Η δηλητηριώδης ζάχαρη

Δεν είναι η παχυσαρκία που ευθύνεται για το χρόνιο μεταβολικό σύνδρομο, αλλά η ζάχαρη, λέει στο inside story ο Ρόμπερτ Λάστιγκ, ο Αμερικανός γιατρός που θεωρείται ο ηγέτης της διεθνούς εκστρατείας για τον περιορισμό της κατανάλωσης αυτής της λευκής ουσίας από την οποία όλοι λαμβάνουμε υπερβολικά μεγάλες ποσότητες (πολύ συχνά, χωρίς να το γνωρίζουμε).
Χρόνος ανάγνωσης: 
11
'

Ο Ρόμπερτ Λάστιγκ ομολογεί ότι ο στόχος που έχει θέσει είναι εξαιρετικά φιλόδοξος. Αλλά όχι ανέφικτος. Θέλει να πετύχει την αλλαγή της ονομασίας του Διαβήτη Τύπου 2. «Γιατί να μην πούμε, επιτέλους, την ασθένεια με το όνομά της;», μας λέει, μιλώντας μας από το γραφείο του στο Σαν Φρανσίσκο. Δηλαδή; «Ασθένεια της Επεξεργασμένης Τροφής: αυτό είναι το όνομα που περιγράφει σωστά την ασθένεια». Και ποια ουσία περιέχεται στη συντριπτική πλειοψηφία των επεξεργασμένων τροφίμων; Η ζάχαρη, απαντάει ο Δρ Λάστιγκ. Ο Αμερικανός νευροενδοκρινολόγος στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, που ειδικεύεται στην παιδική παχυσαρκία και συνιδρυτής της μη κερδοσκοπικής οργάνωσης Ινστιτούτο για Υπεύθυνη Διατροφή, θεωρείται ο ηγέτης μιας διεθνούς καμπάνιας κατά της ζάχαρης.

Το βιβλίο του «Fat Chance: The hidden truth about sugar, obesity and disease» (2013) είναι κάτι σαν τη Βίβλο των πολέμιων της ζάχαρης, ενώ περισσότεροι από έξι εκατομμύρια άνθρωποι έχουν μέχρι σήμερα παρακολουθήσει στο youtube τη διάλεξή του «Ζάχαρη: Η πικρή αλήθεια» του 2009. Πρόκειται για δηλητήριο, επιμένει ο Λάστιγκ. Πρόκειται για δηλητήριο που προκαλεί εθισμό και το οποίο δεν μπορούμε να αποφύγουμε, εξαιτίας της πολιτικής της βιομηχανίας τροφίμων. Ο Λάστιγκ οδηγήθηκε στη βεβαιότητά του για την τοξικότητα της ζάχαρης, έπειτα από έρευνα χρόνων πάνω στην παιδική παχυσαρκία. Παρακολουθώντας και βοηθώντας τους μικρούς ασθενείς του, λέει ο Λάστιγκ, έμαθε όσα στην πορεία δοκίμασε να επαληθεύσει κάνοντας έρευνα και με ενήλικες. Για να καταλήξει στην βεβαιότητα ότι «έχουμε στη διάθεσή μας τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η ζάχαρη είναι ένοχη για τον διαβήτη, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, το λιπώδες συκώτι και την τερηδόνα». Με δεδομένο ότι το 8-10% του ελληνικού πληθυσμού πάσχει από διαβήτη και τη στιγμή που η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο σε ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας, όσα έχει να πει ο Ρόμπερτ Λάστιγκ έχουν μεγάλο ενδιαφέρον.

