ΚΠΙΣΝ: Χάος και Πολιτισμός

Το βιβλίο Chaos and Culture της ιστορικού της αρχιτεκτονικής Victoria Newhouse αποκαλύπτει τα παρασκήνια της κατασκευής του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος ενώ παράλληλα διηγείται μια ιστορία ελπίδας και εθνικής ταυτότητας. Η Γεωργία Νάκου, η οποία συνεργάστηκε ως σύμβουλος-μεταφράστρια στη συγγραφή του, διηγείται.
Χρόνος ανάγνωσης: 
14
'
SNFCC Construction Aerial © Joint Venture Salini Impregilo-Terna

«Όταν οι τοπικές αρχές ενέκριναν τα κονδύλια το 2001, το κόστος της κατασκευής είχε υπολογιστεί στα 186 εκατ. ευρώ, ενώ η ολοκλήρωση προγραμματίστηκε για το 2010. Μέχρι να υπογραφεί η σύμβαση με τον κατασκευαστή το 2006, ο προϋπολογισμός είχε αναθεωρηθεί στα 351,8 εκατ. ευρώ, ενώ το 2013 ο αριθμός αυτός ανήλθε στα 798 εκατ. ευρώ και τα εγκαίνια αναβλήθηκαν για το 2017. Όταν ο διεθνούς φήμης αρχιτέκτονας ρωτήθηκε από δημοσιογράφους έγκριτου τοπικού μέσου για την τεράστια διόγκωση του κόστους, εκείνος έριξε τις ευθύνες σε καθυστερήσεις στον σχεδιασμό, διαφωνίες στην υλοποίηση, ακόμα και στάσεις εργασίας».


Δεν προλαβαίνεις να διαβάσεις το άρθρο; Άκουσε το podcast από την Γεωργία Νάκου:

Περισσότερα inside podcasts εδώ.


Η αφήγηση αυτή παρατίθεται στον επίλογο του βιβλίου Chaos and Culture της Victoria Newhouse (Monacelli Press, 2017), που έχει ως κεντρικό θέμα τον σχεδιασμό και υλοποίηση το Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Όμως το συγκεκριμένο κείμενο δεν αναφέρεται στο ΚΠΙΣΝ, αλλά στην Elbphilharmonie του Αμβούργου, ένα από τέσσερα επιλεγμένα παραδείγματα πολιτισμικών πρότζεκτ μεγάλης κλίμακας που ξέφυγαν καταστροφικά από τον έλεγχο των δημιουργών και των χρηματοδοτών τους. Η συγγραφέας, διακεκριμένη ιστορικός της αρχιτεκτονικής με πλούσια βιβλιογραφία πάνω στο έργο του Renzo Piano και άλλων σύγχρονων δημιουργών, υπογραμμίζει με αυτόν τον τρόπο το επίτευγμα της κατασκευής του ΚΠΙΣΝ.

Δεν έχεις χρόνο; Πάτα εδώ!

Xωρίς να έχει επίγνωση των ελληνικών πραγμάτων, η ιστορικός της αρχιτεκτονικής Victoria Newhouse επέλεξε το 2010 το έργο του ΚΠΙΣΝ ως θέμα του βιβλίου της ως μια ευκαιρία να αναδείξει την πολυπλοκότητα της δημιουργίας ενός πολιτιστικού κέντρου προκειμένου τα συμβούλια των κοινωφελών ιδρυμάτων στις ΗΠΑ που αναλαμβάνουν τέτοιου είδους εγχειρήματα να αποκτήσουν μια ιδέα των προκλήσεων που τα περιμένουν. Στο Chaos and Culture διηγείται, μεταξύ άλλων, με ποια κριτήρια επιλέχθηκε ο Renzo Piano, το εργοτάξιο που ήταν «σαν να δουλεύεις στον ΟΗΕ», την πρωτοποριακή και πολύ κοστοβόρα οροφή από φωτοβολταϊκά, την τελική επικράτηση του «βιβλιοκεντρικού» οράματος του αρχιτέκτονα για την ΕΒΕ. Η Newhouse όμως τονίζει ότι η επιτυχία του Κέντρου θα κριθεί στην πορεία της λειτουργίας του. Και το track record της ελληνικής πολιτείας στη διαχείριση πολιτιστικών θεσμών (βλέπε ΕΜΣΤ) και η μη διευθέτηση της χρηματοδότησης μακροπρόθεσμα, δεν εμπνέουν αισιοδοξία.
Παράδειγμα προς μίμηση;

