Η μεγάλη κληρονομιά του Tériade

Ανέδειξε τον Θεόφιλο, άφησε δύο όμορφα μουσεία στη Μυτιλήνη και έκανε μια γενιά καλλιτεχνών, από τον Ματίς έως τον Σαγκάλ, να αγαπήσουν και να ζωγραφίσουν την Ελλάδα. To ντοκιμαντέρ του Σίμου Κορεξενίδη για τον διορατικό Έλληνα της Διασποράς προβάλλεται σήμερα το βράδυ στο Ίδρυμα Αγγέλου και Λητώς Κατακουζηνού.
Χρόνος ανάγνωσης: 
10
'

Το Παρίσι, ως μείζον καλλιτεχνικό κέντρο την εποχή του Μεσοπολέμου, συγκέντρωνε καλλιτέχνες και διανοούμενους από όλον τον κόσμο. Ήδη, από τα τέλη του 19ου αιώνα, Έλληνες καλλιτέχνες έφταναν στη γαλλική πρωτεύουσα για να φοιτήσουν στις μεγάλες ακαδημίες τέχνης, στην Ecole des Beaux Arts ή στις ιδιωτικές ακαδημίες Grande Chaumiere, Ranson, Colarossi. Ο Νικόλαος Ξυδιάς, ο Θεόδωρος Ράλλης (από τους πρώτους) και ο Κωνσταντίνος Παρθένης είναι μερικοί από τους μεγάλους Έλληνες καλλιτέχνες που φοίτησαν ή διέμειναν εκεί.

Στην περίοδο μετά από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και καθ’ όλη την δεκαετία του ’20, πολλοί Έλληνες καλλιτέχνες κάνουν τις μεταπτυχιακές τους σπουδές στο Παρίσι. Ανάμεσά τους ο χαράκτης Δημήτρης Γαλάνης, που από το 1900 περνάει τα πιο δημιουργικά του χρόνια στη γαλλική πρωτεύουσα. Ήταν από τους πρώτους Έλληνες που εντάχθηκαν στην καλλιτεχνική σκηνή της πόλης και λειτούργησε ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους καλλιτεχνικούς κύκλους του Παρισιού και τους νεαρούς συμπατριώτες του που κατέφταναν.

Με την επιστροφή τους στην Ελλάδα, οι καλλιτέχνες αυτοί έφεραν μαζί τους τις έντονες επιρροές που είχαν δεχθεί από τα κινήματα της πρωτοπορίας και εξελίχθηκαν σε πρωτεργάτες της νεωτερικότητας εδώ. Αν και η επιρροή τους στην ελληνική τέχνη είναι μάλλον πρόδηλη, δεν είναι εύκολο να εντοπιστεί το πόσο επηρέασαν κατά την παραμονή τους στο Παρίσι τις αντιλήψεις που είχαν οι ξένοι καλλιτέχνες για την Ελλάδα. Ακόμα πιο δύσκολο είναι να επιχειρήσει κανείς να συνδέσει το ενδεχόμενο «ελληνικό ενδιαφέρον» στο έργο κάποιου καλλιτέχνη με σχέσεις φιλίας ή ανταλλαγές απόψεων με Έλληνες ομότεχνους τους. Η περίπτωση του συγγραφέα και εκδότη Στρατή Ελευθεριάδη είναι κάπως ξεχωριστή: τα βιβλία με ελληνική θεματολογία που ο ίδιος παρήγγειλε, στρέφει έμπρακτα το ενδιαφέρον των καλλιτεχνών της πρωτοπορίας στην Ελλάδα. 

