Ένα αρχείο ξαναγράφει την ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου

Τα τέλη του 1943, οι συμμαχικές δυνάμεις συγκρότησαν μια επιτροπή κατά των εγκλημάτων πολέμου που θα συγκέντρωνε στοιχεία για τα εγκλήματα των Ναζί σε κάθε εμπόλεμη χώρα. Το 1948 τα αρχεία της σφραγίστηκαν για πολιτικούς λόγους. Πριν ένα μήνα το ιστορικό αρχείο άνοιξε ξανά. Ο Νταν Πλες, ο ερευνητής που είχε πρόσβαση σε δεκάδες χιλιάδες φακέλους, μας εξηγεί την τεράστια σημασία του για τη διεθνή κοινότητα.
Χρόνος ανάγνωσης: 
11
'
Tα αρχεία της Επιτροπής Εκγλημάτων Πολέμου των Ηνωμένων Εθνών σε μικροφίλμ. (1943 – 1949), at the United Nations Archives in New York. [UN Photo/Mark Garten]

Δεκάδες χιλιάδες φάκελοι υπόπτων και καταδικασθέντων για εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι για πρώτη φορά προσβάσιμοι στους ερευνητές και το ευρύ κοινό. Αυτά τα ιστορικά ντοκουμέντα που παρέμεναν σφραγισμένα για πάνω από εβδομήντα χρόνια, περιέχονται στο αρχείο της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για Εγκλήματα Πολέμου, μιας επιτροπής που στη διάρκεια του σύντομου βίου της, από το 1943 έως το 1948, πρόλαβε να συγκεντρώσει στοιχεία για 36.000 υπόπτους για εγκλήματα πολέμου και να υποστηρίξει 2.000 δίκες σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι προσπάθειες της συγκεκριμένης Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών να διαλευκάνει τα εγκλήματα των Ναζί και να τους οδηγήσει ενώπιον της Δικαιοσύνης, παρέμεναν επί δεκαετίες στο σκοτάδι.

Αυτό άλλαξε πριν ένα μήνα και πλέον μεγάλο μέρος του αρχείου είναι προσβάσιμο ηλεκτρονικά, καθώς τα αρχεία 900GB της επιτροπής περιήλθαν στη Wiener Library του Λονδίνου, μια βιβλιοθήκη που ιδρύθηκε από τον αυτοεξόριστο Γερμανοεβραίο Άλφρεντ Βίνερ που διέβλεψε τον ναζιστικό κίνδυνο αρκετά νωρίς και άρχισε να συγκεντρώνει υλικό για τις διώξεις των Εβραίων ήδη από το 1925.

Κι αν ανάμεσα στα στοιχεία που έρχονται για πρώτη φορά στο φως υπάρχουν πληροφορίες που θα μας αναγκάσουν να ξαναγράψουμε κάποια κεφάλαια της ιστορίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου; Αυτό είναι βέβαιο, λέει ένας άνθρωπος που την τελευταία δεκαετία είχε προνομιακή πρόσβαση στο περίφημο αρχείο. Ο Νταν Πλες, διευθυντής του Κέντρου για τις Διεθνείς Σπουδές και τη Διπλωματία στο Ινστιτούτο SOAS του Πανεπιστημίου του Λονδίνου ήταν επικεφαλής μιας μικρής ομάδας ερευνητών που είχαν λάβει εξουσιοδότηση από την βρετανική κυβέρνηση και ειδική άδεια από τον ΓΓ των Ηνωμένων Εθνών για να μελετήσουν για μια δεκαετία το αρχείο που παρέμενε απόρρητο στην έδρα του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη.

Οι συμμαχικές κυβερνήσεις προετοίμαζαν την επόμενη μέρα μετά το τέλος του πολέμου. Το άνοιγμα του αρχείου στο κοινό μέσω της Wiener Library συμπίπτει με την έκδοση του βιβλίου που είναι ο καρπός της δεκαετούς μελέτης. Στο Human Rights After Hitler: The Lost History of Prosecuting Axis War Crimes, ο Πλες αφηγείται την ιστορία της Επιτροπής, κάνοντας παράλληλα την αποτίμηση μιας σπουδαίας κληρονομιάς που παραμένει αναξιοποίητη από τη διεθνή κοινότητα.