Μεταβολικό Σύνδρομο: Δεν φταίει η παχυσαρκία;

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, που κάνει λόγο για πανδημία, περίπου 422 εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο πάσχουν σήμερα από διαβήτη. Μάλιστα, ο αριθμός των ασθενών έχει τετραπλασιαστεί από το 1980 έως σήμερα. Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, κύρια αιτία της εμφάνισης διαβήτη είναι η παχυσαρκία και η έλλειψη άσκησης. Σύμφωνα με τον Ρόμπερτ Λάστιγκ, πάντως, το να λέμε ότι ευθύνεται η παχυσαρκία είναι η εύκολη απάντηση. «Αλλά δεν είναι η σωστή απάντηση. Οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν από παχυσαρκία. Πεθαίνουν εξαιτίας των βλαβών που προκαλούνται σε ζωτικά όργανα», λέει. «Οι άνθρωποι με κανονικό σωματικό βάρος διατρέχουν επίσης τον κίνδυνο να νοσήσουν», παρατηρεί. «Το χρόνιο μεταβολικό σύνδρομο σκοτώνει. Η παχυσαρκία είναι βεβαίως δείκτης χρόνιου μεταβολικού συνδρόμου, αλλά δεν είναι η αιτία που την προκαλεί. Η παχυσαρκία και το χρόνιο μεταβολικό σύνδρομο συμπίπτουν, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα».

Το μεταβολικό σύνδρομο είναι μια κατάσταση κατά την οποία παρατηρούνται χρόνια οι εξής παράγοντες κινδύνου: παχυσαρκία, υψηλά τριγλυκερίδια, υπέρταση, χαμηλά επίπεδα «καλής» χοληστερίνης –HDL και αντίσταση στην ινσουλίνη. Κατά συνέπεια, το μεταβολικό σύνδρομο αυξάνει τις πιθανότητες εμφράγματος ή εγκεφαλικού επεισοδίου. «Δεν χρειάζεται να είναι κανείς παχύσαρκος για να παρουσιάσει μεταβολικό σύνδρομο», επιμένει ο Λάστιγκ. Αυτό που θέλει να πει, είναι ότι δεν αρκεί να κάνει κανείς δίαιτα, έχει σημασία η αλλαγή της διατροφής. Γιατί όπως θα επαναλάβει αρκετές φορές στη διάρκεια της συζήτησής μας, «δεν είναι όλες οι θερμίδες ίδιες». Γι’ αυτό και η συχνότητα εμφάνισης μεταβολικού συνδρόμου είναι σημαντικά μεγαλύτερη από ό,τι θα περίμενε κανείς υπολογίζοντας το ποσοστό των ανθρώπων που θεωρούνται υπέρβαροι.

Ο Ρόμπερτ Λάστιγκ διαφωνεί έντονα με αυτήν που περιγράφει ως κουλτούρα δαιμονοποίησης και ενοχοποίησης των υπέρβαρων ανθρώπων. Είναι όχι μόνο άδικο, αλλά και αναποτελεσματικό, επιμένει. Οι μόνοι που ωφελούνται είναι η τεράστια βιομηχανία αδυνατίσματος. «Κοιτάξτε, έχει φτάσει να αποτελεί στίγμα να είναι κανείς υπέρβαρος. Ενώ πρόκειται για ένα αληθινά περίπλοκο πρόβλημα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για συνδυασμό διαφόρων παραγόντων που σχετίζονται με τη φυσική, τη βιοχημεία, την ενδοκρινολογία, τη νευροεπιστήμη, την ψυχολογία, την κοινωνιολογία και την περιβαλλοντική υγεία», εξηγεί. Για αυτό το λόγο ο Δρ Λάστιγκ θυμώνει με την αντιμετώπιση που επιφυλάσσουμε ως κοινωνία στους ανθρώπους που κουβαλάνε περισσότερα κιλά από αυτά που θεωρούνται φυσιολογικά. «Δεν είναι όλες οι θερμίδες ίδιες και δεν βοηθάει η δαιμονοποίηση της λαιμαργίας», λέει. «Κοιτάξτε, εγώ δουλεύω εδώ πολύ με παιδιά. Φαντάζεται κανείς ότι ένα παιδί διαλέγει να είναι υπέρβαρο; Ή ότι διαλέγει να στερείται τη φυσική άσκηση; Λοιπόν, όχι, τα παχύσαρκα παιδιά είναι θύματα. Κι όταν κατανοήσει κανείς πόσο δύσκολο είναι να καταπολεμήσει την παχυσαρκία, τότε θα κατανοήσει πως ό,τι ισχύει για τα παιδιά, ισχύει και για τους ενήλικες».

