Δημήτρης Ινδαρές: «Αυτή είναι η πιο σημαντική στιγμή για εμάς, διότι μας ακούει η δικαιοσύνη»

Σχεδόν τρία χρόνια μετά την ημέρα που αστυνομικοί ξυλοκόπησαν τον Δημήτρη Ινδαρέ και τους δύο γιους του στην ταράτσα του σπιτιού τους, η οικογένεια κάθισε στο εδώλιο του κατηγορούμενου και απολογήθηκε για πράξεις που –όπως τελικά έκρινε η δικαιοσύνη– δεν έκανε ποτέ.
Χρόνος ανάγνωσης: 
12
'
Ο Δημήτρης Ινδαρές (Κ) και ο δικηγόρος του Θόδωρος Μαντάς έξω από τα δικαστήρια, μετά την ανακοίνωση της αθωωτικής απόφασης στις 10 Νοεμβρίου 2022. [Ελευθερία Τσαλίκη]

18 Δεκεμβρίου 2019. Ώρα 6:30 το πρωί. Στην οδό Ματρόζου στο Κουκάκι υπάρχει περισσότερη κινητικότητα από αυτήν που θα περίμενε κανείς τόσο νωρίς. Τηλεοπτικές κάμερες έχουν ειδοποιηθεί και έχουν ήδη πάρει θέση και καταγράφουν την αστυνομική επιχείρηση που έχει ξεκινήσει για την εκκένωση της κατάληψης στον αριθμό 45. Στη διπλανή μονοκατοικία, στον αριθμό 47, μεσοτοιχία με την κατάληψη, κατοικεί η οικογένεια του σκηνοθέτη Δημήτρη Ινδαρέ, τα μέλη της οποίας είδαν την ζωή τους να αλλάζει από τη μια μέρα στην άλλη. Έκτοτε τα γεγονότα που ακολούθησαν παρουσιάστηκαν με χίλιους δυο τρόπους από τα ΜΜΕ.

Συνοπτικά όσα συνέβησαν
  • Κάποιοι νεαροί της κατάληψης πετούν από τα παράθυρα και τα μπαλκόνια του κατειλημμένου κτηρίου μπογιές, πέτρες και άλλα αντικείμενα χτυπώντας τους αστυνομικούς που προσπαθούν να παραβιάσουν την πόρτα και να εισέλθουν στο κτήριο.
  • Όταν καταφέρνουν να μπουν οι αστυνομικοί, ελέγχουν τον χώρο και δεν βρίσκουν κανέναν.
  • Κατευθύνονται προς την ταράτσα της κατάληψης για να την ελέγξουν.
  • Κάποιοι άλλοι αστυνομικοί χτυπούν την πόρτα της Ματρόζου 47, το σπίτι των Ινδαρέ, για να ζητήσουν να ανέβουν στην ταράτσα. Ο Δημήτρης Ινδαρές αρνείται διότι δεν του επιδεικνύουν εντολή εισαγγελέα. Οι αστυνομικοί φεύγουν.

  • Λίγο αργότερα ο Δημήτρης Ινδαρές ακούει ποδοβολητά στην ταράτσα και ανεβαίνει μαζί με τον 26χρονο τότε μεγάλο γιό της οικογένειας. Εκεί βρίσκονται κάποιοι αστυνομικοί της ΟΠΚΕ και της ΕΚΑΜ που έχουν περάσει από τη διπλανή ταράτσα της κατάληψης. Ο Δημήτρης Ινδαρές τους λέει ότι δεν γίνεται να εμφανίζονται έτσι στην ταράτσα του σπιτιού του χωρίς να έχουν εισαγγελική εντολή. Στη συνέχεια ανεβαίνει και ο άλλος γιός.
  • Συλλαμβάνονται και οι τρεις, με βίαιο τρόπο.
  • Αστυνομικοί μπαίνουν στο σπίτι με παρουσία εισαγγελέα για να ερευνήσουν τον χώρο.
Στο εδώλιο του κατηγορούμενου

Fast forward περίπου τρία χρόνια μετά, στις 25 Οκτωβρίου 2022, η οικογένεια Ινδαρέ περνάει το κατώφλι του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων – ως κατηγορούμενοι. Ο Δημήτρης Ινδαρές και οι δύο γιοί του κατηγορούνται από δύο αστυνομικούς για τα εξής πλημμελήματα: βία κατά υπαλλήλων, απόπειρα παράνομης βίας, εξύβριση, απείθεια, επικίνδυνη σωματική βλάβη, παράνομη οπλοκατοχή και διατάραξη λειτουργίας υπηρεσίας.

