Denise Scott Brown: Η παραγνωρισμένη γυναίκα αρχιτέκτονας

Η Denise Scott Brown και ο Robert Venturi πορεύτηκαν μαζί στη ζωή και την αρχιτεκτονική δημιουργώντας από κοινού εμβληματικά κτίρια. Όταν το βραβείο Pritzker δόθηκε μόνο σε εκείνον, το ζήτημα της αναγνώρισης των γυναικών στην αρχιτεκτονική έγινε ακόμα πιο σαφές.
Χρόνος ανάγνωσης: 
8
'
H Denise Scott-Brown στο Λας Βέγκας, 1966. [Τhe Archives of Robert Venturi and Denise Scott Brown © Frank Hanswijk]

Όταν ο Rafael Moneo τηλεφώνησε στη Denise Scott Brown ζητώντας της να δώσει μια ομιλία αφιερωμένη στο σύζυγο και συνεργάτη της, Robert Venturi, στο πλαίσιο ενός συνεδρίου στο Yale, εκείνη απάντησε: «Είμαι πολύ απογοητευμένη γιατί δεν ξέρεις αρκετά για εμάς ώστε να μου ζητήσεις να δώσω μια ομιλία για τη δουλειά μου, και τη δουλειά του Bob, και τη δουλειά του γραφείου μας».

Την ομιλία τελικά έδωσε ο Alan Plattus, νυν διευθυντής του διδακτορικού προγράμματος του Yale, και αυτή ήταν μία από τις πολυάριθμες φορές που η Denise χρειάστηκε να υπερασπιστεί την ιδιότητα της ως γυναίκα αρχιτέκτων και τη συμβολή της στο χώρο. Μία συμβολή που κατά τη διάρκεια της καριέρας της πολύ συχνά φιλτράρονταν μέσω της δουλειάς του Bob, καθώς εκείνη ήταν που τον βοήθησε να στήσει το πρώτο του design studio για το Yale, επιμελούνταν τα κείμενα και την αλληλογραφία του, και στήριξε το αρχιτεκτονικό του γραφείο στα πρώτα του, δύσκολα, χρόνια. Στο ευρύ κοινό όμως η Denise έγινε ιδίως γνωστή το 2013, όταν δύο φοιτήτριες του Harvard, μέσω της κίνησης Women in Design, εισήγαγαν μια αίτηση αναδρομικής αναγνώρισης για το βραβείο Pritzker του 1991. Παραβλέποντας την κοινή πορεία της Denise και του Bob στην αρχιτεκτονική, η επιτροπή Pritzker είχε απονέμει το βραβείο μονάχα στον δεύτερο. Είκοσι δύο χρόνια αργότερα, η αίτηση #PritzkerForBrown τελικά απερρίφθη, συγκέντρωσε όμως 20.000 υπογραφές, τα φώτα της δημοσιότητας για πρώτη φορά τόσο εκτεταμένα στην Denise και για ακόμη μία φορά έθεσε το ζήτημα της αναγνώρισης της συμβολής των γυναικών στην αρχιτεκτονική.

«Τι κάνουν όλοι αυτοί εδώ;»

Αυτό αναρωτήθηκε η Denise την πρώτη μέρα που εισήλθε στην αρχιτεκτονική σχολή του Πανεπιστημίου του Witwatersrand στο Γιοχάνεσμπουργκ και αναφερόταν στους άνδρες συμφοιτητές της. Η Denise Scott Brown γεννήθηκε στη Nkana (Kitwe) της Ζάμπια το 1931, μεγάλωσε στο Dunkeld του Γιοχάνεσμπουργκ και ήταν μία από τις πέντε γυναίκες, σε σύνολο 65 μαθητών, που φοιτούσαν στην τάξη του 1948. Στη συνήθειά της να υπογράφει τα σχέδια με το ονοματεπώνυμο της, ούτως ώστε να είναι αναγνωρίσιμη η γυναικεία της ταυτότητα, θα μπορούσε να διακρίνει κανείς το πείσμα για την αρχιτεκτονική, ένα πείσμα που χαρακτήριζε τη μητέρα της, που είχε υπάρξει φοιτήτρια στην ίδια σχολή πριν τα παρατήσει στο δεύτερο έτος. Εκείνη ήταν που τη δεκαετία του ’50 εμφύσησε στην Denise τον ενθουσιασμό για το Λας Βέγκας, πόλη που θα σημάδευε αργότερα το βιογραφικό της, και την ώθησε να παρακολουθήσει μαθήματα τέχνης στην ηλικία των 10 ετών και κυρίως να πιστέψει ότι η αρχιτεκτονική και το ντιζάιν είναι καθαρά γυναικεία επαγγέλματα.