Όσοι δεν έχουν παρακολουθήσει από κοντά τις εξελίξεις, και κυρίως όσοι έχουν συνηθίσει να αναθεματίζουν την ελληνική κουλτούρα της «αρπαχτής», της γραφειοκρατίας και του «δε βαριέσαι», θα χαρούν ίσως να μάθουν ότι το ΚΠΙΣΝ αποτελεί λαμπρή εξαίρεση όχι μόνο στον εντόπιο κανόνα αλλά και στα παγκόσμια δεδομένα. Το έργο που ξεκίνησε με προϋπολογισμό 550 εκατ. ευρώ, ολοκληρώθηκε με μόλις λίγους μήνες παράταση και τελικό κόστος 617 εκατ. ευρώ, ποσό που συμπεριλαμβάνει έκτακτη χρηματοδότηση 10 εκατ. ευρώ για τη μετεγκατάσταση των στεγαζόμενων οργανισμών (η, μικρή σχετικά, αύξηση του κόστους οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση του ΦΠΑ κατά τη διάρκεια της κατασκευής). Και όλα αυτά εν μέσω των «χαοτικών» συνθηκών της οικονομικής κρίσης στις οποίες αναφέρεται ο τίτλος του βιβλίου.

Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τον εκδοτικό οίκο Μέλισσα και απευθύνεται κυρίως σε εξειδικευμένο κοινό –αρχιτέκτονες, μηχανικούς και στις διοικήσεις κοινωφελών ιδρυμάτων που συνηθίζεται να χρηματοδοτούν παρόμοια έργα. Έχει όμως ενδιαφέρον και για το ευρύ κοινό στην Ελλάδα γιατί δίνει μια άλλη διάσταση σε ένα έργο που έχει συζητηθεί πολύ.

Η αφήγηση καλύπτει την εξέλιξη του σχεδιασμού με λεπτομερή αναφορά στις πρωτοποριακές τεχνικές σχεδιασμού, στις τεχνολογικές λύσεις που αναζητήθηκαν, δοκιμάστηκαν, απορρίφθηκαν ή υιοθετήθηκαν στην πορεία, στα διεθνή πρότυπα και στα επιμέρους στοιχεία της κατασκευής.

Διανθίζεται όμως και από ανθρώπινες στιγμές που δίνουν μια πιο προσιτή διάσταση για τους μη ειδικούς, ενώ τη μουσική υπόκρουση στο χρονικό της κατασκευής δίνουν η οικονομική κρίση και οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Η εικονογράφηση ξεκινάει από τα αιθέρια προκαταρκτικά σκίτσα του Renzo Piano και καταλήγει στα εντυπωσιακά πανοραμικά πλάνα του εργοταξίου από το φακό του Γιώργη Γερόλυμπου, όπως αποτυπώνονται και στο λεύκωμά του Ορθογραφίες.

Η προσέγγιση του βιβλίου ξεκινάει από την παρατήρηση ότι έργα τέτοιας κλίμακας και πολυπλοκότητας ενέχουν τεράστια ρίσκα λόγω της ανάμειξης πολλαπλών παραγόντων –κρατικών, ιδιωτικών, τεχνοκρατικών, πολιτιστικών, προσωπικών– που δύσκολα διευθετούνται καθώς οι αλληλεπιδράσεις συχνά έχουν μόνιμο αντίκτυπο στο χρονοδιάγραμμα, στο κόστος, αλλά και στη χρηστικότητα του έργου. Σε κάποιο σημείο η Newhouse αναρωτιέται, μάλλον με σκωπτική διάθεση, αν ισχύει η ρήση του εγκάρδιου φίλου της και πρωτοπόρου της σύγχρονης αρχιτεκτονικής Philip Johnson ότι «μεγάλα αρχιτεκτονικά έργα μπορούν να επιτευχθούν μόνο σε συνθήκες δικτατορίας»…

Το παρασκήνιο

Το ΚΠΙΣΝ, έργο μεγάλης κλίμακας, περιλαμβάνει την κυρίως αίθουσα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με χωρητικότητα 1.400 θέσεων (σχεδόν διπλάσια του θεάτρου Ολύμπια όπου στεγαζόταν μέχρι πρόσφατα), τον μικρότερο χώρο της πειραματικής Εναλλακτικής Σκηνής με χωρητικότητα 474 θέσεων, χώρους για πρόβες, τη νέα διευρυμένη Εθνική Βιβλιοθήκη με θέσεις για 2.000 αναγνώστες (επίσης διπλάσια χωρητικότητα από το παλιό αναγνωστήριο στο Βαλλιάνειο της Πανεπιστημίου), και πάρκο 210.000 τ.μ.