Μα οι ενήλικες δεν είμαστε υπεύθυνοι για τις διατροφικές επιλογές μας; Δεν είμαστε ικανοί να δείξουμε αυτοπειθαρχία; «Η προσωπική ευθύνη είναι αστικός μύθος», με αποστομώνει. «Ποια είναι η προσωπική ευθύνη μας όταν είμαστε καθημερινά αντιμέτωποι με συγκεκριμένες επιλογές διατροφής;». Ο Ρόμπερτ Λάστιγκ λέει ότι η πανδημία της παχυσαρκίας και το μεταβολικό σύνδρομο συνδέονται άμεσα με τις αλλαγές στην καθημερινή διατροφή παιδιών και ενηλίκων, κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Τι είναι αυτό που έχει αλλάξει; Στη συντριπτική τους πλειονότητα (δηλαδή σε ποσοστό περίπου 80%) τα τρόφιμα που αγοράζουμε από το σούπερ μάρκετ περιέχουν πρόσθετα σάκχαρα.

Ένα εθιστικό δηλητήριο

Δεν είναι οι θερμίδες που κουβαλάει η ζάχαρη, αλλά η ίδια η ζάχαρη που λειτουργεί ως δηλητήριο για τον ανθρώπινο οργανισμό, λέει ο Λάστιγκ, αναφέροντας τα αποτελέσματα μιας επιδημιολογικής μελέτης που έκανε μαζί με τους συνεργάτες του: “Θα σας περιγράψω, σε πολύ αδρές γραμμές, τι ζητούσαμε και τι βρήκαμε. Θέλαμε να δούμε κατά πόσο συνδέεται η κατανάλωση περισσότερων θερμίδων, διεθνώς, με την αύξηση της παχυσαρκίας και του διαβήτη. Μπορεί η κατανάλωση περισσότερων θερμίδων να συνδέεται με την εμφάνιση παχυσαρκίας και διαβήτη; Και αν ναι, υπάρχει κάποιο χαρακτηριστικό αυτών των θερμίδων που να εξηγεί τη σχέση; Λοιπόν, τι προέκυψε; Ότι η αύξηση των περιστατικών διαβήτη συνδέεται άμεσα με την αύξηση κατανάλωσης σακχάρων». Ναι, αλλά η ζάχαρη παχαίνει. Γιατί να φταίει η ζάχαρη και όχι οι θερμίδες της ζάχαρης; Αυτό ήταν το επόμενο ερώτημα που έπρεπε να απαντηθεί.

Ο Δρ Λάστιγκ και οι συνεργάτες του επιχείρησαν να αφαιρέσουν τα σάκχαρα από το φαγητό μιας ομάδας παχύσαρκων παιδιών που πάσχουν από μεταβολικό σύνδρομο και παρακολουθούνται στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας. Αυτό που έκαναν ήταν να αντικαταστήσουν τις επεξεργασμένες τροφές που περιείχαν σάκχαρα, με άλλες –επίσης επεξεργασμένες, από αυτές που αγαπούν τα παιδιά– που όμως δεν περιείχαν πρόσθετη ζάχαρη. Και αυτό το έκαναν χωρίς να μειώσουν τη θερμιδική αξία των γευμάτων. Έτσι τα παιδιά έπαιρναν τις ίδιες θερμίδες, αλλά διαφορετικής ποιότητας. «Είδαμε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Όλοι οι δείκτες τους βελτιώθηκαν, το μεταβολικό σύνδρομο άρχισε να υποχωρεί σε διάστημα περίπου δέκα ημερών», λέει, προσθέτοντας πως θεωρεί ότι αν είχαν προχωρήσει και σε άλλες αλλαγές στη διατροφή των παιδιών, θα είχαν ακόμη καλύτερα αποτελέσματα. «Στην πραγματικότητα, αυτή είναι απλώς η πιο πρόσφατη μιας σειράς από έρευνες που επιβεβαιώνουν ότι η ποσότητα της ζάχαρης που καταναλώνει κάποιος μπορεί να προβλέψει αν θα νοσήσει ή όχι από μεταβολικό σύνδρομο», λέει ο Λάστιγκ.