Ο Τεριάντ (αυτό είναι το όνομα που υιοθετεί στο Παρίσι) φεύγει το 1915 από τη γενέτειρα του, τη Μυτιλήνη, για να σπουδάσει Νομικά στη Γαλλία. Πολύ γρήγορα αλλάζει κατεύθυνση και στρέφεται προς την τέχνη. Το 1925 ο μεγαλύτερος του Κριστιάν Ζερβός, ο οποίος εκδίδει το περιοδικό Cahiers d'Art, του ζητάει να αναλάβει το κομμάτι του περιοδικού που ασχολείται με τη σύγχρονη τέχνη. Ο Τεριάντ συνεργάζεται με τον Ζερβός έως το 1931 και δημοσιεύει πάνω από σαράντα κείμενα, πολλά από τα οποία αντλούν τη θεματολογία τους από την Ελλάδα. Ανάμεσα στο 1926 και το 1933, το περιοδικό φιλοξενεί πέντε κείμενα γύρω από τον πολιτισμό και την τέχνη του προϊστορικού κυκλαδικού πολιτισμού ενώ το 1933 αφιερώνει ένα ολόκληρο τεύχος στην τέχνη της αρχαίας Ελλάδας, κυρίως της προϊστορικής και αρχαϊκής εποχής. Τα κείμενά του Τεριάντ από τη μια προβάλλουν την εικόνα της Ελλάδας στο φιλότεχνο παρισινό κοινό και από την άλλη είναι μαρτυρίες μιας εικόνας της Ελλάδας που δεν είναι μόνο προσωπική, αλλά αντανακλά το ευρύτερο πνεύμα της εποχής.

Η σχέση του Τεριάντ με την Ελλάδα, την τέχνη και την ποίηση της, ανακύπτει και μέσα από τα κριτικά σημειώματα που γράφει στην καλλιτεχνική στήλη της εφημερίδας L’ Intransigeant, όπου γράφει μεταξύ άλλων για τον Κώστα Βάρναλη και τον Θράσο Καστανάκη, δύο ποιητές που βρίσκονται στον καλλιτεχνικό κύκλο του Παρισιού της εποχής, και αργότερα για τον Εμπειρίκο και τον Ελύτη με τον οποίο τον συνέδεε στενή φιλία. Ιδωμένα στο σύνολό τους, τα κείμενα του Τεριάντ για την Ελλάδα δείχνουν μία σχέση βαθιάς αγάπης για έναν τόπο, τον οποίο ο Τεριάντ μοιάζει να αντιλαμβάνεται με τρόπο κάπως νοσταλγικό μέσα από το εξιδανικευμένο παρελθόν, τις αρχαιότητες και τη φύση. Τα κείμενα απηχούν τον τρόπο που οι σύγχρονοί του ξένοι καλλιτέχνες έβλεπαν την Ελλάδα. Όπως και εκείνοι, δεν ασχολείται με το παρόν της Ελλάδας αλλά την αντιμετωπίζει κάπως αφηρημένα, σχεδόν μεταφυσικά, προτάσσοντας χαρακτηριστικά όπως το φως ή τα ερείπια του παρελθόντος.

Τo 1932, την χρονιά που ο Τεριάντ εγκαταλείπει την στήλη του στην εφημερίδα, ο εκδότης Αλμπέρ Σκιρά ζητά τη συνεργασία του για την έκδοση ποιημάτων του Μαλαρμέ με εικονογράφηση του Ματίς. Έχει προηγηθεί η συνεργασία των Τεριάντ-Σκιρά με τον Πικάσο για την εικονογράφηση των Μεταμορφώσεων του Οβιδίου, έκδοση που κυκλοφόρησε το 1931.

Ο Πικάσο φιλοτεχνεί και το πρώτο εξώφυλλο του φημισμένου Minotaure που εκδίδει ο Σκιρά με καλλιτεχνικό διευθυντή τον Τεριάντ, το οποίο γίνεται το περιοδικό των σουρεαλιστών.

Ένα χρόνο πριν φύγει από το Minotaure, ο Τεριάντ μαζί με τον φίλο του Μορίς Ρενάλ εκδίδουν το περιοδικό La Bête Noire όπου θα συγκεντρωθούν πολλοί από τους αποσχισθέντες καλλιτέχνες του υπερρεαλισμού, όπως οι Λερίς, Αρτώ και Κενώ.