Όταν ξεκίνησε ο σχεδιασμός του έργου, το 2006, η Ελλάδα ζούσε τον απόηχο της επιτυχούς διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων, είχε τον υψηλότερο δείκτη ανάπτυξης στην Ευρωζώνη και κατά κεφαλήν εισόδημα κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Λεφτά, φαινομενικά τουλάχιστον, υπήρχαν. Ήδη όμως κάποιοι θεσμοί είχαν παραμεληθεί. Η Εθνική Λυρική Σκηνή είχε συσσωρεύσει χρέη που πλησίαζαν τα 10 εκατ. ευρώ και έψαχνε εναγωνίως χρηματοδότηση για να μεταστεγαστεί σε σύγχρονες εγκαταστάσεις, ενώ η Εθνική Βιβλιοθήκη είχε παγώσει την απόκτηση ξένων τίτλων και καταχώρηση και καθαρισμό της υπάρχουσας συλλογής.

Εκείνη την εποχή το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος έψαχνε για ένα φιλόδοξο νέο έργο στην Ελλάδα. Ο χώρος του παλιού Ιπποδρόμου στο Δέλτα του Φαλήρου, δίπλα ακριβώς σε Ολυμπιακά ακίνητα, είχε τότε μετατραπεί σε άτυπο πάρκινγκ και πίστα για μεταμεσονύχτιες κόντρες. Συμφωνήθηκε ότι το ελληνικό δημόσιο θα παραχωρούσε το οικόπεδο-φιλέτο και το ΙΣΝ θα χρηματοδοτούσε την κατασκευή πολιτιστικού κέντρου υπερσύγχρονων προδιαγραφών για να στεγάσει την Εθνική Λυρική Σκηνή και την Εθνική Βιβλιοθήκη. Μετά την ολοκλήρωσή του το Κέντρο θα γίνονταν δωρεά στην πολιτεία η οποία θα είχε πλέον την ευθύνη της λειτουργίας του, όπως και της χρηματοδότησης των ΕΛΣ και ΕΒΕ.

Ο διεθνούς φήμης Ιταλός αρχιτέκτονας Renzo Piano περιγράφει στη Newhouse ένα «προφητικό» περιστατικό που εκτυλίχτηκε το 2006, όταν είχε επισκεφτεί την Αθήνα από θαλάσσης (είναι φανατικός ιστιοπλόος). Ξεμπαρκάροντας στο Φάληρο, μαζί με την οικογένειά του πήρε ταξί για το κέντρο της Αθήνας. Στην Ποσειδώνος η τροχαία σταμάτησε το ταξί για υπερβολική ταχύτητα στο σημείο ακριβώς όπου έμελλε να ανεγερθεί το ΚΠΙΣΝ. Περιμένοντας να ξεμπλέξει, ο αρχιτέκτονας παρατήρησε ότι, αν και στεκόταν μόλις μερικές δεκάδες μέτρα από τη θάλασσα, το νερό δεν ήταν ορατό πίσω από την άσφαλτο και το τσιμέντο της παραλιακής. Όταν του ανατέθηκε το έργο, βασική του ιδέα ήταν να επανασυνδέσει το χώρο με τη θάλασσα και την Ακρόπολη. Στο υλοποιημένο πια σχέδιο, τα κυρίως κτήρια “φωλιάζουν” σε έναν τεχνητό λόφο ύψους 32 μέτρων, η κορυφή του οποίου βλέπει από την Ακρόπολη μέχρι τη Σαλαμίνα.

Το πνεύμα του αρχιτέκτονα και η προφανής αγάπη του για την Ελλάδα ήταν καθοριστικοί παράγοντες στην επιλογή του από το ΔΣ του Ιδρύματος. Δύο άλλα εξίσου «τρανταχτά» ονόματα που συμμετείχαν στο διαγωνισμό απορρίφθηκαν πριν ακόμα υποβάλλουν σχέδια, ο μεν γιατί δεν είχε επισκεφτεί ποτέ τον χώρο, ο δε γιατί θεωρήθηκε ότι έδειξε έπαρση όταν αποκάλεσε το σχεδιαζόμενο κέντρο «νέα Ακρόπολη».

