Η Αττική του Κώστα Βάρναλη

Τετρακόσια χρονογραφήματα που έγραψε μεταξύ 1939 και 1958 περιλαμβάνονται στην πρόσφατη έκδοση «Κώστας Βάρναλης, Αττικά» σε επιμέλεια Νίκου Σαραντάκου.
Χρόνος ανάγνωσης: 
8
'
[Bibliothèque Nationale de France]

Για τον Βάρναλη η Αττική είναι τόπος αξεπέραστης ομορφιάς και η Αθήνα μία πόλη ιδανική. «Δεν υπάρχει εποχή και ώρα, που το ύπαιθρο να μην είναι τόσο ωραίο...» σημειώνει στο χρονογράφημα «Αττική» στην εφημερίδα Πρωία το 1944, ενώ το 1950, ανάμεσα στα κείμενά του για τις εφημερίδες Προοδευτικός Φιλελεύθερος και Προοδευτική Αλλαγή διαβάζουμε στο «Αθηναϊκός Παράδεισος»: «Το να κατοικεί κανείς στην ενδοξότερη πόλη του κόσμου, κάτου από τον διαυγέστερον ουρανόν της Μεσογείου το να καμαρώνει για πρωτευουσιάνος και αρχαίος Έλλην δεν είναι προνόμιο των πολλών!»

Ο Βάρναλης έζησε στην Αθήνα σε μια εποχή δύσκολη, την περίοδο της πείνας της Κατοχής και της δικτατορίας του Μεταξά που για τις πάγιες αριστερές του πεποιθήσεις ήταν σίγουρα μία μορφή καταπίεσης. Οι δυσκολίες ήταν και προσωπικές. Την περίοδο της δικτατορίας δεν του επιτρεπόταν να υπογράφει τα κείμενά του λόγω της θέσης που είχε πάρει υπέρ της εκπαιδευτικής και γλωσσικής μεταρρύθμισης με επίκεντρο την αναβάθμιση του Μαρασλείου βάσει των ιδεών που είχαν προτείνει οι δημοτικιστές Δημήτρης Γληνός, Αλέξανδρος Δελμούζος και Μανώλης Τριανταφυλλίδης. Ήδη το 1926 είχε δεχτεί κριτική για τους «αντιπατριωτικούς» του στίχους και απολυθεί από την Μέση Εκπαίδευση. Τότε αυτό το γεγονός τον ώθησε να ψάξει σταθερή δουλειά αλλού και κάπως έτσι συστηματοποιήθηκε η συνεργασία του με τον ημερήσιο Τύπο.

Παρά τις όποιες απογοητεύσεις του, η έννοια του για την Ελλάδα, για το μέλλον της και την ελευθερία της, για την Αθήνα, και την διατήρηση της ομορφιά της, για τον όσο δυνατόν μεγαλύτερο εκπολιτισμό της καθημερινής ζωής της πόλης ήταν διαρκής. Τα τετρακόσια χρονογραφήματα που έγραψε μεταξύ 1939 και 1958 και περιλαμβάνονται στην πρόσφατη έκδοση Κώστας Βάρναλης, Αττικά αποτυπώνουν αυτήν την αγωνία, την οξεία παρατηρητικότητα του Βάρναλη ως χρονογράφου, τη μετρημένη στάση του που δεν ξεφεύγει ποτέ σε ακρότητες, την τρυφερή αλλά κριτική ματιά του, τον ρεαλισμό του αλλά και τον τρόπο που αποδίδει την πραγματικότητα με λογοτεχνική πινελιά, λιτά, απλά, καμία φορά αφαιρετικά, αλλά πάντα με μία ματιά εμβάθυνσης.

Το βιβλίο που προλογίζει και επιμελείται ο Νίκος Σαραντάκος είναι το πρώτο από μία σειρά εκδόσεων που προγραμματίζουν οι εκδόσεις Αρχείο σε συνεργασία με τον συγγραφέα και μεταφραστή, η καθεμία από τις οποίες θα συστηματοποιεί επιλογές από τα 3.500 συνολικά χρονογραφήματα του Βάρναλη σε θεματικές όπως «Αστυνομικό Δελτίο», «Ταβέρνα και Καφενείο», «Γλωσσικά και Φιλολογικά».