Μένει να θυμηθεί κανείς τις άνισες, αδιευκρίνιστες συνεργασίες ανάμεσα στη Charlotte Perriand και τον Le Corbusier στη Γαλλία, τη Lilly Reich και τον Ludwig Mies van der Rohe στη Γερμανία, την Aino Maria Marsio-Aalto και τον Alvar Aalto στη Φινλανδία, την Anne Tyng και τον Louis Kahn, τη Marion Mahony Griffin και τον Walter Burley Griffin, αλλά και την Zaha Hadid, η οποία σε συνέντευξη της το 2016 στο BBC απέδωσε το γεγονός ότι είχε κάνει ελάχιστα έργα στην Αγγλία στο ότι είναι γυναίκα. Η Hadid ήταν η πρώτη –και μοναδική– γυναίκα που κέρδισε το Pritzker μόνη της, το 2004. Μόλις το 2012, το βραβείο απενεμήθη στον Wang Shu, αλλά όχι στη σύζυγο και συνεργάτη του, Lu Wenyu, με την οποία ίδρυσαν μαζί το 1997 το Amateur Architecture Studio.

Tο θέμα της αναγνώρισης των γυναικών αρχιτεκτόνων έχει αποτελέσει αντικείμενο εκτενούς ακαδημαϊκής έρευνας, σε μια προσπάθεια να προσδιορισθεί εκ νέου και να εμπλουτιστεί η σύγχρονη ιστορία της αρχιτεκτονικής. Αντλώντας υλικό από θεωρητικούς και φιλοσόφους που έχουν εμβαθύνει σε ζητήματα φεμινισμού, όπως η Juditch Butler και η Julia Kristeva, αρχιτεκτονικοί ερευνητές και ιστορικοί υπογραμμίζουν τους συσχετισμούς μεταξύ φύλου και αρχιτεκτονικού σχεδιασμού. Από το Gender Space Architecture: An Interdisciplinary Introduction στο Women’s Places: Architecture and Design 1860-1960 και στο πιο πρόσφατο Where Are the Women Architects? της Δέσποινας Στρατηγάκου, η συζήτηση για την εξέλιξη του ρόλου των γυναικών αρχιτεκτόνων –architectresses, σύμφωνα με το περίφημο άρθρο του Joseph Hudnut το Μάρτιο του 1951 στο Journal of the American Institute of Architects– και την σχεδιαστική τους ταυτότητα αμβλύνεται. Το παράδειγμα της Denise προσφέρει εύφορο έδαφος για νέες ερμηνείες.

Με την ολοκλήρωση των σπουδών της, η Denise συνέχισε στην σχολή Architectural Association (AA) του Λονδίνου, αποφοιτώντας το 1955, χρονιά που παντρεύτηκε τον αρχιτέκτονα Robert Scott Brown. Μαζί αποφάσισαν το 1958 να μετοικήσουν στη Φιλαδέλφεια προκειμένου να παρακολουθήσουν μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, όμως μόλις έναν χρόνο αργότερα, o Scott Brown σκοτώθηκε σε τροχαίο.

Τα χρόνια στην ΑΑ ήταν καθοριστικά για τη διαπαιδαγώγηση της Denise. Εκεί διασταυρώθηκε με φιγούρες κλειδιά της αρχιτεκτονικής σκηνής της εποχής, όπως τον Otto Königsberger, τον Arthur Korn, τον Maxwell Fry και την Jane Drew, που μαζί με τον Le Corbusier σχεδίασαν την πόλη Chandigarh της Ινδίας και εμπνεύστηκαν το Tμήμα Τροπικής Αρχιτεκτονικής της ΑΑ, στο οποίο η Denise φοίτησε. «Μη σκεφτείς για τη διδασκαλία “Μπορώ να το κάνω;”. Να την σκεφτείς ως καθήκον να μεταβιβάσεις ότι έχεις» της είχε πει ο Korn λαμβάνοντας υπόψιν το προνόμιο της αγγλικανική καταγωγής της στο Γιοχάνεσμπουργκ των κοινωνικών αντιθέσεων, στο οποίο εκείνη είχε μεγαλώσει. Συγκεντρώνοντας εμπειρία στα γραφεία των Ernö Goldfinger, Denis Clarke Hall και Frederick Gibberd σε μια μεγάλη γκάμα θεμάτων –από συγκροτήματα κατοικιών μέχρι νοσοκομεία–, η Denise δεν θα αργούσε να εφαρμόσει τη συμβουλή του, ξεκινώντας να διδάσκει στη διάρκεια των σπουδών της στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια. Εκεί γνωρίζει τον επίσης καθηγητή Robert Venturi, συνιδρυτή του αρχιτεκτονικού γραφείου Venturi and Rauch.