Πώς πέρασαν τρία χρόνια
Μία μέρα μετά τα συμβάντα η δίκη πήρε αναβολή για την συγκέντρωση στοιχείων και τότε πήρε μια δεύτερη αναβολή, επειδή ο ένας εκ των δύο γιών είναι δικηγόρος, επομένως έχει «ειδική δωσιδικία» και τελικά αντί για το τριμελές πλημμελειοδικείο η υπόθεση δικάστηκε στο τριμελές εφετείο. Αυτή η κατάληξη κρίθηκε θετική από την πλευρά της υπεράσπισης, καθώς αποτελεί ένα δικαστήριο με μέλη με μεγαλύτερη εμπειρία από τα υπόλοιπα δικαστήρια.

Οι δύο αστυνομικοί ανήκουν στην Ειδική Κατασταλτική Αντιτρομοκρατική Μονάδα (ΕΚΑΜ) της Ελληνικής Αστυνομίας και συμμετείχαν στην επιχείρηση εκκένωσης της κατάληψης της Ματρόζου 45. Ήταν στην ομάδα που συνέλαβε τους τρεις άνδρες στην ταράτσα του σπιτιού τους.

Σύμφωνα με τις καταθέσεις των αστυνομικών στο δικαστήριο: τα δύο αδέρφια Ινδαρέ βρίσκονταν μέσα στην κατάληψη και πετούσαν στους αστυνομικούς, που προσπαθούσαν να εισέλθουν, από πυροσβεστήρες, πέτρες και μπογιές, μέχρι και ένα ψυγείο όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ένας. Στην αίθουσα του δικαστηρίου προσήλθε μόνο ο μεγάλος γιος, τον οποίο και αναγνώρισαν με βεβαιότητα ως ένα από τα δύο άτομα που τους επιτέθηκαν. Όπως ανέφερε ο ένας αστυνομικός, οι καταληψίες που από τα παράθυρα του πρώτου ορόφου της κατάληψης έβριζαν τους αστυνομικούς και τους πετούσαν αντικείμενα, φορούσαν μαντήλια για να καλύπτουν το πρόσωπό τους, που όμως κατα καιρούς τους έπεφταν ή τα κατέβαζαν οι ίδιοι για να τους βρίσουν. Έτσι λοιπόν μπόρεσε να δει τα πρόσωπά τους και να τους αναγνωρίσει αργότερα, μόλις είδε τους νεαρούς στην διπλανή ταράτσα.

Όπως υποστήριξαν ακόμα οι αστυνομικοί, όταν κατάφεραν να μπουν στην κατάληψη, οι νεαροί καταληψίες είχαν ήδη διαφύγει από την ταράτσα, περνώντας στην ταράτσα του διπλανού κτιρίου (στην οικία Ινδαρέ δηλαδή, το σπίτι τους). Σύμφωνα με την κατάθεσή τους, η ομάδα των αστυνομικών καθυστέρησε να περάσει στην άλλη ταράτσα διότι εξέταζαν έναν μηχανισμό-παγίδα που υπήρχε, και έτσι οι νεαροί είχαν το χρόνο να κατέβουν στο σπίτι τους, να αλλάξουν ρούχα και να ανεβούν ξανά με τον πατέρα τους (που τους προστάτευε) στην ταράτσα του σπιτιού τους. Ο πατέρας στο μεταξύ βλέποντάς τους, υποστηρίζουν ότι τους έβριζε και προσπάθησε μάλιστα να πάρει το όπλο ενός από τους αστυνομικούς. Τότε συνελήφθη. Όταν είδαν και τα παιδιά, που είχαν ανέβει στην ταράτσα, τα αναγνώρισαν αμέσως και συνελήφθησαν και αυτά.