Η αποστολή της Επιτροπής για τα Εγκλήματα Πολέμου

Οι πολιτικοί πρωταγωνιστές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου είχαν συναίσθηση ότι η βαναυσότητα του ναζισμού και το εύρος της αγριότητας εναντίον των αμάχων ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Ενώ ο πιο σκληρός πόλεμος που είχε γνωρίσει η ευρωπαϊκή ήπειρος βρισκόταν σε εξέλιξη, οι εκπρόσωποι των συμμαχικών κρατών –μεταξύ των οποίων και των εξόριστων κυβερνήσεων, όπως της Ελλάδας– μαζί με την βρετανική κυβέρνηση και τον πρέσβη των ΗΠΑ στη Βρετανία Χέρμπερτ Πελ, συμφώνησαν στα τέλη του 1943 τη συγκρότηση μιας Επιτροπής που θα συγκέντρωνε τις καταγγελίες για τα εγκλήματα των Ναζί σε κάθε εμπόλεμη χώρα. Οι διαπραγματεύσεις για να φτάσουν ως εκεί δεν ήταν εύκολες και κάποια εμπόδια δεν ξεπεράστηκαν ποτέ: «Για παράδειγμα, η Σοβιετική Ένωση δεν συμμετείχε στην Επιτροπή, προβάλλοντας ως επιχείρημα την άρνηση της Βρετανίας να παραπέμψει σε δίκη τον Ρούντολφ Ες που βρισκόταν στις αγγλικές φυλακές», λέει στο inside story ο Νταν Πλες, εξηγώντας ότι οι Βρετανοί προφανώς δίσταζαν να το κάνουν φοβούμενοι τα αντίποινα των Ναζί κατά των Άγγλων αιχμαλώτων.

Αποστολή της Επιτροπής Εγκλημάτων Πολέμου ήταν να συγκεντρώνει αποδεικτικά στοιχεία κατά υπόπτων για εγκλήματα πολέμου, να καθοδηγεί τα κράτη στη διαδικασία συγκέντρωσης υλικού και απαγγελίας των κατηγοριών, και να δρα συμβουλευτικά στις δίκες που θα γίνονταν. Η ιδέα για τη νομική αντιμετώπιση των εγκλημάτων των Ναζί είχε προκύψει πολύ νωρίτερα: μετά τις πρώτες επιθετικές κινήσεις του Χίτλερ σε ευρωπαϊκά εδάφη, εξόριστοι πολιτικοί, νομικοί και διπλωμάτες που ζούσαν στο Λονδίνο σχημάτιζαν δίκτυα συνεργασίας με συναδέλφους τους στις ΗΠΑ προκειμένου να καταλήξουν σε μια κοινή στάση γύρω από τον τρόπο που η διεθνής κοινότητα θα έπρεπε να απαντήσει στα γερμανικά εγκλήματα, παράλληλα με τα στρατιωτικά μέσα. Με άλλα λόγια, έκριναν ότι ήταν επείγον να προετοιμαστούν για να απαντήσουν στα εγκλήματα με δίκες. Με δίκαιες δίκες.

Οι φιλοδοξίες των πρωτεργατών της επιτροπής ήταν ακόμη μεγαλύτερες από αυτό που τελικά προέκυψε –το οποίο ήταν, έτσι κι αλλιώς, κάτι μοναδικό και εξαιρετικά σημαντικό. «Το περιεχόμενο της αποστολής της επιτροπής ήταν προϊόν συμβιβασμού ανάμεσα στο βρετανικό Φόρεϊν Όφις και το αμερικανικό Στέιτ Ντιπάρτμεντ από τη μια, και τον Χέρμπερτ Πελ και τους εκπροσώπους των εξόριστων κυβερνήσεων από την άλλη», λέει ο Πλες. Εξηγεί ότι ενώ οι ΥΠΕΞ των ΗΠΑ και της Βρετανίας ήταν γενικώς διστακτικοί απέναντι στην οποιαδήποτε ανάληψη δράσης τέτοιου τύπου, ο Πελ και οι εκπρόσωποι των εξόριστων κυβερνήσεων ήθελαν διακαώς να ιδρύσουν ένα διεθνές δικαστήριο που θα ξεκινούσε από το 1944 κιόλας να δικάζει τα εγκλήματα των Ναζί. Αλλά δεν κατάφεραν να συναινέσουν, οπότε αποφάσισαν ότι η Επιτροπή Εγκλημάτων Πολέμου θα λειτουργούσε σαν επιβλέπουσα αρχή. «Το κάθε κράτος θα παρουσίαζε μια υπόθεση στην Επιτροπή, παραθέτοντας αποδεικτικά στοιχεία και μαρτυρίες, ζητώντας να καταγραφεί ο κατηγορούμενος στη λίστα με τους υπόπτους για εγκλήματα πολέμου, ώστε να προχωρήσει σε δίκη».

