Κανείς δεν θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί που δεν ανήκει

Το γουέστερν, ο Μπομπ Ντίλαν και η επιστροφή του λησμονημένου καβαλάρη.
Χρόνος ανάγνωσης: 
9
'
Barry Feinstein, Bob Dylan in Scotland, possibly Princess Street, 20 May 1966 © Barry Feinstein.

Πριν από λίγες ημέρες επανακυκλοφόρησε σε DVD το Blindman, ένα σχετικά άγνωστο σπαγγέτι γουέστερν του 1971 του Φερντινάντο Μπάλντι. Το Blindman, όπως οι περισσότερες ταινίες του είδους, είναι μια παραδοξότητα, μια μελαγχολική υπερβολή με κωμικά υπαρξιακό περιεχόμενο. Ήρωας της είναι ένας τυφλός πιστολέρο που έχει αναλάβει να μεταφέρει 50 νύφες σε έναν καταυλισμό εξ ανάγκης ανέραστων ανθρακωρύχων στο Τέξας. Οι συνεργάτες του όμως προδίδουν τον πιστολέρο, μοχθηροί ληστές κλέβουν τις νύφες και ο αόμματος τιμωρός ξεκινά την περιπλάνησή του για να εκδικηθεί και να ανακτήσει το υμέναιο εμπόρευμά του.

Το Blindman είναι αμυδρά επηρεασμένο από το Zatōichi, μια ιαπωνική σειρά ταινιών του ’50 με ήρωα έναν τυφλό σαμουράι της περιόδου Έντο. Ο κύκλος του Zatōichi είχε γνωρίσει τεράστια επιτυχία στην Ιαπωνία και η αίγλη του φτάνει μέχρι τις ημέρες μας: το 2003 ο Τακέσι Κιτάνο γύρισε τη δική του συνεισφορά στο μύθο, η οποία κέρδισε τον Αργυρό Λέοντα στη Βενετία, ενώ στην ίδια παράδοση ανήκει κι ο Daredevil της τηλεοπτικής σειράς του Netflix, ο τυφλός δικηγόρος με τις παροξυμένες αισθήσεις και ο πιο επτυχημένος από τους ελάσσονες ήρωες της Marvel, Defenders.

Παρόλο το σκοτεινό σε πρώτο επίπεδο θέμα του, το μοτίβο του τυφλού πολεμιστή έχει μια ανάλαφρα θεολογική γοητεία. Στην πρώτη σκηνή του Blindman, ο Τυφλός πυροβολεί την καμπάνα μιας μεξικανικής εκκλησίας προσανατολιζόμενος μόνον με τη δύναμη της διαίσθησης, υπόμνηση πως εκεί κοντά, στους έρημους δρόμους του Ουέστ, παραμονεύει ακόμη κάποιο θείο. Ο τυφλός πολεμιστής αποδεικνύεται πως είναι ο κάτοχος μιας κρυφής σοφίας, αντιμετωπίζει τους αντιπάλους του με τα εσωτερικά του μάτια, επιβεβαιώνοντας το βιβλικό «βλέποντες μη βλέπωσι» του Κατά Ματθαίον. Διότι οι αντίπαλοί του, μολονότι έχουν το δώρο της όρασης, δεν μπορούν να αντικρίσουν την αλήθεια· αυτός, αν και βυθισμένος στο σκοτάδι, αντιλαμβάνεται την ουσιώδη ροή του κόσμου ακόμη και στις πιο ανεπαίσθητες μεταβολές της. Υπερβαίνει το εμπόδιο του σώματος και η υπερβατική του γνώση είναι το καταλυτικό του όπλο στη μάχη. Ο άνθρωπος που έχει υποστεί τον αποτρόπαιο ακρωτηριασμό της όρασής του είναι ακόμη κι αυτός το πράο θύμα του πεπρωμένου, υποχρεωμένος να καταφύγει στη βία, διότι αυτή η συμπαντική δύναμη, λέει ο μύθος, αποτελεί τον θεμελιώδη φυσικό και κοινωνικό νόμο.