Τα κείμενα που δημοσιεύει ο Τεριάντ από το 1934 έως το 1939 στο ιδιότυπο περιοδικό Voyage en Grèce που προωθεί ένα είδος καλλιτεχνικού τουρισμού στον κύκλο της πρωτοπορίας, των διανοουμένων και της καλής κοινωνίας του Παρισιού, μαρτυρούν την σχέση του με την Ελλάδα. Παράλληλα καλλιεργούν το ενδιαφέρον της γαλλικής διανόησης για το ελληνικό τοπίο. Η φύση και το φως επανέρχονται στα κείμενά του Τεριάντ. Η Ελλάδα είναι ένας τόπος ιδεατός, μια μαγική συνεύρεση φύσης και αιώνων πολιτισμού. «Η αίσθηση της ελληνικής αρχιτεκτονικής είναι η αντίσταση στο φως. Ο Παρθενώνας λευκό πάνω σε λευκό, καθαρότητα πάνω σε καθαρότητα, διαφάνεια πάνω σε διαφάνεια, καταδεικνύει την μυστηριώδη αναγκαιότητά του κάτω από το πιο έντονο φως των αττικών μεσημεριών, όταν οι Νηρηίδες φορτισμένες διασχίζουν έναν ευλογημένο χώρο... Το μεσημέρι, το καλοκαίρι, η Ελλάδα δεν υπάρχει πλέον. Είναι να διαγραφεί από κάθε χάρτη. Ο κόσμος βρίσκει επιτέλους μέσα στην ισότητα, το επιθυμητό τέλος της ευτυχίας του» γράφει ο Τεριάντ στο Voyage en Grèce το 1935.

Εμπνευστής πρωτότυπων ιδεών, ο Τεριάντ ήταν ο άνθρωπος που ανακάλυψε τον Θεόφιλο και τον έκανε γνωστό όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο Παρίσι. Τυχαία βλέπει για πρώτη φορά έργο του λαϊκού καλλιτέχνη στο ατελιέ του Γουναρόπουλου στο Παρίσι. Όταν επισκέπτεται τη Μυτιλήνη, ανακαλύπτει τα ίχνη του και αρχίζει μία συνεργασία που προσφέρει στο λαϊκό ζωγράφο οικονομική ασφάλεια και την άνεση να δημιουργήσει 120 έργα μέσα σε πέντε χρόνια. Το Μουσείο Θεόφιλου είναι ένα από τα δύο μουσεία που ο διαπρεπής Έλληνας της Διασποράς άφησε παρακαταθήκη στην ιδιαίτερη πατρίδα του.

Mετά το θάνατο του Θεόφιλου, ο Τεριάντ εκπληρώνει την επιθυμία του να δείξει το έργο του Έλληνα ζωγράφου και στο Παρίσι, σε μια μεγάλη έκθεση τo 1936. Στο ναΐφ χαρακτηριστικό της ζωγραφικής του Θεόφιλου, οι καλλιτέχνες της μοντέρνας τέχνης θα πρέπει να βρήκαν μία απάντηση στην αναζήτηση για το πρωτόγονο και το αυθεντικό. Κατά κάποιον τρόπο, ο Θεόφιλος εκπροσωπούσε έναν νέο τύπο Ανρί Ρουσό. Δεδομένου ότι ο Τεριάντ συμμετείχε στους πλέον πρωτοποριακούς καλλιτεχνικούς κύκλους του Παρισιού, είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι η έκθεση του Θεόφιλου στο Παρίσι και –πολύ περισσότερο– τα κείμενα του Τεριάντ για την ελληνική τέχνη έπαιξαν ρόλο στην ευαισθητοποίηση των καλλιτεχνών προς την Ελλάδα. Ακόμα μεγαλύτερη επιρροή προς αυτήν την κατεύθυνση φαίνεται να έχει η εκδοτική του δραστηριότητα. Σε αυτήν άλλωστε αφοσιώνεται εξ ολοκλήρου ο Τεριάντ από το 1937 και για τα επόμενα χρόνια της ζωής του.