Το πρόβλημα με τη ζάχαρη είναι ότι προκαλεί εθισμό. Είμαστε έτσι προγραμματισμένοι ώστε να αισθανόμαστε ασφαλείς όταν γευόμαστε κάτι γλυκό. Οι πρόγονοί μας από τη γλυκιά γεύση αναγνώριζαν την τροφή που μπορούσαν να καταναλώσουν χωρίς να κινδυνεύουν να δηλητηριαστούν. Όμως η τροφή που καταναλώνουμε έχει αλλάξει δραματικά – για εμάς, η ζάχαρη είναι ένα δηλητήριο που μπορούμε να παίρνουμε σε πολύ μικρές δόσεις, επισημαίνει ο Λάστιγκ. «Κι όμως κάνουμε το ακριβώς αντίθετο. Η παγκόσμια κατανάλωση ζάχαρης έχει τριπλασιαστεί τα τελευταία πενήντα χρόνια. Ενώ ο πληθυσμός έχει μόλις διπλασιαστεί. Τι μας λέει αυτό; Και στο μεταξύ αρρωσταίνουμε. Και παρόλο που αρρωσταίνουμε, επιμένουμε. Γιατί επιμένουμε; Γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς», λέει και η φωνή του μαρτυρά αγανάκτηση. Πριν τολμήσω να αναφερθώ πάλι στην αυτοπειθαρχία, ο Λάστιγκ με προλαβαίνει: «Πριν αναρωτηθείτε γιατί δεν μπορούμε να την κόψουμε, κοιτάξτε τις ετικέτες των προϊόντων που έχετε στο σπίτι σας», λέει.

 

 

Η συνωμοσία της βιομηχανίας τροφίμων

Ο Λάστιγκ λέει ότι υπάρχει η περίφημη θεωρία σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχουν κακές τροφές, γιατί όποια τροφή την καταναλώνουμε με μέτρο, μπορεί να είναι μέρος μιας ισορροπημένης διατροφής. «Μα δεν είναι δυνατό να έχει κανείς ισορροπημένη διατροφή σήμερα, ούτε στον ανεπτυγμένο, ούτε στον αναπτυσσόμενο κόσμο, εκτός αν δεν τρώει επεξεργασμένα τρόφιμα. Θεωρείτε ότι αυτό είναι εφικτό στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου μας;» μου απευθύνει το ρητορικό ερώτημα. «Η βιομηχανία τροφίμων έχει το μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης για την πανδημία της παχυσαρκίας και του διαβήτη, διότι στην πρόσθετη ζάχαρη έχουν ανακαλύψει ένα πολύ φτηνό συστατικό που κάνει τους καταναλωτές να επανέρχονται για να το αναζητήσουν ξανά και ξανά. Και το βάζουν παντού, καμουφλάροντάς το με διάφορες ονομασίες που οι μη επαϊοντες δεν θα προσέξουν εύκολα», λέει.