Τον Δεκέμβριο του 1943 η Επιτροπή καθόρισε τα κριτήρια που θα έπρεπε να λαμβάνει υπόψη του κάθε κράτος που ήθελε να οδηγήσει μια υπόθεση στη Δικαιοσύνη. Ανάμεσα σε αυτά ήταν πληροφορίες για την εθνική νομοθεσία που είχε παραβιάσει ο ύποπτος, η περιγραφή του εγκλήματος και υποστηρικτά ντοκουμέντα, στοιχεία για την πιθανή υπεράσπιση του υπόπτου, ο βαθμός του στην στρατιωτική ιεραρχία και μια εκτίμηση για το κατά πόσο είχε ενεργήσει κατόπιν διαταγής ή με δική του πρωτοβουλία.

Εγκλήματα πολέμου στην Ελλάδα

Η ελληνική κυβέρνηση υπέβαλε στην Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών φακέλους για 339 Γερμανούς και 191 Ιταλούς στρατιώτες, καθώς και 12 Βούλγαρους πολίτες που κατηγορούσε για βιασμούς γυναικών. Από τους 339 φακέλους των Γερμανών, οι 333 αναφέρονται σε κατηγορούμενους για εγκλήματα πολέμου, οι 22 σε υπόπτους και οι 7 σε σημαντικούς μάρτυρες. Ανάμεσα στους 191 Ιταλούς, οι 179 είναι κατηγορούμενοι για εγκλήματα πολέμου, οι 11 ύποπτοι και υπάρχει ένας σημαντικός μάρτυρας. «Το ερώτημα είναι πόσες δίκες έγιναν τελικά στην Ελλάδα. Στην Επιτροπή υπάρχει αναφορά μόνο για τη δίκη ενός Γερμανού στρατηγού. Αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι δεν έγιναν άλλες δίκες, μπορεί απλώς να μην έστειλαν ενημέρωση στην Επιτροπή», λέει ο Πλες, που γνωρίζει ότι στην Ελλάδα βρισκόταν σε εξέλιξη ο Εμφύλιος.

Οι φάκελοι αυτοί περιμένουν τώρα τους ερευνητές που θα θελήσουν να τους μελετήσουν. Ενδεικτικά στο βιβλίο του Νταν Πλες αναφέρονται οι παρακάτω περιπτώσεις:

  • Τον Νοέμβριο του 1944, η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στο Λονδίνο απήγγειλε κατηγορίες κατά του στρατηγού Γιούργκεν Στρόοπ, διότι στις 3 Οκτωβρίου 1943 είχε διατάξει την καταγραφή όλων των Εβραίων επί ποινή θανάτου. Μετά το τέλος του πολέμου, ο Στρόοπ εκδόθηκε στην Πολωνία όπου καταδικάστηκε σε θάνατο δια απαγχονισμού για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
  • Την άνοιξη του 1946 η ελληνική κυβέρνηση υπέβαλε φάκελο κατά του στρατηγού των Ες Ες Βάλτερ Σιμάνα. Το κατηγορητήριο ξεκινούσε ως εξής: «Ως διοικητής στην Ελλάδα το 1943-44 εξέδωσε διαταγές και κανονισμούς για την εκτέλεση ομήρων, για τις μαζικές εκτελέσεις αμάχων χωρίς δίκη, για την εξόντωση των Εβραίων...» Είναι χαρακτηριστική εδώ η ξεχωριστή αναφορά στους Εβραίους πολίτες της χώρας: «Από τους 75.477 Εβραίους που ζούσαν στην Ελλάδα, οι 65.000 δολοφονήθηκαν είτε στην Ελλάδα είτε κατά τη μεταφορά τους στην Πολωνία, τη Γερμανία και αλλού, κάτω από απάνθρωπες συνθήκες». Το κατηγορητήριο κατά του Σιμάνα συμπλήρωναν 12 ένορκες καταθέσεις.
  • Από τον Δεκέμβριο του 1946 χρονολογείται ο φάκελος ενός υπολοχαγού ονόματι Χίλντεμπραντ, ο οποίος κατηγορείται για εγκλήματα κατά των Εβραίων της Καστοριάς και τη σφαγή της Κλεισούρας του 1944, όπου δολοφονήθηκαν 250 γυναικόπαιδα σε αντίποινα για την εκτέλεση 2 Γερμανών στρατιωτών από τον ΕΛΑΣ.
  • Τον ίδιο μήνα κατατίθεται φάκελος για τον αξιωματικό των Ες Ες Ντίτερ Βισλιτσένι και 22 συνεργάτες του, οι οποίοι κατηγορούνται ως υπεύθυνοι για την οργάνωση του εκτοπισμού των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στο Άουσβιτς.
  • Τον Νοέμβριο του 1947, ο στρατηγός Ούλριχ Κλέεμαν, ο οποίος πια είχε συλληφθεί από τους Αμερικανούς και βρισκόταν στη Νυρεμβέργη, κατηγορείται για τη δολοφονία 1.200 Εβραίων της Ρόδου. Ο Κλέεμαν ήταν αυτός που είχε διατάξει τον εκτοπισμό των Εβραίων του νησιού, στον Πειραιά και από εκεί στο Άουσβιτς.