To πολύτιμο Verve

Με την βοήθεια του Αμερικανού φίλου του Ντέιβιντ Σμαρτ, ιδρυτή και εκδότη του Esquire, εκδίδει το 1937 το περιοδικό τέχνης Verve. Πρόκειται για μία υψηλής αισθητικής έκδοση που μέχρι το 1960 (συνολικά 38 τεύχη) φέρνει καλλιτέχνες (Ματίς, Σαγκάλ, Λεζέ, Μιρό, Πικάσο, Ρουώ, Μαγιόλ, Γκρομέρ) και συγγραφείς (Ζιντ, Βαλερί, Κλοντέλ, Μπασελάρ, Λερίς, Μαλρό, Μασινιόν, Τζόις, Λόρκα, Χέμινγουεϊ, Ρίλκε, Ελύτης) σε μία δημιουργική σύμπραξη και κατορθώνει να δώσει μία νέα διάσταση στην εικονογράφηση όχι ως περιγραφή, αλλά ως επαναπροσέγγιση του γραπτού λόγου και ως πρωτότυπη μορφή δημιουργίας.

Η χρήση του papier collé (επικολλημένα χαρτιά σε μία ζωγραφική σύνθεση), τα γεωμετρικά σχήματα, η επιπεδότητα που επιτυγχάνει το πλακάτ χρώμα σε συνδυασμό με το σχέδιο, δείχνουν τη μοντέρνα εικαστική γραφή που επιβάλλει ο Τεριάντ σε όλα τα βιβλία του, στοιχείο που τους προσδίδει μία μοναδικότητα.

Οι υψηλές τεχνικές της τυπογραφίας και λιθογραφίας που χρησιμοποιούνται για την αναπαραγωγή των έργων κερδίζουν την εμπιστοσύνη των πιο απαιτητικών καλλιτεχνών οι οποίοι επιδιώκουν από μόνοι τους συνεργασία με τον Τεριάντ. Αυτό του επιτρέπει να εκδώσει κατά την περίοδο 1943-1974 τα πολυτελή βιβλία Livres d’ Artiste με πρωτότυπες δημιουργίες καλλιτεχνών πάνω σε κάποιο κείμενο ή σε μία δική τους ιδέα. Τα χειρόγραφα ποιήματα του Ρεβερντί με λιθογραφίες του Πικάσο, η Βίβλος με εικονογράφηση του Σαγκάλ, Το Τσίρκο με κείμενα και εικονογράφηση πάλι του Σαγκάλ είναι κάποια από τα 26 βιβλία που εξέδωσε ο Τεριάντ.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 και μετά, ο Τεριάντ ζητά από τους καλλιτέχνες, τόσο για το Verve όσο και για τα βιβλία που εξέδιδε, να εικονογραφήσουν έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματολογίας. Η περίοδος συμπίπτει με την παρακμή του σουρεαλισμού, τη θερμή απήχηση που βρίσκουν τα κείμενα των κλασσικών, αλλά και την πιο γόνιμη στιγμή των Πικάσο, Ματίς, Μπρακ και Σαγκάλ. Οι τρεις αυτοί παράγοντες συμβάλλουν σε μία ευτυχή συνάντηση των γραμμάτων με την τέχνη: αρχαίοι συγγραφείς της ελληνικής ή ελληνορωμαϊκής περιόδου εικονογραφούνται από διαπρεπείς καλλιτέχνες.

Το 1941 ο Τεριάντ ζητάει από τον Πιερ Μπονάρ την εικονογράφηση της Οδύσσειας. Εκείνος απαντάει με ενθουσιασμό και ξαναδιαβάζει το έπος σε νέα μετάφραση. Τελικά το εγχείρημα δεν υλοποιείται και αντ’ αυτού ο Τεριάντ εκδίδει το Correspondances, μία επιλογή από την αλληλογραφία του με τον Μπονάρ που αφορά ποικίλα θέματα.

Ο Ανρί Λοράνς, που εμφανιζόταν επανειλημμένα στα σημειώματα του Τεριάντ στα Cahiers d’art, εικονογραφεί το 1945 με ξυλογραφίες τα ειδύλλια του Aλεξανδρινού ποιητή Θεόκριτου, το 1947 το Λούκιος ή Όνος του Λουκιανού από τα Σαμόσατα με 58 γκραβούρες και ξυλογραφίες, και το 1951 τους Διαλόγους του ίδιου συγγραφέα, πάλι με ξυλογραφίες.