Τι λένε οι γείτονες

Στο δικαστήριο ως μάρτυρες υπεράσπισης –μεταξύ άλλων– προσήλθαν και κάποιοι αυτόπτες, οι οποίοι παρακολούθησαν τα γεγονότα από πολύ κοντινά σημεία στην γειτονιά και ανέφεραν τα εξής (που έρχονται σε σύγκρουση με όσα κατέθεσαν οι αστυνομικοί):

  • Οι καταληψίες φορούσαν μαύρα full face και θα ήταν αδύνατο να τους αναγνωρίσουν, μιας και φαίνονταν μόνο τα μάτια τους.
  • Στη διάρκεια της επιχείρησης (και τις στιγμές που πετούσαν οι καταληψίες τα αντικείμενα και τις μπογιές στους αστυνομικούς προτού μπουν οι τελευταίοι στην κατάληψη, όταν προσπαθούσαν ακόμα να παραβιάσουν την πόρτα) έβλεπαν τους γιούς του Ινδαρέ να μπαινοβγαίνουν στο μπαλκόνι του σπιτιού τους και να παρακολουθούν αυτά που συνέβαιναν δίπλα. Άρα δεν θα μπορούσαν να είναι καταληψίες.

Τα δύο αυτά στοιχεία, όπως τόνισε η εισαγγελέας στην πρότασή της, επιβεβαιώνονται από το βιντεοληπτικό υλικό που κατατέθηκε στο δικαστήριο, που δείχνει ότι πράγματι οι καταληψίες φορούσαν μαύρες full face μάσκες και ότι την ίδια στιγμή που οι καταληψίες πετούσαν αντικείμενα, τα παιδιά του Ινδαρέ βρίσκονταν στο μπαλκόνι και παρακολουθούσαν.

Σημαντική υπήρξε και η κατάθεση αυτόπτη μάρτυρα που τόνισε ότι οι καταληψίες που βρίσκονταν στο κτήριο της Ματρόζου 45, μπορούσαν να διαφύγουν και από άλλες διόδους εκτός από την ταράτσα. Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε ότι ένα μπαλκόνι της κατάληψης συνορεύει με τα μπαλκόνια διπλανής πολυκατοικίας (από την άλλη πλευρά της κατάληψης σε σχέση με την μονοκατοικία των Ινδαρέ) και θα μπορούσαν πολύ εύκολα να περάσουν από εκεί στην πολυκατοικία ή στον ακάλυπτό της και να διαφύγουν.

Οι αντιφάσεις

Όπως ανέφερε η υπεράσπιση, αλλά και τόνισε έντονα η εισαγγελέας κατά την πρότασή της, κάποια σημεία στην κατάθεση των δύο αστυνομικών στο ακροατήριο ήρθαν σε αντίφαση με όσα είχαν αναφέρει στην προανακριτική κατάθεσή τους, η οποία να σημειωθεί πως έγινε το μεσημέρι της ημέρας που συνέβη το περιστατικό (άρα είχαν τα γεγονότα πιο ζωντανά στη μνήμη τους). Όπως ανέφερε η εισαγγελέας, αυτές οι αντιφάσεις έχουν σημασία για την αξιοπιστία της κατάθεσης των αστυνομικών.