Greek reality bites

Οι πολιτικές εξελίξεις κατά τη διάρκεια της κατασκευής παίζουν ρόλο πότε στο επίκεντρο και πότε στο “φόντο” του εργοταξίου. Η Newhouse παρατηρεί ότι από το 2009 που υπογράφηκε η συμφωνία μεταξύ του ΙΣΝ και του ελληνικού δημοσίου (το επονομαζόμενο «μνημόνιο», πριν η λέξη προσλάβει τη σημερινή της βαριά έννοια) μέχρι την ολοκλήρωση της κατασκευής το 2016, από τη χώρα πέρασαν επτά κυβερνήσεις. Κανείς από τους τέσσερις υπουργούς που υπέγραψαν τη συμφωνία δεν παρέμεινε στο πόστο του μέχρι την ολοκλήρωσή του.

Επειδή το έργο ήταν μακράν το πιο φιλόδοξο έργο του Ιδρύματος (και το πρώτο του αρχιτεκτονικά σημαντικό εγχείρημα), η Newhouse γράφει ότι τα μέλη του ΔΣ είχαν σοβαρές αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα του μεγαλεπήβολου σχεδίου τους τον Δεκέμβριο του 2008, όταν πόλεις σε ολόκληρη τη χώρα έζησαν τις αναταράξεις από τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου.

Όμως και στο στενότερο κύκλο των άμεσα εμπλεκομένων φορέων, οι εναλλαγές και τα κενά σε νευραλγικές θέσεις είχαν τη δυνατότητα να εκτροχιάσουν το έργο από τα πρώτα κιόλας στάδια. Η Λυρική Σκηνή ήταν χωρίς σταθερή διοίκηση από το 2007 μέχρι το 2011, ενώ το ίδιο ίσχυε για την Εθνική Βιβλιοθήκη για ολόκληρη την περίοδο 2005-2014. Έτσι, και οι δυο οργανισμοί δεν είχαν την απαραίτητη εκπροσώπηση στο στάδιο που καλούνταν να διαμορφώσουν τις προδιαγραφές για τη νέα τους στέγη.

Στο ήδη ελλειμματικό σκηνικό ήρθε να προστεθεί η οικονομική κρίση. Ο κρατικός προϋπολογισμός για τον πολιτισμό μειωνόταν χρόνο με το χρόνο. Συγχρόνως, ήταν σαφές ότι οι νέες εγκαταστάσεις θα μεγάλωναν το λειτουργικό κόστος και στους δύο οργανισμούς, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ολοένα η οικονομική πίεση και από τις δύο κατευθύνσεις. Επί κυβέρνησης Σαμαρά το υπουργείο Πολιτισμού είχε εγκρίνει επιχορήγηση 10 εκατ. ευρώ ετησίως για την ΕΛΣ, ήδη μεγάλη περικοπή από τα 24,4 εκατ. ευρώ που είχαν εγκριθεί από την κυβέρνηση Καραμανλή το 2007. Το 2015 η κυβέρνηση Τσίπρα ανέβασε την κρατική επιχορήγηση στα 12,5 εκατ. ευρώ. Οι ανάγκες της Λυρικής όμως έχουν υπολογιστεί από τη διοίκηση στα 14,5 εκατ. ευρώ για το 2017 και θα φτάσουν τα 17 εκατ. ευρώ το 2019, κυρίως λόγω του αυξημένου κόστους της στέγασης στο ΚΠΙΣΝ.

Οι εναλλαγές προσώπων και πολιτικών στο χώρο του πολιτισμού συνεχίστηκαν κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας του έργου, καθώς τις παραμονές της μετεγκατάστασης στο ΚΠΙΣΝ, το υπουργείο Πολιτισμού αποφάσισε αιφνίδια να μην ανανεώσει τη θητεία του διευθυντή της ΕΛΣ Μύρωνα Μιχαηλίδη, ο οποίος είχε παίξει καθοριστικό ρόλο στο σχεδιασμό και στην προετοιμασία της Λυρικής για τη μετάβαση. Ο Διευθύνων Σύμβουλος του φορέα του έργου Γιάννης Τροχόπουλος είχε ήδη παραιτηθεί μερικούς μήνες πριν, αφού εξέφρασε αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα του Κέντρου, ενώ το ΔΣ του ΚΠΙΣΝ παραμένει έως σήμερα τυπικά ακυβέρνητο, μετά την επίμαχη επιλογή και τη σχεδόν άμεση παραίτηση του Γιώργου Κιμούλη από τη θέση του Προέδρου.