Ο Τεριάντ προτείνει στον Μαρκ Σαγκάλ την εικονογράφηση του έργου Δάφνις και Χλόη του Λόγγου. Πιθανότατα επιλέγει τον συγκεκριμένο μύθο κινούμενος από συναισθηματικά κριτήρια καθώς η ιστορία διαδραματίζεται στο νησί του (ο Λόγγος, μέλος ελληνορωμαϊκής οικογένειας, ζούσε στη Λέσβο). Το 1952 o Σαγκάλ ταξιδεύει στην Ελλάδα για να εμπνευστεί, πιθανότατα έπειτα από προτροπή του Τεριάντ, ίσως όμως και από τον άκρατο θαυμασμό για την Ελλάδα που του μετέδωσε ο Λέον Μπακστ στα μαθητικά χρόνια του στην Πετρούπολη.

Επισκέπτεται την Αθήνα, τους Δελφούς και τον Πόρο και αποτυπώνει τις εντυπώσεις του σε σχέδια και παστέλ. Ανάμεσα στις σημειώσεις του γράφει: «Εδώ και πολύ καιρό ήθελα να δω την Ελλάδα, αυτήν την όμορφη χώρα που ο παλιός μου φίλος ο Τεριάντ, γεννημένος στη Μυτιλήνη, εξυμνούσε τόσο πολύ. Η Ελλάδα είναι ακόμα Ευρώπη και είναι ήδη Ανατολή. Αυτή η χώρα έχει μαγευτικές μυρωδιές, εντελώς ανατολίτικες. Οι λόφοι της, οι ερειπωμένοι ναοί της, ο δροσερός αέρας που αναπνέεις, αναδίδουν ένα άρωμα που το κάνει πιο δυνατό η μνήμη της θαυμαστής ιστορίας της. Όλα είναι φως εκεί. Ένα φως μοναδικό, ασύλληπτης διαύγειας και γλυκύτητας...». Δύο χρόνια αργότερα, το 1954, ο Σαγκάλ επισκέπτεται και πάλι την Ελλάδα –αυτή τη φορά το Ναύπλιο. Στο ταξίδι αυτό φιλοτεχνεί όλες τις γκουάς για το Δάφνις και Χλόη. Οι επακόλουθες λιθογραφίες θα γίνουν βιβλίο το 1961.

Έναν χρόνο αργότερα, ο Τεριάντ εκδίδει το Έργα και Ημέρες του Ησιόδου με εικονογράφηση του Ζακ Βιγιόν.

Οι άλλοι εκδότες για την Ελλάδα

Ο Τεριάντ δεν ήταν ο μοναδικός εκδότης που έφερε την Ελλάδα και τον πολιτιστικό της πλούτο στο χώρο της εικονογράφησης και των πολυτελών, καλλιτεχνικών εκδόσεων.

O συλλέκτης και έμπορος τέχνης Αμβρόσιος Βολάρ ανέθεσε το 1931 στον Ζωρζ Μπρακ την εικονογράφηση της Θεογονίας του Ησιόδου. Ο Δημήτρης Γαλάνης ανέλαβε την εκτύπωση των σχεδίων του Μπρακ σε χαρακτικά. Τελικά η έκδοση κυκλοφόρησε το 1955, μόνο με τα χαρακτικά του Μπρακ και με την βοήθεια του Eμέ Μαγκτ που είχε εκπαιδευτεί στην τέχνη της χαρακτικής. Ο Μπρακ δεν επισκέφθηκε ποτέ την Ελλάδα, θαύμαζε όμως την αρχαία ελληνική τέχνη και άντλησε από αυτήν μορφικά και θεματολογικά στοιχεία που εμφανίζονται κυρίως στην γλυπτική και τα χαρακτικά του, σε κάποια κεραμικά και μερικά μεμονωμένα σχέδια του. Η εικονογράφηση της Θεογονίας, έργο που ο Μπρακ ξεχώριζε από την αρχαία ελληνική γραμματολογία, υπήρξε η πληρέστερη δουλειά του πάνω σε καθαρά αρχαιοελληνικό θέμα.