Πιο αναλυτικά οι αντιφάσεις είναι:

  • Οι αστυνομικοί στην προανακριτική τους κατάθεση δεν ανέφεραν καθόλου ότι οι καταληψίες φορούσαν full face ή μαντήλια. Στο ακροατήριο ο ένας αστυνομικός με βεβαιότητα αναγνωρίζει τον μεγάλο γιο του Ινδαρέ επειδή αναφέρει ότι οι καταληψίες φορούσαν μαντήλια που τους έπεφταν αποκαλύπτοντας το πρόσωπό τους ή τα κατέβαζαν οι ίδιοι για να βρίσουν τους αστυνομικούς.
  • Ο ίδιος αστυνομικός αναφέρει στο ακροατήριο ότι και οι δύο γιοι είχαν αλλάξει τα μαύρα ρούχα που φορούσαν στην κατάληψη, όταν ανέβηκαν στην ταράτσα του σπιτιού τους με τον πατέρα τους. Στην προανακριτική του κατάθεση όμως είχε κάνει λόγο για ένα μόνο άτομο που άλλαξε ρούχα.
  • Και από τους δύο αστυνομικούς ειπώθηκε ότι στα ρούχα των τριών κατηγορουμένων υπήρχαν λεκέδες από πράσινη και λευκή μπογιά. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με όσα υποστήριξαν για το γεγονός ότι οι νεαροί είχαν αλλάξει και φορούσαν καθαρά ρούχα. Η απάντηση που έδωσε ο ένας αστυνομικός για τον λόγο που συνέβη αυτό, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά η εισαγγελέας, ήταν ασαφής και καθόλου πειστική. Ο αστυνομικός μετά από πίεση υποστήριξε ότι πιθανώς να είχαν λερωθεί τα ρούχα των συλληφθέντων από τις μπογιές που είχαν οι αστυνομικοί στις στολές τους κατά τη σύλληψη, μια αιτιολογία όμως που παραλείφθηκε στην προανάκριση. Δίνοντας τη δική της ερμηνεία στο ζήτημα, η εισαγγελέας ανέφερε ότι δεν προσφέρθηκε αυτή η αιτιολογία στην προανάκριση πιθανώς για να δοθεί η εντύπωση ότι αυτοί ήταν οι καταληψίες. Τα λερωμένα ρούχα ήταν μάλιστα και ένα από τα αποδεικτικά στοιχεία που αναφέρονταν εκείνες τις ημέρες για να συνδέσουν τους τρεις συλληφθέντες με την κατάληψη.
  • Ο ένας εκ των δύο αστυνομικών επίσης ανέφερε πως ήξεραν ότι οι νεαροί πέρασαν από την ταράτσα της κατάληψης στην ταράτσα του σπιτιού, επειδή στον αέρα πετούσαν drone της Αστυνομίας που παρακολουθούσαν τι γινόταν και έδιναν κατευθύνσεις στους αστυνομικούς. Όμως δεν υπήρχε σχετικό καταγεγραμμένο υλικό, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, επειδή ήταν live η εικόνα και δεν αποθηκευόταν κάπου.

Επιπλέον, η εισαγγελέας κατά την πρότασή της σημείωσε ότι στην κατ' οίκον έρευνα που πραγματοποιήθηκε από τους αστυνομικούς με την παρουσία εισαγγελέα (λίγο μετά τη σύλληψη) δεν βρέθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να συνδέει τους νεαρούς με την κατάληψη. Δεν υπήρξε επίσης κανένα ίχνος γενετικού υλικού στην κατάληψη που να ταιριάζει με αυτό των μελών της οικογένειας Ινδαρέ (καταγράφηκαν 27 δακτυλικά αποτυπώματα και 62 ευρήματα DNA στην κατάληψη).

Οι απολογίες

Στη δίκη ως μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε και η Έρση Σπαρτιώτη, σύζυγος του Δημήτρη Ινδαρέ και μητέρα των νεαρών, που περιέγραψε την αγωνία με την οποίαν έζησε τα γεγονότα. Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ο λόγος για τον οποίο υποθέτει ότι συμπεριφέρθηκαν έτσι στην οικογένειά της ήταν επειδή οι καταληψίες διέφυγαν και οι αστυνομικοί ήταν εξαγριωμένοι, «σαν τους κυνηγούς που ψάχνανε εξιλαστήρια θύματα», όπως χαρακτηριστικά είπε. Και ο μεγάλος γιός της οικογένειας, που ήταν παρών στην δίκη, τόνισε ότι θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως επειδή παρίσταντο τα κανάλια και ήταν μια πολυδιαφημισμένη επιχείρηση της αστυνομίας, έπρεπε να υπάρξουν συλληφθέντες. Εφόσον όμως οι καταληψίες διέφυγαν, συνέλαβαν τους πρώτους ανθρώπους που βρήκανε μπροστά τους, δηλαδή εκείνους.