Το Blindman είναι μια από τις πολλές ταινίες όπου η ποπ κουλτούρα και αντικουλτούρα του ’60 και των αρχών του ’70 συναντήθηκαν με τη μυθολογία της Άγριας Δύσης. Εξάλλου, σε έναν δεύτερο αλλά σημαντικό ρόλο στην ταινία εμφανίζεται ο Ρίνγκο Σταρ. Ο ντράμερ των Beatles, oι οποίοι είχαν διαλυθεί πριν από λίγους μόνον μήνες, για να ξεπεράσει τον χωρισμό από το παλιό του συγκρότημα εργάζεται ακατάπαυστα, δίνει συναυλίες και παίζει σε ταινίες, όπως την περίφημη 200 Motels του Φρανκ Ζάππα ως ο νάνος σωσίας του Ζάππα. Η συμμετοχή του στο Blindman, όπου περιφέρεται βρώμικος και αναμαλλιασμένος με μακρύ μούσι και μάτια υγρά από τη μελαγχολία (και το αλκοόλ) είναι σχεδόν πολιτιστικό αντιδάνειο: ο Βρετανός Ρίνγκο, του οποίου το αληθινό όνομα είναι Ρίτσαρντ Στάρκεϊ, παίζει σε σπαγγέτι γουέστερν, ενώ το ψευδώνυμό του παραπέμπει ευθέως στη μυθολογία της Άγριας Δύσης· ο Τζόνι Ρίνγκο ήταν ντεσπεράντο της Αριζόνας και κλασικός ήρωας των γουέστερν, δανείζοντας μεταξύ άλλων το όνομά του και σε μια πολύ επιτυχημένη σειρά ταινιών γουέστερν σπαγγέτι με τον Τζουλιάνο Τζέμα.

Βρισκόμαστε είκοσι πέντε χρόνια μετά το νικηφόρο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και εμφανίζεται στο προσκήνιο μια γενιά που πρώτο της μέλημα φαίνεται να είναι η αποδόμηση του αμερικανικού ονείρου και της αποπνικτικής κανονικότητάς του. Η δεκαετία του ’60 δεν άφησε ανέγγιχτο το ατσαλάκωτο ρεβόλβερ του Τζον Γουέιν και τους θεματολογικούς και μορφολογικούς κώδικες του κλασικού γουέστερν: την εξύμνηση της προτεσταντικής ανδροπρέπειας και αποτελεσματικότητας, το θαυμασμό για την ηρωικού τύπου οικονομία των γελαδάρηδων και των γαιοκτημόνων, τα βάθη της αμερικανικής ενδοχώρας ως μετωνυμία των προαστίων. Οικειοποιήθηκε ήρωες, συμπεριφορές και τοποθεσίες, στάσεις και μύθους, τους αναθεώρησε και τους προσάρμοσε στις δικές της αφηγήσεις ηδονής κι εξέγερσης.

Καταλυτικό ρόλο έπαιξε το σπαγγέτι γουέστερν που ξαναδιάβασε με τον παιγνιώδη ιταλικό τρόπο την αμερικανική παράδοση. Το σπαγγέτι γουέστερν εξώθησε τους χαρακτήρες στα άκρα, χορογράφησε τη βία και την ηθική αμφισημία και παρώδησε –στις καλύτερες περιπτώσεις με υπαρξιακή ανάταση, όπως στις ταινίες του Σέρτζιο Λεόνε– όχι μόνον ένα κινηματογραφικό είδος, αλλά και τον πολιτισμό που το παράγει και το κοινό που το απολαμβάνει. Η υπερβολή του σπαγγέτι επέστρεψε στην Αμερική ως παραδοξότητα, βία και ψυχεδελικό καρναβάλι, μεταφυσικές περιπέτειες περιπλάνησης σε μια Αμερική που καταρρέει, ταινίες, συχνά χαμηλής παραγωγής, με θολά ηθικά όρια και γκροτέσκο χιούμορ. Οι τυποποιημένες πόλεις της Άγριας Δύσης και οι κλασικές αφηγήσεις παρανόμων έγιναν ουτοπίες ελευθεριότητας και ρήξης με το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα. Στο Zachariah, ας πούμε, του Τζορτζ Ένγκλουντ είναι ελάχιστα συγκαλυμμένη η ομοερωτική σχέση των δύο πιστολάδων που περιπλανώνται σε ένα ταξίδι εμπνευσμένο από το «Σιντάρτα» του Έσσε. Κεντρικό ρόλο στην ταινία έχει το ψυχεδελικό συγκρότημα Country Joe and the Fish, ενώ ο ένας από τους δύο παράνομους είναι ο νεότατος τότε Ντον Τζόνσον των Σκληρών του Μαϊάμι, που κοιτάζει συνέχεια απορημένος τους πυροβολισμούς, ένας αμήχανος Τάτζιο της ερήμου.