Ο Βολάρ συνεργάστηκε και με τον Πικάσο. Του ανέθεσε μία σειρά χαρακτικών με διαφορετικά θέματα, ανάμεσά τους εκείνο του Μινώταυρου. Η σειρά δεν είχε σχεδιαστεί να κυκλοφορήσει ως βιβλίο. Ολοκληρώθηκε το 1939 και κυκλοφόρησε πρώτη φορά ως ενότητα σε έκδοση του Χανς Μπόλινγκερ το 1956.

Πριν ολοκληρώσει τη σειρά του Βολάρ, ο Πικάσο εικονογραφεί το 1934 μια έκδοση της Λυσιστράτης με λιθογραφίες και οξυγραφίες. Παρότι βρίσκεται στη σουρεαλιστική του περίοδο, τα έργα που φιλοτεχνεί είναι έκδηλα επηρεασμένα από την ελληνική αγγειογραφία και αναπαράγουν το κλασικό ύφος του ζωγράφου. Το 1931 o Αλμπέρ Σκιρά παραγγέλνει στον Πικάσο σχέδια και χαρακτικά για την εικονογράφηση των Μεταμορφώσεων του Οβιδίου, μία ακόμα έκδοση που εκφράζει το ενδιαφέρον της εποχής για το ευρύτερο ελληνορωμαϊκό παρελθόν.

Ο Τεριάντ απεβίωσε στο Παρίσι το 1983. Το μουσείο που άνοιξε στη Μυτιλήνη το 1979 είναι από τα πιο καλαίσθητα μουσεία της χώρας, αλλά και ένας από τους λίγους χώρους όπου κανείς μπορεί να δει τα εξαιρετικά έργα της ευρωπαϊκής τέχνης της εποχής έτσι όπως τα αναπαρήγαγε μέσα από την εκδοτική του δραστηριότητα αυτός ο φιλότεχνος άνθρωπος και δημιουργικός τεχνοκριτικός. Μαζί με αυτά εκτίθεται και η προσωπική του συλλογή έργων Ελλήνων καλλιτεχνών που δώρησε στο μουσείο.

«Ο άνθρωπος που μιλά για την τέχνη της εποχής του, την τέχνη εν εξελίξει, χαράσσει με κόπο το ίχνος του, ίχνος σκοτεινό ή αυθεντικό, ανάμεσα στη θαυμαστή δύναμη της μαντικής και το εύθραυστο πνεύμα της επικαιρότητας» έγραφε ο Τεριάντ. Η διορατικότητα και η οξυμένη αισθητική του, ανταμείβουν την προσπάθειά του και αφήνουν πίσω του ένα σημαντικό έργο.

 

Το ντοκιμαντέρ του Σίμου Κορεξενίδη που φωτίζει την ζωή και το έργο του Έλληνα εκδότη, με επίσημη συμμετοχή στο 10ο Φεστιβάλ Nτοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης, προβάλλεται σήμερα στις 8.30 μ.μ. στο Ίδρυμα Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού (Αμαλίας 4, 5ος όροφος). Δηλώσεις συμμετοχής στην ιστοσελίδα katakouzenos.gr.

Σπούδασε Ιστορία Τέχνης στο Columbia. Ήταν υπεύθυνη εικαστικών στην αγγλόφωνη Καθημερινή. Εργάστηκε στη Vogue και το Ηighlights, ενώ κριτικές της έχουν δημοσιευθεί στα Frieze, Flashart, Fashion Theory. Έχει επιμεληθεί εκθέσεις και έχει εργαστεί στο Νew Museum of Contemporary Art.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus
 

Γίναμε τριών!

Η δημοσιογραφία απαιτεί χρόνο, δουλειά και χρήματα.
Γίνε κι εσύ συνδρομητής και εξασφάλισε ότι θα συνεχίσουμε. Γράψου τώρα

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.