Ιδιαίτερα συναισθηματικά φορτισμένη ήταν η απολογία του Δημήτρη Ινδαρέ, που μετέφερε τα γεγονότα με τον δικό του περιγραφικό –κινηματογραφικό θα λέγαμε– τρόπο. Ξεκινώντας την απολογία του θέλησε να τοποθετηθεί ως εξής: «Εγώ απολογούμαι στα παιδιά μου με ντροπή, για την αφέλεια με την οποία άνοιξα την πόρτα, για την αφέλεια με την οποία ανέβηκα στην ταράτσα για να δω τι γίνεται στην ταράτσα μου και καταλήξαμε όλοι σιδηροδέσμιοι και ο καθένας να λέει ό,τι θέλει. Αυτή είναι απολογία μου. Απολογούμαι γιατί σταμάτησα τον μικρό μου γιό από το να βιντεοσκοπήσει την επιχείρηση από το μπαλκόνι… Του είπα “δεν είναι ωραίο αυτό το πράγμα, γιατί το γράφεις;” Κι εκείνος με άκουσε και το έκλεισε και ακόμα και τώρα μου λέει “α ρε πατέρα, αν με είχες αφήσει να το γράψω θα είχε τελειώσει η κατηγορία για εμπλοκή μου με την κατάληψη δίπλα”».

Σύμφωνα με τον κ. Ινδαρέ, κάποια στιγμή ακούστηκαν ποδοβολητά στην ταράτσα του σπιτιού και ανέβηκε. Τότε είδε κάποιους αστυνομικούς που είχαν περάσει από την ταράτσα της κατάληψης και τους ρώτησε τι είχε γίνει. «Τότε με γραπώνει κατευθείαν όπως και τον μικρό μου γιo, και εκείνη την ώρα πέφτει το ξύλο της αρκούδας. Δεν πρόλαβα να αντισταθώ, δεν πρόλαβα να βρίσω, δεν πρόλαβα να σκεφτώ το οτιδήποτε γιατί μιλάμε για μια “μαύρη θύελλα” που έρχεται καταπάνω σου και είναι αδιανόητο. Είναι ρομπότ αυτοί οι άνθρωποι, είναι πάνοπλοι» περιγράφει ο ίδιος αναφέροντας ότι τους χτυπούσαν με μεγάλη βιαιότητα και ταυτόχρονα τους έβριζαν χυδαία. Όπως ανέφερε: «Βλέπω τα παιδιά δεμένα, σκυμένους τους αστυνομικούς από πάνω να τους λένε απίστευτες βρωμιές, όλες οι βρισιές έχουν να κάνουν με την μάνα τους, ότι δεν είμαι εγώ ο πατέρας τους, ότι “έχει πάρει η μάνα σας όλη την γειτονιά”, και άλλα πράγματα που δεν τολμάω να τα πω. Και το πιο χαρακτηριστικό, αυτό που θυμάμαι έντονα, είναι το "α ρε, πάλι καλά που σας πιάσαμε εδώ και που δεν σας πιάσαμε κάτω γιατί θα …. και εσάς και την μάνα σας”. [...] Για να σταματήσουν να βρίζουν τα παιδιά μου, αρχίζω να μιλάω, είμαι δεμένος και λέω αυτά που έχουν καταγραφεί σε βίντεο, ώστε να τους συνεφέρω γιατί από τη μία είναι ακατανόητη αυτή η επιθετικότητα, και από την άλλη σκέφτομαι ότι πρέπει να κινητοποιηθεί κάποιος εισαγγελέας, αξιωματικός και να βάλει ένα τέλος σε αυτήν την παράνοια και τυφλή επιθετικότητα. Είναι και η γυναίκα μου κάτω με το νυχτικό και μέσα σε αυτό το σεξιστικό τους παραλήρημα ένας να κατέβαινε κάτω… φοβόμουν για τη γυναίκα μου».