Ένα πολύπλοκο εγχείρημα

Πολλές ήταν και οι προκλήσεις που εμπεριείχε ένα έργο τόσο μεγάλης κλίμακας και πολυπλοκότητας από τη φύση του. Η Newhouse, χωρίς να έχει πλήρη επίγνωση των ελληνικών πραγμάτων, επέλεξε το 2010 το έργο του ΚΠΙΣΝ ως θέμα του βιβλίου ως μια ευκαιρία να αναδείξει την πολυπλοκότητα της διαδικασίας δημιουργίας ενός πολιτιστικού κέντρου. «Τα συμβούλια των κοινωφελών ιδρυμάτων στις ΗΠΑ που αναλαμβάνουν τέτοιου είδους εγχειρήματα δεν έχουν την παραμικρή ιδέα των προκλήσεων που θα αντιμετωπίσουν», μου εκμυστηρεύτηκε σε πρόσφατη συζήτησή μας. «Εμπνεύστηκα το βιβλίο ως εργαλείο που θα τους βοηθούσε».

Όπως ισχύει για όλα τα έργα τέτοιας φύσεως που έχουν εκπονηθεί διεθνώς τα τελευταία χρόνια, η κατασκευή έμελλε να γίνει πεδίο διευθέτησης εναλλακτικών και αλληλοσυγκρουόμενων φιλοσοφικών και πρακτικών προσεγγίσεων, και αντικείμενο συνεργασίας πληθώρας επαγγελματικών πεδίων και ειδικοτήτων. Στην δημιουργία του ΚΠΙΣΝ συμμετείχαν από βιβλιοθηκάριοι και ειδικοί στην ακουστική μέχρι πολιτικοί μηχανικοί και μηχανικοί υλικών, γεωπόνοι και ειδικοί στην αειφόρο κατασκευή.

Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα που παίδεψαν δωρητές, σχεδιαστές και «μελλοντικούς χρήστες» του έργου ήταν ο ρόλος του θεσμού της βιβλιοθήκης στον 21ο αιώνα (το θέμα έχει αποδειχτεί διχαστικό σε πολλές περιπτώσεις, όπως π.χ. στο “σήριαλ” της ανακαίνισης της New York Public Library, στο όποιο είχαν εμπλακεί και μέλη του ΔΣ του ΙΣΝ, και στο οποίο γίνεται εκτενής αναφορά στο βιβλίο). Είναι η βιβλιοθήκη μια συλλογή από βιβλία με την κλασσική έννοια ή είναι μια διαδραστική ψηφιακή οντότητα και δευτερευόντως χώρος για μελέτη;

Από τη αρχή το ΙΣΝ είχε σκοπό να επεκτείνει το ρόλο της Εθνικής Βιβλιοθήκης από αμιγώς ερευνητική υποδομή σε δημόσια δανειστική βιβλιοθήκη με σκοπό να φέρει πιο κοντά στο βιβλίο το ευρύ κοινό. Όμως και σ’ αυτή την ιδέα υπήρξαν διάφορες εκδοχές, με αποτέλεσμα να αναπτυχθούν εσωτερικές διαμάχες στο στάδιο του σχεδιασμού, με νικητές και ηττημένους, πληγωμένα εγώ και παράπλευρες απώλειες.

Τελικά επικράτησε το σχετικά «βιβλιοκεντρικό» όραμα του Piano, στο οποία όμως ενσωματώνονται και πιο διαδραστικά στοιχεία, όπως χώροι για παραστάσεις και παιχνίδια, με στόχο κυρίως την προσέλκυση των μικρών αναγνωστών.

Ευτυχώς, το όραμα αυτό συμμεριζόταν και ο νέος Γενικός Διευθυντής της ΕΒΕ, Φίλιππος Τσιμπόγλου, που πήρε τα ηνία μόλις το 2014, όταν δηλαδή ο σχεδιασμός είχε σχεδόν ολοκληρωθεί. Σε διαδοχικές συνεντεύξεις με την Newhouse, εκφράζει τόσο τον ενθουσιασμό του για τα σπάνια αρχέτυπα που ανακαλύπτει στη συλλογή της Βιβλιοθήκης όσο και για τις προοπτικές της ψηφιακής τεχνολογίας, ενώ είναι φανερή η αναπτέρωση του ηθικού που βιώνει καθώς βλέπει να φτάνει σε πέρας το τεράστιο έργο καθαρισμού και καταχώρησης της συλλογής καθώς πλησιάζει η μέρα της μετεγκατάστασης.