Παράλληλα, η ριζοσπαστική πολιτική και το καινούργιο ανθρωπολογικό ενδιαφέρον της γενιάς των χειραφετημένων φοιτητών αντιστρέφει τους πόλους καλού και κακού στην παραδοσιακή σύγκρουση καουμπόηδων και ινδιάνων. Οι δυτικοί είναι πλέον οι βάρβαροι κατακτητές, ενώ οι αυτόχθονες είναι φορείς μιας προαιώνιας και εσωτερικής σοφίας σε αρμονία με τη φύση. Ίσως το καλύτερο παράδειγμα αυτής της κατηγορίας ταινιών, στην οποία ανήκει ο καταγγελτικά βίαιος Στρατιώτης Μπλου και ο έθνικ Άνθρωπος που τον Έλεγαν Άλογο, είναι το Μικρό Μεγάλο Ανθρωπάκι του Άρθουρ Πεν με τον νεαρό Ντάστιν Χόφμαν κατευθείαν από την τεράστια επιτυχία του Πρωτάρη: εδώ η κριτική δεν γίνεται μόνον στον αμερικανικό επεκτατισμό του 19ου αιώνα αλλά και στον σύγχρονο της ταινίας ιμπεριαλισμό, καθώς πολλές σκηνές επιθέσεων του αμερικανικού στρατού φέρνουν ευθέως στο μυαλό τις επιθέσεις των πεζοναυτών στο Βιετνάμ.

Η Σουηδική Ακαδημία αναγνώρισε για τη λογοτεχνία αυτό που τα εικαστικά ή ο κινηματογράφος είχαν αποδεχτεί εδώ και καιρό: πως το ροκ και η ποπ είναι και αυτή μέρος του σύγχρονου υψηλού

Ωστόσο, τα σχόλια με αφορμή την επανέκδοση του Βlindman θα ήταν ενδιαφέροντα μόνον για όσους αναζητούν διακειμενικότητες στο Westworld, αν ένα μείζον γεγονός δεν είχε επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για την αμερικανική δημώδη παράδοση, την ποπ κουλτούρα και τα πολιτικά της χαρακτηριστικά. Αδιαμφισβήτητα, η απονομή του Νόμπελ της Λογοτεχνίας στον Μπομπ Ντίλαν είναι καταξίωση των σπουδαίων λογοτεχνικών αρετών του έργου του: της λυρικής ποιότητας και του πολυεπίπεδου, οραματικού χαρακτήρα των στίχων του, της ρηξικέλευθης εικονοποιίας και της αφηγηματικής δεξιοτεχνίας των τραγουδιών του. Είναι όμως και κάτι παραπάνω. Το ποπ, από τη δεκαετία του ’60 και μετά, μετακίνησε τα γνωρίσματα του υψηλού, ενοποίησε τις τέχνες ή, καλύτερα, θυμήθηκε πως τα όρια μεταξύ των τεχνών δεν ήταν πάντα σαφή, άλλαξε το πρότυπο του καλλιτέχνη και της κοινωνικής επιτέλεσης της τέχνης, τα κατέστησε καταναλωτικά αγαθά. Προς τρόμο ή προς ανακούφιση του Αντόρνο, η Σουηδική Ακαδημία αναγνώρισε για τη λογοτεχνία αυτό που τα εικαστικά ή ο κινηματογράφος είχαν αποδεχτεί εδώ και καιρό: πως το ροκ και η ποπ είναι και αυτή μέρος του σύγχρονου υψηλού. Οι γέροντες της Ακαδημίας, συνομήλικοι της αλλαγής που συντελέστηκε σταδιακά στην ποπ κουλτούρα, γνωρίζουν βιωματικά την εξέλιξη αυτή και τον καθοριστικό ρόλο του Ντίλαν.

Η σχέση του Μπομπ Ντίλαν με τον μυθικό και καταγωγικό για την αμερικανική κουλτούρα κόσμο της Άγριας Δύσης είναι πολυσήμαντη. Το 1973, στην ταινία Η Μεγάλη Μονομαχία του Σαμ Πέκινπα, του σπουδαιότερου σκηνοθέτη γουέστερν του ’60 και του ’70, ο Ντίλαν παίζει έναν παράνομο, δεξιοτέχνη στο πέταγμα των μαχαιριών, που συστήνεται ως Alias. Ταιριαστό όνομα (ο Άλλος, ο Έτερος) για έναν δημιουργό που έτσι κι αλλιώς στην καριέρα του άλλαζε συνέχεια προσωπεία, από τραγουδιστής της διαμαρτυρίας και ηλεκτρικός ρόκερ έως νομπελίστας που «λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων» δεν θα παραλάβει το βραβείο του.