Μετά την ανθολογία του Γιώργου Ζεβελάκη (80 χρονογραφήματα που ο Βάρναλης έγραψε το 1942-1943), η παρούσα έκδοση είναι μεν η δεύτερη ανθολογία χρονογραφημάτων που δίνει στο κοινό μια γεύση από έναν ιδιαίτερα παραγωγικό κορμό δουλειάς του Βάρναλη και μία ενασχόληση που ήταν κομμάτι της καθημερινότητάς του, συνολικά όμως πρόκειται για την τέταρτη έκδοση της δημοσιογραφικής του δουλειάς. Οι άλλες δύο, πρόσφατες κι αυτές, είναι πάλι από τις εκδόσεις Αρχείο: η συλλογή Γράμματα από το Παρίσι (από την ομότιτλη στήλη της εφημερίδας Πρόοδος των Αθηνών, για την οποία εργαζόταν ο Βάρναλης το 1926 ως ανταποκριτής στο Παρίσι) και το Τι είδα εις την Ρωσσίαν των Σοβιέτ (ανταποκρίσεις του από την ΕΣΣΔ το 1935 με αφορμή το 1ο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων για την εφημερίδα Ελεύθερος Άνθρωπος).

Τα Αττικά του Βάρναλη δεν έχουν αξία μόνο για τους μελετητές του Έλληνα ποιητή, για το πώς δηλαδή ο πεζός του λόγος ως χρονογράφου συμβαδίζει με το ποιητικό του έργο, ούτε καν για την περιήγηση που προσφέρουν στον χρόνο και μάλιστα στις καθημερινές εικόνες μίας πόλης που σπάνια βρίσκουν θέση στις σελίδες των βιβλίων για την ιστορία. Έχουν κυρίως ενδιαφέρον επειδή, παρά την παλαιότητά τους, δημιουργούν αναπάντεχους συσχετισμούς ανάμεσα στο τότε και το τώρα.

Κάποιες επισημάνσεις του Βάρναλη, όπως τα επαναλαμβανόμενα κείμενά του για τα σκουπίδια που συσσωρεύονται στους δρόμους της Αθήνας, για την καταστροφή του πράσινου, την εξάπλωση του αστικού ιστού εις βάρος της φύσης, την κατάρα της ανοικοδόμησης, τα κακότεχνα πεζοδρόμια, την πόλη που πλημμυρίζει όταν βρέχει, την έλλειψη σεβασμού για τον διπλανό ή τη συμπεριφορά στα μέσα μαζικής μεταφοράς, δηλαδή το τραμ, την καταπάτηση των νόμων, το σχόλιο για τη διανόηση της εποχής και τους «ψιλικατζήδες του πνεύματος» είναι επισημάνσεις που θα έκανε και ο σημερινός κάτοικος των Αθηνών. Και αν κάποιες σκηνές –οι γυναίκες με τα τσεμπέρια που πάνε στον μπακάλη νωρίς το πρωί να ψωνίσουν, ο πωλητής χελωνών της Σταδίου ή η γραφικότητα της άμαξας που ο Βάρναλης αναπολεί– είναι ξένες για τον σύγχρονο αναγνώστη, σε γενικές γραμμές το βιβλίο περιέχει σκέψεις οικείες και μάλιστα μέσα από μία γραφή που, παρά τον όγκο του βιβλίου, απορροφά την προσοχή.

Στον «διαχρονικό» χαρακτήρα των περισσότερων χρονογραφημάτων συμβάλλει το ότι ο Βάρναλης δεν διηγείται τόσο συγκεκριμένα περιστατικά με λεπτομέρεια, αλλά αποδίδει μάλλον μία αίσθηση. Αν και διανοούμενος που ταυτίστηκε με την κομμουνιστική του ιδεολογία, ο Βάρναλης ως χρονογράφος είναι σε μεγάλο βαθμό ένας φυσιολάτρης, όχι ένας πολιτικός αναλυτής. Σε κάποια βαθμό αυτό οφείλεται στους περιορισμούς που τού είχαν τεθεί και στην γραμμή των εφημερίδων όπου δούλευε. Δεν είναι τυχαίο ότι όταν, στα τέλη του 1952 αρχίζει να εκδίδεται η Αυγή, ο Βάρναλης αποχωρεί από τι δύο κεντρώες εφημερίδες όπου δούλευε και γίνεται συνεργάτης της. Εκεί τα κείμενά του αποκτούν μία σαφώς πιο πολιτική στόχευση. Η εποχή έχει βέβαια αλλάξει και τα πολιτικά γεγονότα δεν χαρακτηρίζονται από την στασιμότητα της Κατοχής δίνοντας έτσι καινούριο έρεισμα για σχόλια.