Θα παντρευτούν το 1967 και θα συνεργαστούν τόσο στα έργα του γραφείου του, όσο και στα μαθήματα που θα διδάξουν στο Yale, για τα οποία η Denise θα ζητήσει μισθό μικρότερο από εκείνον, λόγω της εξάχρονης διαφοράς ηλικίας τους. Το 1969, δύο χρόνια μετά το γάμο τους, η Denise γίνεται συνεργάτης του γραφείου, το οποίο μετονομάζεται σε Venturi Rauch and Scott Brown (πλέον VSBA), και αρχίζει να αμείβεται για τη συμβολή της στα έργα του. Στα πιο γνωστά εξ αυτών είναι τα σχέδια για τα campus του Πανεπιστημίου του Michigan, του Brown στο Ρόουντ Άιλαντ και του κολεγίου Bryn Mawr στην Πενσιλβάνια, η πτέρυγα Sainsbury της Εθνικής Πινακοθήκης του Λονδίνου και το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο Σαν Ντιέγκο.

Το κτίριο όμως που φαίνεται ότι επηρέασε τη μετέπειτα πρακτική τους, ήταν η πρώτη τους κοινή κατοικία: το Vanna Venturi House, αφιερωμένο στη μητέρα του Ρόμπερτ, που ολοκληρώθηκε το 1964 στο Chestnut Hill της Πενσιλβάνια, σε ένα οικόπεδο επίπεδο και εξ ολοκλήρου προστατευμένο από δέντρα. Το 2011, το project θα αποτελέσει μέρος της μεγάλης έκθεσης «Postmodernism: Style and Subversion 1970-1990» στο μουσείο Victoria and Albert του Λονδίνου. Οργανωμένοι γύρω από την εστία, η διάρθρωση των χώρων του σπιτιού έχουν θεωρηθεί άσκηση στις έννοιες της πολυπλοκότητας και της αντίφασης στην αρχιτεκτονική, έννοιες που θα αποτελέσουν και το θέμα του βιβλίου του Venturi «Complexity and Contradiction» (1966), στη συγγραφή του οποίου η Denise είχε ενεργό ρόλο. Μετά τις λευκές, αυστηρές, ορθοκανονικές φόρμες που επικράτησαν στην αρχιτεκτονική του Μοντέρνου Κινήματος, η κατοικία Vanna Venturi πρότεινε την αναθεώρηση της κατοίκησης μέσα από μια επιστροφή σε αρχέτυπα μοτίβα, εμπλουτισμένα με εναλλαγές στη συμμετρία, την προοπτική και την κλίμακα. Εναλλαγές όπου μπορεί να διακρίνει κανείς και στις φωτογραφίες του Λας Βέγκας που πλαισίωναν τα σχέδια της κατοικίας στην έκθεση –πριν κανείς έρθει αντιμέτωπος με την πρόσοψη σε πραγματικό μέγεθος του κτιρίου Garagia Rotunda του Charles Jencks, τα έπιπλα της ομάδας Memphis και τα κοστούμια της Grace Jones υπό τους ήχους του David Bowie, όλα διακριτά μέλη της πολυχρωμίας του μεταμοντέρνου κινήματος, το οποίο η Denise και ο Bob όρισαν ξανά και ξανά.