Τι προσθέτει η ζάχαρη στα επεξεργασμένα τρόφιμα; Πρώτα απ’ όλα, νοστιμιά. Η γλυκύτητα καλύπτει τις όποιες γευστικές ατέλειες. «Βασικά, δεν υπάρχει τροφή που να μην μπορεί να την κάνεις γευστική προσθέτοντας ζάχαρη». Έπειτα, βοηθάει το ψωμί να δείχνει πιο λαχταριστό, κάνει καλύτερη την υφή του και του δίνει το ελκυστικό χρυσοκάστανο χρώμα του. Επίσης, πράγμα πολύ σημαντικό για τη βιομηχανία τροφίμων: η ζάχαρη παρατείνει τη διάρκεια ζωής των προϊόντων. “Η ζάχαρη ήταν πολύ βολική λύση για την βιομηχανία τροφίμων, όταν επικράτησε διεθνώς η θεωρία ότι τα λίπη βλάπτουν σοβαρά την υγεία και παχαίνουν, οπότε άρχισαν να τα αφαιρούν από τις επεξεργασμένες τροφές για να κατεβάσουν τη θερμιδική αξία τους. Αλλά μαζί με τα λίπη, χανόταν και η νοστιμιά. Και με τι τα αντικατέστησαν, ώστε να τα κάνουν νόστιμα;” ρωτάει ο Λάστιγκ, που απαντάει μόνος του το προφανές: με ζάχαρη.

«Ξέρετε υποθέτω την μόδα των smoothies, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της καλής διατροφής στις μέρες μας», λέει ο Λάστιγκ. Ε, λοιπόν, τα smoothies είναι νοστιμότατες βόμβες ζάχαρης –ακριβώς όπως και ο φυσικός χυμός. «Το γεγονός ότι φτιάχνονται από φρούτα δεν σας γλιτώνει από τη ζάχαρη, κάθε άλλο. Κοιτάξτε, όλα τα φρούτα έχουν ζάχαρη. Και μπορείτε να τα καταναλώνετε άφοβα, σας κάνουν καλό. Η ζάχαρη που περιέχουν τα φρούτα δεν είναι επικίνδυνη για τον οργανισμό, γιατί πάει πακέτο με τις ίνες του φρούτου. Ε, λοιπόν, όταν μετατρέπετε το φρούτο σε χυμό ή smoothie, αφαιρείτε τις ίνες και σας μένουν οι περισσότερες βιταμίνες και τα μέταλλα, αλλά μαζί με αυτά η ζάχαρη». Ρωτάω τον Λάστιγκ εάν οι βιταμίνες, έστω, αποτελούν επαρκή λόγο για να κρατήσει κανείς τους φυσικούς χυμούς ως μέρος της καθημερινής διατροφής. “Όχι, δεν θα το συνιστούσα”, απαντάει χωρίς να διστάσει.

Ο Ρόμπερτ Λάστιγκ επισημαίνει ότι όσα λέει ο ίδιος για τη ζάχαρη τα τελευταία χρόνια, τα είχε πει από το 1972 ο Βρετανός διατροφολόγος Τζον Γιάντκιν στο βιβλίο «Pure, White and Deadly». «Εκεί εξηγούσε πως το πρόβλημα δεν είναι τα λίπη, αλλά η ζάχαρη», λέει ο Λάστιγκ. Και γιατί έπρεπε να περάσουν κοντά σαράντα χρόνια έως ότου ξανασυζητήσουμε για τους κινδύνους από την υπερβολική κατανάλωση ζάχαρης; Γιατί, σύμφωνα με τον Λάστιγκ, η βιομηχανία τροφίμων έκανε τα πάντα για να απαξιώσει τον Γιάντκιν. Και το κατάφερε. Ρωτάω τον Λάστιγκ ποιες είναι οι αντιδράσεις της βιομηχανία τροφίμων στη δική του δουλειά με δεδομένο ότι οι εποχές έχουν αλλάξει. «Λένε ότι είμαι τρελός», απαντάει χαμογελώντας. «Αλλά αποφεύγουν να αντικρούσουν τα επιχειρήματά μου, δεν απαντούν στα στοιχεία που παραθέτω με άλλα στοιχεία. Εάν έχουν στοιχεία που δείχνουν ότι κάνω λάθος, γιατί δεν μας τα αποκαλύπτουν;».