Παρόλα αυτά, είναι σαφές ότι ο Βάρναλης δεν γράφει για την φύση κατ’ ανάγκη αλλά επειδή είναι θερμός οπαδός της και γνώστης της. Τόσο που κάποιες φορές έχει κανείς την αίσθηση ότι η πόλη αποδίδεται μέσα από τη φύση της. Τα κείμενα για την θάλασσα –περνούσε τα καλοκαίρια του στην Αίγινα επί σειρά ετών–, τον ήλιο, τους περιπάτους στον Λυκαβηττό, στους δρόμους του Κολωνακίου που γνώριζε τόσο καλά αφού εκεί ζούσε, είναι αναρίθμητα. Στο κείμενο «Οι Αδελφοί μας τα δέντρα» (1950) όπου παραθέτει τον άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, γράφει ότι οι νεραντζιές, οι μουριές και οι μυγδαλιές είναι τα φυτά που περισσότερο υποφέρουν από τους ανθρώπους, οι οποίοι κόβουν της ανθούς τους και τα κουρεύουν άσχημα.

Ακόμα και την περίοδο της Κατοχής η φύση κυριαρχεί, γίνεται ένα είδος καταφύγιου για τον άνθρωπο, μία παρηγοριά, ίσως η παρηγοριά, η «απόδραση» που προσφέρει ο ίδιος ο Βάρναλης στον αναγνώστη του σε δύσκολους καιρούς. «Έβγαινα από το σπίτι μου απελπισμένος κι έσκιζα με τα μπράτσα το πυκνό σκοτάδι της ημέρας, όπως ο κολυμπητής τα γαλάζια κύματα. Τα μάτια μου γεμάτα νερό δεν βλέπανε και η σκέψη μου είχε κατέβει στα πόδια όπως πήγαινα τοίχο τοίχο, κάποια κρύα χέρια με χτυπήσαν στο πρόσωπο. Ήτανε τα κλαδιά της αμυγδαλιάς. Ολόμαυρη από πάνου ως κάτου. Κι ένα κατάλευκο αστράκι, καρφωμένο στη μέση ενός κλαδιού μού θάμπωσε τα μάτια. Έτσι από τώρα ζω την άνοιξη...».

Εχθρός της υπαίθρου, «της Ησυχίας, της Λήθης και του Έρωτα» είναι πάλι ο άνθρωπος, στην προκειμένη περίπτωση «οι πλανόδιοι μουζικάντες. Η άθλια Μουσική και ο άθλιος Λόγος», γράφει την ίδια χρονιά.

Κάποια κείμενα είναι πιο στοχαστικά από άλλα. Ο διάλογος ανάμεσα σε δύο υποθετικούς φίλους με θέμα τους ερωτευμένους νέους (1944) καταλήγει σε μία φιλοσοφημένη σκέψη: «Άμποτε να μπορούσαμε και εμείς να μεθάμε με τον αέρα». Ή το 1941, «Μου αρέσει να τρέχω στους δρόμους με συννεφιά, γιατί τρέχω ελεύθερα. Δεν ρίχνω σκιά. Δεν μπερδεύεται μέσα στα πόδια μου αυτός ο δεύτερος εαυτός μου, που θέλει δυο και καλά να με πείσει πως υπάρχω».

Αλλού είναι πολύ πιο πρακτικός. Ο «Δωδεκαλόγος των πεζών» (1950) είναι ένας καυστικός κατάλογος συμβουλών για τον πεζό της Αθήνας. Ο πεζός κινδυνεύει από τα αυτοκίνητα. «Αν οπωσδήποτε είσαστε γεννημένος να κοπούνε τα πόδια σας, καλύτερα να έχετε ξύλινα, γιατί μπορείτε να τ’ αντικαταστήσετε» λέει ειρωνικά και καταλήγει με μία πολιτική αιχμή «Όλες αυτές τις σκοτούρες, τις αποφεύγετε αν είσαστε αρκετά έξυπνος, ώστε να διορισθείτε σε καμιά ανώτερη διοικητική θέση στην ΑΜΑΓΚ» (αμερικανική αποστολή για την βοήθεια στην Αθήνα). «Τότε τις σκοτούρες θα τις έχουν οι άλλοι» ενώ αλλού μιλά για τους δήθεν σωτήρες της Ελλάδας ως κατακτητές, ως μία μορφή εξουσίας.