Ένα πολυεθνικό έργο

Έργα της κλίμακας και της πολυπλοκότητας του ΚΠΙΣΝ είναι από τη φύση τους «πολυεθνικά» τόσο στη στελέχωση τους, όσο και την προέλευση των υλικών. Ο υπεύθυνος του εργοταξίου περιέγραψε την εμπειρία της συμμετοχής στο έργο «σαν να εργάζεσαι στον ΟΗΕ».

Κομμάτια της κατασκευής συνδυάζουν την υψηλή τεχνολογία με χειροποίητες τεχνικές, το νέο και το παλιό. Για παράδειγμα, η οροφή που καλύπτεται από φωτοβολταϊκά κατασκευάστηκε από ένα απαιτητικό πρωτοποριακό υλικό και αποδείχτηκε το πιο κοστοβόρο κομμάτι του κτηρίου. Στην τελική φάση, εκατοντάδες εργάτες δούλεψαν με τα χἐρια τους για να «πλέξουν» το συρμάτινο ιστό που συγκρατεί τη φωτοβολταϊκή οροφή. Λόγω του υψηλού εργατικού κόστους, το υλικό αυτό δεν έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως στην Ευρώπη και γι’ αυτό αρχικά θεωρήθηκε παράτολμο, για να αποδειχθεί στην πορεία μοναδικό επίτευγμα.

Η κοπή και επεξεργασία του ξύλου (αμερικανική κερασιά) που χρησιμοποιήθηκε για την εσωτερική επένδυση της κυρίως αίθουσας της Λυρικής έγινε εξ ολοκλήρου σε υπερσύγχρονο ελληνικό εργαστήριο με τεχνικές λέιζερ.

Το έργο απασχόλησε συνολικά 15.140 άτομα. Η Newhouse αναγνωρίζει ότι μέσα στην ατυχία τους οι κατασκευαστές του ΚΠΙΣΝ στάθηκαν τυχεροί καθώς η οικονομική κρίση και η ύφεση στον κατασκευαστικό τομέα τους έδωσε πρόσβαση σε εξαιρετικό ανθρώπινο δυναμικό: «Επειδή ήταν το μοναδικό έργο τέτοιας κλίμακας στην πρωτεύουσα, το ΙΣΝ είχε την πρώτη επιλογή σε πρωτοκλασάτους εργολάβους και εργαζομένους». Το βιβλίο πάντως δεν ερευνά το κατά πόσο η ανυπαρξία ανταγωνισμού βοήθησε και στη συγκράτηση του κόστους.

Στο ερώτημα λοιπόν του Philip Johnson αν η απολυταρχική επιβολή είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να δημιουργηθούν μεγάλα έργα, η Newhouse απαντά ξεκάθαρα «όχι». Επισημαίνει ότι η διαδικασία που ακολούθησε το ΙΣΝ ήταν πρωτοφανής στα ελληνικά χρονικά από άποψη διαφάνειας. Το «μνημόνιο» με την υπογραφή του Κώστα Καραμανλή αναρτήθηκε από την αρχή στον ιστότοπο του Ιδρύματος, το εργοτάξιο ήταν επισκέψιμο από τα πρώτα στάδια της κατασκευής και ορατό σε 24ωρη βάση μέσω Διαδικτύου, ενώ οι τακτικές συνεδριάσεις της μικτής επιτροπής ΙΣΝ, υπουργείων, δημοτικής αρχής και εμπλεκόμενων πολιτιστικών θεσμών μεταδίδονταν επίσης ζωντανά στο Διαδίκτυο.

Χωρίς αμφιβολία έπαιξε ρόλο η ισχυρή προσωπικότητα και επιμονή του προέδρου του ΙΣΝ, Ανδρέα Δρακόπουλου, όπως αποδεικνύει αρκετές φορές η αφήγηση του βιβλίου. Θα μπορούσε βέβαια κανείς να αντιτείνει ότι το γερό πορτοφόλι του Ιδρύματος σε σχέση με το αποδυναμωμένο δημόσιο κατέστησαν τον ιδιώτη-δωρητή, άτυπο, αλλά αδιαμφισβήτητο κυρίαρχο του παιχνιδιού. Δεν πήγε απαρατήρητο το δημόσιο «τρολλάρισμα» –για κάποιους έντεχνο, για άλλους αγενές– που επιφύλαξε ο Δρακόπουλος στις συναθροισμένες πολιτικές ελίτ της χώρας κατά την τελετή παράδοσης-παραλαβής των εγκαταστάσεων, όπου διάβασε επιστολές από φίλους του Ιδρύματος που εξέφραζαν τους φόβους τους για την προοπτική της δημόσιας διαχείρισης του ΚΠΙΣΝ.