Έξι χρόνια νωρίτερα, το 1967, ο Ντίλαν είχε κυκλοφορήσει το John Wesley Ηarding. Μετά τα τρία καταλυτικά προηγούμενα άλμπουμ του, που εμπλούτισαν το ροκ εν ρολ με μια αδιανόητη ως τότε ρεμπωειδή ποιητική τόλμη και συμφιλίωσαν την πολιτικοποιημένη φοιτητική νεολαία με τον ηλεκτρικό ήχο, ο Ντίλαν με το JWH επιστρέφει στη δημώδη παράδοση που τον έκανε διάσημο. Εντούτοις, στα πρώτα χρόνια της καριέρας του, στιχουργικά και μουσικά βρίσκεται κοντά στην παράδοση των μπλουζ των μαύρων, των τραγουδιών των συνδικάτων και της λαϊκής μουσικής της πόλης. Στο JWH, από την άλλη, ο Ντίλαν υιοθετεί τη φόρμα της κάντρι μουσικής της αμερικανικής υπαίθρου και των αντιδραστικών λευκών, βιβλικών κοινοτήτων της ενδοχώρας. Η Αμερική και ο κόσμος όλος ζει το ψυχεδελικό αντιπολεμικό όραμα, που πολιτικοποιεί την καινούργια γιορτινή σεξουαλική ελευθεριότητα και προετοιμάζει τις μεγάλες εξεγέρσεις της νεολαίας. Είναι μια γενιά που όσοι εκπρόσωποί της δεν κάηκαν νωρίς από τότε, πεθαίνουν σήμερα ένας ένας από γηρατειά, ένα σκανδαλώδες τέλος καθώς εκείνη την εποχή αναδύθηκε πρώτη φορά η νεότητα ως ξεχωριστή κοινωνιολογική κατηγορία.

Ο Ντίλαν, παρά τα φαινόμενα, δεν αντιστρατεύεται τη γενιά του η οποία έχει συγκροτηθεί γύρω από τα παλιότερά του τραγούδια διαμαρτυρίας. Αντίθετα, την εμπλουτίζει με μια μυθολογία η οποία ως τότε ήταν προνόμιο των συντηρητικών λευκών. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να δούμε την κάντρι μεταμόρφωση του Ντίλαν και γενικότερα την αναθεωρητική συνάντηση της ποπ αντικουλτούρας με το γουέστερν ως μέρος του γενικότερου ενδιαφέροντος του ’60 για τη δημώδη παράδοση. Ήδη από το ξεκίνημα της δεκαετίας έχει αρχίσει να αποκτά ποπ εμβέλεια μια ρομαντικής καταγωγής τάση που διατρέχει τη νεωτερικότητα του 20ού αιώνα: η αναζήτηση της λαϊκής ταυτότητας. Κι αν αυτή η ίδια αναζήτηση, με το ναζιστικό «Εin Volk, Εin Reich», κορυφώθηκε στη δεκαετία του ’30 με την πιο αποτρόπαια βία που έχει γνωρίσει η ιστορία, το ’60 με την καινούργια αισιοδοξία και τον καθολικό τουρισμό γίνεται κεντρικό στοιχείο της μαζικής κουλτούρας και της πολιτικής στράτευσης. Το folk ενδιαφέρον είναι πια για τους αυτόχθονες πληθυσμούς της αμερικανικής ηπείρου ή της Ευρώπης· για την κουλτούρα των προβιομηχανικών κοινοτήτων και τα ανορθολογικά στοιχεία των τελετών τους· για την απλότητα της ζωής χωρίς υλικά, καταναλωτικά αγαθά.

Ο θεατής των γουέστερν της δεκαετίας του ’60 και του ’70 ενδιαφέρεται για τον δημώδη πολιτισμό και θέλει να απομακρυνθεί από την πόλη, φτιάχνει μυθολογίες νομαδισμού και απλής ζωής στην ύπαιθρο, αρνείται την άκαμπτη ηθικολογία του βιομηχανικού παραγωγικού μοντέλου. Ο ήρωας των γουέστερν ιδρώνει, περιπλανιέται στην έρημη χώρα και έχει παραισθήσεις. Ταξιδεύει σε απομονωμένα χωριά ευτυχισμένων Μεξικανών. Λυτρώνεται επειδή παραδίδεται στην υπερβατική γνώση της φύσης. Ο ήρωας των γουέστερν της δεκαετίας του ’60 δεν είναι ακριβώς καουμπόης, δεν είναι κινηματογραφικός αστέρας. Είναι ένας άνθρωπος του μέσου του 20ού αιώνα, της ηλεκτρικής οδοντόβουρτσας, της έγχρωμης τηλεόρασης και του LSD, ένας χρονοταξιδιώτης που ταξιδεύει εκστατικός στην προνεωτερική κοινωνία της Άγριας Δύσης.