Μετά το 1948, οι φάκελοι που βρίσκονταν στο αρχείο της Επιτροπής, σφραγίστηκα, όμως τα πρωτότυπα παρέμειναν στα χέρια της κάθε κυβέρνησης. Στην περίπτωσή μας αυτό σημαίνει ότι κάπου υπάρχουν 333 φάκελοι στρατιωτών και αξιωματικών των Ναζί με αποδεικτικά στοιχεία για τέλεση εγκλημάτων πολέμου. «Όποιες μεταπολεμικές κυβερνήσεις το επιθυμούσαν, μπορούσαν να ζητήσουν την έκδοση των κατηγορουμένων από την Γερμανία και την Ιταλία», εξηγεί ο Πλες. Σήμερα είναι στη διακριτική ευχέρεια της ελληνικής κυβέρνησης να ζητήσει από τα Ηνωμένα Έθνη ένα πλήρες αντίγραφο των αρχείων της Επιτροπής Εγκλημάτων Πολέμου, για να μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτό όποιος το επιθυμεί μέσω της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Η παραπομπή του Χίτλερ και η εξόντωση των Εβραίων

Ο πιο διάσημος κατηγορούμενος για εγκλήματα πολέμου που περιλαμβάνεται στη λίστα της Επιτροπής δεν είναι άλλος από τον Αδόλφο Χίτλερ. «Πρόκειται για κάτι που αγνοούσαμε όλα αυτά τα χρόνια», λέει ο Πλες. «Το γεγονός ότι η κυβέρνηση της Τσεχίας είχε κινηθεί για να τον παραπέμψει για τον ρόλο του στις μαζικές σφαγές εναντίον Τσέχων πολιτών, μάς ήταν άγνωστο. Όπως και η κυβέρνηση του Βελγίου τον παρέπεμψε. Συμφώνησαν οι εκπρόσωποι όλων των συμμαχικών κυβερνήσεων, φυσικά. Η παραπομπή του Χίτλερ είχε μεν μόνο συμβολική αξία σε εκείνη την φάση, αλλά το γεγονός ότι έγινε έχει τεράστια σημασία».

Κάτι άλλο που αποδεικνύεται πέρα από κάθε αμφιβολία είναι το γεγονός ότι ήδη από το καλοκαίρι του 1942, οι Σύμμαχοι είχαν καταδικάσει τα εγκλήματα των Ναζί κατά των Εβραίων. «Αυτό είναι κάτι που γνωρίζαμε, αλλά υπάρχει μια τάση να ξεχνάμε ή να παραβλέπουμε», λέει ο Πλες. Έχει επικρατήσει μια παραπλανητική εικόνα γύρω από το Ολοκαύτωμα: ότι παρά τις ηρωικές προσπάθειες ανθρώπων όπως ο Πολωνός αξιωματικός Γιαν Κάρσκι, ο οποίος μετέφερε τη μαρτυρία του από το γκέτο της Βαρσοβίας προσπαθώντας να πείσει τον Ρούζβελτ να βοηθήσει τους Εβραίους της Ευρώπης, οι Σύμμαχοι έως το τέλος του πολέμου δεν παραδέχτηκαν επισήμως την πραγματικότητα του Ολοκαυτώματος και για αυτό και δεν καταδίκαζαν την εξόντωση των Εβραίων. Έως που άνοιξαν τα στρατόπεδα θανάτου.