Ο Δρακόπουλος και ο Piano μοιράστηκαν εξ αρχής την πίστη τους στη «λυτρωτική δύναμη του ωραίου» για κάθε έναν από τους πολίτες αυτής της χώρας, όπως είπαν στους λόγους τους μετά τον Χορό των Γερανών τον Ιούνιο του 2014. Το ΙΣΝ και ο αρχιτέκτονας είχαν πλήρη συναίσθηση ότι σε περίοδο οικονομικής κρίσης ένα υπερσύγχρονο πολιτιστικό κέντρο θα έμοιαζε στα μάτια πολλών μια σπάταλη πολυτέλεια, πίστεψαν όμως ότι το έργο θα είχε από μόνο του μια καταλυτική θετική επίδραση, ως σύμβολο της υπέρβασης των δύσκολων συνθηκών.

Ο Piano ανατρέχει συχνά στο παράδειγμα της αναστήλωσης της φημισμένης όπερας La Scala, που αποτέλεσε προτεραιότητα για τις αρχές του Μιλάνου μετά την καταστροφή της πόλης από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και αναδείχθηκε σε σύμβολο της μεταπολεμικής αναγέννησης για τους Ιταλούς. Η Newhouse δίνει και άλλα παραδείγματα, όπως το Empire State Building, τον ουρανοξύστη-σύμβολο της Νέας Υόρκης που χτίστηκε κατά τη διάρκεια του Κραχ. Στην αλληλογραφία μας δήλωσε ενθουσιασμένη με την ανταπόκριση που βίωσε σε κάθε της επίσκεψη στην Αθήνα: «Όποιον κι αν ρώταγα για το έργο –οδηγούς ταξί, σερβιτόρους, μαγαζάτορες, φίλους, συνεργάτες, εργαζομένους στο εργοτάξιο­– άκουγα μόνο καλά λόγια και ελπίδες για τη θετική επίδραση του έργου στην πόλη». Ενώ το βιβλίο αναγνωρίζει πως υπήρξαν και επικριτές του έργου και της γενικότερης στάσης του Ιδρύματος απέναντι στο δημόσιο, δεν επεκτείνεται στις εύλογες κριτικές που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν γύρω από την ευρύτερη σχέση δωρεάς και πολιτείας στην παροχή δημόσιων αγαθών.

Είναι τελικά επιτυχία το ΚΠΙΣΝ;

Είναι φανερό ότι ο πρόεδρος του ΙΣΝ είδε τη δωρεά και τη διαδικασία της εκτέλεσης του έργου ως μια ευκαιρία για τη διείσδυση μεταρρυθμιστικών πρακτικών στα ελληνικά πράγματα, και συγκεκριμένα στο ελληνικό δημόσιο. Για τον ίδιο, το εγχείρημα έχει ήδη πετύχει γιατί «είναι η πρώτη φορά που όλα έγιναν χωρίς διαφθορά, χωρίς μίζες ή άλλες παραβατικές πρακτικές, σε όλα τα επίπεδα. Δεν είναι θέμα χρημάτων, είναι θέμα σωστής συμπεριφοράς. Είναι tough love».

Η Newhouse αποδίδει εύσημα για το επίτευγμα της κατασκευής του Κέντρου, είναι όμως πιο επιφυλακτική ως προς τη συνολική αποτίμησή του. Τονίζει ότι η επιτυχία του εγχειρήματος θα κριθεί στην πορεία της λειτουργίας του Κέντρου, κι εδώ τα πράγματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα. Η εμπειρία των αλλεπάλληλων αλλαγών στα πρόσωπα και το απογοητευτικό track record της ελληνικής πολιτείας στη διαχείριση πολιτιστικών θεσμών (η Newhouse δίνει το πρόσφατο παράδειγμα του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης) σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη αβεβαιότητα στο οικονομικό πεδίο, δεν εμπνέει εμπιστοσύνη στο μέλλον και το βιβλίο αφήνει ανοιχτό το ερώτημα της επιτυχούς συνέχειας.