Η αδυναμία του για τον «λαϊκό» τύπο, τον άνθρωπο του λαού, τον μερακλή ψαροφαγά, τους επιβάτες του λεωφορείου όταν τα βράδυα του καλοκαιριού επιστρέφουν στα σπίτια τους μετά το μπάνιο στην ευρύτερη Αττική, υπάρχει διάσπαρτη. Αλλά η ματιά δεν είναι ούτε γλυκερή ούτε λαϊκίστικη, αλλά ούτε και μονομερής. Το 1943 στο «Γράμμα Κολωνακιώτη» γράφει για τη λανθασμένη εντύπωση ότι το Κολωνάκι είναι «πλούσια συνοικία». Σχολιάζοντας της υψηλής τιμές της λαϊκής αγοράς εκεί και το κλέψιμο στο ζύγισμα, λέει ότι παρότι το Κολωνάκι δεν είναι «φτωχογειτονιά», έχει περισσότερους φτωχούς από πλούσιους. Οι φτωχοί θυσιάζονται χάριν των πλουσίων! Αυτό δεν είναι ούτε σωστό, ούτε δίκαιο».

Σταδιακά, τα κοινωνικά και πολιτικά σχόλια γίνονται πιο αισθητά και πιο άμεσα. Για το ζήτημα της ένωσης της Κύπρου, αναφέρει το πανεπιστήμιο που σφάλλει, το πανεπιστήμιο που «σβήνει την ελευθερία της Σκέψης», και από την άλλη την νεολαία που πολλές φορές κάνει λάθη όπως όταν φοιτητές εμπόδισαν την μετάφραση του Ευαγγελίου ή του Αισχύλου αλλά που από την άλλη πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση όταν οι «επισημότεροι δάσκαλοι τους συνεργάζοντανε με τον Καταχτητή, εναντίον του Έθνους».

Τον απασχολεί η διεφθαρμένη εξουσία, σημειώνει ότι όπου υπάρχουν πολλές τράπεζες, ο λαός είναι φτωχός, κάνει λόγο για τους οικοπεδοφάγους, για τους πολιτικούς εξόριστους και την δήθεν Δικαιοσύνη.

Η ελευθερία, η φύση, ο σεβασμός για το περιβάλλον και τον συνάνθρωπο, η καλλιέργεια, η παιδεία είναι οι αξίες που προβάλλει. Ο τρόπος του λογοτεχνικός, φιλοσοφημένος, ζωντανός και ρεαλιστικός, η ανάγνωσή του εκ του σύνεγγυς αλλά και αφαιρετική, μακροσκοπική. Ο τρόπος του κριτικός αλλά τρυφερός.

Τα κείμενα του Βάρναλη δεν είναι βέβαια τυχαία. Αποτυπώνουν μία περίοδο στην οποία το χρονογράφημα ήταν προβεβλημένο είδος και τυπωνόταν στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας αλλά και ένα είδος που είχαν υπηρετήσει πριν τον Βάρναλη λογοτέχνες διαμετρήματος όπως ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Παύλος Νιρβάνας και ο Μιχαήλ Μητσάκης που όπως πολλοί άλλοι ασχολήθηκαν με το χρονογράφημα για βιοποριστικούς λόγους κυρίως.

Τα κείμενά τους ήταν σημαντικά για την εποχή τους. Στην περίπτωση του Βάρναλη, το αρχείο του περιέχει, όπως γράφει στην εισαγωγή του κειμένου ο Σαραντάκος, πλήθος επιστολών στα οποία λόγιοι και καλλιεργημένοι άνθρωποι της εποχής σχολιάζουν τις απόψεις του.

Φτάνοντας στις τελευταίες σελίδες των Αττικών αναρωτιέται κανείς πόσο εφήμερο είναι τελικά το είδος του χρονογραφήματος. Ίσως η απάντηση βρίσκεται στην ποιότητα του γραπτού. Διότι, παρότι είναι σίγουρο ότι οι απόψεις του Βάρναλη απασχόλησαν περισσότερο την εποχή του από ό,τι σήμερα και ότι είναι ο καθρέφτης μιας εποχής που έχει παρέλθει, ο τρόπος της γραφής και η ευαισθησία της σκέψης του υπερβαίνουν τα χρονικά όρια, τουλάχιστον, για τα δεδομένα του ανθρώπου που έχει γεννηθεί και ζήσει στον ίδιο τόπο με τον Κώστα Βάρναλη.

Τα κείμενα του βιβλίου «Αττικά» από τις εκδόσεις Αρχείο προέρχονται από το Αρχείο Βάρναλη της Γενναδείου Βιβλιοθήκης.

Εικόνα koroxenidi
Σπούδασε Ιστορία Τέχνης στο Columbia. Ήταν υπεύθυνη εικαστικών στην αγγλόφωνη Καθημερινή. Εργάστηκε στη Vogue και το Ηighlights, ενώ κριτικές της έχουν δημοσιευθεί στα Frieze, Flashart, Fashion Theory. Έχει επιμεληθεί εκθέσεις και έχει εργαστεί στο Νew Museum of Contemporary Art.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.