Μαθαίνοντας από το Βέγκας

Οι φωτογραφίες από το Λας Βέγκας σηματοδότησαν ωστόσο κάτι περισσότερο από την αυξανόμενη επιρροή του μεταμοντέρνου. Εάν η κατοικία Vanna Venturi έριξε νέο φως στα μέχρι τότε δεδομένα της οικιστικής αρχιτεκτονικής, τότε οι φωτογραφικές σημειώσεις της Denise και του Bob από την πόλη του Λας Βέγκας έμενε να κάνουν το ίδιο στις θεμελιωμένες μεθοδολογίες της αρχιτεκτονικής διδασκαλίας. Αναλογία που συμφωνεί με το γεγονός ότι δεν θεώρησαν ποτέ τους εαυτούς τους ακαδημαϊκούς –ήταν απλώς επαγγελματίες εκπαιδευτές: σχεδίαζαν και δίδασκαν ταυτόχρονα. Σε αυτό το πλαίσιο, το 1968, οι Scott Brown και Venturi, σε συνεργασία με τον τότε βοηθό διδασκαλίας τους Steven Izenour, θα συνοδεύσουν 13 φοιτητές της αρχιτεκτονικής σχολής του Yale σε ένα field trip στο Λας Βέγκας στο πλαίσιο του ομώνυμου design studio της σχολής. Τα αποτελέσματα του ταξιδιού θα οδηγήσουν στην περίφημη δημοσίευση «Learning from Las Vegas», καθώς και σε νέες μεθόδους αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης, μέσα από την χρήση οπτικών μέσων, την in situ έρευνα στον αστικό χώρο και τη φωτογραφική τεκμηρίωση.

Η προσοχή που επέδειξαν στη μαζική κουλτούρα και στο γούστο της χαμηλής και μεσαίας τάξης, θα λειτουργούσε ως αντίβαρο στις αυστηρές αισθητικές προτροπές του μοντέρνου κινήματος. Προωθώντας το δημοφιλές, λαϊκό περιβάλλον στη σφαίρα όλων εκείνων που η αρχιτεκτονική μπορούσε να χειριστεί και να ορίσει, το συγκεκριμένο field trip ήταν βαθιά εδραιωμένο στην εκπαιδευτική μεθοδολογία της Denise, στην οποία η έρευνα και ο σχεδιασμός ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα και σε συνεχή διαλεκτική.

Από το πρώτο studio στο Yale, με θέμα «Mass Communication on the People Freeway or Piranesi is Too Easy» που εστίαζε στον επανασχεδιασμό ενός τμήματος του υπόγειου σιδηροδρόμου της Νέας Υόρκης και στην αναπροσαρμογή εννοιών όπως το αστικό και το ανοιχτό– στο studio «Architecture of Well-Being» για το Harvard που πρότεινε τον ορισμό της αρχιτεκτονικής της υγείας, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε ατομικό επίπεδο, η στενή αυτή σχέση μεταξύ της έρευνας και του σχεδιασμού στο έργο της Denise, το οποίο διασχίζει τους τομείς του αστικού σχεδιασμού και της αρχιτεκτονικής, ήταν έκδηλη.

Mετά την υπόθεση με το Pritzker, το Αμερικανικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτόνων αναθεώρησε τους κανόνες του ώστε να μπορεί να απονέμει βραβεία από κοινού σε δύο άτομα. Έτσι η Denise, λίγο πριν κλείσει τα 85 της χρόνια, παρέλαβε από κοινού με το σύζυγό της το χρυσό AΙΑ 2016 για το κτιστό της έργο, όσο και για τη συμβολή της στην αρχιτεκτονική εκπαίδευση, λογοτεχνία και κριτική. Το βραβείο είναι μια καλή αφορμή να επανεξετάσει κανείς την πολύπλευρη επαγγελματική και προσωπική διαδρομή της, αλλά και να επαναλάβει το ερώτημα «Room at the Top?» το οποίο έθετε στο ομώνυμο κείμενο σχετικά με τον σεξισμό στο σταρ σίστεμ της αρχιτεκτονικής το 1989, πολλά χρόνια αφότου είχε αντιληφθεί την αναλογία γυναικών και ανδρών φοιτητών στο πρώτο έτος της σχολής της.

Denise Scott Brown & Robert Venturi

Τα highlights της κοινής τους πορείας.
Ερευνήτρια - επισκέπτρια καθηγήτρια στο Πολυτεχνείο του Μιλάνου, διεξάγει έρευνα στις συσχετίσεις μεταξύ βιολογικής μεμβράνης και αρχιτεκτονικής, εστιάζοντας στην εμφάνιση και ανάπτυξη της κτιριακής performance. Έχει συνεργαστεί με το Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής gta της Ζυρίχης.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.