Φόρος στη ζάχαρη;

Ο Λάστιγκ επιμένει ότι θα ήταν σχετικά εύκολο για τη βιομηχανία τροφίμων να αλλάξει πολιτική υιοθετώντας πρακτικές που δεν θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία. «Είναι εφικτό να συμβεί αυτό χωρίς να πάψουν να βγάζουν κέρδος. Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι πως δεν περιμένει κανείς να πάψει να βγάζει χρήματα η βιομηχανία τροφίμων. Αλλά πρέπει να πάψει να βγάζει χρήματα επιβαρύνοντας τη δημόσια υγεία». Αυτό, όμως, δεν θα συμβεί χωρίς πολιτική πίεση. Γιατί η ζάχαρη είναι φτηνή και εθιστική – δεν θέλουν να την αποχωριστούν.

Όσο περιμένουμε, λοιπόν, μια αλλαγή που αν έρθει, θα αργήσει πολύ, εκείνο για το οποίο μπορούμε και πρέπει να πιέζουμε, λέει ο Δρ Λάστιγκ, είναι η φορολόγηση της ζάχαρης. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, άλλωστε, μόλις τον περασμένο Οκτώβριο, απηύθυνε έκκληση σε όλες τις κυβερνήσεις του κόσμου καλώντας τες να αυξήσουν τον φόρο στα αναψυκτικά που περιέχουν ζάχαρη. Έχει αποδειχτεί ότι η αύξηση της τιμής των αναψυκτικών οδηγεί σε περιορισμό της κατανάλωσης τους. Κατά τον Ρόμπερτ Λάστιγκ αυτό θα ήταν ένα τεράστιο βήμα προς την βελτίωση της υγείας εκατομμυρίων παιδιών και ενηλίκων. «Την περασμένη Τρίτη, εδώ στο Σαν Φρανσίσκο, ψηφίσαμε τον καινούργιο φόρο των αναψυκτικών. Θα επιβληθεί τον Ιανουάριο του 2018. Σε κάποιες χώρες έχει ήδη επιβληθεί ο φόρος, σε άλλες –όπως η Βρετανία– ψηφίστηκε και θα ισχύσει από τον Ιανουάριο του 2018».

Πόση ζάχαρη μπορεί κανείς να καταναλώνει με ασφάλεια, τελικά; Όχι περισσότερη από έξι κουταλάκια του γλυκού την ημέρα, λέει ο Λάστιγκ. «Αυτό αντιστοιχεί σε 25 γραμμάρια. Εάν τρώει κανείς επεξεργασμένα τρόφιμα –και πώς να το αποφύγει;– το πιθανότερο είναι πως καταναλώνει περισσότερη ζάχαρη σε ένα μόνο προϊόν. Τώρα, ειδικά για αναψυκτικά, αρκεί να πιει κανείς μισό κουτάκι κι έχει ήδη πάρει όλη την επιτρεπόμενη ημερήσια δόση ζάχαρης». Ο Ρόμπερτ Λάστιγκ πιστεύει ότι είναι πράκτικά αδύνατο να γίνουμε ο καθένας ο διατροφολόγος του εαυτού μας καθώς δεν μπορεί ο καθένας από εμάς να υπολογίζει διαρκώς πόσα γραμμάρια πρόσθετης ζάχαρης βρίσκεται σε κάθε τροφή.

Κι έπειτα η ελληνική αγορά και οι ελληνικές καταναλωτικές συνήθειες έχουν διαφορές από τις αμερικανικές. Οπότε τι θα συμβούλευε ένας Έλληνας διατροφολόγος, όσους από εμάς θέλουμε να περιορίσουμε την κατανάλωση πρόσθετης ζάχαρης; Ο κλινικός διαιτολόγος-βιολόγος Χάρης Δημοσθενόπουλος, προϊστάμενος του Διαιτολογικού Τμήματος του Λαϊκού Νοσοκομείου, συμφωνεί ότι τα αναψυκτικά που περιέχουν ζάχαρη καλό είναι να αποφεύγονται. Πού αλλού υπάρχει πρόσθετη ζάχαρη; Ανάμεσα στα προϊόντα που καταναλώνουμε συχνά στη χώρα μας, αξίζει να γνωρίζουμε ότι ζάχαρη περιέχεται στην κέτσαπ και όλες τις έτοιμες σάλτσες, στο ψωμί, στην πίτα για το σουβλάκι... Η λύση είναι να φροντίζουμε να τρώμε όσο περισσότερα φρέσκα, παρά συσκευασμένα τρόφιμα γίνεται. Δεν γίνεται να αποφύγουμε τα τυποποιημένα προϊόντα, αλλά είναι σημαντικό να προτιμούμε τα φρούτα αντί για τους χυμούς, να τρώμε απλά προϊόντα γάλακτος αντί για επιδόρπια γιαουρτιού, φρουτοποτά ή ροφήματα με σοκολάτα που έχουν τεράστιες ποσότητες ζάχαρης».

