόσθεσε ο κ. Έλληνας.

Εδώ, ωστόσο, θα πρέπει να αναφέρουμε και μία σειρά από δεδομένα που ενισχύουν το σενάριο δημιουργίας του EastMed. Συγκεκριμένα, ο αγωγός έχει ενταχθεί στη λίστα με τα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκοπός των οποίων είναι η προώθηση υποδομών ενέργειας μεταξύ των κρατών-μελών για την επίτευξη τριών βασικών στόχων: μεγαλύτερης βιωσιμότητας, καλύτερων τιμών αγοράς ενέργειας και επίτευξης ασφάλειας και σταθερότητας στην προμήθεια ενέργειας. Όταν ένα έργο μπαίνει στην εν λόγω λίστα, αποκτά μία σειρά από πλεονεκτήματα για την ολοκλήρωσή του, ανάμεσα στα οποία είναι η ταχύτερη διαδικασία έκδοσης αδειών και η καθιέρωση μίας εποπτικής Αρχής που θα ελέγχει την εφαρμογή του νομικού πλαισίου του έργου. Μεταξύ των πλεονεκτημάτων είναι και η «υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις» οικονομική στήριξή του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλα τα έργα της λίστας θα λάβουν χρηματοδότηση, ούτε ότι όλα θα λάβουν την πλήρη χρηματοδότησή τους.

Το γεγονός ότι ο EastMed είναι στη λίστα των Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος αποτυπώνει τη στήριξη που απολαμβάνει από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Συγκεκριμένα, η παραπάνω λίστα ανανεώθηκε το φθινόπωρο του 2019 και περιλαμβάνει λιγότερες υποδομές σε σύγκριση με την αντίστοιχη που συντάχθηκε το 2017. «Ο περιορισμός στον αριθμό των πρότζεκτ οφείλεται κυρίως στη μείωση κατά 40% των έργων που αφορούν στο αέριο (από 53 σε 32), κάτι που αποτυπώνει την ευρωστία του δικτύου της ΕΕ σε υποδομές αερίου», αναφέρει η Κομισιόν σε έγγραφό της. Αυτό, σε συνδυασμό με τη σταδιακή απεξάρτηση της Ευρώπης από τα ορυκτά καύσιμα, δείχνει μία δυναμική αντίρροπη προς τη δημιουργία νέων υποδομών για τη μεταφορά αερίου. Όσον αφορά μάλιστα τους αγωγούς φυσικού αερίου, μία έρευνα του International Energy Agency υποστηρίζει ότι το εμπόριο αερίου μέσω αυτών θα περιοριστεί κατά 20% μέχρι το 2040, με την ευελιξία των σταθμών LNG να τους καθιστά πιο ανταγωνιστικούς στο μέλλον. Με φόντο την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και τη στροφή στην πράσινη ενέργεια, η έρευνα αναφέρει ότι με εξαίρεση τη Νορβηγία, τη Ρωσία, την Κασπία Θάλασσα και τη Βόρεια Αφρική, «οπουδήποτε αλλού στον κόσμο η εμπορική βιωσιμότητα για την κατασκευή νέων αγωγών θα είναι δύσκολη, με την έλλειψη μεγάλων και αξιόπιστων επενδυτών που θα θέλουν να δαπανήσουν για μακρό χρόνο μεγάλα ποσά για να χρηματοδοτήσουν την κατασκευή αγωγών μεγάλης κλίμακας».

Από την άλλη πλευρά, ενδιαφέρον για τον EastMed παρουσιάζει μία πρόσφατη έρευνα της συμβουλευτικής εταιρείας Artelys για λογαριασμό της οργάνωσης European Climate Foundation. Η εν λόγω έρευνα ασκεί κριτική στη λίστα με τα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αφού τα αποτελέσματά της δείχνουν ότι οι υπάρχουσες υποδομές φυσικού αερίου μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες της αγοράς, ακόμη και στην περίπτωση που η κατανάλωση φυσικού αερίου παραμένει σε σχετικά υψηλά επίπεδα, κάτι που σημαίνει ότι η επένδυση σε περαιτέρω ανάπτυξη έργων φυσικού αερίου μπορεί να αποδειχθεί μία μεγάλη και αναποτελεσματική σπατάλη των δημόσιων πόρων της ΕΕ. Παρόλα αυτά, είναι αξιοσημείωτο ότι η έρευνα κρίνει τον EastMed ως ένα από τα σημαντικότερα έργα φυσικού αερίου από τα εναπομείναντα στη λίστα, αφού τα υπόλοιπα θεωρούνται μικρότερης σημασίας.

Το inside story επικοινώνησε με τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κωστή Χατζηδάκη, ζητώντας του αφενός να σχολιάσει το κατά πόσον οι παραπάνω παράγοντες επηρεάζουν τη βιωσιμότητα του EastMed, αφετέρου να μας ενημερώσει σχετικά με το από ποιες πηγές και φορείς σχεδιάζει η ελληνική κυβέρνηση –μαζί με τα υπόλοιπα συμβαλλόμενα κράτη– να αντλήσει τη χρηματοδότησή του και να ανταγωνιστεί τις χαμηλότερες τιμές μεταφοράς φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Ο κ. Χατζηδάκης επιφυλάχθηκε να μας απαντήσει έως την Παρασκευή 24 Ιανουαρίου, όταν και θα προσθέσουμε την απάντησή του.

Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι η ελληνική πλευρά αντιλαμβάνεται τις δυσκολίες που υπάρχουν στον δρόμο για την κατασκευή του EastMed και γενικότερα τη χρηματοδότηση για υποδομές φυσικού αερίου. Συγκεκριμένα, πριν από μόλις μία εβδομάδα η Γενική Γραμματέας του ΥΠΕΝ Αλεξάνδρα Σδούκου, εξέφρασε τον προβληματισμό της για το γεγονός ότι το Σχέδιο Κανονισμού για την προγραμματική περίοδο 2021-2027, αποκλείει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις υποδομές φυσικού αερίου από την χορήγηση κονδυλίων του νέου ΕΣΠΑ.

Μάλιστα, σε άρθρο του την τρέχουσα εβδομάδα ο κ. Χατζηδάκης αναφέρθηκε στην προοπτική να γίνει ο EastMed «πιο πράσινος» και συνεπώς πιο εύκολα «χρηματοδοτήσιμος», μέσα από τη μεταφορά υδρογόνου προσμεμειγμένου με φυσικό αέριο από την Αίγυπτο και το Ισραήλ στην Ευρώπη. Στα παραπάνω θα πρέπει να προσέξουμε όχι μόνο την προσπάθεια να γίνει ο EastMed πιο φιλικός προς το περιβάλλον και έτσι να αποκτήσει περισσότερες πιθανότητες χρηματοδότησης από την ΕΕ του Green Deal, αλλά και την προσπάθεια να μπουν κι άλλες χώρες –όπως επιτρέπει η διακρατική συμφωνία– στο πρότζεκτ του αγωγού. Αυτό αποτυπώνεται και στον πρόσφατο δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ κυβερνήσεων Ελλάδας και Αιγύπτου, τα κοιτάσματα της οποίας, με κύριο το Zohr, ενισχύουν σημαντικά τις ποσότητες αερίου που θα μπορούσαν να καταλήξουν στην Ευρώπη μέσω του EastMed, ενόψει των όχι και πάντα αίσιων αποτελεσμάτων στις έρευνες της Κύπρου.

Ο παράγοντας Ιταλία και η στήριξη των ΗΠΑ

Αν και οι κατευθύνσεις της ευρωπαϊκής οικονομίας δημιουργούν μία σειρά από δυσκολίες για τον EastMed, ο αγωγός απολαμβάνει σήμερα, τουλάχιστον σε επίπεδο δηλώσεων, της στήριξης πολλών διαφορετικών πολιτικών παραγόντων. Παρότι η Ιταλία δεν παρευρέθηκε στην υπογραφή της διακρατικής συμφωνίας στις 31 Δεκεμβρίου, δηλαδή δύο ημέρες πριν από τις υπογραφές στο Ζάππειο, ο Ιταλός υπουργός Οικονομικής Ανάπτυξης Στέφανο Πατουανέλι έστειλε προς τον κ. Χατζηδάκη επιστολή στήριξης του αγωγού, στην οποία ανέφερε: «Θα ήθελα να εκφράσω τις πιο θερμές μου ευχές για την επιτυχία της πρωτοβουλίας, την οποία η Ιταλία συνεχίζει να στηρίζει και στα πλαίσια των Ευρωπαϊκών Σχεδίων Κοινού Ενδιαφέροντος». Παρόλα αυτά, ο ιταλικός Τύπος έχει αναφερθεί σε διαφοροποιήσεις μεταξύ των κυβερνώντων Δημοκρατικού Κόμματος και Κινήματος Πέντε Αστέρων για τη συμμετοχή της Ιταλίας στο πρότζεκτ, η οποία εν πολλοίς θα κρίνει την τύχη του.

Ακόμη, σε ομιλία του στο συνέδριο Energy Athens Dialogues, ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Τζέφρι Πάιατ, είπε ότι είναι θερμή η στήριξη των ΗΠΑ στη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ για τον EastMed, χαρακτηρίζοντάς το ένα μακρόπνοο εγχείρημα προσαρμοσμένο στη στρατηγική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, το οποίο άλλωστε, εφόσον υλοποιηθεί, θα ικανοποιήσει την αμερικανική πλευρά μειώνοντας την εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό αέριο. Το ερώτημα που παραμένει είναι αν η πολιτική θέληση των συμμετεχόντων κρατών και των συμμάχων τους θα είναι αρκετή για τη δημιουργία ενός αγωγού που έχει να περάσει από πολλά οικονομικά κύματα.

Εικόνα chondrogiannos
Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πήρε το δημοσιογραφικό βάπτισμα του πυρός στην Popaganda. Εργάστηκε στο γερμανικό κανάλι Offener Kanal και το Vice και συνεργάζεται ως fixer/producer με διεθνή ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ. Έχει ασχοληθεί με το βίντεο και τη φωτογραφία.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.