Στις 9 Ιουλίου του 1942, ο Βρετανός υπουργός Πληροφοριών Μπρένταν Μπράκεν έδωσε συνέντευξη Τύπου από κοινού με εκπροσώπους της εξόριστης πολωνικής κυβέρνησης στο Λονδίνο με θέμα «Ο γερμανικός τρόμος στην Πολωνία». Η πολωνική κυβέρνηση είχε ετοιμάσει ένα έγγραφο όπου καταγράφονταν, λεπτομερώς, τα ναζιστικά εγκλήματα σε χωριά και στρατόπεδα συγκέντρωσης στη χώρα. Ο υπουργός Εσωτερικών Στάνισλαβ Μικολάιτς σημείωνε: «Ο αριθμός των Πολωνών που εκτελέστηκαν, δολοφονήθηκαν και βασανίστηκαν έως θανάτου στη διάρκεια των σχεδόν τριών χρόνων γερμανικής κατοχής φτάνει σήμερα τους 200.000 και ο αριθμός των σφαγιασμένων Εβραίων υπερβαίνει τους 200.000».

Μια εβδομάδα αργότερα, ο Ρούζβελτ, με ανοιχτή επιστολή του προς τον ραβίνο Στίβεν Γουάιζ, διαβεβαίωνε ότι ο αμερικανικός λαός συμπάσχει με τα θύματα των Ναζί και θα απαιτήσει να αποδοθεί δικαιοσύνη όταν έρθει η ώρα, δέσμευση που επανέλαβε λίγο καιρό αργότερα, έπειτα από τη συνάντησή του με τον Γιαν Κάρσκι. Όμως ποτέ δεν προχώρησε σε έργα. Είναι, λοιπόν, θεμιτό να αναρωτηθεί κανείς εκ νέου γιατί οι Σύμμαχοι δεν έδρασαν για να βοηθήσουν τον εβραϊκό πληθυσμό της Ευρώπης εφόσον όχι μόνο γνώριζαν, αλλά είχαν επισήμως αναγνωρίσει ότι υπήρχε σε εξέλιξη σχέδιο αφανισμού τους; «Ναι, είναι απολύτως θεμιτό. Δεν ισχύει ότι δεν ήξεραν και πολλά, γι αυτό δεν έκαναν και πολλά», απαντά ο Πλες. «Ήξεραν τι συνέβαινε, το είχαν δημοσίως καταδικάσει, κι όμως δεν έδρασαν. Η εικόνα που έχει κανείς, είναι ότι προτεραιότητα των ΗΠΑ ήταν να κερδίσουν τον πόλεμο. Και δεν είχαν και τρομερό ενδιαφέρον για τον αντισημιτισμό».

Στο βωμό του Ψυχρού Πολέμου

Το 1948, έπειτα από πίεση της αμερικανικής κυβέρνησης, η Επιτροπή διαλύεται και το αρχείο σφραγίζεται. Έως τότε έχουν συγκεντρωθεί αποδεικτικά στοιχεία για τα εγκλήματα 36.000 Ναζί όλων των βαθμίδων, οι περισσότεροι από τους οποίους παρέμειναν ελεύθεροι μετά το τέλος του πολέμου. Η προτεραιότητα των ΗΠΑ ήταν πλέον ο Ψυχρός Πόλεμος, εξηγεί ο Νταν Πλες.

«Εκείνη την περίοδο ποια χώρα είχε τα περιθώρια να αντιταχθεί στις ΗΠΑ; Έχουμε κάθε λόγο να συμπεραίνουμε ότι υπήρχαν τότε σε θέσεις εξουσίας στις ΗΠΑ πρόσωπα με πολύ δεξιές θέσεις. Αρκεί να δει κανείς την περίπτωση του γερουσιαστή ΜακΚάρθι για να καταλάβει τι εννοώ». Χρειάστηκε να περάσουν επτά δεκαετίες προτού εκείνη η απόφαση που με το πρόσχημα του Ψυχρού Πολέμου ακύρωσε τις ελπίδες δικαίωσης εκατομμυρίων θυμάτων των Ναζί, ανατραπεί και τα αρχεία αποχαρακτηριστούν από απόρρητα έπειτα από πρωτοβουλία της Σαμάνθα Πάουερ, πρώην πρέσβειρας των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη.