Η βασική οδηγία προς όσους δεν είμαστε διατροφολόγοι είναι να μάθουμε να διαβάζουμε τις ετικέτες των προϊόντων. Η ένδειξη «Δεν περιέχει ζάχαρη», μπορεί και να είναι παραπλανητική, καθώς υπάρχουν σάκχαρα με διάφορα ονόματα. Επιβάλλεται να κοιτάξει κανείς προσεκτικά την ετικέτα, όπου η ζάχαρη αναγράφεται μαζί με τους υδατάνθρακες, πρόκειται για την ένδειξη «εκ των οποίων σάκχαρα». Ο κ. Δημοσθενόπουλος εξηγεί ότι «εκεί πρέπει να προσέχουμε ώστε η αναλογία των σακχάρων να είναι μικρή σε σχέση με το σύνολο των υδατανθράκων. Για παράδειγμα, αν βλέπει κανείς ότι το προϊόν περιέχει 40γρ υδατανθράκων, από τα οποία τα σάκχαρα είναι τα 3γρ, αυτό σημαίνει ότι είναι πιο πλούσιο σε σύνθετους υδατάνθρακες όπως είναι οι φυτικές ίνες κ.λπ. Εάν όμως από τα 40γρ, τα 35γρ είναι σάκχαρα, τότε είναι πολύ πλούσιο σε απλούς υδατάνθρακες και άρα είναι πιο επιβαρυντικό». Η δεύτερη οδηγία που δίνει ο κ. Δημοσθενόπουλος είναι να προσέχει κανείς τη σειρά με την οποία αναγράφονται τα συστατικά στην ετικέτα. Όσο ψηλότερα είναι ένα συστατικό, τόσο μεγαλύτερη ποσότητα από αυτό περιέχεται.

Κατά τον Ρόμπερτ Λάστιγκ, όσο η βιομηχανία τροφίμων δεν αλλάζει τη φιλοσοφία και τις πρακτικές της, η μάχη είναι εξαιρετικά δύσκολο να κερδηθεί, υπό την έννοια ότι όλοι καταναλώνουμε περισσότερη ζάχαρη από όση θα έπρεπε. Το ερώτημα είναι πώς μπορεί κανείς να την περιορίσει. «Για αρχή, καλό είναι να μην πλησιάζουμε τα αναψυκτικά, τα “παιδικά” δημητριακά και το λευκό συσκευασμένο ψωμί». Κλείνοντας τη συζήτησή μας, ο Ρόμπερτ Λάστιγκ με προκαλεί για άλλη μια φορά να ανοίξω το ψυγείο και τα συρτάρια μου και να αρχίσω να μετράω γραμμάρια ζάχαρης. «Και κάτι τελευταίο: Όσο πιο πολλά συστατικά αναγράφονται σε μια ετικέτα, τόσο πιο κακής ποιότητας είναι το προϊόν. Μην το φας».

Έχει εργαστεί στον Ταχυδρόμο, τον Ελεύθερο Τύπο, την Ελευθεροτυπία και το Marie Claire. Ήταν European Journalism Fellow στο Βερολίνο. Το βιβλίο της «Ο τραγουδιστής του Αουσβιτς. Εστρόγκο Ναχάμα, Θεσσαλονίκη 1918 - Βερολίνο 2000» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καπόν.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.