Το τραύμα που κουβαλάει η οικογένεια για αυτήν την ξαφνική βία που δέχτηκαν, η απογοήτευσή τους αλλά και η λύτρωση που αισθάνονται καθώς επιτέλους η υπόθεσή τους έφτασε στα δικαστήρια, φάνηκαν από τις στιγμές που, παρότι ταραγμένος και παρά τις παραινέσεις της προέδρου του δικαστηρίου να διακόψουν την δίκη για να ηρεμήσει, ο κ. Ινδαρές συνέχιζε την απολογία του ακάθεκτος: «Είναι τρία χρόνια που περιμένουμε αυτή τη στιγμή. Για εμάς είναι η πιο σημαντική στιγμή ότι μας ακούει η δικαιοσύνη, στην οποίαν από την πρώτη στιγμή που καταλάβαμε ότι έχουμε μπλέξει με τρελούς, επαφιέμεθα. Όλες μας οι ελπίδες είστε εσείς σε αυτήν την τρέλα. Περιμένουμε από εσάς να σταματήσει αυτός ο εφιάλτης, αυτό το παράλογο πράγμα που έχουμε ζήσει».

Η μήνυση του Ινδαρέ που μπήκε στο αρχείο

Πολλοί από όσους διαβάζουν τα παραπάνω θα αναρωτιούνται γιατί η μήνυση που έχει φτάσει στα δικαστήρια είναι εναντίον των Ινδαρέ και δεν εξετάζεται μήνυση του Ινδαρέ κατα της Αστυνομίας για υπέρμετρη άσκηση αστυνομικής βίας.

Όπως πληροφορηθήκαμε από τους συνηγόρους του κ. Ινδαρέ, είχε κατατεθεί μήνυση κατά των αστυνομικών για απειλή, εξύβριση και σωματική βία. Όμως η μήνυση μπήκε στο αρχείο λόγω του νόμου 4689/2020 άρθρο 63, σύμφωνα με το οποίο κάποια συγκεκριμένα ποινικά αδικήματα –ήσσονος σημασίας, δεν μιλάμε για ανθρωποκτονίες για παράδειγμα– τα οποία έλαβαν χώρα πριν την 30/4/2020 (τα γεγονότα στην οικία Ινδαρέ θυμίζουμε έγιναν στις 18 Δεκεμβρίου 2019) παραγράφονται και σταματάει η δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων. H λογική αυτού του νόμου ήταν η αποσυμφόρηση των δικαστηρίων.

Η εισαγγελική πρόταση

Η εισαγγελική πρόταση δημιούργησε αμέσως ένα κλίμα ηρεμίας στο ακροατήριο. Η Εισαγγελέας πρότεινε απαλλαγή από όλες τις κατηγορίες, επειδή δεν τέλεσαν αυτές τις πράξεις οι κατηγορούμενοι και όχι λόγω αμφιβολιών. «Θεωρώ ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι κατηγορούμενοι δεν είναι τα άτομα τα οποία διέπραξαν τις πράξεις που τους αποδίδονται. Να πω με βεβαιότητα ότι δεν τέλεσαν αυτές τις πράξεις, αντίθετα θεωρώ ότι και οι τρεις κατηγορούμενοι μέσα σε αυτό το συμβάν, ήταν θύματα μιας τυφλής και ωμής αστυνομικής βίας εντελώς αυθαίρετης. Στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν από τις αστυνομικές δυνάμεις για να μπορέσουν να δικαιολογήσουν και να καλύψουν την παταγώδη αποτυχία μιας τόσο οργανωμένης επιχείρησης. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι έγιναν πραγματικά τα εξιλαστήρια θύματα όλου αυτού του δραματικού συμβάντος» είπε η Εισαγγελέας στην πρότασή της, που όπως ανέφερε στην συνέχεια ο συνήγορος του κ. Ινδαρέ, Θεόδωρος Μαντάς, είναι σπάνια και «σήμερα όλοι αισθανθήκαμε με αυτή την πρόταση ένα σκαλοπάτι –έστω και λίγο– πιο ψηλά σε επίπεδο έστω και θεσμικό την ελληνική δικαιοσύνη».