Πάντως οι άνθρωποι που είχαν εργαστεί για να αποδοθεί μια ημέρα δικαιοσύνη, δεν παραδόθηκαν αμαχητί. Τα ίδια τα μέλη της Επιτροπής είχαν επίγνωση της σημασίας του έργου τους για τη διεθνή κοινότητα και, κατά κάποιον τρόπο, το 1948 εξέπεμψαν σήμα κινδύνου, προσπαθώντας να διασώσουν ό,τι μπορούσαν: ενώ ξέρουν ότι η απόφαση για το κλείσιμο της Επιτροπής είναι ειλημμένη, γράφουν και εκδίδουν την ιστορία της. «Ποια οργάνωση γράφει την ιστορία της ενώ είναι ακόμη ενεργή; Είναι ολοφάνερο ότι το έκαναν για να βγάλουν προς τα έξω όσο περισσότερες πληροφορίες γινόταν», παρατηρεί ο Πλες. Και πράγματι, εκτός από την ιστορία της, η Επιτροπή καταφέρνει να διαθέσει και τα πρακτικά από 70 δίκες –μάλιστα, αυτά χρησιμοποιήθηκαν αργότερα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τα Eγκλήματα στην Πρώην Γιουγκοσλαβία.

Συνολικά, έως το 1948, έγιναν 2.000 δίκες εγκληματιών πολέμου χάρη στην Επιτροπή. Μιλάμε, λοιπόν, για μια τεράστια νομική κληρονομιά για τον σύγχρονο κόσμο. Οι δικαστές που δικάζουν εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας θα μπορούσαν να έχουν στη διάθεσή τους όχι μόνο τους 70, αλλά και τους 2.000 φακέλους. «Ακριβώς εκεί βρίσκεται μια από τις πιο προβληματικές πτυχές της ιστορίας αυτής. Οι δικαστές στην Χάγη βασίστηκαν κυρίως στις δίκες της Νυρεμβέργης, ενώ θα μπορούσαν να έχουν αντλήσει από μια μεγαλύτερη και πλουσιότερη ιστορία», λέει ο Νταν Πλες. Κι έπειτα, είναι αυτονόητο ότι όσο τα αρχεία παρέμεναν σφραγισμένα, η ιστορική έρευνα στερήθηκε μια σπουδαία πηγή.

Σύμφωνα με τον Πλες, το μήνυμα των ανθρώπων που οραματίστηκαν και ίδρυσαν την Επιτροπή Εγκλημάτων Πολέμου ήταν ξεκάθαρο. Είχε να κάνει με την πρωτόγνωρη φύση των ναζιστικών εγκλημάτων και την αναγνώριση της ανάγκης να υπάρξει μια διεθνής νομική διαδικασία που, μετά το τέλος του πολέμου, θα συνέβαλε στην αποκατάσταση του πολιτισμού. Όπως είχε αναγνωρίσει ένας από τους πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας, ο πρωθυπουργός της εξόριστης πολωνικής κυβέρνησης στο Λονδίνο Βλάντισλάβ Σικόρσκι, τα οφέλη για τα θύματα θα ήταν μάλλον ασήμαντα εφόσον ο πόλεμος βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη. Όμως, όπως εξηγούσε, ο στόχος τους ήταν να δημιουργήσουν μια νέα διεθνή νομοθεσία για να αντιμετωπίζει τα νέα παγκόσμια εγκλήματα.

 

H επόμενη έκθεση της Wiener Library, με τίτλο Science + Suffering: Victims and Perpetrators of Nazi Medical Experiments, εγκαινιάζεται στις 17 Μαΐου και ρίχνει φως στα εξαναγκαστικά πειράματα στην υπό ναζιστική κατοχή Ευρώπη, που ήταν κάτι περισσότερο από ψευδο-επιστήμη.

Εικόνα oikonomakou
Έχει εργαστεί στον Ταχυδρόμο, τον Ελεύθερο Τύπο, την Ελευθεροτυπία και το Marie Claire. Ήταν European Journalism Fellow στο Βερολίνο. Το βιβλίο της «Ο τραγουδιστής του Αουσβιτς. Εστρόγκο Ναχάμα, Θεσσαλονίκη 1918-Βερολίνο 2000» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καπόν.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.