Ο Ντίλαν με το JWH δείχνει πως αυτόχθονη κουλτούρα στην Αμερική δεν είναι μόνον η αμερινδιάνικη αλλά ισότιμα και η κουλτούρα των λευκών εποίκων. Πως ο προνεωτερικός κόσμος της υπαίθρου κατοικείται εξίσου από φαντάσματα νεκρών καουμπόηδων και ενσαρκώσεων του βιβλικού διαβόλου. Πως οι πουριτανοί γνωρίζουν από ηθική αμφισημία. Πως η διαφυγή από την αποπνικτική κανονικότητα του αμερικανικού ονείρου βρίσκεται εξίσου στην αμερικανική παράδοση. Το όραμα που διατρέχει την υπερβατική ποιητική του JWH και γενικότερα του μεγαλύτερου μέρους της αμερικανικής φολκ είναι το όραμα της δημοκρατίας του Άντριου Τζάκσον, μια δημοκρατία για τον απλό άνθρωπο, αδιαμεσολάβητη από την κανονιστική εξουσία, από την πολιτική. «Πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος να ξεφύγουμε από εδώ, είπε ο Γελωτοποιός στον Ληστή, πολύ σύγχυση γύρω και ανακούφιση δεν μπορώ να βρω καμιά», λένε οι πρώτοι στίχοι του All Along the Watchtower, του διασημότερου τραγουδιού του JWH. Ακούγοντας τον δίσκο κατανοείς ένα πολιτικό αίτημα της εποχής που δεν είναι καθόλου μονοσήμαντο: Να γίνει ξανά η Αμερική μεγάλη, η Αμερική του απλού ανθρώπου.

Ο αμερικανικός πολιτισμός είναι ένας μελαγχολικός πολιτισμός και πίσω από τους υπερμεγέθεις ήρωες που βγαίνουν νικητές και το καλό που θριαμβεύει, κρύβεται πάντα η θλίψη για τη νεότητα που χάθηκε, την αγνότητα που μολύνθηκε

Ο αμερικανικός πολιτισμός είναι ένας μελαγχολικός πολιτισμός και, πίσω από τους υπερμεγέθεις ήρωες που βγαίνουν νικητές και πίσω από το καλό που θριαμβεύει, κρύβεται πάντα η θλίψη για τη νεότητα που χάθηκε, για την αγνότητα που μολύνθηκε και για την ματαιότητα της αισιοδοξίας και μια βαθιά εσωτερική άρνηση για τον αγώνα που μόλις τελείωσε γιατί ο αγώνας είναι εντέλει πάντα αυτοκαταστροφικός. Ο αμερικανικός ήρωας είναι ένας ήρωας τυφλός, δέσμιος του πεπρωμένου, προκαθορισμένος από τον βιβλικό λόγο περί αμαρτίας. «Βλέπω το βέλος στο θυρόφυλλο να λέει: Η γη αυτή είναι καταραμένη από τη Νέα Ορλεάνη ως τα Ιεροσόλυμα», λέει ο Ντίλαν στο τραγούδι του Blind Willie McTell. «Ο Θεός είναι στον Ουρανό κι όλοι μας θέλουμε να κάνουμε το θέλημά του, αλλά το μόνο που υπάρχει είναι εξουσία και απληστία και διεφθαρμένη σπορά». Από μια άποψη, η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ είναι η επιστροφή στο προσκήνιο ενός λησμονημένου καβαλάρη.

 

*«One should never be/Where one does not belong», στίχοι από το τραγούδι του Mπομπ Ντίλαν Τhe Ballad of Frankie Lee and Judas Priest.

Έχει σπουδάσει φιλολογία και γλωσσολογία και αρθρογραφεί για ζητήματα πολιτιστικής πολιτικής. Έχει μεταφράσει και έχει επιμεληθεί βιβλία λογοτεχνίας, φιλοσοφίας και σύγχρονης τέχνης, με την οποία έχει συχνά αμφιλεγόμενη σχέση.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus
 

Γίναμε τριών!

Η δημοσιογραφία απαιτεί χρόνο, δουλειά και χρήματα.
Γίνε κι εσύ συνδρομητής και εξασφάλισε ότι θα συνεχίσουμε. Γράψου τώρα

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.