Ακόμη μια υπόθεση αστυνομικής βίας

Όπως σημειώθηκε λοιπόν στην εισαγγελική πρόταση, μιλάμε για μια ακόμη υπόθεση αυθαίρετης αστυνομικής βίας στην Ελλάδα.

«Ομολογώ ότι βρήκα εξαιρετικά θρασύ αυτό που έγινε στην περίπτωση του Ινδαρέ. Δεν είχε καμία σχέση με την αλήθεια αυτό που έγινε, ότι δηλαδή τα παιδιά του ήταν οι καταληψίες και ο ίδιος τα κάλυπτε» ανέφερε στο inside story ο Νίκος Αλιβιζάτος, ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, μια μέρα πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Κάποιες μέρες νωρίτερα είχε πει στην αίθουσα του δικαστηρίου ότι «Είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι όλα είναι μια σκευωρία».

Ο κ. Αλιβιζάτος ήταν ένας από τους μάρτυρες υπεράσπισης που κατέθεσαν στο δικαστήριο ως επικεφαλής της Επιτροπής για την Αστυνομική Βία, επονομαζόμενης και «Επιτροπής Αλιβιζάτου». Όσα είπε περιλαμβάνονται στο πόρισμα της επιτροπής, στο οποίο αναφερόταν ότι στα περιστατικά αστυνομικής βίας «ελληνική ιδιαιτερότητα συνιστά η ατιμωρησία των εμπλεκόμενων αστυνομικών οργάνων». Στους περίπου τρεις μήνες που λειτούργησε η επιτροπή (η τελευταία συνεδρίαση ήταν στις 14/1/2020 και διαλύθηκε άτυπα μιας και έληξε η θητεία του προσωπάρχη της αστυνομίας στην επιτροπή και δεν ορίστηκε ποτέ ο διάδοχός του) μελέτησε περίπου 20 φακέλους υποθέσεων από το 2017-2018 και φυσικά ανάμεσα σε αυτές δεν θα μπορούσε να μην είναι η υπόθεση Ινδαρέ, που ήταν πολύ πρόσφατη. «Κοιτούσαμε αν η ανάκριση που είχε γίνει από τον Συνήγορο του Πολίτη και το πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη, το εκτελούσε η αστυνομία. Όταν φτάνει μια καταγγελία στον Συνήγορο του Πολίτη και καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτοί οι αστυνομικοί δεν έκαναν καλά την δουλειά τους, πρέπει να τεθεί πειθαρχικός έλεγχος. Διαπιστώναμε εάν προχώρησε η αστυνομία ή όχι στην εκτέλεση πειθαρχικού ελέγχου. Αυτή ήταν η δική μας δουλειά. Στους φακέλους που μελετήσαμε είδαμε πράγματι ότι σε ελάχιστες περιπτώσεις επιβάλλονταν κυρώσεις. Συνήθως οι διαδικασίες αναβάλλονταν μέχρις ότου παραγραφούν οι υποθέσεις, είτε τους έκαναν απλά μια επίπληξη».

«Ενώ υπήρξε καταγγελία, δεν υπήρξε γεγονός» σύμφωνα με το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη

Η «υπόθεση Ινδαρέ» καταγράφηκε από πολλά ΜΜΕ ως μια υπόθεση υπέρμετρης αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας, μαζί με πολλές ακόμη που έχουμε δει στη χώρα τα τελευταία χρόνια. Στο άλλο άκρο όμως βρέθηκε το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη (με τότε υπουργό τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη) όταν σε ανακοίνωσή του με τίτλο «42 αλήθειες για την αστυνομική αυθαιρεσία και την υπέρμετρη βία» αναφέρθηκε στο περιστατικό ως εξής:

«15. Υπάρχει περίπτωση που έγινε καταγγελία (σ.σ.: για αστυνομική βία) αλλά αποδείχθηκε αναληθής;