Προς το παρόν, η ΕΛΣ και η ΕΒΕ εξακολουθούν να χρηματοδοτούνται από το δημόσιο, η ΕΒΕ εξ ολοκλήρου από το υπουργείο Παιδείας γιατί δεν έχει (στη σημερινή της μορφή) έσοδα, η ΕΛΣ στο μεγαλύτερο μέρος από το υπουργείο Πολιτισμού, αλλά εν μέρει και από τα έσοδα των εισιτηρίων. Στην πράξη, η χρηματοδότηση που έχει εγκριθεί δεν αρκεί κι έτσι η έκτακτη χρηματοδότηση από το ΙΣΝ έρχεται να καλύψει την επιβάρυνση στον προϋπολογισμό τους από τη μετεγκατάσταση, επιτρέποντάς τους έτσι να προγραμματίσουν τη δράση τους τα επόμενα πέντε χρόνια.

Όμως το πρόβλημα της χρηματοδότησης δεν έχει διευθετηθεί μακροπρόθεσμα, και αυτό δεν είναι το μόνο ερώτημα που παραμένει ανοιχτό. Η Newhouse εξέφρασε ανοιχτά την ανησυχία της σε συζήτηση που είχαμε πρόσφατα: «Ακόμα κι αν τα οικονομικά της πολιτείας ανακάμψουν σε ικανό βαθμό για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις χρηματικές ανάγκες του ΚΠΙΣΝ και των στεγαζόμενων οργανισμών, τίποτα δεν εγγυάται ότι διαθέτει την απαραίτητη εμπειρία διαχείρισης».

Η εμπειρία της Newhouse δείχνει ότι η έλλειψη σχεδιασμού και χρηματοδότησης δεν είναι ελληνικό μονοπώλιο, είναι όμως χαρακτηριστικό μιας συγκεντρωτικής κρατικής πολιτικής στον τομέα του πολιτισμού. Σε συνέντευξή της για το βιβλίο της Site and Sound, New Opera Houses and Concert Halls (2012), η Newhouse παρατήρησε ότι μετά τη χρηματοδότηση της κατασκευής των, πραγματικά εντυπωσιακών, νέων συναυλιακών χώρων της Κίνας, «υπάρχει πενιχρή οικονομική υποστήριξη [από τους κρατικούς θεσμούς] για τη συντήρηση και το πολιτιστικό πρόγραμμα». Σε πρόσφατη συζήτησή μας η συγγραφέας έκανε τον εξής παραλληλισμό: «Η Ελλάδα μοιράζεται με την Κίνα κάποια χαρακτηριστικά. Και στις δύο χώρες η κυβέρνηση έχει τον έλεγχο των πολιτιστικών θεσμών, με αποτέλεσμα το μέλλον τους να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις πολιτικές εξελίξεις».

Το ηθικό δίδαγμα για τους απανταχού χορηγούς; «Η επιτυχής χρηματοδότηση του σχεδιασμού και της εκτέλεσης και ένα πανέμορφο και χρηστικό αποτέλεσμα δεν μετράνε αν δεν υπάρχουν εγγυήσεις για την υποστήριξη της λειτουργίας και της συντήρησης. Αυτό θα πρέπει να είναι η ύψιστη προτεραιότητα σε τέτοια εγχειρήματα».

 

Η γράφουσα συνεργάστηκε στη συγγραφή του βιβλίου ως σύμβουλος-μεταφράστρια την περίοδο 2015-2017.

Μετά από το διδακτορικό στην προϊστορική αρχαιολογία, σπούδασε (σύχγρονες) πολιτικές επιστήμες και εργάστηκε για κάμποσα χρόνια σε hedge funds. Γράφει πάνω σε θέματα πολιτικής, πολιτισμού, κοινωνίας, τεχνολογίας. Μεταξύ Ελλάδας και Αγγλίας, γενετικά και γεωγραφικά.

Διαβάστε ακόμα

Σχόλια

Εικόνα Anonymous
gplus
 

Γίναμε τριών!

Η δημοσιογραφία απαιτεί χρόνο, δουλειά και χρήματα.
Γίνε κι εσύ συνδρομητής και εξασφάλισε ότι θα συνεχίσουμε. Γράψου τώρα

Σας πείσαμε; Εμείς σας θέλουμε μαζί μας!
Χωρίς τους υποστηρικτές μας
δεν μπορούμε να υπάρχουμε.