Χαρακτηριστική περίπτωση είναι το περιστατικό Ινδαρέ-Κουκάκι, το οποίο παρουσιάστηκε ως το πλέον βάρβαρο περιστατικό αστυνομικής βίας. Οι αποσπασματικές εικόνες οδήγησαν πολιτικά κόμματα, ακόμη και καλοπροαίρετους πολίτες να υιοθετήσουν το περιστατικό ως υπέρμετρη βία και παραβίαση οικογενειακού ασύλου πριν να υπάρξει η αντίστοιχη διερεύνηση από τη δικαιοσύνη. Οι εισαγγελικές αρχές απέρριψαν τις προσφυγές του Ινδαρέ για παραβίαση οικογενειακού ασύλου και για χρήση υπέρμετρης βίας. Ενώ, λοιπόν, υπήρξε καταγγελία, δεν υπάρχει γεγονός. Η αποσπασματική εικόνα δημιούργησε συγκίνηση και εντυπώσεις, η ψύχραιμη διερεύνηση έδειξε το αντίθετο».

Η Αθώωση

Στις 10 Νοεμβρίου 2022, η απόφαση του δικαστηρίου ήταν «αθώοι λόγω αμφιβολιών». Όπως τόνισε ο κ. Μαντάς βγαίνοντας από την αίθουσα του δικαστηρίου, «το δικαστήριο με την σημερινή, εξαιρετικού περιεχομένου, απόφασή του απέδειξε για μια ακόμη φορά ότι η δικαιοσύνη αποτελεί το ασφαλέστερο καταφύγιο του έλληνα πολίτη απέναντι σε κάθε μορφής αστυνομική αυθαιρεσία».

Το πολύ σημαντικό στην υπόθεση, όπως σημείωσε ο κ. Αλιβιζάτος, είναι ότι «αποκαθίσταται μια αδικία που έγινε σε βάρος κάποιων ανθρώπων τα τελευταία τρία χρόνια. Για σκεφτείτε την αγωνία που είχαν τα τελευταία χρόνια. Από εκεί και πέρα δημιουργεί ένα προηγούμενο, δεν μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν οι αστυνομικοί, όπως αβάσιμες κατηγορίες». Τονίζει μάλιστα ότι δεν θα πρέπει να ξεχνάμε και άλλες, κραυγαλέες υποθέσεις στις οποίες μάλιστα οι αστυνομικοί έχουν απαλλαγεί από τις βαρύτατες κατηγορίες, όπως η υπόθεση του Ζακ Κωστόπουλου, όπου μάλιστα υπάρχει και βιντεοληπτικό υλικό που αποδεικνύει ότι αν και ήταν σχεδόν αναίσθητος, δεχόταν κλωτσιές.

«Πριν από τρία χρόνια κάποιοι επιχείρησαν να θυσιάσουν μια οικογένεια για να συγκαλύψουν ένα αστυνομικό φιάσκο. Η δικαιοσύνη σήμερα μας απελευθέρωσε από την ομηρία της συκοφαντίας και το μόνο που θέλω να πω είναι ότι ελπίζω μέσα από αυτή τη δική μας ταλαιπωρία όσοι άνθρωποι έχουν μυαλό, όσοι άνθρωποι έχουν δημοκρατική αντίληψη και δημοκρατική συνείδηση να βγάλουν κάποια συμπεράσματα» ανέφερε έξω από την αίθουσα ο κ. Ινδαρές με τη μετριοπάθεια και πραότητα που τον χαρακτηρίζει. Πλέον στο βλέμμα του ήταν ξεκάθαρη η γαλήνη.

Εικόνα tsaliki
Είναι απόφοιτη του τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ στο ΕΚΠΑ όπου εισήχθη με την ελπίδα να μάθει τι εστί δημοσιογραφία. Τελικά, το μεγαλύτερο σχολείο για εκείνη είναι το inside story από όπου ξεκίνησε με πρακτική. Έχει δουλέψει και στην εκπομπή «Πρωταγωνιστές».

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.